Νικόλας Άσιμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικόλας Άσιμος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα γεννήσεωςΝικόλαος Ασημόπουλος[1]
Γέννηση20  Αυγούστου 1949[2]
Θεσσαλονίκη[3]
Θάνατος17  Μαρτίου 1988
Αθήνα
Αιτία θανάτουαπαγχονισμός
Συνθήκες θανάτουαυτοκτονία
ΨευδώνυμοΝικόλας Άσιμος
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα[2]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητατραγουδιστής[2]
συνθέτης
ηθοποιός[2]
στιχουργός
μουσικός ηχογραφήσεων
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτική ιδεολογίαΑναρχισμός
Ιστότοπος
www.asimos.gr

Ο Νικόλας Άσιμος (πραγματικό όνομα: Νικόλαος Ασημόπουλος, Θεσσαλονίκη, 20 Αυγούστου 1949Εξάρχεια Αθηνών, 17 Μαρτίου 1988) ήταν Έλληνας στιχουργός, συνθέτης και τραγουδιστής κυρίως του ελληνικού ροκ, αλλά τραγούδησε και πολιτικά τραγούδια, μπαλάντες και λαϊκά. Ήταν ιδιαίτερα αντισυμβατικός καλλιτέχνης, κυρίως όσον αφορά τον τρόπο ζωής. Οι συμπεριφορές του και τα τραγούδια που έγραψε θεωρήθηκαν συχνά προκλητικά. Επρόκειτο για ένα έντονα πολιτικοποιημένο άτομο, που δεν αποδεχόταν την ταξινόμηση σε κάποια ιδεολογία. Ο Άσιμος ήταν αρχικά αριστερός, απέκτησε όμως αναρχική συνείδηση λίγο αργότερα και στη συνέχεια ξεπέρασε και τον αναρχισμό, καθώς δεν επιθυμούσε να του «κολλούν ταμπέλες».

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου του 1949 και μεγάλωσε στην Κοζάνη. Ο πατέρας του, Λάζαρος Ασημόπουλος, ήταν ιδιοκτήτης καταστήματος γενικού εμπορίου στο κέντρο της Κοζάνης και η μητέρα του, Μαρίκα Ασημοπούλου, το γένος Πινελίδη, ασχολείτο με τα οικιακά και ήταν προσφυγικής καταγωγής. Υπήρξε μέτριος μαθητής, ασχολήθηκε με τον στίβο και το ποδόσφαιρο (έπαιζε τερματοφύλακας) και στην εφηβεία του αγάπησε τα ποιήματα του Γεωργίου Σουρή (1853 - 1919) και διασκέδαζε τους συμμαθητές του σκαρώνοντας σατιρικούς στίχους πάνω σε μελωδίες ξένων επιτυχιών της εποχής, όπως το γαλλικό τραγούδι «Monsieur Cannibale» του 1966 που τραγούδησε ο Σασά Ντιστέλ. Έστειλε μάλιστα το συγκεκριμένο στιχούργημά του σε στήλη για τη νεολαία που διατηρούσε ο δημοσιογράφος Νίκος Μαστοράκης στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο «Νίκος Άσιμος».

Το 1967 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., όπου ασχολήθηκε με το φοιτητικό θέατρο, ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα στην ιδιωτική Δραματική Σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, χωρίς να αποφοιτήσει. Στη Θεσσαλονίκη αγόρασε την πρώτη του κιθάρα και ξεκίνησε να παίζει ως αυτοδίδακτος και να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια. Τον Δεκέμβριο του 1972 πρωτοεμφανίστηκε στο κοινό ως τραγουδοποιός, αλλά και ως ηθοποιός (ερμήνευε το μονόπρακτο Το Πανηγύρι του Ζαν Κοκτώ) στο δώμα του Λευκού Πύργου, το οποίο είχε μετατραπεί σε μπουάτ. Εκεί προέκυψαν για πρώτη φορά διαφωνίες και ρήξεις με συνεργάτες του, ένα φαινόμενο που τον ακολούθησε σε όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του.

