Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κιθ Τζάρετ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κιθ Τζάρετ
Γέννηση8  Μαΐου 1945
Άλενταουν[1]
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΣπουδέςΜουσικό Κολέγιο Μπέρκλι και Emmaus High School[2][3]
Ιδιότηταπιανίστας, συνθέτης[4], μουσικός της τζαζ και μουσικός ηχογραφήσεων
Όργαναπιάνο[5], σαξόφωνο και εκκλησιαστικό όργανο
Είδος τέχνηςτζαζ
ΒραβεύσειςΥποτροφία Γκούγκενχαϊμ (1972)[6], Μουσικό βραβείο Λέονι Σόνινγκ (2004) και NEA Jazz Masters
ΙστοσελίδαΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Κιθ Τζάρετ (αγγλικά: Keith Jarrett, 8 Μαΐου 1945 - ) είναι Αμερικανός πιανίστας και συνθέτης.[7] Ο Τζάρετ ξεκίνησε την καριέρα του με τον Αρτ Μπλέικι και αργότερα συνέχισε να παίζει με τους Τσαρλς Λόιντ και Μάιλς Ντέιβις. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ήταν επικεφαλής συγκροτήματος και σόλο ερμηνευτής τζαζ, τζαζ φιούζιον και κλασικής μουσικής. Οι αυτοσχεδιασμοί του προέρχονται από τις παραδόσεις της τζαζ και άλλων ειδών, όπως η δυτική κλασική μουσική, το γκόσπελ, το μπλουζ και η έθνικ φολκ μουσική.

Το άλμπουμ του The Köln Concert, που κυκλοφόρησε το 1975, είναι η πιανιστική ηχογράφηση με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία.[8] Το 2008, ο Τζάρετ εισήχθη στο Down Beat Jazz Hall of Fame μετά την 73η ετήσια δημοσκόπηση που έγινε στους αναγνώστες του περιοδικού.[9]

Το 2003, ο Τζάρετ έλαβε το Πολικό Μουσικό Βραβείο και ήταν ο πρώτος που αναγνωρίστηκε με βραβεία τόσο για τη σύγχρονη όσο και για την κλασική μουσική.[10] Το 2004, έλαβε το Μουσικό Βραβείο Léonie Sonning.

Τον Φεβρουάριο του 2018, ο Τζάρετ υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και έκτοτε δεν μπορούσε να παίξει. Ένα δεύτερο εγκεφαλικό τον Μάιο του 2018 τον άφησε ημιπαράλυτο και δεν μπορούσε να παίξει με το αριστερό χέρι.[11]

Ο Τζάρετ γεννήθηκε στις 8 Μαΐου 1945 στο Άλενταουν της Πενσιλβάνιας[7] από μητέρα σλοβενικής καταγωγής. Η γιαγιά του είχε γεννηθεί στο Σέγκοβτσι της Σλοβενίας.[12] Ο πατέρας του ήταν κυρίως γερμανικής καταγωγής.[13] Μεγάλωσε σε προάστιο του Άλενταουν με σημαντική έκθεση στη μουσική από τα πρώτα του χρόνια.[14]

Ο Τζάρετ επέδειξε εξαιρετικό μουσικό ταλέντο ως παιδί. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου πριν από τα τρίτα του γενέθλια. Σε ηλικία πέντε ετών, εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή ταλέντων.[15] Έπαιξε στο πρώτο του επίσημο ρεσιτάλ πιάνου σε ηλικία επτά ετών, ερμηνεύοντας έργα συνθετών όπως Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και Καμίγ Σεν-Σανς, καθώς και δύο δικές του συνθέσεις.[16] Με την ενθάρρυνση τηε μητέρας του, παρακολούθησε μαθήματα κλασικού πιάνου με μια σειρά από δασκάλους, όπως η Έλινορ Σόκολοφ του Ινστιτούτου Μουσικής Curtis στη Φιλαδέλφεια .

Ο Τζάρετ φοίτησε στο Λύκειο του Έμαους της Πενσιλβάνιας, όπου έμαθε τζαζ. Ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη τζαζ και εμπνεύστηκε από μια συναυλία του Ντέιβ Μπρούμπεκ που παρακολούθησε.[17] Προσκλήθηκε να σπουδάσει κλασική σύνθεση στο Παρίσι με τη Νάντια Μπουλανζέ, αλλά εκείνος είχε ήδη προσανατολιστεί προς την τζαζ και απέρριψε την πρόσκληση.[18]

Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο του Έμαους το 1963, ο Τζάρετ μετακόμισε στη Βοστώνη για να σπουδάσει στο Μουσικό Κολέγιο Μπέρκλι παίζοντας πιάνο σε τοπικά κλαμπ.

