Βίντεο αρτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Electronic Superhighway by Nam June Paik

Η βίντεο αρτ ή βιντεοτέχνη[1] είναι μορφή τέχνης που βάση έχει την κινούμενη εικόνα και τον ήχο. Η Βίντεο Αρτ εμφανίστηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 - αρχές της επόμενης, ως εξέλιξη της τεχνολογίας της κινούμενης εικόνας η οποία έγινε διαθέσιμη στο ευρύ κοινό καθώς μέχρι τότε ήταν διαθέσιμη μόνο στους επαγγελματίες της τηλεόρασης αλλά και για να ασκήσει κριτική στη ραγδαία εξάπλωση της τηλεόρασης.

Iστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέσα του 20ου αιώνα, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια σύνθετη και αμήχανη μορφή τέχνης αναδύεται στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α. Πρόκειται για την Βίντεο Αρτ, η οποία πήρε αρκετές ονομασίες όπως, βίντεο των καλλιτεχνών, πειραματικό βίντεο, τηλεόραση των καλλιτεχνών, νέα τηλεόραση ακόμα και Guerilla TV. Πηγή έμπνευσης για τη νέα αυτή μορφή τέχνης υπήρξαν αρκετά καλλιτεχνικά κινήματα, θεωρητικές ιδέες, τεχνολογικά επιτεύγματα καθώς και ομάδες πολιτικού και κοινωνικού ακτιβισμού.

Ήταν μια εποχή κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής αλλαγής, γι αυτό μεγάλο μέρος της νέας τέχνης ήταν μορφολογικά και πολιτικά ριζοσπαστικό. Η δεκαετία του 1960 ήταν αυτή της βιομηχανικής ανάπτυξης, της υπερκατανάλωσης, της αύξησης των μέσων επικοινωνίας, του μαγνητοφώνου και της τηλεόρασης. Η εξέλιξη της ηλεκτρονικής και ψηφιακής τεχνολογίας της εικόνας ήταν ραγδαία. Οι εξελίξεις στο πεδίο αυτό μετέτρεψαν το βίντεο από ένα ακριβό μέσο, που ήταν στα χέρια επαγγελματιών και ειδικών της τηλεόρασης,μεγάλων εμπορικών εταιριών και οργανισμών, σε ένα ευρέως διαδεδομένο καταναλωτικό προϊόν. Η Βίντεο Αρτ αναδύεται από το περιθώριο και γίνεται ένα μέσο το οποίο θα ασκήσει μεγάλη επιρροή στη σύγχρονη τέχνη.

Καλλιτέχνες που δούλεψαν με το βίντεο εκείνη την περίοδο ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένοι από κινήματα και τις ιδέες του Fluxus, της Performance Art, Body art, Arte Povera, Ποπ Αρτ, Μινιμαλιστικής γλυπτικής, Εννοιολογικής τέχνης, τη μουσική avant-garde, τον πειραματικό κινηματογράφο, το σύγχρονο χορό και θέατρο και από μία μεγάλη ποικιλία ετερογενών πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

Η Βίντεο Αρτ ήταν ένα διεθνές φαινόμενο. Οι πρώτοι καλλιτέχνες που δούλεψαν με το βίντεο δεν προσελκύθηκαν μόνο από την ποικιλία πολιτιστικών επιρροών αλλά και γιατί εισήγαγαν νέες ιδέες και πρακτικές εμπλουτίζοντας ευρύτερα τις πρακτικές των καλών τεχνών, επαναπροσδιορίζοντας ιδέες και προσεγγίσεις από άλλους τομείς και μέσα.

Η Βίντεο αρτ μπορεί να χωριστεί σε αρκετές υποκατηγορίες, γεγονός που μαρτυρά την υβριδική φύση αυτής της μορφής τέχνης. Η σχέση της Βιντεο Αρτ με την τηλεόραση είναι προβληματική, γι αυτό επικρίθηκε από αρκετούς καλλιτέχνες οι οποίοι πήραν θέση εναντίον της, ενώ προσπάθησαν να αλλάξουν τα πολιτιστικά στερεότυπα και αναπαραστάσεις που απεικονίζει δημιουργώντας αφηρημένες εικόνες βίντεο. Τόσο η Βίντεο Αρτ όσο και η τηλεόραση μοιράζονται την ίδια τεχνολογία, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται και εκλαμβάνονται οι τελικές εικόνες και ο ήχος από τον θεατή. Για αυτό το λόγο η απάντηση των καλλιτεχνών ήταν με το ίδιο μέσο, σε συγκρίσιμη γλώσσα. Η σχέση του βίντεο των καλλιτεχνών και της τηλεοπτικής τεχνολογίας ποικίλει και είναι σύνθετη. Οι πρώτες προσπάθειες ενασχόλησης με αυτό το μέσο παίρνουν τη μορφή αντίδρασης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κυρίως της τηλεόρασης η οποία στοχοποιείται για την μονόπλευρη και χειραγωγούμενη επικοινωνία.[2]

Η πρώτη φορητή βιντεοκάμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Sony AV-3400 Porta Pak Camera

