Νέο Σούλι Σερρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°5′38″N 23°38′38″E / 41.09389°N 23.64389°E / 41.09389; 23.64389

Νέο Σούλι
Πόλη
Πανοραμική άποψη από την ανατολική πλευρά του Νέου Σουλίου από τον λόφο του Προφήτη Ηλία. Ορατή στο βάθος (δυτικά) βρίσκεται η πόλη των Σερρών. Το Νέο Σούλι από δορυφόρο
Νέο Σούλι βρίσκεται στο τόπο Greece
Νέο Σούλι
Νέο Σούλι
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας
Δήμος Εμμανουήλ Παππά
Υψόμετρο 159 μ
Πληθυσμός 2.399 (2011)
Ταχυδρομικός κώδικας 621 00
Τηλεφωνικός κωδικός 23210

Με 2.399 κατοίκους (Απογραφή 2011)[1], το Νέο Σούλι βρίσκεται στον Νομό Σερρών και αποτελεί τη μεγαλύτερη δημοτική κοινότητα του Δήμου Εμμανουήλ Παππά, κτισμένο στους πρόποδες του Μενοίκιου όρους. Βρίσκεται 7 χλμ. Ανατολικά από την πόλη των Σερρών, 3,8 χλμ ανατολικά του Αγίου Πνεύματος, βορειοδυτικά του Χρυσού και ανατολικά από το χωριό Οινούσα. Ανήκει στα λεγόμενα, σε τοπικό ιδίωμα, "Δαρνακοχώρια" (ή "Νταρνακοχώρια") της περιοχής. Το αρχικό όνομα του χωριού ήταν Οινόεσσα[2]. Προέρχονταν από τα πολλά αμπέλια που βρίσκονταν στην περιοχή και την παραγωγή κρασιού (οίνου) καθώς σχεδόν κάθε σπίτι είχε πατητήρια για την παραγωγή του μούστου και κρασιού. Επί τουρκοκρατίας, το χωριό ήταν γνωστό με το όνομα Σουμπάσκιοϊ. Η λέξη προέρχεται από το συνδυασμό τριών τουρκικών λέξεων: σου (=νερό), μπασ (=πολύ καλό), κιοϊ (=χωριό), δηλαδή χωριό με πολλά νερά. Η σημερινή ονομασία του δόθηκε το 1913, λόγω της ηρωικής κατά των Βουλγάρων αντίστασης των κατοίκων του κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Το σημερινό όνομα δόθηκε από το ελληνικό κράτος επίσημα στις 28 Δεκεμβρίου του 1926 με πανηγυρικό τρόπο σε ειδική δοξολογία στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που αποτελεί τον ιστορικό ναό του Νεόυ Σουλίου. Είναι μια ημιορεινή κωμόπολη -η πλατεία του βρίσκεται σε υψόμετρο 137μ.- και το Νέο Σούλι είναι στο επίκεντρο έντονης οικοδομικής δραστηριότητας. Αποτέλεσε σημαντικό κέντρο καλλιέργειας και παραγωγής καπνού ανατολικού τύπου ποικιλιών "καμπά κουλάκ" και "μπασμά".

Είναι ένα από τα πέντε (5) χωριά, γνωστά ως «Δαρνακοχώρια» ή «Νταρνακοχώρια», που στο διάβα του χρόνου, είτε όλα μαζί είτε το καθένα χωριστά, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του τόπου. Ονομάστηκαν έτσι λόγω της συχνής λέξης "δάρι" (=τώρα, αμέσως) και "νάκα" (=εδώ),

Η είσοδος του χωρίου μετά την ανάπλασή της το 2016. Αριστερά φαίνεται το Δημοτικό Σχολείο και στο βάθος ο δρόμος οδηγεί στην κεντρική πλατεία του χωριού. Διακρίνεται το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου

Στο Νέο Σούλι, υπάρχει νηπιαγωγείο, δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο.

Η κεντρική πλατεία του χωριού μπροστά από το πάρκο του Αγίου Δημητρίου μετά την ανακατασκευή του 2016.
Η βόρεια πλευρά της κεντρικής πλατείας του Νέου Σουλίου.

«Σουμπάσκιοϊ: Νταρνακοχώρ' κι αυτό παλιό, τώρα του λέν' Νέου Σούλι, κριμασμένο σα σταφύλ' απάν' στ' πλαγιά. Άσωτα τα τρεχάμενα νιρά, μπαχτσούδια κι γιουντζιέδις μοσχομυρίζουν που παντού. Εμ τί γνήσια παλληκάρια, κεί ήταν η κλεφτουριά κι αργότιρα στουν Μακιδονικόν αγώνα κεί ήταν του Κομιτάτου. Που κεί ξικνούσαν συντροφιές κι χπούσαν όλα τα σκλιά. Εχουν κι τραγούδ': «Του Σουμπάσκιοϊ τα παλλκάρια πολιμάνε σα λιοντάρια...». Eμ κι τί φιλότμοι είν' οι Σουμπασκιολήδις, τί καλνοί, του βρακί τς να βγάλουν να στου δώσουν κι τί γλιντζέδις, τι μιρακλίδις, δε φτάνουντι στου χουρό κι στου τραγούδ'. Εμ έτσ' είν' τα παλληκάρια τα καλά, ξέρουν να χουρεύουν, ξέρουν να τραγδούν', ξέρουν κι του ριβόλ' να πιάνουν, στου μιτιρίζ' να ζουν. Είδις άνθρωπο να χουρεύ' κι να τραγδεί φτός παλληκάρ' είνι, ρωμιός είνι. Σ' όλα τα Νταρνακοχώρια τραγδούν τραγούδια Σουμπασκιολήδκα. Γάμος κι χαρά δε γένιτι χουρίς τραγούδ' που κει, αν δεν πούν' «το Κατερινιώ» γάμος δε τσακών', γάμος δε στεργιών'. Είδις άνθρωπο να χουρεύ' κι να τραγδεί να τουν χαίρισι, φτος μέσα στου ζουνάρι τ' μαχαίρ' θα έχ', ριβόλ' θα έχ' για ώρα ανάγκ', φτος λιοντάρ' είνι, ρωμιός είνι, τ' Μέγ' Αλέξαντρου γινιά...».[3]

