Μαροζία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μαροζία
Marozia.pdf
Θάνατος
Ρώμη
Ιδιότητα κυβερνώσα βασίλισσα
Σύζυγος Αλβερίκιος Α΄ του Σπολέτο, Γκουίντο της Τοσκάνης και Ούγος της Προβηγκίας
Τέκνα Αλβερίκιος Β΄ του Σπολέτο
Γονείς Θεαφύλακτος Α΄ του Τούσκουλου και Θεοδώρα

Η Μαροζία (~890 - 938) ήταν Ρωμαία γερουσιαστής και πατρικία[1] που είχε υπό τον έλεγχο της την παπική εξουσία για πάνω από δέκα χρόνια. Ήταν κόρη του ύπατου Θεοφύλακτου Α΄ και της γερουσιαστή Θεοδώρας. Λόγω της μεγάλης της επιρροής στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας δέχτηκε την σκληρή και συχνά αβάσιμη κριτική κυρίως του Λιουτπράνδου της Κρεμόνα,[2][3] ο οποίος, λόγω των προσωπικών του πολιτικών φιλοδοξιών και επιδιώξεων, δεν δίστασε να αποδώσει στην ίδια όσο και στην οικογένειά της, αλλά και στους Ρωμαίους πάπες, ακραίες κατηγορίες περί σεξουαλικής ακολασίας. Αυτές οι κατηγορίες καθώς και το ασυνήθιστο γεγονός της ανόδου στην εξουσία μίας ομάδας γυναικών οδήγησε στον χαρακτηρισμό της εποχής ως “πορνοκρατία”.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μαροζία γεννήθηκε γύρω στο 890 και ήταν κόρη των Ρωμαίων ευγενών Θεοφύλακτου Α΄ και Θεοδώρας.

Οι γονείς της απέκτησαν μεγάλη δύναμη στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας ιδιαίτερα μετά την κατάληψη του παπικού θρόνου το 904 από τον Σέργιο Γ΄ που φρόντισε να ανταποδώσει την στήριξη των Θεοφύλακτων δίνοντας στον πατέρα της Μαροζίας τον τίτλο του Roman consul, δηλαδή το ύπατο αξίωμα για έναν ρωμαίο πολίτη ενώ τον όρισε και παπικό Θησαυροφύλακα (Vestarius) και Στρατηγό (Magister militium).[4][5]

Οι πρώτες επιθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως ήταν αναμενόμενη η ταχεία άνοδος στην εξουσία της οικογένειάς της προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και δημιούργησε εχθρούς. Ο πιο σκληρός και πιο αδίστακτος από όλους ήταν ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνα που είχε προσωπική διαμάχη με την ιταλική αυλή λόγω κάποια προσωπικής πικρίας, αλλά και πολιτικά συμφέροντα που τον οδηγούσαν να υποστηρίζει τον μεγαλύτερο αντίπαλο της Ρώμης εκείνη την εποχή, τον Γερμανό βασιλιά Όθωνα Α΄. Ο Λιουτπράνδος άρχισε να συγγράφει ίσως το πιο γνωστό του έργο, την Ανταπόδοση, που ήταν, όπως αποκαλύπτει και ο τίτλος του, ένα έργο με σκοπό την εκδίκηση για την αδικία που θεωρούσε ότι είχε υποστεί από τους Ιταλούς ηγεμόνες. Σε αυτό το έργο εξυμνούσε τους Γερμανούς ευγενείς ενώ κατακεραύνωνε τους Ιταλούς. Δεν δίστασε μάλιστα να χρησιμοποιήσει τις πιο ακραίες κατηγορίες περί σεξουαλικής ακολασίας και τις πιο χυδαίες εκφράσεις. Η επίθεσή του αφορούσε κατά κύριο λόγο τους ισχυρούς άντρες της Ιταλίας αλλά στόχος των κατηγοριών του ήταν κυρίως οι γυναίκες καθώς τις θεωρούσε το μέσο για την αμφισβήτηση της ηθικής των οικογενειών τους αλλά και των πολιτικών τους διεκδικήσεων που εκείνη την εποχή στηρίζονταν σε κληρονομικά δικαιώματα. Με την αμφισβήτηση της ηθικής των Ιταλίδων γυναικών αμφισβητούσε ταυτόχρονα και τα κληρονομικά δικαιώματα των Ιταλών αντρών αλλά και τον αντρισμό τους.[2]