Τον Μάιο του 1973 εγκατέλειψε τις σπουδές του, έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και κατέβηκε στην Αθήνα. Άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τη μουσική, περιλαμβάνοντας όμως πάντα θεατρικά στοιχεία στις εμφανίσεις του. Στις μπουάτ της Πλάκας συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με καλλιτέχνες όπως οι Πάνος Τζαβέλας, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς, Θάνος Αδριανός, Περικλής Χαρβάς, Μαριάννα Τόλη και το ντουέτο Λήδα-Σπύρος. Το 1974 σκηνοθέτησε μία βραχύβια μουσικοθεατρική παράσταση στην μπουάτ «Εντεκάτη Εντολή», χωρίς ανταπόκριση από το κοινό.

Το 1975 σημειώθηκε η πρώτη του παρουσία στη δισκογραφία με ένα δίσκο 45 στροφών που περιείχε τα τραγούδια «Ο Μηχανισμός» (Α΄ πλευρά) και «Ο Ρωμιός» (Β΄ πλευρά) σε ενορχήστρωση του Γιώργου Στεφανάκη. Τον έβγαλε η εταιρεία Λύρα του Αλέκου Πατσιφά και έπεσε θύμα λογοκρισίας, δηλαδή επιτράπηκε η πώλησή του στα δισκοπωλεία, αλλά απαγορευόταν η μετάδοσή του από την δημόσια ραδιοτηλεόραση. Την ίδια χρονιά ο Άσιμος συμμετείχε στο πρόγραμμα του Μουσικού Καφενείου «Σούσουρο» (υπόγειο στην οδό Αδριανού 134 στην Πλάκα), ενός, κατά κάποιον τρόπο, πολιτικού καμπαρέ της Μεταπολίτευσης. Το 1976 απέκτησε μία κόρη από την εκτός γάμου σχέση του με την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν Χαριτάκη. Τον Οκτώβριο του 1977, λίγο πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 20ης Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς, προσήχθη και προφυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας μαζί με πέντε εκδότες πολιτικών εντύπων (τέσσερις αναρχικούς και έναν αριστεριστή), γιατί παρουσιάστηκαν από την Αστυνομία σαν «ηθικοί αυτουργοί» ταραχών που ξέσπασαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια αντιγερμανικών διαδηλώσεων, με αφορμή τους θανάτους μελών της ένοπλης οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) στα διαβόητα λευκά κελιά των φυλακών Στάμχαϊμ στη Δυτική Γερμανία. Μετά από λίγες εβδομάδες αφέθηκε ελεύθερος.

Το 1978 ξεκίνησε η περιπέτειά του για να αποφύγει την στράτευση. Πήρε απαλλαγή προσποιούμενος τον ψυχοπαθή και κατάφερε να του αναγνωριστεί ότι πάσχει από σχιζοειδή ψύχωση. Ὀπως περιγράφει στο βιβλίο του Αναζητώντας Κροκάνθρωπους, υιοθέτησε αυτή την συμπεριφορά γιατί ήταν αντίθετος προς τη στράτευση.

Από τον Σεπτέμβριο του 1978 έως τον Μάρτιο του 1987 κυκλοφόρησε οκτώ παράνομες κασέτες με λιγότερο ή περισσότερο πρόχειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών του. Τις διακινούσε κυρίως ο ίδιος, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου στην οδό Πατησίων, τριγυρνώντας σε μαγαζιά, νυχτερινά κέντρα και μπαρ, ή στα «μαγαζόσπιτα» όπου ζούσε κατά καιρούς, με πιο χαρακτηριστικό το ημιυπόγειο επί της οδού Αραχώβης 41 στα Εξάρχεια, την περίφημη «υπόγα» του Άσιμου, εκεί όπου διέμεινε από το φθινόπωρο του 1978 έως την άνοιξη του 1983.

Από το 1981 δρομολογείται η επώδυνη σχέση του με τα ψυχιατρεία, στα οποία νοσηλεύτηκε αρκετές φορές.