Ο συνδυασμός του καλού κλίματος της περιοχής με τη γειτνίαση της με την πόλη των Σερρών έχει συντελέσει στη δημιουργία νέας συνοικίας στα δυτικά της κωμόπολης, και στην προέκταση του παραδοσιακού οικισμού, με αποτέλεσμα να εξελίσσεται σε προάστιο της πρωτεύουσας του νομού. Στο Νέο Σούλι, το σημαντικότερο πανηγύρι της κωμόπολης, αλλά και έθιμο της περιοχής των Σερρών είναι αυτό του Αγίου Γεωργίου. Ο Άγιος, από τα βυζαντινά χρόνια, θεωρείται προστάτης των πόλεων και των κρατών. Είναι, όμως, και άγιος των τσομπάνηδων, αλλά και των γεωργών.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο στην πλατεία του Νέου Σουλίου για τους κατοίκους του που έπεσαν στον Μακεδονικό Αγώνα

Το Νέο Σούλι είναι ένα από τα πέντε Δαρνακοχώρια της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών. Πρόκειται για πέντε οικισμούς: το Νέο Σούλι, το Άγιο Πνεύμα, Ο Εμμανουήλ Παπάς, η Πεντάπολη και το Χρυσό – χτισμένα σχεδόν στους πρόποδες του Μενοικίου όρους και ανατολικά της πόλης των Σερρών. Το πιο κοντινό στην πόλη (7 χλμ.) είναι το Νέο Σούλι αν και σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι χρειαζόταν δυο ώρες πεζοπορία για να φτάσει κανείς. Οι κάτοικοί του έχουν κοινή καταγωγή, παρόμοιο γλωσσικό ιδίωμα, ήθη, έθιμα και τραγούδια.

Αρχαία εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λόφο «Αγριάν(ι)στα» (η ονομασία του θυμίζει τη θρακική φυλή των Αγριάνων), που υψώνεται στο νοτιοανατολικό άκρο της κωμόπολης, ανάμεσα σε δυο ρέματα, έχει εντοπιστεί από παλιά, με βάση κυρίως την επιφανειακή κεραμική (όστρακα αγγείων), η θέση αρχαίου πολίσματος, το οποίο παρουσιάζει εντυπωσιακή διάρκεια ζωής από τα προϊστορικά ως τα νεότερα χρόνια.[4][5]Λίγο νοτιότερα, στην τοποθεσία «Χατζή-σουληνάρ», αποκαλύφτηκε η νεκρόπολη του πολίσματος, στην οποία βρέθηκαν ορισμένες επιτύμβιες ελληνικές επιγραφές (αυτοκρατορικών χρόνων), καθώς και μια λατινική οροθετική επιγραφή.[6]

Ο λόφος της Αγριάνιστας όπου βρέθηκαν ευρήματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και αποδεικνύουν το ότι η περιοχή του Νέου Σουλίου ήταν κατοικημένοι με μόνιμους οικισμούς από την αρχαιότητα. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό μέρος του χωριού.

Εκτός από τους αυτόχθονες, άλλοι γνωστοί πληθυσμοί που είχαν εγκατασταθεί, κατά την πρώιμη αρχαιότητα, στην περιοχή της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών ήταν οι Φρύγες (Βρύγες), οι Στρυμόνιοι και οι Παίονες, ένα πρωτοελληνικό φύλο, που αφιέρωνε αγάλματα στην Ολυμπία και ίδρυε «κοινόν» μόνο με Έλληνες (αποδεικτικά στοιχεία ελληνικής καταγωγής). Τα ονόματά τους επίσης ήταν Ελληνικά και ο Ηρόδοτος τους αναφέρει ως Ελληνικό φύλο (βιβλίο V, 23-24).

