Νεοαριστοτελισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο νεοαριστοτελισμός[1], κυρίαρχο φιλοσοφικό ρεύμα του 17ου αιώνα στον ελληνικό χώρο[2] είχε ως επίκεντρό του τη διδασκαλία, τον υπομνηματισμό και την ερμηνεία του Αριστοτέλη από τον Θεόφιλο τον Κορυδαλλέα, ο οποίος με την υποστήριξη του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι (1572-1638) εισηγήθηκε και καθιέρωσε εκπαιδευτικό σύστημα, που στόχευε στην αναγωγή των ποικίλων ειδικών γνώσεων, της κυκλοπαιδείας έως την τελειοτάτην ευδαιμονίαν της φιλοσοφικής θεώρησης των όντων[3].

Το νεοαριστοτελικό ρεύμα στην κορυδαλλική και μετακορυδαλλική περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κορυδαλλέας διαμόρφωσε και εφάρμοσε νεωτερικές αντιλήψεις για τη φιλοσοφία, στα σημαντικότερα σχολεία της εποχής του. Επιπλέον, καθόρισε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα φορέα της πολιτικής του Πατριαρχείου, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη διείσδυση των ιησουιτών και του καθολικισμού στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου[4].

Η προσπάθεια διαμόρφωσης αυτής της νέας εκπαιδευτικής πολιτικής στην περίοδο από το 1600 έως το 1821 είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός νέου επιστημονικού λόγου, τόσο μέσα από την έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα όσο και μέσα από τη συγγραφή φιλοσοφικών και επιστημονικών έργων. Οι νεοαριστοτελικοί φιλόσοφοι αντιλαμβάνονταν τα έργα του Αριστοτέλη ως βάση για ένα πλήρες και συνεκτικό σύστημα φυσικής φιλοσοφίας, βασισμένο σε φυσικά φαινόμενα αντιληπτά από τις αισθήσεις[5]. Στην ίδια περίοδο με τον Θεόφιλο Κορυδαλλέα εντάσσονται και άλλοι υπομνηματιστές, που δεν ακολούθησαν την κορυδαλλική ερμηνεία, όπως ο Γεράσιμος Βλάχος και ο Γεώργιος Σουγδουρής, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Νικόλαο Κούρσουλα, που τόνιζε την ανάγκη υπαγωγής της φιλοσοφίας στην υπεράσπιση της πίστης[3].

Αναπόσπαστο τμήμα των διεργασιών και των ιδεολογικών ζυμώσεων που συνέβησαν σε αυτή την περίοδο είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αξιωματούχος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Υπομνηματιστής ο ίδιος του κορυδαλλικού νεοαριστοτελισμού, φέρεται ως ο «πρώτος εισηγητής αντιλήψεων της Σχολής του Φυσικού Δικαίου» στον ελληνικό χώρο και ρεαλιστικών πολιτικών τοποθετήσεων που απηχούσαν πιθανώς τις απόψεις των Νικολό Μακιαβέλι και Φρανσουά Ντε Λα Ροσφουκό[3].

Η νεοαριστοτελική προσέγγιση στην κορυδαλλική περίοδο, ξεφεύγοντας από την παλαιότερη πολεμική των πλατωνιστών και των αριστοτελιστών, εισήγαγε την ανεξαρτητοποίηση της μελέτης της φιλοσοφίας από τη σπουδή της θεολογίας, ωστόσο παγιώθηκε ως επίσημη δογματική διδασκαλία της εκκλησίας. Παρόλα αυτά, παραμένει γεγονός πως ο φιλοσοφικός στοχασμός από τον 17ο αι. διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας πιθανώς τις γνωστικές απαιτήσεις νέων κοινωνικών στρωμάτων που αναδείχθηκαν στη διάρκεια του δέκατου έβδομου, αλλά και του δέκατου όγδοου αιώνα.