Η Μαροζία που τότε ήταν έφηβη αποτέλεσε εύκολο στόχο για τον Λιουτπράνδο που ισχυρίσθηκε ότι είχε ερωτική σχέση με τον πάπα με τις ευλογίες των γονιών της. Με αυτόν τον τρόπο ο Λιουτπράνδος κατάφερε διπλό χτύπημα τόσο στην οικογένεια των Θεοφύλακτων όσο και στον νέο πάπα που ήταν εχθρικός προς τα γερμανικά συμφέροντα.

Το 909 η Μαροζία παντρεύτηκε τον σύμμαχο του πατέρα της, τον Αλβερίκιο Α΄ του Σπολέτο και μετά από έναν χρόνο γέννησε έναν γιο, τον Ιωάννη. Τότε ο Λιουτπράνδος δεν έχασε την ευκαιρία για μια νέα επίθεση και ισχυρίσθηκε ότι ο μικρός δεν ήταν γιος του Αλβερίκιου Α΄ αλλά στην πραγματικότητα ήταν νόθος γιος του πάπα Σέργιου Γ΄. Με αυτόν τον τρόπο συνέχιζε την επίθεση στους Θεοφύλακτους και τον πάπα και ταυτόχρονα αμφισβητούσε τον ανδρισμό του συμμάχου τους.

Η Μαροζία έκανε με τον Αλβερίκιο τέσσερις γιους: Τον Ιωάννη (που αργότερα έγινε πάπας), τον Αλβερίκιο Β΄ (ορισμένοι λένε ότι ήταν γιος του Αλβερίκιου από προηγούμενο γάμο), τον Κωνσταντίνο και τον Σέργιο που αργότερα έγινε επίσκοπος.

Το 911 πέθανε ο πάπας Σέργιος Γ΄ και το 914 με την βοήθεια των Θεοφύλακτων πάπας έγινε ο Ιωάννης Ι΄ που έδωσε στην Θεοδώρα αλλά και στις κόρες της τον τίτλο της γερουσιαστή της Ρώμης.[6] Έτσι η Μαροζία έγινε γερουσιαστής σε ηλικία περίπου είκοσι πέντε ετών. Ο Λιουτπράνδος για άλλη μια φορά φρόντισε να διασπείρει σκανδαλιστικές φήμες σχετικά με την ηθική του νέου πάπα που υποτίθεται ότι ήταν μακροχρόνιος εραστής της Θεοδώρας. Σύμφωνα με τον Λιουτπράνδο η μικρότερη κόρη της Θεοδώρας (και αδελφή της Μαροζίας), η Θεοδώρα Β΄, δεν ήταν κόρη του Θεοφύλακτου, αλλά νόθα κόρη του Ιωάννη Ι΄.

Η άνοδος στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 916 πέθανε ο πατέρας της Μαροζίας και το 925 περίπου πέθανε και η μητέρα της. Τότε η Μαροζία ανέλαβε τα ηνία της οικογένειάς της και άρχισε να χειραγωγεί η ίδια την πολιτική σκηνή της Ρώμης ενώ ο Αλβερίκιος Α΄ πήρε το αξίωμα του Θεοφύλακτου ως Magister militium.

"Ο γάμος της Μαροζίας με τον Ούγο". Χαρακτικό του Μπερτολίνι του 19ου αιώνα.

