Εταιρία του Ιησού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Αδελφότητα του Ιησού)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το έμβλημα της αδελφότητας, με τα τρία πρώτα γράμματα της λέξης Ιησούς.

Η Εταιρεία του Ιησού (Λατ. Societas Iesu), οι κοινώς γνωστοί Ιησουίτες, είναι μια θρησκευτική καθολική αδελφότητα, που συγκροτήθηκε τον 16ο αιώνα στα πλαίσια της Αντιμεταρρύθμισης. Ιδρύθηκε το 1534 από τον Ισπανό Ιγνάτιο Λογιόλα.

Δεν θα πρέπει να συγχέεται με το θρησκευτικό Τάγμα των Τζεζουάτι που ιδρύθηκε το 1363 στην Ιταλία και διαλύθηκε το 1668.

Ο Ιγνάτιος Λογιόλα και το όραμά του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιγνάτιος Λογιόλα, ευγενής από τη Χώρα των Βάσκων στην Ισπανία και πρώην στρατιωτικός, είναι ο εμπνευστής και ο ιδρυτής της Εταιρείας του Ιησού.

Ο Λογιόλα, που υπηρέτησε στην αρχή σαν στρατιωτικός τον Ισπανό βασιλιά, και εγκατέλειψε τη στρατιωτική σταδιοδρομία αργότερα, εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού κατά τη διάρκεια μιας μάχης, αφιερώθηκε στη μελέτη των βίων των αγίων, στους διαλογισμούς σχετικά με τον Θεό, και μέσα σε ένα περιβάλλον λιτότητας και πτωχείας, μέσα σε συνεχείς προσευχές και γονυκλισίες, απομονωμένος σε μια σπηλιά κοντά στην ισπανική πόλη της Μανρέσα, ήρθε σε επικοινωνία με τον Θεό, οραματίστηκε την Παρθένο Μαρία και τον απόστολο Παύλο, και αποφάσισε να θέσει τη ζωή του στην υπηρεσία του θελήματος του Θεού. Εμπνεόμενος από τον άγιο Δομίνικο και τον άγιο Φραγκίσκο —τους ιδρυτές των δύο κύριων μέχρι τότε θρησκευτικών ταγμάτων— αποφάσισε, όπως γράφει στα Απομνημονεύματά του, να ακολουθήσει το δρόμο τους και να πετύχει ό,τι πέτυχαν και αυτοί.[1] Αποφασίζει καταρχήν να επισκεφτεί τους Αγίους Τόπους για να βοηθήσει να μεταστραφούν στον καθολικισμό, οι άπιστοι εκείνων των χωρών. Το ταξίδι όμως δεν διήρκεσε πολύ, γιατί οι Φραγκισκανοί της περιοχής υποχρέωσαν όλους τους προσκυνητές να φύγουν γιατί δεν μπορούσαν να εγγυηθούν την ασφάλεια της ζωής τους.

Ο Λογιόλα αποφάσισε τότε να σπουδάσει για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα θεολογικά ζητήματα και μετά να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του Πάπα. Έτσι πέρασε μια περίοδο περίπου 11 χρόνων σπουδάζοντας, ώσπου το 1534, στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού καi με την υποστήριξη και συμμετοχή έξι ακόμα συμφοιτητών του που συμμερίστηκαν το όραμά του, ίδρυσαν, ανεπίσημα στην αρχή, τη Συντροφιά του Ιησού, παίρνοντας στις 15 Αυγούστου του ίδιου έτους σε μια εκκλησία του Παρισιού όρκους αγνότητας, πενίας και υποταγής.[2]

Ζωγραφικός πίνακας Οι όρκοι στη Μονμάρτρη

Η ίδρυση της Εταιρείας του Ιησού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σύντροφοι πλέον, θα φτάσουν τελικά στη Ρώμη το 1540 για να πάρουν την ευλογία του Πάπα και να αναλάβουν και επίσημα τη δέσμευση των τριών θρησκευτικών όρκων —της αγνότητας, της πενίας, και της υπακοής— όρκους που έπαιρναν όλοι οι μοναχοί των θρησκευτικών ταγμάτων. Εκείνοι αποφάσισαν να πάρουν και τέταρτο όρκο — τον όρκο της υποταγής στον Πάπα, προσωπικά—. Και ήταν αυτός ο τέταρτος όρκος που ξεχώριζε τους Ιησουίτες από τα άλλα θρησκευτικά τάγματα.[3]