Η μετακορυδαλλική περίοδος διακρίθηκε για τις τάσεις αμφισβήτησης των δογμάτων του παρελθόντος, αλλά και τη σταδιακή εξάπλωση ιδεών που έρχονταν από τη Δύση. Ήταν, επίσης, περίοδος κατά την οποία διαμορφώθηκε μια συνολική πνευματική στάση στραμμένη προς τη νεωτερική μάλλον, παρά την παραδοσιακή φιλοσοφία.

Η πρόσληψη του κορυδαλλικού έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κορυδαλλέας και το σύστημα της φιλοσοφικής παιδείας που ανέπτυξε, δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά έως τις αρχές του 18ου αιώνα, μια μακρά περίοδο κατά την οποία έγινε αναπαραγωγή των σχολίων του στα αριστοτελικά κείμενα[6]. Έτσι, η κορυδαλλική διδασκαλία περίπου για ενάμισι αιώνα παρέμεινε ο κεντρικός κορμός της πνευματικής δραστηριότητας των Ελλήνων λογίων[7]. Ωστόσο, η προετοιμασία για την αναίρεση της αριστοτελικής αυθεντίας είναι σε ένα βαθμό συνυφασμένη με τα νέα δεδομένα της αριστοτελικής φυσικής σκέψης που εισήγαγε ο κληρικός-φιλόσοφος[8].

Παρά το γεγονός ότι ο Χρύσανθος Νοταράς περί το 1716 παρήγαγε το δικό του ολοκληρωμένο έργο με επαρκή επιχειρηματολογία γύρω από τα φυσικά φαινόμενα, διατήρησε μετά την ανάρρησή του στον πατριαρχικό θρόνο το κορυδαλλικό πρότυπο στη διδασκαλία της φιλοσοφίας, αλλά και στο έργο του Εισαγωγή εις τα Γεωγραφικά και τα Σφαιρικά, όπου υπερασπίστηκε το γεωκεντρικό σύστημα, χρησιμοποιώντας τη «νεοαριστοτελική» εμπειριοκρατία, ως κύρια πηγή γνώσης και απόδειξης του άτοπου της ακινησίας του ήλιου[9].

Από τις πρώτες διαφοροποιήσεις του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου αλλά και του γιου του Νικόλαου, που εισήγαγε διστακτικά στοιχεία του πρώιμου διαφωτισμού, σημαντικό παράδειγμα παρέκκλισης από την αριστοτελική διδασκαλία ήταν ο ιερομόναχος Μεθόδιος Ανθρακίτης[10]. Ο Ανθρακίτης, διδάσκαλος της φυσικής, της ευκλείδειας γεωμετρίας και της αριθμητικής στα Σιάτιστα και την Καστοριά καταδικάστηκε από το συνοδικό δικαστήριο του πατριαρχείου και αφορίστηκε ως αιρετικός, γιατί παρέκκλινε από την αριστοτελική διδασκαλία, και είχε ασκήσει σε έργο της νεότητάς του κριτική κατά της διαφθοράς στον κλήρο[11].

Η αναγκαιότητα της αυτονόμησης της φιλοσοφίας και της επιστήμης από τα θεολογικά δόγματα που πρόβαλε ο Ανθρακίτης ακολουθήθηκε από απόπειρες διαμόρφωσης νέων μεθοδολογικών εργαλείων για τη φιλοσοφία, εμπνευσμένων από τις αρχές της δυτικής σκέψης, μετουσιώνοντας σταδιακά και χωρίς ιδιαίτερες εσωτερικές εντάσεις ανάμεσα στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη και την ανάπτυξη των φιλοσοφικών συζητήσεων τον «θρησκευτικό ουμανισμό» του Κύριλλου Λούκαρι σε κοσμοπολιτικό ανθρωπισμό[12].