To 928 o Aλβερίκιος Α΄ πέθανε και η Μαροζία παντρεύτηκε τον Μαρκήσιο Γκουίντο της Τοσκάνης και έδωσε σε αυτόν τον τίτλο του Magister militium.[3] Με τον Γκουίντο η Μαροζία έκανε μία κόρη, την Μπέρθα Θεοδώρα. Την ίδια εποχή ο πάπας Ιωάννης Ι΄ έδωσε τον τίτλο του δούκα του Σπολέτο που είχε μείνει κενός στον αδελφό του και σύμβουλό του, Πέτρο. Αυτό εξόργισε την Μαροζία που περίμενε να δοθεί ο τίτλος στον νέο της σύζυγο. Από το σημείο αυτό ξεκίνησε μια σειρά από αψιμαχίες και εχθροπραξίες ανάμεσα στον Γκουίντο και τη Μαροζία από τη μία και τον Πέτρο από την άλλη. Τελικά αυτή η κατάσταση έληξε με τον Γκουίντο να εισβάλλει με τον στρατό του στο παπικό παλάτι και να σκοτώνει τον Πέτρο ενώ ο Ιωάννης φυλακίστηκε και πέθανε λίγο αργότερα στην φυλακή. Ο θάνατός του Ιωάννη Ι΄, αν και μπορεί να είχε προκύψει λόγω των ανθυγιεινών συνθηκών κατά την διάρκεια της φυλάκισής του, δημιούργησε υποψίες ότι μπορεί να οφειλόταν σε δολοφονία κατ' εντολή της Μαροζίας. Έτσι μπήκε αιματηρό τέλος στην απόπειρα του πάπα να αποτινάξει τον έλεγχο των Θεοφύλακτων και η Μαροζία απέκτησε τον απόλυτο έλεγχο της Ρώμης μέσα από αυτό το πραξικόπημα. Τέτοια ήταν η εξουσία της που το 931 τοποθέτησε στον παπικό θρόνο τον γιο της Ιωάννη ΙΑ΄ που ήταν μόλις είκοσι ετών.[7]

Η πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επόμενη χρονιά πέθανε και ο Γκουίντο και η Μαροζία αναζήτησε έναν ακόμα ισχυρό σύζυγο με σκοπό να ενισχύσει την εξουσία της και νόμισε ότι τον βρήκε στο πρόσωπο του Ούγου της Προβηγκίας που ήταν μισαδελφός του προηγούμενου συζύγου της, του Γκουίντο και είχε ήδη στεφθεί βασιλιάς της Ιταλίας από το 926. Ο Ούγος έδειχνε καλή επιλογή ως σύζυγος γιατί είχε βάσιμες και εφικτές βλέψεις να καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο. Όμως το σχέδιο σκόνταψε στις αντιδράσεις του δευτερότοκου γιου της Μαροζίας, του Αλβερίκιου Β΄, που είχε τις δικές του πολιτικές φιλοδοξίες που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει όσο η μητέρα του κατείχε την εξουσία και προωθούσε τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Ιωάννη ΙΑ΄. Έτσι ο Αλβερίκιος Β΄ ισχυρίσθηκε ότι ο γάμος της μητέρας του με τον Ούγο ήταν αιμομικτικός λόγω της συγγένειας ανάμεσα στον τελευταίο και τον Γκουίντο.[4] Αυτό προκάλεσε εξέγερση στη Ρώμη και ο Αλβερίκιος Β΄ εισέβαλε με στρατό στον γάμο της Μαροζίας και του Ούγου. Ο Ούγος κατάφερε να δραπετεύσει αλλά η Μαροζία συνελήφθη και φυλακίσθηκε. Τις επόμενες ημέρες ο Αλβερίκιος συνέλαβε και τον αδελφό του τον Ιωάννη ΙΑ΄ και αυτοχρίστηκε πρίγκιπας της Ρώμης. Έτσι ο Αλβερίκιος Β΄ πήρε την εξουσία από την μητέρα του με τον ίδιο τρόπο που την είχε πάρει κι εκείνη μερικά χρόνια πριν: με ένα πραξικόπημα.[4]