Και πράγματι ο Πάπας Παύλος ο Γ΄ με τη βούλλα Regimini militantis ecclesiae, που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1540, τους αναγνώρισε σαν επίσημο θρησκευτικό τάγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.[4] Ο προηγούμενος τίτλος «Η συντροφιά του Ιησού», που είχε διαλέξει ο Λογιόλα, εκλατινίστηκε σε αυτό το διάταγμα σε Societas Jesu. Το όνομα Εταιρεία του Ιησού κατοχυρώθηκε επίσημα επί πάπα Γρηγόριου ΙΓ΄ το 1594. Το 1541 ο Λογιόλα εκπόνησε τον Καταστατικό Χάρτη της Εταιρείας και επίσης εκλέχτηκε πρώτος γενικός αρχηγός του τάγματος. Το 1550 ο χάρτης εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του τάγματος και από τον Πάπα Ιούλιο τον Γ΄. Για να εκπληρώσουν τους σκοπούς του τάγματός τους, οι Ιησουίτες καταρχήν επικεντρώθηκαν σε συγκεκριμένες δραστηριότητες:

Πρώτη και κύρια, η ίδρυση σχολείων σε όλη την Ευρώπη. Οι Ιησουίτες δάσκαλοι εκπαιδεύονταν και στις κλασικές σπουδές και στη θεολογία.

Δεύτερη δραστηριότητά τους η ίδρυση ιεραποστολών σε όλο τον κόσμο για τη διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος σε όλον το μη χριστιανικό κόσμο.

Tρίτον, η ανάσχεση της εξάπλωσης του προτεσταντισμού και της πρόσδεσης των χριστιανών στον καθολικισμό και στη Ρώμη.

Η εξάπλωση του τάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιησουίτες στην αυλή του Άκμπαρ, Μογγόλου αυτοκράτορα στην Ινδία

Οι πρώτοι σύντροφοι πήραν μέρος στη Σύνοδο του Τριδέντου, η οποία είχε συγκληθεί με θέμα τις δογματικές διαφορές μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών. Τα μέλη της Εταιρείας με τις θεολογικές γνώσεις τους και τις ισχυρές γνωριμίες τους προσέφεραν καλές υπηρεσίες στον Πάπα και προσηλύτισαν αρκετούς Προτεστάντες στα δόγματά τους. Παράλληλα, ο Φραγκίσκος Ξαβιέ ξεκίνησε για το ταξίδι του σε όλο τον κόσμο, ιδρύοντας τις πρώτες ιεραποστολές στη Γκόα της Ινδίας και φτάνοντας τόσο μακριά όσο η Ιαπωνία, ενώ οι υπόλοιποι ταξίδευαν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης διδάσκοντας και προσηλυτίζοντας, ιδρύοντας σχολεία και ιδρύματα για τους φτωχούς. Ταυτόχρονα ο Λογιόλα, εγκατεστημένος μόνιμα πλέον στη Ρώμη, ίδρυε τα πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα και οίκους απόρων, αλλά επίσης επεξεργαζόταν τον καταστατικό χάρτη του τάγματος. Όταν πέθανε ο Λογιόλα, το 1556, το τάγμα αριθμούσε κιόλας 1000 μέλη και είχε ιδρύσει 74 κολέγια στην Ιταλία, τη Σικελία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ινδία, τη Βραζιλία και την Αιθιοπία, ενώ ιεραπόστολοι βρίσκονταν στο Κογκό και την Κίνα.[5] Τα σχολεία τους, συγκροτημένα με βάση ένα ολοκληρωμένο σχέδιο σπουδών με τίτλο Ratio Studiorum, δίδασκαν λατινικά, ελληνικά, κλασική λογοτεχνία και ποίηση, φιλοσοφία, γλώσσες, επιστήμες και τέχνες. Πολλοί δικηγόροι και δημόσιοι αξιωματούχοι εκπαιδεύονταν στα ιησουιτικά σχολεία, αφού τα μαθήματα, κυρίως εκείνο της ρητορικής, χρησίμευαν ιδιαίτερα στο έργο τους. Κατά τη διάρκεια της αρχηγίας του Ακουαβίβα (1581-1615) τα μέλη του τάγματος είχαν φτάσει τις 13.000 και είχαν εισχωρήσει σε όλες τις βασιλικές αυλές της Ευρώπης, ως παιδαγωγοί, σύμβουλοι και εξομολογητές.[6]