Το 1964, ο Τζάρετ μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου έπαιξε στο Village Vanguard του Γκρίνουιτς Βίλατζ.[19] Ο Αρτ Μπλέικι τον προσέλαβε για να παίξει με τους Jazz Messengers. Η εμφάνιση του Τζάρετ στο ζωντανό άλμπουμ των Messengers Buttercorn Lady ήταν η πρώτη του εμπορική ηχογράφηση.[20] Ωστόσο, υπήρξε τριβή μεταξύ του Μπλέικι και του Τζάρετ και ο Τζάρετ έφυγε μετά από τετράμηνη περιοδεία.[21] Σε μια συναυλία, εντοπίστηκε από τον Τζακ Ντετζονέτ, ο οποίος τον συνέστησε στον Τσαρλς Λόιντ.[22] Το κουαρτέτο του Τσαρλς Λόιντ είχε μόλις σχηματιστεί και εξερευνούσε ανοιχτές, αυτοσχεδιαστικές φόρμες κινούμενο σε έδαφος που επίσης εξερευνούσαν, αν και από άλλο στιλιστικό υπόβαθρο, μερικά ψυχεδελικά ροκ συγκροτήματα της Δυτικής Ακτής.[23] Το άλμπουμ τους Forest Flower του 1966 ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες τζαζ ηχογραφήσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960.[24] Προσκλήθηκαν να παίξουν στο The Fillmore του Σαν Φρανσίσκο και κέρδισαν το τοπικό κοινό των χίπις.[25] Το κουαρτέτο περιόδευσε στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μέχρι το Λένινγκραντ και τη Μόσχα.[25] Στη συναυλία τους στο Ρόγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου παρευρέθηκαν οι Beatles.[26] Το συγκρότημα εμφανίστηκε στα περιοδικά Time και Harper's,[25] γεγονός που έκανε τον Τζάρετ δημοφιλή μουσικό της ροκ και τζαζ σκηνής. Η περιοδεία έθεσε επίσης τα θεμέλια για έναν διαρκή μουσικό δεσμό με τον Ντετζονέτ.[23]

Ο Τζάρετ άρχισε να ηχογραφεί δικά του κομμάτια ως επικεφαλής μικρών γκρουπ στην αρχή σε ένα τρίο με τον Τσάρλι Χέιντεν και τον Πολ Μόσιαν. Το Life Between the Exit Signs (1967), το πρώτο του άλμπουμ ως επικεφαλής συγκροτήματος, κυκλοφόρησε από τη Vortex και ακολούθησε το Restoration Ruin (1968).[19] Ο Τζάρετ όχι μόνο αγγίζει ελάχιστα το πιάνο, αλλά παίζει όλα τα υπόλοιπα όργανα σε αυτό το φολκ ροκ άλμπουμ. Επίσης, τραγουδάει και ο ίδιος.[19] Το Somewhere Before, ένα ακόμα τρίο άλμπουμ με τους Χέιντεν και Μόσιαν, κυκλοφόρησε το 1968 από την Atlantic Records.

Ο Τζάρετ στο σεπτέτο του Μάιλς Ντέιβις τον Νοέμβριο του 1971

Το κουαρτέτο του Τσαρλς Λόιντ με τους Τζάρετ, Ρον Μακλούρ και Ντετζονέτ διαλύθηκε το 1968 μετά την ηχογράφηση του Soundtrack λόγω χρηματικών και καλλιτεχνικών διαφορών.[27] Ο Τζάρετ κλήθηκε να συμμετάσχει στο γκρουπ του Μάιλς Ντέιβις όταν ο τρομπετίστας τον άκουσε σε κλαμπ της Νέας Υόρκης.[28] Κατά τη θητεία του με τον Ντέιβις, ο Τζάρετ έπαιζε τόσο ηλεκτρονικό όργανο όσο και πιάνο Rhodes, εναλλάξ με τον Τσικ Κορία. Οι δυο τους εμφανίζονται μαζί σε κάποιες ηχογραφήσεις του 1970, μεταξύ των οποίων η παράσταση του Isle of Wight Festival τον Αύγουστο του 1970 η ταινία Miles Electric: A Different Kind of Blue και το Bitches Brew Live. Μετά την αποχώρηση του Κορία το 1970, ο Τζάρετ έπαιζε συχνά ηλεκτρικό πιάνο και όργανο ταυτόχρονα.[29] Παρά την αυξανόμενη αντιπάθειά του για τα ηλεκτρικά όργανα στη τζαζ, ο Τζάρετ παρέμεινε στο γκρουπ από σεβασμό για τον Ντέιβις και λόγω της επιθυμίας του να συνεργάζεται με τον Ντετζονέτ. Ο Τζάρετ έχει αναφέρει συχνά τον Ντέιβις ως ζωτική μουσική και προσωπική επιρροή.[30]

