Μεταμοντερνισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Portland Building, ένα παράδειγμα μεταμοντερνιστικής αρχιτεκτονικής.

Ο Μεταμοντερνισμός κυριολεκτικά σημαίνει «το κίνημα που ακολούθησε του μοντερνισμού». Παρά το ότι ως «μοντέρνο» αυτό καθ' αυτό ορίζεται το «σύγχρονο», το κίνημα του μοντερνισμού καθώς και η μετέπειτα αντίδραση του μεταμοντερνισμού καθορίζονται μέσα από ένα συγκεκριμένο πλέγμα αντιλήψεων. Στην Κριτική Θεωρία χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για λογοτεχνικά, θεατρικά, αρχιτεκτονικά και σχεδιαστικά έργα, καθώς επίσης στο πλαίσιο του μάρκετινγκ και των επιχειρήσεων ως ερμηνευτική της Ιστορίας, του δικαίου και της Κουλτούρας του τελευταίου μέρους του 20ου αιώνα.Ο μεταμοντερνισμός αποτελεί αισθητική , λογοτεχνική, πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, ως προσεγγιστική απόπειρα να περιγραφεί μία κατάσταση, status quo ή απλώς οι αλλαγές που υφίστανται οι θεσμοί και τα συστήματα (Giddens, 1990) κατά την μετανεωτερικότητα. Δηλαδή, ο μεταμοντερνισμός είναι το πολιτισμικό και πνευματικό φαινόμενο, το οποίο χρονολογείται κυρίως από τα νέα κινήματα στην τέχνη της δεκαετίας του 1920, ενώ η μετανεωτερικότητα επικεντρώνεται στα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα του δυτικού κόσμου, καθώς και τις καινοτομίες σε διεθνές επίπεδο από το 1960 και μετά.

Ο όρος «μεταμοντέρνος» ορίζεται από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτη) ως «αυτός που σχετίζεται με το σύγχρονο ρεύμα της τέχνης (αρχικώς της αρχιτεκτονικής) που αντιδρά στις φόρμες του μοντερνισμού και χρησιμοποιεί ποικιλία παραδοσιακών στοιχείων σε πρωτότυπες συνθέσεις», καθώς επίσης αυτός που «ακολουθεί αδιάκοπα τις εκάστοτε τάσεις χωρίς αρχές και σταθερά σημεία αναφοράς» και επίσης «(κατ' επέκταση στις κοινωνικές επιστήμες) ο ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο και η απόρριψη της αντικειμενικότητας».

Ιστορία του κινήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, ο μεταμοντερνισμός αποτέλεσε αντίδραση ενάντια στον μοντερνισμό. Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά γύρω στη δεκαετία του 1870 και το 1914 ο J. M. Thompson χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει τις αλλαγές στη διάθεση και τις απόψεις επάνω στην κριτική της θρησκείας.[1]

Το 1921 και το 1925, ο μεταμοντερνισμός χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει νέες μορφές τέχνης και μουσικής. Το 1942 ο H. R. Hays τον περιέγραψε ως ένα νέα λογοτεχνικό είδος. Ωστόσο, ως ιστορικό κίνημα πρωτοεμφανίστηκε το 1939 από τον Arnold J. Toynbee[2]

Με κύρια επιρροή την απογοήτευση που επακολούθησε του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο μεταμοντερνισμός τείνει να αναφέρεται σε μία πολιτισμική, πνευματική ή δημιουργική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη ιεραρχίας και οργανωμένης δομής, η έκφανση της οποίας συνίσταται σε εξαιρετική περιπλοκότητα, αντίφαση, ασάφεια, ποικιλομορφία, διασυνδετικότητα ή διαναφορικότητα [3], συχνά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός μεταξύ της ίδιας και της παρωδίας της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αποτελέσει αιτία για μηνύσεις προς εξαπάτηση.[4]

Η μετανεωτερικότητα, ως παράγωγο του μεταμοντερνισμού, αναφέρεται στις μη καλλιτεχνικές ιστορικές εξελίξεις οι οποίες επηρεάστηκαν από το μεταμοντέρνο κίνημα, σε τομείς όπως ο κοινωνικός, ο οικονομικός και ο κουλτουραλικός από το 1960 και μετά.[5] Από την στιγμή που η ιδέα της αντίστασης ή αντίδρασης προς τον μοντερνισμό εξαπλώθηκε, μετατράπηκε σε συνώνυμο της μετανεωτερικότητας. Ο όρος αυτός συνδέεται στενά με τον μεταστρουκτουραλισμό (βλ. Ζακ Ντεριντά) και τον μοντερνισμό, σε ό,τι αφορά την απόρριψη της αστικής, ελιτιστικής κουλτούρας.[6]