Στα μέσα του 18ου αιώνα οι διώξεις των Ιησουιτών αυξήθηκαν. Ήδη στη Γαλλία των Βουρβόνων, οι μονάρχες έδιωξαν τους Ιησουίτες από τα βασίλειά τους, ενώ πίεζαν τους πάπες να καταργήσουν το τάγμα. Τελικά ο Πάπας Κλήμης ο ΙΔ΄, με το διάταγμα της 17ης Ιουλίου του 1773 κατάργησε την Εταιρεία. Παρ' όλα αυτά η Εταιρεία δεν διαλύθηκε παντού, και κυρίως στη Πρωσία, όπου ο Φρειδερίκος ο Β΄ και στη Ρωσία η Μεγάλη Αικατερίνη δεν δημοσίευσαν το διάταγμα και έτσι δεν αυτό δεν απέκτησε ισχύ. Τελικά το τάγμα συνέχισε να υπάρχει και το 1814 ο πάπας Πίος ο Ζ΄ με τη βούλλα Solicitudo Omnium Ecclesiarum το αποκατέστησε.

Στη συνέχεια οι Ιησουίτες διώχνονταν συχνά από διάφορα κράτη όπως από τη Βενετία το 1866, τη Γερμανία το 1872, τη Γαλλία το 1880, την Ισπανία το 1854 και αλλού, αλλά τελικά πάντα επανέκαμπταν. Το 1960 στην Ινδία βρίσκονταν 10 κλιμάκια ιεραποστολών με γύρω στους 2.000 Ιησουίτες,[7] ενώ ο συνολικός αριθμός τους ανερχόταν σε 35.000 μέλη, και οι δραστηριότητές τους κάλυψαν τους καινούργιους τομείς της κοινωνικής μέριμνας, της επικοινωνίας, της πολιτικής κλπ.[8]

Σήμερα (2013) τα μέλη ανέρχονται σε περίπου 18.000, και δραστηριοποιούνται σε 112 κράτη, με τα περισσότερα μέλη να βρίσκονται στην Ινδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.[9]

Εκπαιδευτικά ιδρύματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρωμαϊκό Κολέγιο των Ιησουιτών

Το πρώτο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Εταιρείας άρχισε το έργο του το 1547 στη Μεσσήνη της Σικελίας. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1551 ιδρύθηκε το Ρωμαϊκό Κολέγιο. Ο Λογιόλα, μέγας θαυμαστής του τρόπου που μετέδιδε τις γνώσεις το Πανεπιστήμιο του Παρισιού, προσέλαβε καθηγητές μόνο από εκεί. Οι δωρεές δεν έπαψαν ποτέ να έρχονται, οπότε το Ρωμαϊκό Κολέγιο δεν είχε προβλήματα. Το σύστημα διδασκαλίας ήταν όμοιο λίγο-πολύ με όλων των καθολικών σχολείων, παρόλο που είχαν προστεθεί και μερικά άλλα μαθήματα, με στόχο την ηθική διαπαιδαγώγηση των νέων. Η ανάγνωση των θεατρικών έργων, καθώς και η ενασχόληση με τη μουσική και την ποίηση, ενθαρρυνόταν από την Εταιρεία. Οι καθηγητές της ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί ως προς ποιους από τους κλασικούς θα διδάσκονταν οι νέοι, γιατί ο Ιγνάτιος θεωρούσε ότι αρκετοί κλασικοί δεν έπρεπε να διδάσκονται γιατί θα οδηγούν στην ειδωλολατρία. Οι διακοπές για τους μαθητές διαρκούσαν λίγο: μόνο 15 ημέρες για τους μαθητές των ανώτερων βαθμίδων και μόνο 8 για των κατώτερων. Οι μαθητές παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία κάθε ημέρα και εξομολογούνταν μια φορά το μήνα.