Το 1965, η Sony κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην αγορά την πρώτη φορητή βιντεκάμερα, την Sony AV-3400 Portapak. Η εξέλιξη αυτή είναι κομβικής σημασίας για τους καλλιτέχνες, τους ακτιβιστές και το κοινό καθώς εγκαινιάζει μία νέα εποχή δίνοντας την ευκαιρία στον κάτοχό της να καταγράψει το υλικό που επιθυμεί. Την ίδια περίοδο, οι κυβερνήσεις και οι μεγάλοι τηλεοπτική όμιλοι είχαν στην αποκλειστικότητά τους, την τηλεοπτική παραγωγή και τη μετάδοσή της. Η νέα βιντεοκάμερα της Sony περιελάμβανε το κύριο σώμα της βιντεοκάμερας και ένα φορητό μίκτη, και προοριζόταν κυρίως για μικρές επιχειρήσεις και εμπορική χρήση πάνω ακριβώς σε μία περίοδο έντονων κοινωνικών αναταραχών. Η δυνατότητα αυτή τράβηξε το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών που είδαν τη βιντεοκάμερα σαν ένα δημιουργικό μέσο και οι ακτιβιστές ως «ένα όπλο καταγραφής μαρτυριών» το οποίο θα χρησίμευε για τη δημιουργία νέων ειδών προγραμμάτων αντίθετων από αυτών της τηλεόρασης.[3]

Πρώιμοι καλλιτέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος που τη χρησιμοποίησε ήταν ο Nam June Paik, το 1965. Ο Paik βιντεοσκόπησε την επίσκεψη του Πάπα Παύλου ΣΤ’ στην Νέα Υόρκη και αργότερα την ίδια ημέρα, πρόβαλε το βιντεοσκοπημένο υλικό στο καφέ του Greenwich Village. Η πράξη αυτή θεωρήθηκε η αφετηρία της Βίντεο Αρτ.

Τον Μάρτιο του 1963, ο Nam June Paik προβάλει στην Galerie Parnass, στο Βούπερταλ την πρώτη μεγάλη έκθεση με τίτλο Exposition of Music – Electronic Television. Ο τίτλος που επέλεξε ο Paik υποδηλώνει τη μετάβαση από τη μουσική στην ηλεκτρονική εικόνα. Το Μάιο του ίδιου έτους, ο Wolf Vostell πραγματοποιεί την πρώτη έκθεση στην Νέα Υόρκη, στo Smolin Gallery. Πρόκειται για την πρώτη του έκθεση με τίτλο Television Décollage και αποτελούνταν από έξι τηλεοράσεις, οι οποίες ήταν σε λειτουργία και αναπαρήγαγαν διαφορετικό πρόγραμμα η κάθε μία ενώ η εικόνα μετά από κάποιο χρονικό διάστημα αποδομούνταν. Έκτοτε, έγιναν αρκετές εκθέσεις βίντεο, βίντεο εγκαταστάσεις, βίντεο περφόρμανς και πειραματικές ταινίες από καλλιτέχνες όπως οι: Vito Acconci, Valie Export, John Baldessari, Peter Campus, Doris Totten Chase, Maureen Connor, Norman Cowie, Dimitri Devyatkin, Dan Graham, Joan Jonas, Bruce Nauman, Nam June Paik, Bill Viola, Shigeko Kubota, Martha Rosler, William Wegman, Gary Hill και άλλους. Οι Steina και Woody Vasulka ενδιαφέρθηκαν για τις διαφορετικές ποιότητες και το φορμά του βίντεο και δημιούργησαν αφαιρετικά έργα βίντεο.

Η Βίντεο Αρτ στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα ήρθε αρκετά καθυστερημένα, λόγω της συντηρητικής κοινωνικής δομής της ελληνικής κοινωνίας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 βλέπουμε τα πρώτα δείγματα και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 έχουμε την άνθισή της. Τότε γίνεται μόδα και χάνει, μετά από αρκετά χρόνια, τη γοητεία που εξασκούσε, σαν νέο μέσο έκφρασης, στους νέους καλλιτέχνες.[4] Παρόλα αυτά, υπάρχουν αξιόλογοι Έλληνες καλλιτέχνες της Βίντεο Αρτ και των πολυμέσων που έχουν παρουσιάσει έργα τους σε Ελλάδα και εξωτερικό [5].

Σχετικά άρθρα:[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νίκος Δασκαλοθανάσης: Το εικαστικό βίντεο, 2005 http://www.asfa.gr/videoart/videokeimenoGR.htm

Γιούλα Παπαδοπούλου: Βιντεοτέχνη – μια σύντομη Ιστορία, 2005 http://www.festivalmiden.gr/textslinks/Gioula%20Papadopoulou_Videotexni_mia%20syntomi%20istoria_2005.htm

Γιούλα Παπαδοπούλου: Τι είναι η Βιντεοτέχνη, 2006 (εφημερίδα «Στην Μπρίζα», # 57, 5/7/06) http://www.festivalmiden.gr/textslinks/Gioula_Papadopoulou-Ti_einai_videotechni_2006.htm

Μαργαρίτα Σταυράκη: Γενικές πληροφορίες για τη Βίντεο Τέχνη, 2008 http://www.festivalmiden.gr/textslinks/Margarita_Stavraki_Genikes_Plirofories_gia_tin_video_techni_2007.htm

Μαργαρίτα Σταυράκη: Σύντομη εισαγωγή  στην Ψηφιακή Τέχνη και τα Νέα Μέσα, 2008 http://www.festivalmiden.gr/textslinks/Eisagogi_stin_psifiaki_techni-Margarita_Stavraki_2008_gr.htm

Μάνθος Σαντοριναίος: Σκέψεις για την σκέψη, 1999 http://www.festivalmiden.gr/textslinks/Manthos%20Santorineos_Skepseis%20gia%20tin%20skepsi_1999.htm

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]