Ο Peter Drucker θεώρησε ότι η μεταστροφή σε έναν μεταμοντερνιστικό κόσμο συνέβη μεταξύ του 1937 και του 1957. Πιο πρόσφατα, ο Walter Truett Anderson θεώρησε ότι ο μεταμοντερνισμός ανήκε σε μία από τις τέσσερις τυπολογικές θεάσεις του κόσμου, τις οποίες αναγνωρίζει ως (α) Μεταμοντερνιστικός - είρωνας, όπου η αλήθεια θεωρείται κοινωνικά κατασκευασμένη (β) Επιστημονικός-λογικός, στον οποίο η αλήθεια ανακαλύπτεται μέσα από μεθοδολογική, πειθαρχημένη έρευνα (γ) Κοινωνικός-παραδοσιακός, στον οποίο η αλήθεια βρίσκεται στην κληρονομιά του Αμερικανικού και Δυτικού πολιτισμού ή (δ) Νεο-ρομαντικός, στον οποίο η αλήθεια βρίσκεται μέσα από την επίτευξη της αρμονίας με τη φύση και/η την πνευματική εξερεύνηση του εσωτερικού μας εαυτού[7]

Οι μεταμοντερνιστικές ιδέες στη φιλοσοφία και η ανάλυση του πολιτισμού και της κοινωνίας διεύρυναν την σημασία της κριτικής θεωρίας και σηματοδότησαν την αρχή για νέα έργα στη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική και το σχέδιο, ενώ είναι ορατές και στο μάρκετινγκ, αλλά και στην ερμηνεία της ιστορίας, του νόμου και του πολιτισμού, ξεκινώντας από τα τέλη του 20ου αιώνα.

Ο Μεταμοντερνισμός έχει επίσης χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά με τον όρο μετα-στρουκτουραλισμός, μέσα από τον οποίο ο μεταμοντερνισμός αναπτύχθηκε.

Ιστορία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1870 σε διάφορα συγκείμενα. Για παράδειγμα, ο John Watkins Chapman διατυμπάνισε «το μεταμοντέρνο ύφος στην ζωγραφική», το οποίο είχε ξεπεράσει τον γαλλικό ιμπρεσσιονισμό.[8] Αργότερα, ο J.M.Thompson, σε ένα άρθρο του στο The Hibbert Journal (ένα τριμηνιαίο φιλοσοφικό περιοδικό) το 1914, χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει τις αλλαγές σε στάσεις και απόψεις αναφορικά με την κριτική της θρησκείας: «Ο λόγος ύπαρξης του Μετα-Μοντερνισμού είναι η απόδραση από το δίπολο τρόπο σκέψης του Μοντερνισμού μέσω της επέκτασης της κριτικής του στην θρησκεία καθώς και στην θεολογία, το Καθολικό αίσθημα και την καθολική παράδοση» ('Post-Modernism, J.M.Thompson, The Hibbert Journal Vol XII No.4 Ιουλίου 1914 p.733).

Το 1917, ο Rudolf Pannwitz χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο για να περιγράψει έναν φιλοσοφοστραφή πολιτισμό. Οι ιδέες του Pannwitz περί μετα-μοντερνισμού προήλθαν από την ανάλυση του Νίτσε για την νεωτερικότητα και την απαθλιωτική και μηδενιστική τελεολογία της. Ο μετά-άνθρωπος θα ξεπερνούσε τον σύγχρονο άνθρωπο. Ανόμοια με τον Νίτσε, ωστόσο, ο Pannwitz συμπεριέλαβε στις ιδέες του εθνικιστικά και μυθικά στοιχεία.[9]

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε και πάλι το 1926 στο έργο «Μεταμοντερνισμός και άλλα δοκίμια» του B.I. Bell. Το 1925 και το 1921 είχε χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει νέες μορφές τέχνης και μουσικής. Το 1942, ο H.R. Hays τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει μια νέα μορφή λογοτεχνίας, ενώ ο ιστορικός Άρνολντ Τζ. Τόινμπι τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1939 ως γενική θεωρία ενός ιστορικού κινήματος: «Την δική μας μετα-μοντέρνα εποχή εισήγαγε η γενική σύρραξη των ετών 1914-1918».[10]

Το 1949, ο όρος έτυχε αναφοράς προκειμένου να περιγραφεί το πώς η δυσαρέσκεια με την μοντέρνα αρχιτεκτονική οδήγησε στο κίνημα της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής.[11] Ο Μεταμοντερνισμός στην αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από την επαναφορά του διάκοσμου, την αναφορά σε περιβάλλοντα κτίρια στα πλαίσια της αστικής αρχιτεκτονικής, την ιστορική αναφορά σε διακοσμητικές μορφές και τις μη ορθές γωνίες. Ίσως αποτέλεσε αντίδραση στο μοντέρνο αρχιτεκτονικό κίνημα, γνωστό ως «Διεθνές Ύφος Αρχιτεκτονικής».