Μέσα σε ένα χρόνο, λόγω της μεγάλης ζήτησης, το σχολείο μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερες εγκαταστάσεις. Το 1553 μετρούσε ήδη 250 αποφοίτους. Το 1556 ο Πάπας Παύλος ο Δ΄ αναβάθμισε το Κολέγιο σε Πανεπιστήμιο, δίνοντάς του το δικαίωμα να απονέμει διπλώματα στη θεολογία και τη φιλοσοφία. Στα επόμενα χρόνια, δίπλα στις έδρες των λατινικών, των ελληνικών και των εβραϊκών, δημιούργησε και έδρα αραβικών, καθώς και Ηθικής της φιλοσοφίας. Το Πανεπιστήμιο αναπτυσσόταν συνεχώς, μεταφερόμενο σε όλο και πιο μεγάλα κτίρια, συγκεντρώνοντας όλο και πιο πολλούς φοιτητές, δημιουργώντας συνεχώς νέες έδρες, μέχρι που ο Πάπας Γρηγόριος ο ΙΓ΄ το ανέλαβε υπό την αιγίδα του και μετονομάστηκε σε Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο, που υιοθετήθηκε αργότερα από όλο τον κόσμο, αναπτύχθηκε από έναν καθηγητή του Πανεπιστημίου, τον Ιησουίτη Γερμανό Κρίστοφερ Κλάβιους. Ανάμεσα στους απόφοιτους του θεολογικού αυτού πανεπιστημίου υπάρχουν 17 πάπες και 72 άγιοι ή μπεάτοι (ευλογημένοι) της Καθολικής Εκκλησίας. Φυσικά το πανεπιστήμιο τροφοδοτεί από τότε όλη την ανώτερη και ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία.

Σε λίγο σχετικά χρονικό διάστημα όλη η ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση της Ευρώπης είχε περιέλθει στα χέρια Ιησουιτών, αφού θεωρούνταν άτομα με εξαιρετική μόρφωση και κοφτερό πνεύμα. Σύντομα έγιναν εξομολόγοι των Καθολικών βασιλέων και ευγενών της Ευρώπης, αποκομίζοντας και πολιτική εξουσία. Οι Ιησουίτες ήταν το μεγάλο όπλο της Καθολικής Εκκλησίας: ποτέ δεν παραφέρονταν, δεν προχωρούσαν σε φραστικές ή σωματικές επιθέσεις, αλλά απαντούσαν πάντα με φιλικό, μειλίχιο τρόπο, κάτι που τους προσέδωσε για πάντα την κατηγορία των υποκριτών, όπως φανερώνεται και απο τη γνωστή λαϊκή έκφραση, που έχει περάσει στη γλώσσα μας.[10]

Ratio Studiorum είναι το εγχειρίδιο της ιησουιτικής μεθόδου εκπαίδευσης. Τα προηγούμενα εκπαιδευτικά εγχειρίδια, όπως το Ordo Studiorum, το Summa Sapientae, το De studiis Societatis Jesu, ενσωματώθηκαν από τον αρχηγό του τάγματος Κλαούντιο Ακουαβίβα το 1599 σε έναν εκπαιδευτικό κανόνα, που ονομάστηκε Ratio Studiorum, έναν πρακτικό οδηγό της δημιουργίας και διαχείρισης των σχολείων των Ιησουιτών.[11]