Ο Τζάρετ παίζει σε πολλά άλμπουμ του Ντέιβις, όπως το Miles Davis at Fillmore, που ηχογραφήθηκε 17-20 Ιουνίου 1970 στο Fillmore East της Νέας Υόρκης και το The Cellar Door Sessions 1970, που ηχογραφήθηκε 16-19 Δεκεμβρίου 1970 στο The Cellar Door της Ουάσιγκτον. Τα πλήκτρα του κατέχουν περίοπτη θέση στο Live-Evil και παίζει ηλεκτρικό όργανο στο Get Up with It. Κάποια άλλα κομμάτια αυτής της περιόδου κυκλοφόρησαν πολύ αργότερα.[31]

Ο Ντετζονέτ έφυγε από το συγκρότημα του Ντέιβις στα μέσα του 1971 και ο Τζάρετ ακολούθησε τον Δεκέμβριο.[32] Ο Τζάρετ σκέφτηκε αργότερα: "Όταν έφυγε ο Τζακ ήξερα ότι θα έπρεπε να φύγω... Κανείς δεν ήξερε όσα ήξερε ο Τζακ ούτε μπορούσε να κάνει ό,τι μπορούσε να κάνει αυτός την ίδια στιγμή. Αυτό ήταν το τέλος της ευελιξίας του συγκροτήματος".[32]

Κουαρτέτα της δεκαετίας του 1970 και Manfred Eicher

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τζάρετ με τον Μάιλς Ντέιβις τον Νοέμβριο του 1971

Το 1971, ο Τζάρετ, ο Χέιντεν και ο Μόσιαν συμμετείχαν σε μια τετραήμερη συνεδρία για την Atlantic Records κατά τη διάρκεια της οποίας ηχογράφησαν το τρίο άλμπουμ The Mourning of a Star και δύο ακόμα άλμπουμ, τα El Juicio (The Judgement) και Birth, στα οποία το τρίο είχε ενισχυθεί με τον σαξοφωνίστα Ντιούι Ρέντμαν.[33] Ο Ρέντμαν έγινε επίσημο μέλος του γκρουπ, το οποίο αργότερα έγινε γνωστό ως «αμερικανικό κουαρτέτο». Ηχογράφησαν πάνω από δώδεκα άλμπουμ σε διάστημα πέντε ετών.[33] Το συγκρότημα συμπληρωνόταν συχνά από έναν επιπλέον μουσικό κρουστών.

Αργότερα το 1971, το κουαρτέτο, με τους Μπράουν και Μορέιρα, ηχογράφησε το Expectations για την Columbia Records, με ενορχηστρώσεις εγχόρδων και πνευστών από τον Τζάρετ.[33] Ωστόσο, η Columbia ξαφνικά άφησε τον Τζάρετ υπέρ του Χέρμπι Χάνκοκ[34] και ο μάνατζερ του Τζάρετ διαπραγματεύτηκε ένα συμβόλαιο με την Impulse! Records,[35] για την οποίοα το γκρουπ ηχογράφησε οκτώ άλμπουμ.

Τα μέλη του κουαρτέτου έπαιζαν διάφορα όργανα. Ο Τζάρετ έπαιζε σοπράνο σαξόφωνο, φλογέρα, μπάντζο, κρουστά και πιάνο. Ο Ράντμαν έπαιζε μουζέτ, ένα κινέζικο όργανο με διπλό καλάμι, και κρουστά, και οι Μόσια και Χέιντεν έπαιζαν διάφορα κρουστά. Ο Χέιντεν έβγαζε επίσης μια ποικιλία ασυνήθιστων ήχων με το ακουστικό του μπάσο, στο κομμάτι "Mortgage on My Soul" του άλμπουμ Birth.[36]

Εκείνη την περίοδο, ο Τζάρετ έλαβε μια επιστολή από τον παραγωγό Μάνφρεντ Άιχερ που τον ρωτούσε αν θα ήθελε να ηχογραφήσει για τη σχετικά νέα δισκογραφική εταιρεία ECM.[37] Ο Τζάρετ εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι τον Άιχερ απασχολούσε πρωτίστως με τη μουσική ποιότητα και όχι το οικονομικό κέρδος.[38] Το αμερικανικό κουαρτέτο του Τζάρετ κυκλοφόρησε δύο άλμπουμ στην ECM, τα The Survivors' Suite και Eyes of the Heart, και η δισκογραφική κυκλοφόρησε επίσης το Ruta and Daitya, που αποτελούνταν από κομμάτια ντουέτο με τους Τζάρετ και Ντετζονέτ που ηχογραφήθηκαν στις αρχές του 1971 και κομμάτια με τον Μάιλς Ντέιβις από κασέτες του Τζάρετ.[35]