Το Νοέμβριο του 1982 κυκλοφόρησε από την εταιρεία Μίνως ο μοναδικός δίσκος 33 στροφών (LP) που έβγαλε όσο ζούσε, με τίτλο Ο Ξαναπές, σε ενορχήστρωση του Θανάση Μπίκου και παραγωγή του Ηλία Μπενέτου. Συμμετείχαν η Χάρις Αλεξίου σε δύο τραγούδια («Άμα σε λέγαν Βάσω» και «Παπάκι»), ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου σε άλλα δύο («Πιάστηκα σχοινί κορδόνι» και «Της Επανάστασης») και η Αθηναΐκή Κομπανία (στο τραγούδι «Σεισμός»), το όνομα της οποίας δεν γράφτηκε στο εξώφυλλο, διότι θεωρήθηκε πολύ «εμπορική» για τον Άσιμο.

Έστηνε αυτοσχέδιες παραστάσεις στο δρόμο (happenings) στο κέντρο της Αθήνας, για τις οποίες είχε επινοήσει τους όρους «Κροκ» (στη δεκαετία του 1970) και «Βόλτα» (στη δεκαετία του 1980 στο Λόφο του Στρέφη), ακολουθούμενος από περιστασιακούς συνοδοιπόρους του στο πλαίσιο μιας αρχηγικής καλλιτεχνικής και πολιτικής παρέμβασης. Έκανε σύντομα περάσματα σε κινηματογραφικές ταινίες. Έφτιαξε δύο βραχύβια μουσικά συγκροτήματα, την Exarchia Square Band, με τον Χρήστο Ζυγομαλά, και τους Νικόλας ΄Ασιμος και οι Εναπομείναντες, με τον Τόλη Βουλτζάτη και τη Λίτσα Περράκη, με τα οποία δεν ηχογράφησε.

Τον Απρίλιο του 1987, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τραγούδησε στον δίσκο του Χαιρετίσματα πέντε τραγούδια του 'Ασιμου : «Ο σάλιαγκας κι ο μάλιαγκας», «Αγαπάω κι αδιαφορώ», «Θα 'ρθω να σε βρω», «Θα νικήσουμε (Venceremos)», «Καταρρέω».

Το 1987 ο Άσιμος κατηγορήθηκε για βιασμό μίας γυναίκας και κρατήθηκε στη φυλακή για ένα σύντομο χρονικό διάστημα[εκκρεμεί παραπομπή]. Η επικείμενη δίκη είχε συνέπειες στην ψυχοσωματική του κατάσταση. Τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988 έδωσε τέλος στη ζωή του, πριν δικαστεί. Κρεμάστηκε από σωλήνα ύδρευσης στο «Χώρο Προετοιμασίας», όπως αποκαλούσε το τελευταίο μαγαζόσπιτό του στην οδό Καλλιδρομίου 55 στα Εξάρχεια[4][5]. Κηδεύτηκε την επομένη στη Νέα Σμύρνη, με παρόντες την οικογένειά του, φίλους του και πλήθος κόσμου[6][7].

Αναφορές μετά τον θάνατό του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1995 ο Στέλιος Καζαντζίδης περιέλαβε ένα τραγούδι με τίτλο «Ο φίλος μας» στο δίσκο Τα βιώματά μου, σε στίχους Λευτέρη Χαψιάδη και μουσική Θανάση Πολυκανδριώτη. Το τραγούδι αυτό, όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο του δίσκου «είναι αφιερωμένο στον Νικόλα Άσιμο. Τον καλλιτέχνη και άνθρωπο που έζησε και αμφισβήτησε με συνέπεια και πίστη αυτόν τον κόσμο της βαρβαρότητας».

Το 2019, διοργανώθηκε έκθεση του ανέκδοτου αρχείου του Νικόλα Άσιμου σε εικαστικό χώρο της Αθήνας[8].

Δισκογραφία και συνεργασίες (ενδεικτικά)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οκτώ «παράνομες κασέτες», όπως ο ίδιος τις χαρακτήριζε, ηχογραφήθηκαν σε σπίτια ή άλλους κατάλληλους (ή μη) τόπους με διάφορους μουσικούς και διακινούνταν μέσω του ίδιου του καλλιτέχνη ή φίλων του, αποφεύγοντας έτσι τις δισκογραφικές εταιρίες. Όσο βρισκόταν εν ζωή ηχογράφησε, πλην των κασετών, ένα single με 2 τραγούδια, έναν προσωπικό δίσκο 33 στροφών και συμμετείχε ως δημιουργός στον δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου Χαιρετίσματα. Ακολούθησαν μεταθανάτιες εκδόσεις τραγουδιών του και διασκευές από νεότερους καλλιτέχνες.