Ο όρος βρήκε εφαρμογή σε πληθώρα κινημάτων αντιδραστικών προς τον μοντερνισμό, στην τέχνη, την μουσική και την λογοτεχνία, τα οποία σε γενικές γραμμές επανέφεραν πολλά παραδοσιακά στοιχεία και τεχνικές.[12] Ο Walter Truett Anderson προσδιορίζει τον μεταμοντερνισμό ως μία εκ των τεσσάρων κοσμικών αντιλήψεων: την μεταμοντέρνα-ειρωνική, η οποία θεωρεί την αλήθεια ως κοινωνικό κατασκεύασμα, την επιστημονική-ορθολογική, σύμφωνα με την οποία, η αλήθεια μπορεί να βρεθεί κατόπιν μεθοδικής αναζήτησης, την κοινωνική-παραδοσιακή, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια αποτελεί την κληρονομιά του αμερικανικού και εν γένει δυτικού πολιτισμού και την νεορομαντική, σύμφωνα με την οποία η αλήθεια βρίσκεται είτε στην απόκτηση αρμονίας με την φύση, είτε στην πνευματική αναζήτηση του εσωτερικού εαυτού.[13]

Κατά τον F. Jameson, ο μεταμοντερνισμός είναι ένα κίνημα τέχνης και πολιτισμού που αντιστοιχεί στις νέες μορφές της πολιτικής και της οικονομίας, τον "ύστερο καπιταλισμό". Δηλαδή σε υπερεθνικές οικονομίες της κατανάλωσης που βασίζονται στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού.[14]

Επιρροές στις τέχνες και διαφοροποίηση από την μετανεωτερικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεταμοντέρνες ιδέες στην φιλοσοφία και στην πολιτιστική και κοινωνική ανάλυση αύξησαν την βαρύτητα της κριτικής θεωρίας και αποτέλεσαν την αφετηρία για λογοτεχνικά, αρχιτεκτονικά και σχεδιαστικά έργα, ενώ ταυτόχρονα δήλωσαν την παρουσία τους στον χώρο των επιχειρήσεων και του μάρκετιγκ, καθώς και στην ερμηνεία της ιστορίας, του δικαίου και της κουλτούρας στα τέλη του 20ου αιώνα. Αυτές οι εξελίξεις, οι οποίες ανάγονταν στην επανεκτίμηση ολόκληρου του δυτικού συστήματος αξιών (βλέπε έρωτας, γάμος, δημοφιλής κουλτούρα [Ζακ Ντεριντά], μετατόπιση από την οικονομία της βιομηχανίας στην οικονομία των υπηρεσιών) που διαδραματίστηκε στις δεκαετίες 1950 και 1960 και έφτασαν στο αποκορύφωμά τους με την κοινωνική επανάσταση του Μαΐου 1968, περιγράφονται με τον όρο μετανεωτερικότητα[15]. Απεναντίας, ο όρος «Μεταμοντερνισμός» αναφέρεται σε απόψεις ή κινήματα. Το επίθετο «μεταμοντέρνος», λοιπόν, αναφέρεται στο αντίστοιχο κίνημα, ενώ το «μετανεωτερικός» αναφέρεται στην περίοδο χρόνου που ξεκινά στα 1950 και αποτελεί σύγχρονη ιστορία.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρεια του μεταμοντέρνου Μουσείου Abteiberg στην Γερμανία.

Ο Μεταμοντερνισμός στην αρχιτεκτονική ξεκίνησε ως απάντηση στην αντιληπτή πραότητα και στον αποτυχημένο ουτοπισμό του Μοντερνιστικού κινήματος. Η Μοντέρνα Αρχιτεκτονική, όπως εδραιώθηκε και εξελίχθηκε από τους Walter Gropius και Le Corbusier, εστίαζε στην επιδίωξη της αντιληπτής τελειότητας και στόχευε στην αρμονία της δομής και της λειτουργίας.[16] Κριτικοί του μοντερνισμού συμφώνησαν ότι η απόδοση της τελειότητας και του μινιμαλισμού είναι υποκειμενική, επεσήμαναν τους αναχρονισμούς στη σύγχρονη σκέψη, και εξέτασαν τα οφέλη της φιλοσοφίας της.[17] Η οριστικά μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική, όπως το έργο του Michael Graves και του Robert Venturi απορρίπτει την ιδέα μιας «καθαρής» μορφής ή μιας «τέλειας» αρχιτεκτονική λεπτομέρεια.