Το Γερμανικό Κολέγιο είναι το δεύτερο ίδρυμα που ακολούθησε στη Ρώμη. Συστήθηκε το 1552 και πήρε την παπική έγκριση το 1555. Ο καθολικός κλήρος, που ανησυχούσε για τη διείσδυση των Διαμαρτυρομένων, θεώρησε ότι το να μορφώσει νεαρούς ικανούς Καθολικούς ιερείς θα μπορούσε να αντισταθεί στον Προτεσταντισμό των χωρών αυτών. Γερμανοί νεαροί στάλθηκαν στη Ρώμη για να μορφωθούν. Οι πρώτοι 24 άρχισαν τα μαθήματα τον Οκτώβριο του 1552 σε ένα οίκημα δίπλα στη Σάντα Μαρία ντελλα Στράντα, δίνοντας υποσχέσεις αφοσίωσης στον καθολικισμό και στον Πάπα. Το 1574 το κολέγιο αριθμούσε 130 μαθητές. Ο Ιγνάτιος προσπάθησε να κάνει το ίδιο και για Άγγλους και Ιρλανδούς νεαρούς, που γνωρίζοντας ιταλικά ή γερμανικά θα μπορούσαν να σπουδάσουν εκεί, ώστε να ενδυναμώσουν και τον καθολικό κλήρο αυτών των χωρών. Το 1544 ο πάπας Παύλος ο Δ΄ έδωσε την έγκρισή του για δημιουργία πανεπιστημίων στην Ανατολή. Οι Ιησουΐτες ξεκίνησαν να οργανώνουν την ίδρυση τριών πανεπιστημίων στην Ανατολή: στην Ιερουσαλήμ, στην Κύπρο και στην Κωνσταντινούπολη.

Με τη βοήθεια των Ιησουιτών ιδρύθηκε το 1577 στη Ρώμη το Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου. Το κολέγιο, που υπάρχει μέχρι σήμερα, εποπτεύεται από πέντε καρδιναλίους και έχει σκοπό να προσφέρει ανώτερη παιδεία στα Ελληνόπουλα. Φιλοξενεί μαθητές από προσηλυτισμένες στον ρωμαιοκαθολικισμό οικογένειες των νησιών του Αιγαίου και την Κρήτη αλλά και ορθόδοξα ελληνόπουλα της Κωνσταντινούπολης. Το προσηλυτιστικό έργο του κολεγίου αυτού είναι τεράστιο, αφού στα επόμενα χρόνια πολλοί Έλληνες λόγιοι που ήρθαν να διδάξουν στην Ελλάδα ήταν απόφοιτοι του κολεγίου αυτού, και προσηλυτισμένοι Καθολικοί, όπως ο Αντρέας Ρέντιος, ο Ξαβέριος Δαβιάνος, ο Γεώργιος Σταυρινός, ο Μιχαήλ Νευρίδας, ο Πέτρος Αρκούδιος, ο Ιωάννης Ματθαίος Καρυόφυλλας, ο διάσημος Λέων Αλλάτιος, κ.ά.

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι Ιησουίτες ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες σαν πνευματικοί των ναυτών μέσα στα δυτικά καράβια που έρχονταν στα ελληνικά νερά και στάθμευαν στα νησιά ήδη από το 1560. Η πρώτη αποστολή έγινε το 1583, όταν 5 Γάλλοι και 3 Ιταλοί Ιησουίτες εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ο θάνατος των τριων από πανούκλα διέκοψε το ιεραποστολικό έργο τους το 1586, τρία χρόνια αφότου είχαν αρχίσει. Παρ' όλα αυτά σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσαν να οργανώσουν τη βιβλιοθήκη τους δίπλα στο ναό του Αγίου Βενέδικτου (η επίσημη ονομασία της εκκλησίας ήταν La Madonna delle Cisterna) και να δημιουργήσουν κύκλους μαθημάτων ξένων γλωσσών και γραμματικής, αλλά και να προκαλέσουν δημόσιες συζητήσεις πάνω σε θρησκευτικά θέματα με Ορθόδοξους ιερωμένους.[12] Οι Ιησουΐτες έδωσαν έμφαση στην ίδρυση σχολείων σε μεγάλο μέρος της ελληνόφωνης επικράτειας, αποσκοπώντας και στην περαιτέρω διάδοση του ρωμαιοκαθολικού δόγματος.