Ως πρώτος στοχαστής του 18ου αιώνα που οικοδόμησε συστηματικά τον νέο φιλοσοφικό λόγο, προκειμένου να εναρμονιστεί η κοινωνία της περιόδου με τις επιτεύξεις της ευρωπαϊκής διανόησης φέρεται ο Ευγένιος Βούλγαρης[13]. Χειραφέτησε τη νεότερη σκέψη από τον σχολαστικό αριστοτελισμό. Επίσης, υιοθέτησε έναν νέο φιλοσοφικό λόγο περί της φύσης, χωρίς να έλθει σε ρήξη με την κορυδαλλική σκέψη. Η κορυδαλλική διδασκαλία τού χάρισε την ελευθερία «να ενσωματώσει στο σύστημά του θεμελιώδεις αρχές της αριστοτελικής φυσικής»[14], παράγοντας πιθανώς μια συμβατότητα ανάμεσα στον νεοαριστοτελισμό και τη νεότερη φυσική[15]. Είναι διακριτή εδώ η πρόσληψη και η αξιοποίηση στοιχείων της κορυδαλλικής σκέψης.

Η φιλοσοφία του Βούλγαρη είχε τρεις θεμελιώδεις αρχές. Η μία ήταν η ελευθερία της σκέψης, η δεύτερη ο ορθολογισμός και η τρίτη ήταν η πίστη στη νεότερη επιστήμη. Όσον αφορά στις κύριες πηγές του έργου του φαίνεται πως ήταν τα φιλοσοφικά συστήματα του Καρτέσιου, του Λοκ -ιδιαίτερα στο ζήτημα της παρουσίασης των ιδεών ως αλλοιώσεις της ψυχής προερχόμενες από τον στοχασμό της ψυχής και το σώμα[12]- του Λάιμπνιτς και άλλων.

Παρά τις νεωτερικές ιδέες που εισήγαγε, ο Βούλγαρης δεν αμφισβήτησε σε καμία περίπτωση την αυθεντία των Γραφών. Υιοθέτησε το τυχώνειο σύστημα, που αποτελούσε μια συμβιβαστική ουσιαστικά λύση ανάμεσα στο κοπερνίκειο και το πτολεμαϊκό σύστημα, εξαιτίας του πρόσθετου κυρίως πλεονεκτήματός του ότι συμφωνούσε με τις Γραφές, αλλά και με τις αστρονομικές παρατηρήσεις[16].

Αντίθετα, από τον Βούλγαρη, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας ήλθε σε πλήρη ρήξη με την παράδοση. Χρησιμοποίησε το «απλούν» και όχι το «ελληνικόν ύφος» στις διδακτικές μεθόδους μιας «υγιούς» φιλοσοφίας –«ολικής θεωρίας» όπως την αποκάλεσε- που διέκρινε ως προς το ηθικό, το μεταφυσικό και το λογικό-κριτικό τμήμα της. Η υγιής φιλοσοφία για τον Μοισιόδακα βρισκόταν σε αντιπαράθεση με τον αριστοτελισμό και σε συμφωνία με τον λόγο, την εμπειρία, τη φυσική. Αναγνώρισε κατηγορηματικά την υπεροχή των νεότερων στοχαστών έναντι των παλαιότερων φιλοσόφων, θεωρώντας τον Λάιμπνιτς, τον Καρτέσιο, τον Νεύτωνα και τον Γαλιλαίο ως κύριες μορφές του φιλοσοφικού στοχασμού[17].

Ο Ιώσηπος Μοισιόδακας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη φυσική φιλοσοφία του 17ου αιώνα με έμφαση στον Νεύτωνα. Άσκησε κριτική στην αριστοτελική κοσμολογία βασισμένη σε μαθηματικές και πειραματικές μεθόδους, κατανοώντας τη σημασία που είχε για τη νεότερη φιλοσοφία η αποδόμηση της αριστοτελικής κοσμολογίας. Έδωσε προτεραιότητα στον αισθητό κόσμο ορίζοντας ως ορθή φιλοσοφική προπαιδεία τα μαθηματικά σε συνδυασμό με την πειραματική φυσική και όχι τη λογική. Στο γενικότερο έργο του εντάσσονται οι εκσυγχρονιστικές αλλαγές στο περιεχόμενο της φιλοσοφίας, στο οποίο απέδωσε πρακτικό χαρακτήρα, αναδεικνύοντας ηθικά, πρακτικά και κοινωνικά προβλήματα παρά μεταφυσικούς προβληματισμούς. Η φιλοσοφία είχε για τον Μοισιόδακα ωφελιμιστικό και ανθρωπιστικό προσανατολισμό, ξεφεύγοντας από το παραδοσιακό της πλαίσιο[18].