Το 1972, ο Άιχερ πρότεινε στον Τζάρετ να συνεργαστεί με τον Νορβηγό σαξοφωνίστα Γιαν Γκαρμπάρεκ, τον οποίο ο Τζάρετ είχε γνωρίσει ενώ βρισκόταν στην Ευρώπη με τον Τσαρλς Λόιντ στα τέλη της δεκαετίας του 1960.[39] Οι αρχικές τους συνεργασίες έθεσαν τις βάσεις για αυτό που θα γινόταν γνωστό ως «ευρωπαϊκό κουαρτέτο», στο οποίο συμμετείχαν επίσης ο Παλ στο μπάσο και ο Τζον Κρίστενσεν στα ντραμς.[40] Το συγκρότημα ηχογράφησε πέντε άλμπουμ για την ECM, το καθένα παιγμένο σε στιλ παρόμοιο με αυτό του αμερικανικού κουαρτέτου, αλλά με πολλά από αβάν-γκαρντ και αμερικάνα στοιχεία να αντικαθίστανται από επιρροές της ευρωπαϊκής λαϊκής και κλασικής μουσικής που χαρακτήριζαν τη δουλειά των καλλιτεχνών της ECM εκείνη την εποχή.

Ο Τζάρετ στην Αντίμπ της Γαλλίας τον Ιούλιο του 2003

Ο Τζάρετ ηχογράφησε μερικά σόλο κομμάτια ζωντανά υπό την καθοδήγηση του Μάιλς Ντέιβις στο Cellar Door της Ουάσιγκτον, τον Δεκέμβριο του 1970. Αυτά έγιναν σε ηλεκτρικά πιάνα (Rhodes and Contempo).[41] Τα περισσότερα μέρη αυτών των ηχογραφημένων σετ κυκλοφόρησαν το 2007 στο The Cellar Door Sessions, με τέσσερις αυτοσχεδιασμούς του Τζάρετ.

Το πρώτο άλμπουμ του Τζάρετ για την ECM με τίτλο Facing You κυκλοφόρησε το 1971. Συνέχισε να ηχογραφεί σόλο στούντιο άλμπουμ για πιάνο κατά διαστήματα στην καριέρα του, όπως Staircase (1976), Invocations/The Moth and the Flame (1981) και The Melody at Night, with You (1999). Το Το Book of Ways (1986) είναι μια στούντιο ηχογράφηση σόλο κλαβίχορδου.

Το 1973, ο Τζάρετ άρχισε να δίνει εντελώς αυτοσχεδιαστικές σόλο συναυλίες και είναι η δημοτικότητα αυτών των ηχογραφήσεων τον έκανε έναν από τους τζαζ καλλιτέχνες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία. Τα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν από αυτές τις συναυλίες ήταν το Solo Concerts: Bremen/Lausanne (1973), το οποία ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Time "τζαζ άλμπουμ της χρονιάς", το The Köln Concert (1975), που έγινε η ηχογράφηση πιάνου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία, το All About Jazz, και το Sun Bear Concerts (1976), ένα σετ 10 LP (και αργότερα 6 CD). Μια άλλη σόλο συναυλία του Τζάρετ, το Dark Intervals, κυκλοφόρησε το 1987.

Μετά από ένα διάλειμμα, ο Τζάρετ επέστρεψε σε εκτεταμένες σόλο αυτοσχεδιαστικές συναυλίες με τα Paris Concert (1990), Vienna Concert (1991), Live at the Royal Festival Hall (1991) και La Scala (1995). Αυτές οι μεταγενέστερες συναυλίες είναι επηρεασμένες περισσότερο από την κλασική μουσική από τις προηγούμενες, αντανακλώντας το ενδιαφέρον του Τζάρετ για συνθέτες όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Στις σημειώσεις του Vienna Concert, ο Τζάρετ αποκάλεσε τη συναυλία το μεγαλύτερο επίτευγμά του και την εκπλήρωση όλων όσα στόχευε να πετύχει. «Έχω φλερτάρει με τη φωτιά καιρό τώρα και πολλές σπίθες έχουν πετάξει στο παρελθόν, αλλά η μουσική σε αυτή την ηχογράφηση μιλά, επιτέλους, τη γλώσσα της ίδιας της φλόγας», γράφει.[42]

Ο Τζάρετ έχει αναφέρει ότι οι καλύτερες εμφανίσεις του ήταν όταν δεν είχε παρά ελάχιστη ιδέα για το τι επρόκειτο να παίξει την επόμενη στιγμή. Είπε επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν "τι κάνει", κάτι που σχετίζεται με αυτό που του είπε ο Μάιλς Ντέιβις εκφράζοντας αμηχανία για το ότι ο Τζάρετ θα μπορούσε να "παίξει από το τίποτα".[43]