Η αρχαία πόλη «Σίρις» (σημ. Σέρρες) δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίσθηκε, αλλά οι κάτοικοί της και οι κάτοικοι της γύρω υπαίθρου ονομάστηκαν Σιροπαίονες. Αργότερα εμφανίστηκαν και άλλα πρωτοελληνικά φύλα όπως: Παίοπλοι που κατοικούσαν σε διάφορους οικισμούς μεταξύ σημερινού Νέου Σουλίου και Νέας Ζίχνης, Δόβηρες που κατοικούσαν ανάμεσα στην Νέα Ζίχνη και στην Αλιστράτη, Ηδωνοί ή Ήδωνες, που ήταν από τις αρχαιότερες Θρακικές φυλές και κατοικούσαν γύρω από το Παγγαίο. Όταν οι Σιροπαίονες υποτάχθηκαν στους Πέρσες το 513 π.Χ. και οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Ασία για 15 χρόνια, την περιοχή τους την κατέλαβαν οι Οδομάντες προερχόμενοι από την περιοχή του Παγγαίου όρους. Από τότε η μεγαλύτερη πόλη της περιοχής (Σίρις) ονομάστηκε Σίρις η Οδομαντική (σημ. Σέρρες). Αρχικά οι Οδομάντες εκμεταλλεύονταν τα ορυχεία του Παγγαίου και ήταν περιορισμένοι σ’ εκείνη την περιοχή. Αργότερα επεκτάθηκαν σ’ όλη την περιοχή που εκτείνεται ανάμεσα στα βουνά Μενοίκιο, Λαϊλιά, Άγκιστρο και στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα (Οδομαντική).[7] Τελικά τους υπέταξε ο Φίλιππος ο Β’ κι έκανε τμήμα του Μακεδονικού κράτους την Οδομαντική. Μετά την άλωση της Τροίας εμφανίστηκαν οι Αγριάνες, Παίοπλοι, Οδόμαντες, Βισάλτες, Ηδωνοί, Σιντοί, Μαίδοι, Σάτρες, Δόβηρες, Δέρρωνες, Ορέσκιοι κ.ά. Όλοι θεωρούνται πως ήταν πρωτοελληνικά φύλα, χωρισμένα σε αυτόνομα κράτη με δικό τους βασιλιά. Ο Φίλιππος ο Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφεραν ν’ αφομοιώσουν τα Πελασγικά, Παιονικά και Θρακικά φύλα και να κάνουν ισχυρό το μεγάλο Μακεδονικό βασίλειο. Στη συνέχεια συνένωσαν τα ελληνικά φύλα της υπόλοιπης Ελλάδος σ’ ένα πανελλήνιο έθνος. Στο «κοινό» Συνέδριο της Κορίνθου συμφώνησαν για ειρήνη και συμμαχία «πλην Λακεδαιμονίων».

Ρωμαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, το πόλισμα ανήκε στην επικράτεια («χώρα») της Σίρρας (σημ. Σέρρες), από την οποία εξαρτιόταν διοικητικά. Από αυτό περνούσε ένας λιθόστρωτος ρωμαϊκός δρόμος (είναι η γνωστή στα νεότερα χρόνια «καστρινόστρατα»), που εξυπηρετούσε την επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων οικισμών και κάστρων που βρίσκονταν στους πρόποδες του Μενοίκιου όρους και νοτιότερα (κοντά στη σημερινή Μεσορράχη) συνδεόταν με το ρωμαϊκό δρόμο Φιλίππων-Ηράκλειας Σιντικής.[8] Από την Ρωμαϊκή εποχή υπάρχει και μια μαρμάρινη στήλη- ορόσημο που καθόριζε τα όρια της περιοχής των Φιλίππων και τα όρια των κτημάτων ενός Ρωμαίου κτηματία δίπλα στο Νέο Σούλι.[9] Η στήλη βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Μέχρι το 1997 φυλασσόταν στο ιερό του Αγίου Γεωργίου. Είναι της εποχής του αυτοκράτορα Τραϊανού Νέρβα (98-117 μ.Χ.). Η περιοχή και η πόλη των Σερρών υπάγονταν στη Ρωμαϊκή Επαρχία της Μακεδονίας. Νότια του λόφου Αγριάνστα, βρέθηκαν δυο επιτύμβιες μαρμάρινες πλάκες.[10] Η μία βρίσκεται εντοιχισμένη σε βρύση στο προαύλιο της εκκλησίας Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η άλλη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Κατά την εκσκαφή (1998) για επανοικοδόμηση του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου βρέθηκε τμήμα γυναικείου αγάλματος Ρωμαϊκής εποχής. Σε προαύλιο σπιτιού βρέθηκε ένα σπάνιο χάλκινο νόμισμα Ρωμαϊκής εποχής από την εποχή της «Αλεξανδρολατρείας». Ήταν ένας τρόπος ειρηνικής αντίδρασης των Μακεδόνων κατά των Ρωμαίων, να κόβουν νομίσματα με το κεφάλι του Μ. Αλεξάνδρου από τη μια πλευρά και ελληνικές επιγραφές από την άλλη.[11].

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Βυζαντινή εποχή υπήρξε οικισμός στη θέση του Νέου Σουλίου, πράγμα που επιβεβαιώνεται από ευρήματα Βυζαντινού ναού στο παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου (σημερινά νεκροταφεία) και Βυζαντινών τάφων στην περιοχή «Τούρκος». Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχαν πολλά μαρμάρινα απομεινάρια του Βυζαντινού ναού. Ο ναός ήταν πιθανόν του 5ου ή 6ου μ.Χ. αιώνα. Ο οικισμός ονομαζόταν στα Βυζαντινά χρόνια «Ουτούση» και ο κάτοικος «Ουτουσινός» όπως μας πληροφορεί ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης [12]

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σουλτανικό μονόγραμμα που δίνει την άδεια για την επιδιόρθωση του τότε ερειπωμένου Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 1835.

