Φράξια Κόκκινος Στρατός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το έμβλημα της ΡΑΦ

Η Φράξια Κόκκινος Στρατός (γερμ. Rote Armee Fraktion, συντμ. RAF), γνωστή στα ΜΜΕ και ως Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ, ήταν ακροαριστερή οργάνωση (δηλαδή αντάρτικο πόλεων) που έδρασε στη Δυτική Γερμανία. Ιδρύθηκε από τους Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Baader), Γκούντρουν Έσλιν (Gudrun Ensslin), Χορστ Μάλερ (Horst Mahler), Ουλρίκε Μάινχοφ (Ulrike Meinhof), Ίρμγκαρντ Μέλερ (Irmgard Möller) και άλλους το 1970. Η οργάνωση με ανακοίνωσή της τερμάτισε τη δράση της τον Μάρτιο του 1998, ενώ ήδη από το 1992 ήταν ουσιαστικά ανενεργή.


Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οργάνωση προήλθε σαν αντίδραση στην πολιτική κατάπνιξης και εξουδετέρωσης της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς από το γερμανικό κράτος, υιοθέτησε αρχές του λεγόμενου αντάρτικου των πόλεων και κήρυξε τον ένοπλο αγώνα για την εξουδετέρωση του καπιταλιστικού και ιμπεριαλιστικού κρατικού μηχανισμού στη Δυτική Γερμανία.

Σχηματισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρυτικές φυσιογνωμίες της οργάνωσης είναι ο Αντρέας Μπάαντερ (1947-1977), η φίλη του Γκούντρουν Ένσλιν (1940-1977) και η δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ (1934-1976).

Ο Μπάαντερ και η Έσλιν είχαν τιμωρηθεί τον Οκτώβριο του 1968 με τριετή φυλάκιση, μαζί με τους Θόρβαλντ Προλ και Σενελάιν για τον εμπρησμό δύο πολυκαταστημάτων στην Φρανκφούρτη τον Μάρτιο του 1968. Ασκώντας έφεση απελευθερώθηκαν, αλλά όταν η έφεσή τους δεν έγινε δεκτή διέφυγαν στην Γαλλία. Μετά από λίγους μήνες επέστρεψαν στην Γερμανία όπου ο Μπάαντερ συλλήφθηκε και φυλακίστηκε τον Απρίλιο του 1969.

Με τη βοήθεια της Μάινχοφ έξι μέλη της ομάδας απελευθέρωσαν τον Μπάαντερ από την φυλακή στις 15 Μαΐου 1970. Έκτοτε η συμμορία Μπάαντερ-Μάινχοφ όπως ονομάστηκε από τα μέσα ενημέρωσης, αποτελούσε υπ' αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο κατά τη γερμανική αστυνομία. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου ο ιδρυτικός πυρήνας της οργάνωσης και μέλη της ομάδας κατέφυγαν στον Λίβανο, όπου και εκπαιδεύτηκαν στο αντάρτικο πόλεων σε παλαιστινιακά στρατόπεδα εκπαίδευσης. Ο Μπάαντερ εκεί επιβλήθηκε ως ο «φυσικός» αρχηγός της οργάνωσης και επιστρέφοντας, ανακοίνωσαν το σχηματισμό της οργάνωσης την οποία ονόμασαν Φράξια Κόκκινος Στρατός (γερμ. Rote Armee Fraktion, συντμ. RAF) ως απομίμηση του Ιαπωνικού Κόκκινου Στρατού ή μάλλον ως φόρος τιμής στον Κόκκινος Στρατός που τόσα πλήγματα κατάφερε κατά των Γερμανών ναζιστών στο Β'ΠΠ.

Δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1970-1971 διάφορες ένοπλες ενέργειες (ληστείες τραπεζών, κλοπή σφραγίδων από δημόσια κτίρια, επιθέσεις σε εγκαταστάσεις της αστυνομίας) αποδίδονται στη "συμμορία Μπάαντερ-Μάινχοφ", που παρουσιάζεται έτσι σαν το "κέντρο" της ένοπλης ακροαριστεράς. Ενω το 1972 η ΡΑΦ κάνει βομβιστική επίθεση στο γενικό αρχηγείο των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής στη Φραγκφούρτη όπου ένας συνταγματάρχης σκοτώνεται. Ακολουθούν και άλλες εγκληματικές ενέργειες που στοιχίζουν τη ζωή σε μέλη της οργάνωσης και σε ανθρώπους κρατικών υπηρεσιών (συνολικά 69, από τους οποίους οι 28 ήταν μέλη της οργάνωσης).

Σύλληψη και θάνατος των μελών της πρώτης γενιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουσιαστικά η δράση της πρώτης γενιάς της ΡΑΦ έληξε με τη σύλληψη και το θάνατο των ηγετών της (Μπάαντερ, Ένσλιν και Ράσπε) στη φυλακή του Σταμχάιμ το 1977. Οι συνθήκες απομόνωσης στις οποίες κρατούνταν είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, αλλά, παρά τις σχετικές κατηγορίες, δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι ήταν απάνθρωπες. Τους επισκέφθηκε και ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Ο θάνατός τους έδωσε λαβή για πολλές θεωρίες. Σύμφωνα με τις αρχές αποδόθηκε σε αυτοκτονία, όμως άλλες πηγές υπέθεσαν σκόπιμη εκγληματική ενέργεια από το κράτος και τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες. Χαρακτηριστική είναι η μορφή της Ούλρικε Μάινχοφ. Συνελήφθη στις 15 Ιουνίου 1972 και καταδικάστηκε στις 29 Νοεμβρίου 1974 σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer (Αμβούργο, 1972). Στις 21 Μαΐου 1975 κατηγορήθηκε στην δίκη του Σταμχάιμ για τετραπλή ανθρωποκτονία. Πριν όμως καταδικαστεί, βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της στις 9 Μαΐου 1976. Η απόδοση του θανάτου της σε αυτοκτονία αμφισβητείται από μερικούς ως και σήμερα, αλλά δεν έχει ως τώρα παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να ανατρέπει την επίσημη εκδοχή. Διεθνής επιτροπή από επιστήμονες και δημοσιογράφους προσπάθησε να διαλευκάνει τις συνθήκες του θανάτου της, όμως το γερμανικό κράτος δεν της αναγνώρισε δικαίωμα έρευνας. Η επιτροπή, στηριζόμενη στα επίσημα έγγραφα κατέληξε ότι η Μάινχοφ είχε πεθάνει πριν απαγχονιστεί, το πόρισμά της είναι όμως αμφισβητούμενο.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons Φράξια Κόκκινος Στρατός, σχετικά βίντεο και φωτογραφίες στο Wikimedia Commons.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]