Η 100ή σόλο παράσταση του Τζάρετ στην Ιαπωνία καταγράφηκε σε βίντεο στο Suntory Hall του Τόκιο τον Απρίλιο του 1987 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά στο Solo Tribute. Αποτελείται από ένα σύνολο σχεδόν όλων των στάνταρντς. Ένα ακόμη βίντεο, το Last Solo, κυκλοφόρησε το 1987 από μια σόλο συναυλία στην αίθουσα Kan-i Hoken του Τόκιο τον Ιανουάριο του 1984.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Τζάρετ έμαθε ότι πάσχει από σύνδρομο χρόνιας κόπωσης[19] και δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του για μεγάλες περιόδους. Την εποχή αυτή ηχογράφησε το The Melody at Night, with You, μια σόλο προσπάθεια για πιάνο αποτελούμενη από τζαζ στάνταρντς. Το άλμπουμ ήταν αρχικά χριστουγεννιάτικο δώρο στη δεύτερη σύζυγό του, Ρόουζ Αν.[44]

Μέχρι το 2000, ο Τζάρετ είχε ξαναρχίσε τις περιοδείες, τόσο σόλο όσο και με το Standards Trio. Δύο σόλο συναυλίες του 2002 στην Ιαπωνία, οι πρώτες σόλο συναυλίες πιάνου του Τζάρετ μετά την ασθένειά του, κυκλοφόρησαν στο CD Radiance του 2005 (μια πλήρης συναυλία στην Οσάκα και αποσπάσματα από μία άλλη στο Τόκιο) και στο DVD Tokyo Solo του 2006 (ολόκληρη η συναυλία του Τόκιο).

Τον Σεπτέμβριο του 2005, στο Carnegie Hall, ο Τζάρετ πραγματοποίησε την πρώτη του σόλο συναυλία στη Βόρεια Αμερική μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα ως διπλό CD με τίτλο The Carnegie Hall Concert. Στα τέλη του 2008, έπαιξε σόλο στο Salle Pleyel στο Παρίσι και στο Royal Festival Hall στο Λονδίνο. Ήταν η πρώτη φορά που ο Τζάρετ έπαιξε σόλο στο Λονδίνο μετά από 17 χρόνια. Οι ηχογραφήσεις αυτών των συναυλιών κυκλοφόρησαν τον Οκτώβριο του 2009 στο άλμπουμ Paris / London: Testament. Το ντοκιμαντέρ του 2005 The Art of Improvisation, που μεταδόθηκε από το BBC Two στις 12 Νοεμβρίου 2021 ολοκληρώθηκε με το τρίο του να ερμηνεύει μια αναγνωρίσιμη εκδοχή του "Basin Street Blues".[45]

Keith Jarrett Trio, συναυλία στο Μόντρεαλ, 2007

Το 1983, μετά από πρόταση του επικεφαλής της ECM Μάνφρεντ Άιχερ, [46] ο Τζάρετ ζήτησε από τον μπασίστα Γκάρι Πίκοκ και τον ντράμερ Τζακ Ντετζονέτ, με τους οποίους είχε δουλέψει στο άλμπουμ του Πίκοκ Tales of Another (1977), να ηχογραφήσουν ένα άλμπουμ με τζαζ στάνταρνς, με τίτλο Standards. Volume 1. Ακολούθησαν δύο ακόμη άλμπουμ, τα Standards, Volume 2 και Changes, που ηχογραφήθηκαν στην ίδια συνεδρία. Η επιτυχία αυτών των άλμπουμ και η περιοδεία του γκρουπ που ακολούθησε οδήγησε σε αυτό το νέο τρίο στάνταρνς να γίνει ένα από τα κορυφαία τζαζ γκρουπ και σίγουρα ένα από τα πιο ανθεκτικά, αφού συνέχισε να ηχογραφεί και να περιοδεύει για περισσότερα από 25 χρόνια.

Το τρίο έκανε επίσης την παραγωγή ηχογραφήσεων που αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από τολμηρό πρωτότυπο υλικό, όπως το Changeless του 1987. Αρκετά από τα άλμπουμ με στάνταρνς περιέχουν ένα ή δύο πρωτότυπα κομμάτια, μερικά αποδίδονται στον Τζάρετ, αλλά τα περισσότερα είναι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε τζαζ στάνταρνς. Οι ζωντανές ηχογραφήσεις Inside Out και Always Let Me Go (2001 και 2002 αντίστοιχα) σημάδεψαν ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον από το τρίο για την εντελώς αυτοσχεδιαστική free jazz. Σε αυτό το σημείο της ιστορίας τους, η μουσική επικοινωνία μεταξύ αυτών των τριών ανδρών είχε γίνει σχεδόν τηλεπαθητική και οι ομαδικοί αυτοσχεδιασμοί τους συχνά αποκτούν μια πολυπλοκότητα που ακούγεται σχεδόν συντεταγμένη. Το τρίο έκανε συχνές παγκόσμιες περιοδείες σε αίθουσες συναυλιών.[47]