Η περίοδος της Οθωμανοκρατίας στην ανατολική Μακεδονία και στην περιοχή των Σερρών άρχισε στις 19 Σεπτεμβρίου του 1383 και τελείωσε

τον Οκτώβριο του 1912, ύστερα από 530 χρόνια. Ο Δαρνακοχωρίτης Εμμανουήλ Παπάς υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία του Αγώνα κατά των Οθωμανών στη βόρεια Ελλάδα. Αρκετά χρόνια πριν την απελευθέρωση έφυγαν από την κωμόπολη οι τελευταίες τουρκικές οικογένειες. Στο χώρο του σημερινού Γυμνασίου μέχρι τα 1914-15 υπήρχε τζαμί και νεκροταφείο. Στο Νέο Σούλι και στα άλλα Δαρνακοχώρια εγκαταστάθηκαν κατά την εποχή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, Ηπειρώτες. Όπως και στην υπόλοιπη οθωμανοοκρατούμενη Ελλάδα ίσχυε κι εδώ ο θεσμός των Κοινοτήτων. Τη διοίκηση ασκούσαν ο προεστός (πρόεδρος) και οι πρόκριτοι (σύμβουλοι). Εκλέγονταν κάθε χρόνο από τη Γενική Συνέλευση της κωμόπολης, έπρεπε να είναι πάνω από 30 ετών, τίμιοι και ευκατάστατοι. Τα καθήκοντά τους ήταν να υπολογίζουν το φόρο που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια ανάλογα με τις δυνατότητές της, να μαζεύουν τους φόρους και να τους παραδίδουν στον φοροεισπράκτορα, να εκπροσωπούν την κοινότητα στις τουρκικές αρχές. Εκδίκαζαν επίσης κτηματικές ή κληρονομικές διαφορές και ήταν υπεύθυνοι για τη λειτουργία του σχολείου. Η παλαιότερη μαρτυρία για τη λειτουργία δημοτικού σχολείου είναι από το 1852. Ο δάσκαλος πληρωνόταν από το ταμείο της εκκλησίας, σε τουρκικές λίρες και για την επιβίωσή του βοηθούσαν και οι μαθητές με ψωμί, αυγά, σταφύλια, ξύλα για τη σόμπα κ.ά.

Μακεδονικός αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο πεσόντων στον Μακεδονικό Αγώνα στην πλατεία του Νέου Σουλίου

Ο Μακεδονικός αγώνας θεωρείται πως άρχισε το 1903 και ολοκληρώθηκε το 1908. Ουσιαστικά όμως ξεκίνησε το 1872 και τελείωσε το 1912-13, με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων. Ξεκίνησε ως θρησκευτική αντιδικία μεταξύ των Βουλγάρων Εξαρχικών και των Ελλήνων Πατριαρχικών της Μακεδονίας. Ο πραγματικός σκοπός όμως ήταν ο προσεταιρισμός των πληθυσμών από τα νεοϊδρυθέντα χριστιανικά κράτη, ιδίως μετά την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους. Οι δύο πλευτές προσπάθησαν αρχικά να κυριαρχήσουν στη Μακεδονία με ίδρυση σχολείων και εκκλησιών και τελικά με έντονη προπαγάνδα και χρήση βίας από τους κομιτατζήδες. Από το 1903 έγιναν προσπάθειες να συγκροτηθούν στην περιοχή Σερρών αντάρτικες ομάδες Ελλήνων κατά των Βούλγαρων κομιτατζήδων. Μετά το θάνατο του Παύλου Μελά (1904) τονώθηκε η εθνική συνείδηση των Ελλήνων και ο αγώνας έγινε αποτελεσματικότερος. Κέντρο των επιχειρήσεων υπήρξε το ελληνικό προξενείο των Σερρών. Με τη συνεργασία του Προξένου, του Μητροπολίτη και του Συλλόγου «Ορφεύς», που είχε λόγο ύπαρξης τη διοργάνωση καλλιτεχνικών και αθλητικών δραστηριοτήτων, οι αντάρτικες ομάδες έδιωξαν τους κομιτατζήδες από το Παγγαίο μέχρι το Μπέλες. Στο Μακεδονικό αγώνα πήραν μέρος και κάτοικοι των Δαρνακοχωρίων και του Νέου Σουλίου όπως: ο Μιχαήλ (Μιχαλούσης) Βενέτης του Βασιλείου (1877-1961), ο Γεώργιος Μπεντούλης («Κώττας»), ο Χρυσάφης Μπομπότης ή Μπιμπίτσιος («Πατραμάνης») και Σωτήριος Σιώσιος («Γιόρτσιος») του Κωνσταντίνου (1857-1937).

Βαλκανικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο για τους πεσόντες κατοίκους του Νέου Σουλίου κατά τους εθνικούς αγώνες. Βρίσκεται στο πάρκο του Ναού του Αγίου Δημητρίου στην κεντρική πλατεία του χωριού.

Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, το 1908 δίνεται αμνηστία, ώστε να παραδώσουν οι Μακεδονομάχοι και οι κομιτατζήδες τα όπλα τους στις οθωμανικές αρχές. Λέγεται ότι οι Νεοσουλιώτες δεν παρέδωσαν τα όπλα, αλλά τα κράτησαν σε κρύπτη στην κωμόπολη[13]. Στις 4 Οκτωβρίου 1912 κηρύσσεται πόλεμος εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος) από τους συμμάχους Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους. Ενώ οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την πόλη και την περιοχή των Σερρών, στις 24 Οκτωβρίου του 1912 εγκαταστάθηκε στην περιοχή Βουλγαρικός στρατός ως ελευθερωτής. Οι πανηγυρισμοί των Ελλήνων της Μακεδονίας για την απελευθέρωση από τους Τούρκους δεν κράτησαν πολύ, γιατί φάνηκε πως οι Βούλγαροι ήθελαν να εκβουλγαρίσουν την περιοχή δείχνοντας μηδενική ανοχή στις ιδιαιτερότητες του μη σλαβικού στοιχείου της περιοχής που κατέλαβαν. Αυτό το καθεστώς κράτησε από τις 24 Οκτωβρίου 1912 μέχρι τις 17 Ιουνίου 1913 (πρώτη Βουλγαρική κατοχή), γιατί μετά την κήρυξη του Ελληνο-Βουλγαρικού πολέμου και τις νίκες του ελληνικού στρατού στις μάχες του Λαχανά και του Κιλκίς, οι Βουλγαρικές αρχές εγκατέλειψαν την περιοχή των Σερρών. Τις ημέρες της οπισθοχώρησης των Βουλγάρων, κάποιοι κάτοικοι των γειτονικών χωριών που ήταν πιστοί στην Εξαρχία ήταν έτοιμοι να ορμήσουν στο Σουμπάσκιοϊ (Νέου Σούλι) για να το λεηλατήσουν. Οι κάτοικοι όμως εγκατέστησαν φρουρές, σε καίρια σημεία της κωμόπολης και την προστάτεψαν. Στις 28 Ιουνίου 1913 οι Βούλγαροι πυρπόλησαν την πόλη των Σερρών. Μέχρι το απόγευμα της ίδιας μέρας προχώρησαν προς το Σουμπάσκιοϊ με σκοπό να συνεχίσουν την υποχώρησή τους προς τα ανατολικά. Οι κάτοικοι της κωμόπολης, για ν’ αποφύγουν μια πιθανή πυρπόλησή του, έστησαν καπνόπανα πάνω σε θυμωνιές, στο λόφο του Μπουζιάρου, καθώς και Ελληνικές σημαίες. Οι Βούλγαροι βλέποντας πως γύρισαν μόνο δυο ανιχνευτές στους, οι οποίοι τους περιέγραψαν την κατάσταση, πίστεψαν πως στρατοπέδευσε ο Ελληνικός στρατός και έφυγαν αμέσως άλλοι προς Βροντού και άλλοι προς Σιδηρόκαστρο. Απ’ αυτό το περιστατικό ο τότε μητροπολίτης Σερρών Απόστολος, αποκάλεσε το χωριό Νέο Σούλι (1913) και η πολιτεία καθιέρωσε τη νέα ονομασία το 1926.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 1 Αυγούστου 1914 κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων της «Αντάντ» και των δυνάμεων του «Άξονα». Τον Αύγουστο του 1916 οι Βούλγαροι με τη βοήθεια των συμμάχων τους Γερμανών, κατέλαβαν όλη την Ανατολική Μακεδονία. Το Σουμπάσκιοϊ βρέθηκε και πάλι υπό Βουλγαρική κατοχή (Β΄ Βουλγαρική κατοχή 1916-18). Ήταν πρόσφατες οι μνήμες από την προηγούμενη κατοχή και μερικοί Μακεδονομάχοι κατάφεραν να διαφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Οι Βούλγαροι ανάγκασαν τους κατοίκους να εκκενώσουν την κωμόπολη με την πρόφαση πως θα γινόταν μάχη με τους Αγγλογάλλους. Όλοι εκτός από τους κατάκοιτους και τους ανήμπορους γέροντες ταλαιπωρήθηκαν για μια εβδομάδα και έφτασαν ως τον Εμμ. Παπά, στη Ν. Ζίχνη και Αλιστράτη. Όταν επέστρεψαν, οι Βούλγαροι είχαν ολοκληρώσει το στόχο τους, τη λεηλασία της κωμόπολης. Στις 23 Ιουνίου του 1917 οι Βούλγαροι συγκέντρωσαν όλους τους άνδρες της κωμόπολης στην πλατεία και επέλεξαν 350 άτομα ηλικίας 17 μέχρι 50 ετών και τους έστειλαν ομήρους στη Βουλγαρία. Οι συνθήκες διαβίωσης των ομήρων ήταν άθλιες: έλλειψη καθαριότητας, λιγοστό φαγητό, πολλή δουλειά και ξύλο. Από τους 350 Νεοσουλιώτες επιβίωσαν οι 180. Όμως κι αυτοί που έμμειναν στην κωμόπολη υπέφεραν από την καταπίεση των Βουλγάρων, τις αγγαρείες, τους ξυλοδαρμούς, την πείνα. Ήταν χρονιές με άφθονο σιτάρι, το οποίο κατέληγε στη Βουλγαρία. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1918 ο Ελληνικός στρατός ανακατέλαβε την περιοχή των Σερρών και τον Οκτώβριο άρχισαν να επιστρέφουν οι όμηροι σε απελπιστική κατάσταση. Στην εποχή του Μεσοπολέμου (μεταξύ Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου) συνέβησαν γεγονότα που επηρέασαν βαθύτατα τη μετέπειτα ιστορία της Ελλάδας. Η διαμάχη μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του Ελευθερίου Βενιζέλου ξεκίνησε το 1916 και κατέληξε στη διαίρεση του λαού σε «Αντιβενιζελικούς» και «Βενιζελικούς». Ο «Εθνικός Διχασμός» κράτησε πάνω από 25 χρόνια και έφερε συμφορές όπως η Μικρασιατική καταστροφή και διάφορες πολιτικές αναταραχές. Και στο Νέο Σούλι έγιναν αδικαιολόγητες δολοφονίες, που συσχετίζονται με την πολιτική κατάσταση της εποχής, όπως η δολοφονία του Βενιζελικού Αθανάσιου Κυριακόπουλου στα 1929, την ημέρα της γιορτής του. Κάποιοι λένε πως δεν ήταν πολιτική δολοφονία, αλλά ότι τον σκότωσαν οι αντίζηλοί του ή οι καπνέμποροι γιατί προσπαθούσε να προστατεύσει τα συμφέροντα των αγροτών με το «συνεταιριστικό κίνημα». Οι δολοφόνοι του έμειναν ασύλληπτοι, όπως και οι δολοφόνοι του Σωτήριου Τσούκαλου, Φιλοβασιλικού, το 1925. Τον Αύγουστο του 1928 έγινε ένοπλη επίθεση σε πέντε άτομα που επέστρεφαν στην κωμόπολη μετά από προεκλογική συγκέντρωση του Λαϊκού Κόμματος. Από τους πυροβολισμούς σκοτώθηκε μια κοπέλα της κωμόπολης που γέμιζε το «μπούκλο» της με νερό [14].