  • 1975, Ο Μηχανισμός (Α΄ πλευρά) - Ο Ρωμιός (Β΄ πλευρά). Δίσκος 45 στροφών (Λύρα).
  • 1978, "Η Κασέτα με το Βαρέλι που για να Βγει το Σπάει" (Παράνομη Κασέτα Νο.000001). Ηχολήπτης ήταν ο τεχνικός του ΟΤΕ Στέλιος Λογοθέτης.
  • 1979, "Τριπλή Κασέτα Μπέλα Με Χωρίς Ταμπέλα". Εκδοση τριών κασετών. Ηχολήπτης ήταν πάλι ο Στέλιος Λογοθέτης.
  1. "Είμαι παλιάνθρωπος" (Παράνομη Κασέτα No.000002)
  2. "Γιατί φοράς κλουβί" (Παράνομη Κασέτα No.000003)
  3. «Klaste Eleftheros» (Παράνομη Κασέτα No.000004)
  • 1982, «Ο Ξαναπές». Δίσκος 33 στροφών (ΜΙΝΩΣ). Συμμετέχουν η Χάρις Αλεξίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. και η Αθηναΐκή Κομπανία.
  • 1986, "Τριπλή Κασέτα". Εκδοση τριών κασετών.Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Πέππας - Studio Diva.
  1. "Ο Σάλιαγκας" (Παράνομη Κασέτα No.000005)
  2. "Η Ζαβολιά" (Παράνομη Κασέτα No.000006)
  3. "Πάλι στην Ξεφτίλα" (Παράνομη Κασέτα No.000007)
  • 1987, "Το Φανάρι του Διογένη" (Παράνομη Κασέτα No.000008). Τραγουδάει η Σωτηρία Λεονάρδου. Ηχογράφηση Studio Diva.
  • 1987, Συμμετοχή με 5 τραγούδια στο δίσκο "Χαιρετίσματα" του τραγουδιστή Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
  • 1988, Συμμετοχή στο δίσκο "Ήχοι του Χειμώνα" με ηχογράφηση του τραγουδιού "Πάλι στην ξεφτίλα" από συναυλία.
  • 1989, "Το Φανάρι του Διογένη" (ΜΙΝΩΣ). Ο πρώτος μεταθανάτιος δίσκος με τραγούδια του 'Ασιμου. Περιέχει κομμάτια από την Παράνομη κασέτα No.000008 με κάποιες παρεμβάσεις στο στούντιο και νέα μίξη ήχου από τους συνεργάτες του Θύμιο Παπαδόπουλο και Δημήτρη Τραντάλη. Συμμετέχει η Σωτηρία Λεονάρδου. Στον «Μπαγάσα», το πιο γνωστό τραγούδι του 'Ασιμου, οι Παπαδόπουλος και Τραντάλης κράτησαν στο δίσκο μόνο τη φωνή του αυτόχειρα τραγουδοποιού. Ωστόσο στην ομότιτλη παράνομη κασέτα του 1987 ο «Μπαγάσας» ακούγεται ως ντουέτο του 'Ασιμου με την Λεονάρδου.
  • 1992, "Στο Φαλημέντο του Κόσμου/Γιουσουρούμ" (MUSIC BOX). Ο δεύτερος μεταθανάτιος δίσκος. Περιέχει δύο εντελώς νέες ηχογραφήσεις με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου (στα τραγούδια «Πας φιρί φιρί» και «Γιουσουρούμ») και τη φωνή του Ασιμου μαζί με κάποιες βάσεις ηχογραφήσεων από τις παράνομες κασέτες «εμπλουτισμένες» με πρόσθετα όργανα.
  • 1997, Το συγκρότημα Magic de Spell διασκευάζει το τραγούδι "Μπαταρία" του Νικόλα Άσιμου στο cd single τους "Ο Φόβος έχει όνομα".
  • 1997, Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου διασκευάζει 5 τραγούδια του Νικόλα Άσιμου στο δίσκο "Πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ".
  • 2000, Το συγκρότημα Ενδελέχεια διασκευάζει το τραγούδι "Μπαγάσας" του Νικόλα Άσιμου στο Cd single τους "Καθρέφτης".
  • 2002, Συλλογή (2 Cd) ονομαζόμενη "Βιομηχανία του πεζοδρομίου" με επιλογές από τις παράνομες κασέτες του Νικόλα Άσιμου.
  • 2009, Μια παράσταση (2 Cd) με ζωντανή ηχογράφηση στο Rodeo Club (26/02/1986).
  • 2014, «Αρνήθηκα Πολλά» (b-otherside Records). Δίσκος βινυλίου 33 στροφών. Περιέχει έξι ανέκδοτα τραγούδια τα οποία ο 'Ασιμος επεξεργαζόταν το χρονικό διάστημα λίγο πριν την αυτοκτονία του και βρέθηκαν στο μαγαζί-σπίτι της οδού Καλλιδρομίου 55 μετά την αυτοκτονία του.