Μια σχετική ηχογράφηση, το At the Deer Head Inn (1992), είναι ένα ζωντανό άλμπουμ με στάνταρνς που ηχογραφήθηκε με τον Πολ Μόσιαν να αντικαθιστά τον Τζετζονέτ, στο Delaware Water Gap της Πενσιλβάνιας, 40 μίλια από την πατρίδα του Τζάρετ, όπου είχε πιάσει την πρώτη του δουλειά ως τζαζ πιανίστας. Ήταν η πρώτη φορά που ο Τζάρετ και ο Μόσιαν έπαιζαν μαζί μετά τη διάλυση του αμερικανικού κουαρτέτου δεκαέξι χρόνια νωρίτερα.

Το Standard Trio διαλύθηκε το 2014 μετά από περισσότερα από 30 χρόνια.[48] Η τελευταία συναυλία τους δόθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2014 στο New Jersey Performing Arts Center, το Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ. Ο Πίκοκ πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2020.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η επιτυχία του Τζάρετ ως τζαζ μουσικού τού έδωσε τη δυνατότητα να διατηρήσει μια παράλληλη καριέρα ως κλασικός συνθέτης και πιανίστας, ηχογραφώντας σχεδόν αποκλειστικά για την ECM Records. Το In the Light του 1973 αποτελείται από μικρά κομμάτια για σόλο πιάνο, έγχορδα και διάφορα σύνολα δωματίου, όπως ένα κουαρτέτο εγχόρδων, ένα κουιντέτο χάλκινων πνευστών και ένα κομμάτι για τσέλο και τρομπόνι. Αυτή η συλλογή καταδεικνύει τη συμπάθεια ενός νεαρού συνθέτη για μια ποικιλία κλασικών στιλ.[49]

Τα Luminessence (1974) και Arbor Zena (1975) συνδυάζουν συνθετικά κομμάτια για έγχορδα με τζαζαυτοσχεδιασμούς μουσικών όπως οι Γιαν Γκαρμπάρεκ και Τσάρλι Χέιντεν. Τα έγχορδα εδώ έχουν μια κυκλοθυμική, στοχαστική αίσθηση που είναι χαρακτηριστική του «ECM ήχου» της δεκαετίας του 1970, και είναι επίσης ιδιαίτερα κατάλληλη για τους έντονους αυτοσχεδιασμούς σαξόφωνου του Γκαρμπάρεκ. Από ακαδημαϊκής σκοπιάς, αυτές οι συνθέσεις απορρίπτονται από πολλούς λάτρεις της κλασικής μουσικής ως ελαφρές, αλλά ο Τζάρετ φάνηκε να εργάζεται περισσότερο προς μια σύνθεση μεταξύ της σύνθεσης και της αυτοσχέδιας μουσικής της στιγμής, παρά για την παραγωγή κλασικών έργων. Από αυτό το σημείο και μετά, ωστόσο, το κλασικό του έργο θα ακολουθούσε πιο συμβατικούς δρόμους.

Το Ritual (1977) είναι ένα κομμάτι σόλο πιάνου που ηχογραφήθηκε από τον Ντένις Ράσελ Ντέιβις και θυμίζει κάπως τις σόλο ηχογραφήσεις πιάνου του Τζάρετ.

Το Celestial Hawk (1980) είναι ένα κομμάτι για ορχήστρα, κρουστά και πιάνο που ο Τζάρετ ερμήνευσε και ηχογράφησε με τη Syracuse Symphony υπό τον Κρίστοφερ Κιν. Αυτό το κομμάτι είναι η μεγαλύτερη προσπάθεια του Τζάρετ ως κλασικού συνθέτη.

Το Bridge of Light (1993) είναι η τελευταία ηχογράφηση κλασικών συνθέσεων που εμφανίστηκε με το όνομα του Τζάρετ. Το άλμπουμ περιέχει τρία κομμάτια γραμμένα για σολίστ με ορχήστρα και ένα για βιολί και πιάνο. Τα κομμάτια χρονολογούνται από το 1984 και το 1990. Την ίδια χρονιά, ο Τζάρετ εμφανίστηκε για μια σόλο συναυλία αυτοσχεδιασμού στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.[50]