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως Γ΄ Βουλγαρική κατοχή θεωρείται η περίοδος 1941-44. Οι Βούλγαροι επέστρεψαν στη Μακεδονία κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως σύμμαχοι των Γερμανών, στις 24 Απριλίου του 1941. Ο στόχος τους και πάλι ήταν ο αφελληνισμός της περιοχής με κάθε βίαιο μέσο. Άνοιξαν βουλγαρικά σχολεία, επέβαλαν ως επίσημη τη βουλγαρική γλώσσα, εκβίαζαν με ανταλλάγματα τους Έλληνες να «γραφούν» Βούλγαροι (Βουλγαρογραμμένοι). Στο Νέο Σούλι τοποθέτησαν ως πρόεδρο της κοινότητας Βούλγαρο και Αστυνομία, στο σημερινό κτήριο του Γυμνασίου. Έκαναν καθημερινά συλλήψεις, «δήθεν» υπόπτων και βασανιστικές ανακρίσεις στα υπόγεια της Αστυνομίας.

Στις 10 Μαρτίου του 1944 καθώς Βούλγαροι στρατιώτες περνούσαν από το Νέο Σούλι, ακούστηκαν πυροβολισμοί και τραυματίστηκε ένας στρατιώτης. Οι πυροβολισμοί, είτε προέρχονταν από Έλληνες αντάρτες, είτε από σκηνοθεσία των Βουλγάρων, προκάλεσαν την οργή τους. Συνέλαβαν 70 άτομα και ανάμεσά τους όλους τους άνδρες της οικογένειας Δεδούση (γιατί ο Θεοφάνης Δεδούσης αρνήθηκε να παραδώσει το σπίτι του για επίταξη). Μετά από μια μέρα και πολλά βασανιστήρια, κράτησαν μόνο 14 (πέντε από την οικογένεια Δεδούση) και τους οδήγησαν στο στρατόπεδο «Εμμ. Παπά» έξω από τις Σέρρες. Τρεις μόνο γλίτωσαν, γιατί τους θεώρησαν πεθαμένους. Οι υπόλοιποι εκτελέστηκαν. Στις 13 Μαρτίου Βούλγαροι στρατιώτες περικύκλωσαν και έβαλαν φωτιά στο σπίτι του Θεοφάνη Δεδούση. Κάηκαν ζωντανοί 4 γυναίκες και 1 άνδρας, όλοι της οικογένειας Δεδούση. Σε λίγες μέρες λοιπόν εξοντώθηκαν 10 άτομα της ίδιας οικογένειας.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγχρονο ανοιχτό θέατρο που χρησιμοποιείται για πολιτιστικούς σκοπούς. Βρίσκεται στον λόγο του Μπουζιάρου στην δυτική πλευρά του χωριού. Κατασκευάστηκε το 1998.