Τόσο ο Δημήτριος Καταρτζής και ο Χριστόδουλος Παμπλέκης όσο και ο Αθανάσιος Ψαλίδας με τις ριζοσπαστικές θέσεις και νεωτεριστικές αντιλήψεις τους σε ζητήματα παιδαγωγικών και γλωσσικών αντιλήψεων, όπως επίσης και η απορριπτική στάση του τελευταίου απέναντι στον Βούλγαρη εκτός της ολοκληρωτικής ρήξης με τον νεοαριστοτελισμό, φαίνεται πως προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις τοπικών πολιτικών φορέων ή παραδοσιακών κέντρων θεολογικής αυθεντίας[19], τα οποία ωστόσο δεν κατόρθωσαν να αναστρέψουν το ρεύμα της ανάπτυξης του νέου φιλοσοφικού στοχασμού. Ο νέος επιστημονικός λόγος που καθιερώθηκε επηρέασε και μια δεύτερη γενιά διανοητών, όπως ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος και ο Κωνσταντίνος Κούμας, τους τελευταίους ουσιαστικά πριν από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους[20].

Επιπτώσεις του νεοαριστοτελικού κινήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις σημαντικότερες πιθανώς επιπτώσεις του κυρίαρχου ρεύματος του νεοαριστοτελισμού, εκτός από απομάκρυνση από τον σχολαστικισμό του καθολικισμού και την πλατωνική φιλοσοφία, βασικά ζητούμενα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Κύριλλου Λούκαρι, ήταν η αναζωογόνηση της επαφής της φιλοσοφίας με το νήμα της αρχαιότητας[21]. Με τον «θρησκευτικό ουμανισμό» του ο Κύριλλος Λούκαρις για πρώτη φορά από την εποχή της άλωσης συνέδεσε τον χριστιανικό πολιτισμό με την αρχαία Ελλάδα, κάτι πρωτοφανές, καθώς έως τότε αρκούσε η παράδοση του Βυζαντίου για την ερμηνεία του χριστιανικού πολιτισμού[22].

Με αυτόν τον τρόπο η αναγέννηση της φυσικής φιλοσοφίας φαίνεται πως ήταν σημείο προσδιορισμού μιας νέας συλλογικής ταυτότητας των ορθοδόξων πληθυσμών των Βαλκανίων[21], ένας ενοποιητικός παράγοντας για τη συγκρότηση του ελληνικού επιστημονικού λόγου, που δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να αντλήσει στοιχεία από τη βυζαντινή φιλοσοφική παράδοση, ταλαιπωρημένη ήδη από τις διαμάχες των πλατωνιστών και των αριστοτελιστών και υποταγμένη απόλυτα στο θρησκευτικό δόγμα.

Ο Κορυδαλλέας αντλούσε από την παράδοση των αρχαιότερων σχολιαστών του Αριστοτέλη, όπως ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, ο Θεμίστιος, ο Ιωάννης ο Φιλόπονος και ο Σιμπλίκιος[3], νομιμοποιώντας στο βαθμό που τού αντιστοιχούσε την αρχαία φιλοσοφική παράδοση. Εκπροσωπούσε, ουσιαστικά, την αρχαία παράδοση, αναζωογονημένη στο εννοιολογικό πλαίσιο του νεοαριστοτελισμού.

Ο Κύριλλος Λούκαρις με τη σειρά του εκπροσωπούσε την ορθοδοξία. Στον βαθμό που η συνύπαρξή τους θεωρείται πολιτικό και όχι ιδεολογικό ζήτημα, προορισμένο για την άμυνα της ορθοδοξίας ερμηνεύει εν μέρει την έλλειψη αναφοράς στο Βυζάντιο. Το νέο γνωστικό εργαλείο δεν είχε ρίζες στη βυζαντινή φιλοσοφική παράδοση, αλλά μπορούσε να γίνει συνεκτικό σώμα ερμηνείας του φυσικού κόσμου, και όχημα εκπαίδευσης για τον ελληνισμό, χωρίς να έρχεται σε ορατή αντίθεση με το χριστιανικό δόγμα. Από την άλλη η συνειδητοποίηση από μέρους του ελληνισμού μιας ευρύτερης ιστορικής συνέχειας από εκείνη του Βυζαντίου είναι το έναυσμα μιας πνευματικής αναγέννησης[22].