Το 1609 έφτασε στην Ανατολή η δεύτερη αποστολή με αρχηγό τον Γάλλο ιερωμένο Φρανσουά ντε Κανιγιάκ (Canillac). Οι Ιησουίτες αυτοί βρίσκονταν κάτω από την προσωπική προστασία του βασιλιά της Γαλλίας Ερρίκου του Δ΄. Ο Κανιγιάκ είχε σκοπό να ιδρύσει, με τη γαλλική προστασία, ιεραποστολικούς σταθμούς και στις τρεις άλλες πόλεις που υπήρχαν ορθόδοξα Πατριαρχεία (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιεροσόλυμα), με σκοπό να κερδίσει Έλληνες ιερωμένους στο σκοπό της ένωσης των εκκλησιών. Σε περίπτωση χηρείας επίσης στους πατριαρχικούς θρόνους η πίεση του λαού και των ιερωμένων θα ανέβαζε ενωτικούς πατριάρχες.[13] Με τις επιτυχίες τους στην εκπαίδευση των νέων και στη θρησκευτική προπαγάνδα ανάμεσα στους ορθόδοξους, οι Ιησουίτες δεν άργησαν να προκαλέσουν τη δυσπιστία των Τούρκων και την έντονη αντίδραση του ορθόδοξου κλήρου. Αφού κατηγορήθηκαν επανειλημμένα για κατασκοπεία και ανατρεπτική δράση για λογαριασμό του πάπα και της Ισπανίας, καταδιώχθηκαν το 1610 και απελάθηκαν, αλλά έπειτα από λίγο επέστρεψαν στη Κωνσταντινούπολη

Το μέγαρο των Ιησουιτών στη Νάξο

Έτσι, ξεκινώντας με την Κωνσταντινούπολη κατά την εγκατάστασή τους, ίδρυσαν σχολεία στην Χίο (1627), στη Σμύρνη και την Νάξο (1628), στη Σαντορίνη το 1642, στη Σύρο και την Άνδρο (1657), στο Ναύπλιο (1656), στην Αθήνα (1657), στη Μήλο (1661) και σε άλλα μέρη.[14] Με την ίδρυση γαλλικού προξενείου στα Ιεροσόλυμα το 1621, και το διάβημα των γαλλικών αρχών για αποστολή Καθολικών ιερωμένων για τις πνευματικές ανάγκες των Γάλλων υπηκόων εκεί, στάλθηκαν Ιησουίτες στα Ιεροσόλυμα, καθώς και στη Ναζαρέτ. Το 1623 δημιούργησαν ιεραποστολικό σταθμό στη Σμύρνη και άρχισαν να παραδίδουν μαθήματα ξένων γλωσσών, κάτι που προσέλκυσε μεγάλο αριθμό ενδιαφερομένων. Με την άδεια του ορθόδοξου μητροπολίτη Σμύρνης Ιακώβου πήραν την άδεια να κηρύττουν μέσα σε ορθόδοξες εκκλησίες και εννέα χρόνια αργότερα ο ίδιος ιεράρχης εγκωμίασε με επιστολή του στον Γάλλο βασιλιά, τις αρετές των Ιησουιτών.[15] Παρόλο που ο Γάλλος πρέσβυς στη Κωνσταντινούπολη προσπαθούσε να αποκτήσει μια γενική και μακράς διαρκείας άδεια από τη οθωμανική κυβέρνηση για ελεύθερη εγκατάσταση των Ιησουιτών στο έδαφός του, δεν τα κατάφερε. Αποσπούσε από τον Σουλτάνο τοπικές άδεις για εγκατάστασή τους στις επαρχίες. Έτσι το 1625 πήρε την άδεια για την εγκατάσταση τους στη Σόφια και τη Φιλιππούπολη, το 1626 στο Χαλέπι, και το 1627 στη Νάξο. Το 1588 στον βενετοκρατούμενο Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης ίδρυσαν σχολείο και μονή. Αλλά και εκεί το 1606 διέκοψαν τη λειτουργία τους, επειδή Βενετία είχε εξορίσει τους Ιησουίτες από όλα τα εδάφη της. Η εξορία των Ιησουιτών από όλα τα βενετοκρατούμενα εδάφη Ανατολής και Δύσης κράτησε μέχρι το 1657 και δυσκόλεψε πολύ το έργο τους.[16]