Η Μεταμοντερνιστική αρχιτεκτονική ήταν ένα από τα πρώτα αισθητικά κινήματα που προκάλεσε ανοιχτά τον Μοντερνισμό ως απαρχαιωμένο και «ολοκληρωτικό».

Αστικός σχεδιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεταμοντερνισμός αποτελεί την άρνηση της «ολοκληρωτικότητας». Με τη λογική αυτή, ο Μεταμοντερνισμός είναι η άρνηση του προκατόχου του, του Μοντερνισμού. Από τη δεκαετία του 1920 και έπειτα, ο Μοντερνισμός επεδίωξε να σχεδιάσει και να οργανώσει πόλεις, που ακολουθούσαν τη λογικού του νέου μοντέλου της βιομηχανικής μαζικής παραγωγής.

Απρίλιος 1972. Η κατάρρευση του κτιρίου Pruitt–Igoe, που για αρκετούς σηματοδοτεί την αρχή του Μεταμοντερνισμού στην αρχιτεκτονική.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα με τον Μοντερνισμό ήταν ότι η μέθοδός του περιφρονούσε τους κατοίκους και γενικότερα την κοινή γνώμη, που είχε ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να επιβάλλεται από μία μειονότητα ειδικών έναντι της πλειονότητας με μικρή ή και καθόλου γνώση επί των πραγματικών ''αστικών'' προβλημάτων.

Η μετάβαση από τον Μοντερνισμό στον Μεταμοντερνισμό λέγεται ότι έγινε στις 15 Ιουλίου του 1972 στις 3:32 μ.μ, όταν το Pruitt Igoe ,ένας οικιστικός χώρος για άτομα χαμηλού εισοδήματος στο Σαιντ Λούις , σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Minoru Yamasaki, κατεδαφίστηκε. Από τότε, ο Μεταμοντερνισμός ανέπτυξε θεωρίες που στοχεύουν στην δημιουργία ποικιλίας. Ο Μεταμοντερνισμός αποδέχεται τον πλουραλισμό. Είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι ο αστικός σχεδιασμός έχει αναπτυχθεί σε διαφορετικά συγκείμενα στον Μοντερνισμό και στον Μεταμοντερνισμό, αν και αμφότερα τα δύο κινήματα αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον.

Λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λογοτεχνικός Μεταμοντερνισμός εγκαινιάστηκε επίσημα στις Ηνωμένες Πολιτείας της Αμερικής με πρώτο ζήτημα το boundary 2, το έτος 1972, του οποίου ο υπότιτλος αναγράφει "Journal of Postmodern Literature and Culture'' (ελληνικά: Εφημερίδα της μεταμοντέρνας Λογοτεχνίας και Πολιτισμού). Ο David Antin, ο Charles Olson, ο John Cage και το Black Mountain College ήταν αναπόσπαστο στοιχεία στην πνευματική και καλλιτεχνική έκθεση του μεταμοντερνισμού κατά την περίοδο εκείνη.[18] Το boundary 2 παραμένει μία εφημερίδα με μεγάλη επιρροή στους μεταμοντερνιστικούς κύκλους ακόμα και στις μέρες μας.[19]

Στην σύντομη ιστορία του Pierre Menard, Author of the Quixote το 1939, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες θεωρείται ότι προέβλεψε τον Μεταμοντερνισμό.[20] Νομπελίστες συγγραφείς που συνδέονται με την μεταμοντερνιστική λογοτεχνία είναι οι Vladimir Nabokov, William Gaddis, Umberto Eco, John Hawkes, William Burroughs, Giannina Braschi, Kurt Vonnegut, John Barth, Jean Rhys, Donald Barthelme, E.L. Doctorow, Richard Kalich, Jerzy Kosinski, Don DeLillo, Ishmael Reed, Kathy Acker, Ana Lydia Vega, Jachym Topol και Paul Auster.

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μεταμοντερνιστική μουσική είναι είτε η μουσική της μεταμοντερνιστικής περιόδου, είτε η μουσική, η οποία εκφράζει τα αισθητικά και φιλοσοφικά χαρακτηριστικά του Μεταμοντερνισμού. Όπως προδίδει και το όνομα, το μεταμοντερνιστικό κίνημα δημιουργήθηκε εν μέρει ως αντίδραση στον Μοντερνισμό. Εξαιτίας αυτού, η μεταμοντερνιστική μουσική έρχεται σε αντίθεση με την μοντερνιστική μουσική και έτσι ένα έργο μπορεί να είναι είτε μοντερνιστικό, είτε μεταμοντερνιστικό, αλλά ποτέ και τα δύο μαζί.