Τελικά η Μαροζία πέθανε στην φυλακή (ή σύμφωνα με άλλους σε μοναστήρι[8]) σε ηλικία 52 ετών[5] έχοντας κυριαρχήσει στην πολιτική σκηνή της χώρας της όσο κανένας άλλος, γεγονός που προκάλεσε εχθρότητες και ακραίες επιθέσεις. Η οικογένειά της συνέχισε για αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό της να ελέγχει την πολιτική σκηνή της Ιταλίας και την παπική εξουσία. Ο γιος της Αλβερίκιος Β΄ συνέχισε την αμοραλιστική και καιροσκοπική πολιτική της οικογένειάς του και, ακολουθώντας το παράδειγμα της μητέρας του, το 955 τοποθέτησε στον παπικό θρόνο τον νόθο γιο του, τον Ιωάννη ΙΒ΄, που τότε ήταν μόλις 18 ετών. Αυτός ο πάπας έμελλε να είναι ο πιο υλιστής και ο πιο διεφθαρμένος από όλους αλλά και εκείνος που δέχτηκε την πιο σκληρή και την πιο ακραία κριτική από τον μεγάλο εχθρό των Θεοφύλακτων, τον Λιουτπράνδο.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «MAROZIA in "Enciclopedia Italiana"» (στα it-IT). www.treccani.it. http://www.treccani.it/enciclopedia/marozia_(Enciclopedia-Italiana)/. Ανακτήθηκε στις 2017-10-22. 
  2. 2,0 2,1 Simon,, MacLean,. Ottonian queenship (First edition έκδοση). Oxford. 961410084. ISBN 9780198800101. https://www.worldcat.org/oclc/961410084. 
  3. 3,0 3,1 H., Berman, Constance (2005). Medieval religion : new approaches. New York: Routledge. 62557384. ISBN 0415316871. https://www.worldcat.org/oclc/62557384. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Imma., Penn, (2007). Dogma evolution & papal fallacies. Bloomington, IN: AuthorHouse. 166291477. ISBN 9781434308740. https://www.worldcat.org/oclc/166291477. 
  5. 5,0 5,1 Lascelles, Christopher (2017). Pontifex Maximus: A Short History of the Popes. Crux Publishing. ISBN 1909979465. 
  6. «Marozia Crescentii» (στα αγγλικά). www.encyclopedia.com. http://www.encyclopedia.com/women/encyclopedias-almanacs-transcripts-and-maps/marozia-crescentii-885-938. Ανακτήθηκε στις 2017-10-22. 
  7. «MAROZIA in "Dizionario Biografico"» (στα it-IT). www.treccani.it. http://www.treccani.it/enciclopedia/marozia_(Dizionario-Biografico)/. Ανακτήθηκε στις 2017-10-22. 
  8. «Marozia in "Dizionario di Storia"» (στα it-IT). www.treccani.it. http://www.treccani.it/enciclopedia/marozia_(Dizionario-di-Storia)/. Ανακτήθηκε στις 2017-10-22. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Encyclopedia.com. Marozia Crescentii. (στα Αγγλικά) Ανακτήθηκε στις 22-10-2017
  • Berman, Constance (2005). Medieval Religion: New Approaches. Routledge. ISBN 0415316871
  • Falconieri, Tommaso di Carpegna(2008), Dizionario biografico degli italiani: Marozia, (Ιταλικά) αρ. 70, σσ. 681–685.
  • Penn, Imma (2007). Dogma Evolution & Papal Fallacies. AuthorHouse. ISBN 9781434308740
  • Lascelles, Christopher (2017). Pontifex Maximus: A Short History of the Popes. Crux Publishing. ISBN 1909979465
  • MacLean, Simon (2017). Ottonian Queenship. Oxford University Press. ISBN 9780198800101

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]