Μετά την απελευθέρωση οι κάτοικοι επέστρεψαν στις ειρηνικές τους ασχολίες, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Από τις αρχές του 20ου αιώνα άρχισε να καλλιεργείται ο καπνός στις λοφώδεις περιοχές. Στον κάμπο φύτευαν βαμβάκι. Στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ο καπνός ήταν το αποδοτικότερο σε εισόδημα γεωργικό προϊόν, όπως ήταν παλαιότερα το βαμβάκι. Το 1925 η ετήσια παραγωγή του καπνού στο Νέο Σούλι ήταν περίπου 180 χιλιάδες οκάδες και πουλιόταν περίπου μία λίρα η οκά. Μέχρι το 1970 ο νομός Σερρών κατείχε την πρώτη θέση στην παραγωγή καπνού με 19.129 τόνους ετησίως. Καλλιεργούσαν επίσης σιτάρι και σε μικρότερες ποσότητες κριθάρι, καλαμπόκι, σουσάμι, κρεμμύδια, φασόλια για οικιακή χρήση. Είχαν επίσης λαχανόκηπο στην αυλή τους, που με το άφθονο νερό της περιοχής έδινε δυο παραγωγές. Οι γεωργικές καλλιέργειες και ιδίως ο καπνός χρειάζονταν πολλά χέρια. Βοηθούσαν όλοι, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Οι πολυμελείς οικογένειες ήταν ο κανόνας. Όλα γινόταν με τα χέρια, φύτεμα, σκάλισμα, συγκομιδή, «σπάσιμο», όργωμα. Οι γυναίκες είχαν επιπλέον τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών. Νερό υπήρχε άφθονο από τα «σουλνάρια», τις βρύσες που υπήρχαν σε διάφορα σημεία της κωμόπολης. Η κωμόπολη ηλεκτροδοτήθηκε το Σεπτέμβριο του 1956. Από το 1962 και μετά παρουσιάστηκε μια αρρώστια στα καπνά που οι κάτοικοι την ονόμασαν «λουλούδι». Στα σιτηρά η παραγωγή δεν ήταν άφθονη και μειώθηκαν οι πριμοδοτήσεις. Είναι η εποχή που αρχίζει η μετανάστευση στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία και λιγότερο στην Αμερική και Αυστραλία. Επίσης υπάρχει έντονη εσωτερική μετανάστευση σε αστικά κέντρα. Στο εξωτερικό πήγαιναν συνήθως με συμβάσεις εργασίας. Στην κωμόπολη έμεναν τα παιδιά με τους γέροντες για αρκετά χρόνια. Δυο φορές την εβδομάδα υπήρχε πλοίο για Ιταλία και από εκεί συνέχιζαν με τρένο για τη Γερμανία. Ένας άλλος δρόμος ήταν μέσα από τη Γιουγκοσλαβία με τρένο.[15].

Ο ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Νέο Σούλι. Στις 10 Μαΐου 1836 ολοκληρώθθηκε η επιδιόρθωση του ναού μετά την ερείπωσή της.
Το εσωτερικό του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Η κεντρική εκκλησία της κωμόπολης, αφιερωμένη στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, θεωρείται η πιο παλιά, γιατί πρέπει να είναι κτισμένη κατά το τέλος του 18ου ή αρχές 19ου αιώνα, αφού, σύμφωνα με το "Σουλτανικό Μονόγραμμα" του 1835, ανακαινίστηκε το 1836 (επιγραφή στον έξω βορεινό τοίχο). Ένα άλλο ακόμη στοιχείο που έρχεται να ενισχύσει την άποψη για την παλαιότητα της εκκλησίας είναι, ότι υπήρχαν δυο παλιά εκκλησιαστικά βιβλία, ένα "Ευχολόγιον" έκδοσης του 1767 στη Βενετία κι ένα "Ευαγγέλιον" έκδοσης των βιβλίων, πρώτα εγγράφονταν συνδρομητές και μετά εκτυπώνονταν, πολύ εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι κατά το χρόνο της έκδοσης των βιβλίων αυτών πρέπει να υπήρχε η εκκλησία! Είναι τύπου βασιλικής τρίκλιτη, με στέγη ξύλινη σε σχήμα "αετώματος" και "κεραμοσκέπαστος". Η οροφή της είναι αρκετά ψηλή και έχει αγιογραφίες, ενώ πάνω στους τέσσερες στύλους είναι ζωγραφισμένοι οι 4 ευαγγελιστές να γράφουν σε καθιστή στάση. Το τέμπλο της είναι ξύλινο και φέρει 12 μεγάλες εικόνες (έξι από τα δεξιά και έξι από τα αριστερά της ωραίας πύλης) χρονολογούμενες από 1836 (κι άλλες 1833) και "φαίνονται ότι είναι αρίστης αγιογραφικής χειρός έργον", όπως γράφει ο π-Γαβριήλ Κουντιάδης. Η εκκλησία στα 1925 είχε τρεις ιερείς: α) τον παπά-Γιώργη (Αγοράκη) Οικονόμο, ηλικίας 65 ετών (χειροτονημένο το 1892 από τον Μητροπολίτη Σερρών Γρηγόριο) β) τον παπά-Κων/τίνο (Αποστόλου), ηλικίας 58 ετών χειροτονημένο το 1899 από τον ίδιο Μητροπολίτη και γτον παπά-Νικόλαο (Καρύδα), ηλικίας 52 ετών χειροτονημένο το 1907 από τον Μητροπολίτη Νευροκοπίου Θεοδώρητο. Μαζί τους συλλειτουργούσε, όποτε κι όσο μπορούσε, ο γέροντας παπά-Στέργιος σε ηλικία πάνω από ενενήντα ετών, χειροτονημένος το 1879, υπηρετώντας ως εφημέριος για 46 χρόνια ("Κοιμήθηκε" στις 17.05.1925 κι απ΄ όλα τα παραπάνω μπορούμε να υποθέσουμε ότι γεννήθηκε περίπου κατά έτη 1832 ή 1833). Και οι τρεις υπέστησαν τα δεινοπαθήματα της ομηρίας στη Βουλγαρία το 1917-18 επί δεκαπέντε μήνες.

Το έθιμο της Δρακοκτονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου την κεντρική πλατεία του Νέου Σουλίου μετά την ανακατασκευή του λόγω πυρκαγιάς.