Το 1988, η New World Records κυκλοφόρησε το CD Lou Harrison: Piano Concerto and Suite for Violin, Piano and Small Orchestra, με τον Τζάρετ στο πιάνο και τον Ναότο Οτόμι να διευθύνει το κοντσέρτο για πιάνο με τη Νέα Φιλαρμονική της Ιαπωνίας. Ο Ρόμπερτ Χιουζ διηύθυνε τη σουίτα για βιολί, πιάνο και μικρή ορχήστρα. Το 1992 κυκλοφόρησε η συναυλία του Τζάρετ στο Etruscan Concerto της Πέγκι Γκλάνβιλ-Χικς, με τον Ντένις Ράσελ Ντέιβις να διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Μπρούκλιν. Αυτό κυκλοφόρησε από τη Music Masters Classics, με κομμάτια των Λου Χάρισον και Τέρι Ράιλι. Το 1995 η Music Masters Jazz κυκλοφόρησε ένα CD στο οποίο ένα κομμάτι παρουσίαζε τον Τζάρετ να ερμηνεύει το σόλο μέρος για πιάνο στο Lousadzak, ένα κονσέρτο για πιάνο διάρκειας 17 λεπτών από τον Αμερικανό συνθέτη Άλαν Χόβανες. Μαέστρος ήταν πάλι ο Ντέιβις. Οι περισσότερες κλασικές ηχογραφήσεις του Τζάρετ είναι παλαιότερου ρεπερτορίου, αλλά μπορεί να μυήθηκε σε αυτό το σύγχρονο έργο από τον άλλοτε μάνατζέρ του Τζορτζ Αβακιάν, ο οποίος ήταν φίλος του συνθέτη. Ο Τζάρετ έχει επίσης ηχογραφήσει κλασικά έργα για την ECM από συνθέτες όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ, Ντμίτρι Σοστακόβιτς και Άρβο Περτ.

Το 2004, ο Τζάρετ τιμήθηκε με το Μουσικό Βραβείο Léonie Sonning.[51] Το βραβείο συνήθως συνδέεται με κλασικούς μουσικούς και συνθέτες, ενώ ο Μάιλς Ντέιβις είναι ο μόνος άλλος τζαζ ερμηνευτής που το έχει κερδίσει.

Ο Τζάρετ έχει παίξει επίσης τσέμπαλο, κλαβίχορδο, εκκλησιαστικό όργανο, σοπράνο σαξόφωνο και ντραμς. Έπαιζε συχνά σαξόφωνο και διάφορα κρουστά στο αμερικανικό κουαρτέτο, αλλά οι ηχογραφήσεις του μετά τη διάλυση αυτού του συγκροτήματος σπάνια περιείχαν αυτά τα όργανα. Στην πλειονότητα των ηχογραφήσεων του τα τελευταία 20 χρόνια, έχει παίξει μόνο ακουστικό πιάνο.

Στις 15 Απριλίου 1978, ο Τζάρετ ήταν ο μουσικός καλεσμένος στην εκπομπή Saturday Night Live. Η γερμανική ταινία του 2001 Bella Martha, της οποίας σύμβουλος μουσικής ήταν ο ιδρυτής της ECM RecordsΜάνφρεντ Άιχερ, περιλαμβάνει το "Country" του Τζάρετ από το άλμπουμ του ευρωπαϊκού κουαρτέτου My Song, το "U Dance" από το άλμπουμ του Standards Trio Tribute, καθώς και αποσπάσματα από σόλο συναυλίες του Τζάρετ.

Αγωγή κατά του Steely Dan

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ Gaucho το 1980 από το αμερικανικό ροκ συγκρότημα Steely Dan, ο Τζάρετ έκανε αγωγή στο συγκρότημα για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Το ομώνυμο κομμάτι του Gaucho, που ανέφερε ως δημιουργούς τους Ντόναλντ Φάγκεν και Γουόλτερ Μπέκερ, έμοιαζε με το "Long As You Know You're Living Yours" του Τζάρετ από το άλμπουμ του 1974 Belonging. Σε συνέντευξή τους στο περιοδικό Musician, οι Μπέκερ και ο Φάγκεν ρωτήθηκαν για την ομοιότητα μεταξύ των δύο μουσικών κομματιών και ο Μπέκερ είπε ότι του άρεσε η σύνθεση του Τζάρετ, ενώ ο Φάγκεν είπε ότι είχαν επηρεαστεί από αυτή. Μετά τη δημοσίευση των σχολίων τους, ο Τζάρετ έκανε αγωγή και οι Μπέκερ και Φάγκεν υποχρεώθηκαν νομικά να προσθέσουν το όνομά του στους τίτλους και να παράσχουν στον Τζάρετ δικαιώματα.

Αναφορές σε άλλα έργα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζάρετ αναφέρθηκε το 2004 στο επεισόδιο 6 του 5ου κύκλου της σειράς Οι Σοπράνος του HBO. Στο επεισόδιο, τον αναφέρει ο Τόνι Μπλαντέτο ως μέρος των μελλοντικών του σχεδίων.[52]

Ο Τζάρετ αναφέρθηκε επίσης στο επεισόδιο 6 του 2ου κύκλου της σειράς του FX Atlanta το 2018. Σε αυτό το επεισόδιο, με τίτλο "Teddy Perkins", ο Ντάριους παρατηρεί μια φωτογραφία στο σπίτι του Τέντι Πέρκινς και ρωτά αν το άλλο άτομο στη φωτογραφία είναι ο Κιθ Τζάρετ. Ο Πέρκινς λέει ότι είναι.