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεοαριστοτελισμός του Θεόφιλου Κορυδαλλέα και το εκπαιδευτικό του σύστημα αποτέλεσαν το κεντρικό ιδεολόγημα γύρω από το οποίο τέθηκαν τα θεμέλια της αναζωογόνησης της φιλοσοφίας μέσω της αμφισβήτησης του πλατωνισμού και του αριστοτελικού σχολαστικισμού και της καλλιέργειας της φυσικής φιλοσοφίας.

Η αμφισβήτηση του νεοαριστοτελισμού κατά τον 18ο αιώνα υπήρξε συναφής με την εισαγωγή νεωτερικών φιλοσοφικών ρευμάτων που έδιναν έμφαση στην ανεξαρτητοποίηση της φιλοσοφίας από τη θεολογική διδασκαλία και την εισαγωγή νέων γνωστικών αντικειμένων, που εξυπηρετούσαν τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής ιεραρχίας και τις συναφείς πνευματικές και ιδεολογικές της ανάγκες.

Αντίκτυπος της ανάπτυξης του νεοαριστοτελισμού υπήρξε η αναζωογόνηση της φιλοσοφίας μέσω της ανάκτησης του νήματος που τη συνέδεε με τη φιλοσοφία της αρχαιότητας και η επακόλουθη διαμόρφωση μιας πρώτης συλλογικής ταυτότητας του Ελληνισμού των Βαλκανίων.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: Από την Αρχαιότητα έως τον 20ό Αιώνα, τ. Α΄, Ε.Α.Π., Πάτρα.
  • Πατηνιώτης Μ., 2004, «Εκλεκτικές συγγένειες, Ευγένιος Βούλγαρις και Θεόφιλος Κορυδαλέας», Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρείας Κέρκυρας, (26), 27-78.
  • Πατηνιώτης Μ., 2011, «Οι “Pestifarae Questiones” του Κυρίλλου Λουκάρεως και η ανάδυση του κορυδαλικού προγράμματος», στο Βλαχάκης Γ.Ν. και Ευθ. Νικολαΐδης (επιμ.) Πρακτικά Συνεδρίου, Βυζάντιο-Βενετία-Νεώτερος Ελληνισμός, Αθήνα, 211-244.
  • Χριστιανίδης Γ. κ.ά., 2000, Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: Από την Αρχαιότητα έως τον 20ό Αιώνα, τ. Β΄, Ε.Α.Π., Πάτρα.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο νεοαριστοτελισμός ως αποτέλεσμα της νέας ανάγνωσης του Αριστοτέλη, ως εγκατάλειψη της μεσαιωνικής παράδοσης του σχολαστικισμού και η αντικατάστασή του από μία φυσιοκρατική ερμηνεία της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Βλ. Πατηνιώτης Μ., 2011, 213.
  2. Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 390.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 391.
  4. Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 324.
  5. Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 326.
  6. Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 330.
  7. Πατηνιώτης Μ., 2004, 38.
  8. Πατηνιώτης Μ., 2011, 214.
  9. Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 331.
  10. Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 394.
  11. Θεωρίαι Χριστιανικαί και Ψυχωφελείς Νουθεσίαι. Βλ. Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 394.
  12. 12,0 12,1 Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 395.
  13. Πατηνιώτης Μ., 2004, 52.
  14. Πατηνιώτης Μ., 2004, 55.
  15. Πατηνιώτης Μ., 2004, 58.
  16. Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 346.
  17. Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 396.
  18. Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 397.
  19. Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., 2000, 398.
  20. Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 349.
  21. 21,0 21,1 Χριστιανίδης Γ., κ.ά., 2000, 327.
  22. 22,0 22,1 Πατηνιώτης Μ., 2011, 212.