Γιορτάζεται την ημέρα του Αγίου Γεωργίου. Το έθιμο αναφέρεται σε ένα δράκο ο οποίος κρατάει φυλαγμένα τα νερά και δεν τα αφήνει να κατεβούν στον κάμπο. Οι Νεοσουλιώτες πρέπει να του πάνε όμηρο την ομορφότερη της κώμης για να ελευθερωθούν τα νερά. Μετά την λειτουργία της εκκλησίας γίνεται λιτανεία σε 3-5 σημεία του κάμπου με την συνοδεία των εξαπτέρυγων. Σε 3-5 δέντρα ανοίγουν σχισμές και ο παπάς βάζει μέσα προσφορά. Έπειτα πηγαίνουν στο σημείο που είναι ο δράκος και ένας νεαρός επάνω σε άλογο σκοτώνει τον δράκο και ελευθερώνει την κοπέλα. Έτσι προστατεύεται ο κάμπος και σώζεται η σοδιά. Στην πλατεία της κωμόπολης ακολουθεί γλέντι και χορός.

Ο χορός στο πανηγύρι του Νέου Σουλίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο πρώτος χορός γίνεται στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Στο χορό παίρνουν μέρος μόνο τα κορίτσια, εκτός από μια παντρεμένη, που σέρνει και οδηγεί τις άλλες παρθένες. Ο χορός εκτελείται γύρω από το εκκλησάκι, χωρίς τη συνοδεία οργάνων, παρά μόνο τραγουδιών, που τραγουδιούνται από τις ίδιες τις χορεύτριες, μονότονη εκκλησιαστική μελωδία. Κατόπιν, το πλήθος κατεβαίνει στην κωμόπολη και συγκεκριμένα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου θα ακολουθήσει το μεγάλο πανηγύρι. Οι γυναίκες είναι και πάλι που αρχίζουν το χορό, τώρα όμως παίρνουν μέρος και οι παντρεμένες, οι οποίες τραβούν μπροστά και τα κορίτσια πίσω. Έτσι αρχίζουν να τραγουδούν μαζί, το πρώτο τραγούδι του πανηγυριού. Με το τραγούδι αυτό, χορεύουν σεμνά και σιγανά. Αφού τελειώσει το πρώτο αυτό τραγούδι, αρχίζει το δεύτερο, που χορεύουν με ελαφριά κίνηση των χεριών. Με το τρίτο τραγούδι τελειώνει και ο χορός, που είναι πιο ζωηρός και εκτελείται με ταχύτερο βηματισμό, όπως στον καλαματιανό. Η εκτέλεση των χορών αυτών γίνεται με τη συνοδεία μουσικών οργάνων, νταουλιού και ζουρνά. Μετά την εκτέλεση των χορών, γίνεται η αναπαράσταση του εθίμου, δηλ. της δρακοκτονίας από τον Αη-Γιώργη. Κατόπιν επαναλαμβάνεται ο χορός και τα τραγούδια, με μεγαλύτερο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Το απόγευμα ξαναγίνεται χορός, μετά το τέλος της διεξαγωγής των αγωνισμάτων. Στο χορό αυτό, άνδρες παλικάρια και κορίτσια σχηματίζουν διπλόφαρδο χορό και χορεύουν με μια ασυνήθιστη ζωηρότητα, σχεδόν ώσπου να νυκτώσει.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών 2011
  2. Κουτιάδης, Γαβριήλ. Λεύκωμα του Σουμπάσκιοϊ. Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών. 
  3. Λαϊκή προφορική παράδοση
  4. [1] Δ. Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη 1976 (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών), σ. 175-176. ISBN 960-7265-16-5.
  5. Δ. Κ. Σαμσάρης, Ιστορία των Σερρών κατά την αρχαία και ρωμαϊκή εποχή, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 162-163
  6. D. C. Samsaris, La vallée du Bas-Strymon á l’ époque impériale (Contribution épigraphique á la topographie, l’ onomastique, l’ histoire et aux cultes de la province romaine de Macédoine), Δωδώνη 18(1989), τεύχ. 1, σ. 268-269, αρ. 100-102 = The Packard Humanities Institute (Samsaris, Bas-Strymon 100, # PH150739) The Packard Humanities Institute (Samsaris, Bas-Strymon 101, # PH150740)The Packard Humanities Institute (Samsaris, Bas-Strymon 102, # PH150741)
  7. [2] Δ. Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, σ. 60-62. ISBN 960-7265-16-5.
  8. [3] Δ. Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα, σ. 52. ISBN 960-7265-16-5.
  9. D. C. Samsaris, Une inscription latine inédite trouvée près des frontières du territoire de la colonie romain de Philippes, Klio 67 (1985), fasc.2, p.458-465. D. C. Samsaris, La vallée du Bas-Strymon á l’ époque impériale, Δωδώνη 18(1989), τεύχ. 1, σ. 269, αρ. 102 = The Packard Humanities Institute (Samsaris, Bas-Strymon 102, # PH150741)
  10. D. C. Samsaris, Une inscription grecque inédite de la région de Serrès mentionant un nouveau nom de personne thrace, Linguistique balkanique 25 (1982), 3, p. 43-45
  11. Από το βιβλίο του Γ. Κόκκινου «Νέο Σούλι Σερρών», Σέρρες 1998.
  12. Λεύκωμα του Σουμπάσκιοϊ χωρίου της περιφέρειας Σερρών», 1925 Θεσσαλονίκη
  13. βιβλίο Γ.Δ. Κόκκινου, «Ν. Σούλι Σερρών»
  14. βιβλίο Γ.Δ. Κόκκινου, «Νέο Σούλι Σερρών»
  15. Πληροφορίες από τον Δημήτριο Γκιουζέλη, κάτοικο της κωμόπολης

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]