Επίσης ίδρυσαν σχολείο και μέσα στο Άγιο Όρος, στις Καρυές, το 1635 για να μορφώνονται οι ορθόδοξοι μοναχοί. Η σχολή ιδρύθηκε ύστερα από αίτημα του ηγούμενου της Μονής Βατοπεδίου Ιγνατίου προς τον πάπα το 1628. Το 1641 το σχολείο μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και αυτό όχι εξαιτίας της αντίδρασης των μοναχών αλλά εξαιτίας της τουρκικής κυβέρνησης, που έβλεπε με δυσπιστία τη διείσδυση των Δυτικών στον Άθωνα.[17] Το πρώτο σταθερό ίδρυμα των Ιησουιτών στον ελληνικό χώρο δημιουργήθηκε το 1594 στην τουρκοκρατούμενη Χίο. ΄Ηταν η Μονή του Αγίου Αντωνίου του Εξωμερίτη στη πόλη της Χίου. Στον επόμενο αιώνα η σχολή της μονής αναπτύχθηκε αρκετά, καθώς μάλιστα φοιτούσαν εκεί 250 φοιτητές κάθε χρόνο, αλλά τερμάτισε τη δραστηριότητά της το 1695, όταν από μια σύντομη βενετική επιδρομή οι Τούρκοι την ξανακατέλαβαν.

Πιστοί στον τρόπο λειτουργίας του τάγματος προκειμένου να επιτύχουν τους προσηλυτιστικούς σκοπούς τους, οι Ιησουΐτες πλησίαζαν και εξοικειώνονταν με τα ήθη και τα έθιμα, τη γλώσσα και τις συνήθειες κάθε τόπου. Ο ίδιος ο αρχηγός της αποστολής τους στη Κωνσταντινούπολη πατέρας Φραγκίσκος ντε Κανιγιάκ γράφει σε ένα γράμμα του το 1610 ότι «Για να μας αισθάνονται κοντά τους οι Έλληνες και οι Αρμένιοι αφήσαμε γενειάδα. Φορέσαμε ράσο χωρίς κολάρο και με μακριά μανίκια, σαν αυτό που φέρουν οι παπάδες». Έτσι στη Νάξο ο πατήρ Ρενέ De Saint-Cosme μελοποίησε το «Πάτερ ημών» για να το ψάλλουν οι πιστοί στα ελληνικά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας στη Χίο. Οι νεοαφιγμένοι Ιησουίτες επιδίδονταν στην περιφορά θαυματουργών εικόνων σαν αυτή της Παναγίας του ευαγγελιστή Λουκά, που κατά τον πατέρα Δομήνικο Μαυρίκιο απάλλαξε το νησί από την ανομβρία το 1595. Στην Αθήνα το 1642 ο πατέρας Bleseau ζήτησε από τους προϊστάμενους του στη Κωνσταντινούπολη να του στείλουν ελληνικά βιβλία, σταυρούς και εικόνες αγίων της ορθόδοξης εκκλησίας, και μαζί με αυτά και βιβλία αστρονομίας, φυσικής, γεωγραφίας και μαθηματικών σαν τα προσφορότερα για να πλησιάσουν τους Τούρκους.[18] Ορθόδοξοι μητροπολίτες έδιναν την άδεια σε Ιησουίτες να κηρύττουν μέσα στις ελληνικές εκκλησίες, να κοινωνούν και να εξομολογούν τους πιστούς τους. Οι μεταστροφές κληρικών στον ρωμαιοκαθολικισμό ήταν συχνές, όπως του μητροπολίτη Λακεδαιμόνος Ιωσαφάτ, του μητροπολίτη της Αίγινας Καλλίνικου με αρκετούς μοναχούς του το 1727, του ηγούμενου μονής στην Ύδρα πάλι το 1727, έξι ελλήνων επισκόπων στις Κυκλάδες το 1662, του μητροπολίτη Ρόδου Μελέτιου (1645-1651), της μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Πάτμο το 1681, κ.ά.[19]

Με την απαγόρευση του Τάγματος από το 1773 έως το 1814 οι Ιησουίτες στα νησιά του Αιγαίου συνέχισαν το έργο τους. Για μεγαλύτερη ασφάλεια τους, το 1790 οι εναπομείναντες στον ελληνικό χώρο Ιησουίτες ενώθηκαν με το ρωσικό τμήμα της Εταιρείας του Ιησού, που είχε συνεχίσει το λειτουργία του, αφού στη Ρωσία η Μεγάλη Αικατερίνη δεν είχε δημοσιεύσει το διάταγμα του πάπα για τη κατάργηση του τάγματος, και έτσι αυτό δεν ίσχυε. Μάλιστα Έλληνες Ιησουίτες εργάστηκαν στη Λευκορωσία.