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άσιμος, Νικόλας (2000). Αναζητώντας Κροκανθρώπους. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος. ISBN 960-7280-14-8.  [Αρχικά κυκλοφόρησε από τον Άσιμο σε φωτοτυπημένα αντίγραφα.]

Συμμετοχή σε ταινίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. www.kathimerini.gr/culture/arts/1022197/o-nikolas-asimos-den-tha-eiche-thesi-simera-sta-exarcheia/. Ανακτήθηκε στις 28  Δεκεμβρίου 2020.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Αριθμός Ελέγχου της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου. no2004035794. Ανακτήθηκε στις 28  Δεκεμβρίου 2020.
  3. www.kathimerini.gr/1022197/gallery/politismos/eikastika/o-nikolas-asimos-den-8a-eixe-8esh-shmera-sta-e3arxeia.
  4. Κωνσταντίνου, Παναγιώτης (20 Αυγούστου 2020). «Ένας αντισυμβατικός "μπαγάσας"». tvxs.gr. Ανακτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2020. 
  5. Βαγενά, Ντίνα (18 Μαρτίου 1988). «"Έφυγε" ο Νικόλας Άσιμος: "Θέλω να με ξεχάσετε όλοι"». Ελευθεροτυπία (Αθήνα): 31. 
  6. Βαγενά, Ντίνα (19 Μαρτίου 1988). «"Ήσουν ευαίσθητος γι' αυτό έφυγες": Κηδεύτηκε ο Άσιμος». Ελευθεροτυπία (Αθήνα): 31. 
  7. «Σαν ρέκβιεμ… σαν ζόρι… σαν φυτίλι…». asimos.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2014. 
  8. Συκκά, Γιώτα (3 Μαΐου 2019). «Ο Νικόλας Άσιμος δεν θα είχε θέση σήμερα στα Εξάρχεια». Η Καθημερινή (Αθήνα). https://www.kathimerini.gr/culture/arts/1022197/o-nikolas-asimos-den-tha-eiche-thesi-simera-sta-exarcheia/. Ανακτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2020. 
  9. Τάσσιος, Παύλος (σκηνοθέτης)· Τσικλιρόπουλος, Μπάμπης (σεναριογράφος) (1983). Τα βαποράκια (ταινία). Ελλάδα. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αλλαμανής, Γιώργος (2000). Δίχως καβάντζα καμιά: Βίος και πολιτεία του Νικόλα Άσιμου. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνης Α.Α. ISBN 9601401741. 
  • Μπαγέρης, Δημήτρης (1999). Ο διάσημος Νικόλας Άσιμος. Αθήνα: Εκδόσεις Σιγαρέττα-Οδός Πανός. ISBN 9789607716378. 
  • Νταλούκας, Μανώλης (2006). Ελληνικό ροκ. Αθήνα: Εκδόσεις Άγκυρα. ISBN 9789604223862. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]