Η μεταμοντέρνα ώθηση στην κλασική μουσική εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1960 με τον ερχομό του μουσικού μινιμαλισμού. Συνθέτες όπως οι Terry Riley, Henryk Górecki, Bradley Ιωσήφ, ο John Adams, ο Steve Reich, Philip Glass, Michael Nyman και Lou Harrison αντέδρασαν στον αντιληπτό ελιτισμό και τον παράφωνο ήχο του άτονου ακαδημαϊκού μοντερνισμού, που παρήγαγε μουσική με απλές πλοκές και σχετικά σύμφωνη αρμονία, ενώ άλλοι, κυρίως ο John Cage αμφισβήτησε τις κυρίαρχες αφηγήσεις της ομορφιάς και της αντικειμενικότητας, που είναι συχνές στον Μοντερνισμό.

Σημαντικοί μεταμοντερνιστές φιλόσοφοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Martin Heidegger (1889–1976)
Απέρριψε την φιλοσοφική βάση των εννοιών της «υποκειμενικότητας» και της «αντικειμενικότητα». Τόνισε την ιστορικότητα και την πολιτιστική κατασκευή των εννοιών, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε την αναγκαιότητα ενός άχρονου και έμφυτου φόβος τους.
Ζακ Ντεριντά (1930–2004)
Επανεξέτασε τις βασικές αρχές της γραφής και των συνεπειών της για τη φιλοσοφία. Ο Ντεριντά χρησιμοποίησε, όπως ο Heidegger, αναφορές στις ελληνικές φιλοσοφικές έννοιες που σχετίζονται με τους Σκεπτικιστές και τους Προσωκρατικούς.
Michel Foucault (1926–1984)
Jean-François Lyotard (1924–1998)
Richard Rorty (1931–2007)

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thompson, J. M. "Post-Modernism," The Hibbert Journal. Vol XII No. 4, July 1914. p. 733
  2. Arnold J. Toynbee, A study of History, Volume 5, Oxford University Press, 1961 [1939], p. 43.
  3. Postmodernism. Georgetown university
  4. The Sleep of Reason
  5. Britannica, 2004
  6. Wagner, British, Irish and American Literature, Trier 2002, p. 210-2
  7. Walter Truett Anderson (1996). The Fontana Postmodernism Reader. 
  8. The Postmodern Turn, Essays in Postmodern Theory and Culture, Ohio University Press, 1987. p12ff
  9. Pannwitz: Die Krisis der europäischen Kultur, Nürnberg 1917
  10. OED long edition
  11. Encyclopaedia Britannica, 2004
  12. Merriam Webster's Collegiate Dictionary 2004
  13. Walter Truett Anderson (1996). The Fontana Postmodernism Reader. 
  14. Jameson Frederic (1984) Postmodernism, or The Cultural Logic of Late Capitalism. New Left Review I/146, July–August 1984. O F. Jameson είναι αμερικανός κριτικός της λογοτεχνίας και μαρξιστής θεωρητικός της πολιτικής.
  15. Influences on postmodern thought, Paul Lützeler (St. Louis)
  16. Sullivan, Louis. "The Tall Office Building Artistically Considered," published Lippincott's Magazine (March 1896).
  17. Venturi, et al.
  18. Anderson, The origins of postmodernity, London: Verso, 1998, Ch.2: "Crystallization".
  19. boundary 2, Duke University Press, Boundary2.dukejournals.org
  20. Elizabeth Bellalouna, Michael L. LaBlanc, Ira Mark Milne (2000) Literature of Developing Nations for Students: L-Z p.50

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Heller, Agnes, «Ὑπαρξισμός, ἀλλοτρίωση, μεταμοντερνισμός . Τρία πολιτισμικὰ κινήματα ποὺ ἄλλαξαν τὴν καθημερινὴ ζωή» , Λεβιάθαν, 3 (1989), σσ. 109-118
  • Jameson, Frederic, «Καπιταλισμός, νεωτερικότητα καὶ μεταμοντέρνο » , Οὐτοπία, 21 (1996), σσ. 145-161

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ζήσης Παπαδημητρίου, Από την Οικουμενικότητα του Διαφωτισμού στα Μεταμοντέρνα Αδιέξοδα: Αναζητώντας το Μίτο του Ορθού Λόγου [1]