Με τη δραστηριοποίηση των μονών Σύρου και Τήνου το 1814 και την ίδρυση της Μονής Αθηνών το 1915 συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας το έργο τους. Το περιοδικό που εκδίδουν οι Έλληνες Ιησουίτες ονομάζεται Ανοιχτοί Ορίζοντες.[20]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. History of the jesuits.mht
  2. History of the jesuits.mht
  3. Στο ντοκουμέντο που πήρε την έγκριση του Πάπα σαν καταστατικό της Εταιρείας το 1540 βρίσκουμε γραμμένο: «Ο (αρχάριος) πρέπει να έχει πάντα το Θεό μπροστά στα μάτια του, ή πιο σωστά, τους σκοπούς και τους κανόνες της Εταιρείας, οι οποίοι είναι οι μόνοι που οδηγούν στο θέλημα του Θεού». Αυτή η φράση είναι το κλειδί της φιλοσοφίας του τάγματος. M.F. Cusack. The Black Pope: A History of the Jesuits. (Λονδίνο: Marshall, Russell and Co, 1896), σ. 77.
  4. Οι διαδικασίες έγκρισης ενός θρησκευτικού τάγματος κανονικά ήταν χρονοβόρες και περίπλοκες. Όμως ο κίνδυνος των Προτεσταντών, που όλο και μεγάλωνε για τη Καθολική Εκκλησία, έκανε τον Πάπα να επισπεύσει τις διαδικασίες, για να έχει ακόμα ένα όπλο στα χέρια του. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Cusack, ό.π.
  5. Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, 1968, τόμ. 11, σ. 472.
  6. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1984, σ. 185.
  7. Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, ό.π.
  8. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, ό.π.
  9. Πληροφορία από το λήμμα της αγγλικής Βικιπαίδειας.
  10. Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου, τόμ. 9, λήμμα «Ιησουίτης».
  11. Περισσότερες λεπτομέρειες για την εκπαίδευση των Ιησουιτών βλ. Fr. Michael McMahon, «The Jesuit Model of Education», Edocere: a Resource for Catholic Education (2004), ομιλία του συγγραφέα σε συνέδριο. [1]
  12. Βλ. greekjesuits.blogspot.gr
  13. P.J.M. Pratt, Recherches historiques et critiques sur la Compagnie de Jesus en France du temps du P. Coton 1564-1626, III (Λυών, 1876) σ. 686.
  14. Ιωάννης Β. Κογκούλης, Εισαγωγή στην Παιδαγωγική (Θεσσαλονίκη: Αδελφοί Κυριακίδη, 2008), σ. 74-75.
  15. Π. Γρηγορίου, Σχέσεις Καθολικών και Ορθοδόξων, Αθήνα, 1958, σ. 190.
  16. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα (Αθήνα: Δόμος, 1992), σ. 99.
  17. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους(Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1977), τόμ. 10, σ. 124-126.
  18. Βλ. [2], τον ιστοχώρο του τάγματος των Ιησουιτών στην Ελλάδα.
  19. Γιανναράς, ό.π., σ. 100.
  20. Ανοιχτοί Ορίζοντες.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ginzburg, Carlo. «Οι φωνές των άλλων: το διαλογικό στοιχείο στη νεώτερη ιστοριογραφία των Ιησουιτών». Τα Ιστορικά, τόμ 12, τεύχ. 22 (Ιούνιος 1995): 3-22.
  • Ρούσσος-Μηλιδώνης, Μάρκος. Ιησουΐτες στον ελληνικό χώρο (1560-1915). Αθήνα: Εκδόσεις ΚΕΟ, 1991.