Ο Τζάρετ ζει σε μια αγροικία του 18ου αι. στο Oxford Township του Νιου Τζέρσεϊ, όπου χρησιμοποιεί έναν παρακείμενο αχυρώνα ως στούντιο για ηχογράφηση και μελέτη.[53]

Ο Τζάρετ ήταν επί χρόνια οπαδός των διδασκαλιών του Γεωργίου Γκουρτζίεφ (1866–1949),[54] και το 1980 ηχογράφησε ένα άλμπουμ με συνθέσεις του Γκουρτζίεφ, που ονομαζόταν Sacred Hymns, για την ECM Records. Οι πρόγονοί του ήταν Χριστιανοί Επιστήμονες, και παρόλο που υποστηρίζει τον πυρήνα του δόγματος, δεν ακολουθεί όλες τις εντολές του και ταυτίζεται επίσης με την παράδοση των σούφι και το μυστικιστικό Ισλάμ.[55]

Το 1964, ο Τζάρετ παντρεύτηκε τη Μάργκο Έρνι, πρώην κοπέλα του από το λύκειο, με την οποία επανασυνδέθηκε στη Βοστώνη. Το ζευγάρι απέκτησε δύο γιους, τον Γκάμπριελ και τον Νόα, και χώρισε το 1979.[56] Αυτός και η δεύτερη σύζυγός του Ρόουζ Αν (το γένος Κολαβίτο) χώρισαν το 2010 μετά από 30 χρόνια γάμου. Ο Τζάρετ έχει τέσσερα μικρότερα αδέρφια, δύο εκ των οποίων ασχολούνται με τη μουσική. Ο Κρις Τζάρετ είναι επίσης πιανίστας και ο Σκοτ Τζάρετ είναι παραγωγός και τραγουδοποιός. Από τους δύο γιους από τον πρώτο του γάμο, ο Νόα Τζάρετ, είναι μπασίστας και συνθέτης και ο Γκάμπριελ Τζάρετ είναι ντράμερ στο Βερμόντ. Ο Κιθ Τζάρετ είναι σήμερα παντρεμένος με την Ακίκο Τζάρετ.[57]

Ο φυλετικός προσδιορισμός του Τζάρετ υπήρξε πηγή σχολιασμού από μέσα ενημέρωσης και ακτιβιστές σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του,[58][59] καθώς έχει αναφέρει ότι τον μπερδεύουν επανειλημμένα με μαύρο. Σε μια συνέντευξη του 2000, ο Τζάρετ αφηγείται ένα περιστατικό στο Φεστιβάλ Τζαζ της Χαϊδελβέργης στην περιοχή του Ρήνου-Νέκαρ της Γερμανίας όταν διαμαρτυρήθηκαν εναντίον του μαύροι μουσικοί για πολιτισμική οικειοποίηση. Μιλά επίσης για μια ξεχωριστή στιγμή στην καριέρα του, όταν ο μαύρος τζαζ μουσικός Ορνέτ Κόλμαν τον πλησίασε στα παρασκήνια και του είπε "Φίλε, πρέπει να είσαι μαύρος".[44]

Σε μια συνέντευξη στις 11 Σεπτεμβρίου 2000, ο Τζάρετ αποκάλυψε ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης τον ανάγκασε να αναθεωρήσει ριζικά τη στάση του απέναντι στο πιάνο, ώστε να συναντά λιγότερη αντίσταση στο πάτημα των πλήκτρων και να συνεχίσει να παίζει.[44]

Ο Τζάρετ υπέστη δύο σοβαρά εγκεφαλικα επεισόδια τον Φεβρουάριο και τον Μάιο του 2018. Μετά το δεύτερο, έμεινε ημιπαράλυτος και πέρασε σχεδόν δύο χρόνια σε μια δομή αποκατάστασης. Αν και έχει ανακτήσει περιορισμένη ικανότητα να περπατά με μπαστούνι και να παίζει πιάνο με το δεξί του χέρι, παραμένει εν μέρει παράλυτος από την αριστερή του πλευρά και δεν αναμένεται να ξαναπαίξει. "Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον μου. Δεν αισθάνομαι αυτή τη στιγμή σαν πιανίστας", είπε ο Τζάρετ στην εφημερίδα The New York Times τον Οκτώβριο του 2020.[60]

  1. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: (Γερμανικά) Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 11  Δεκεμβρίου 2014.
  2. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουλίου 2019.
  3. Ανακτήθηκε στις 4  Μαρτίου 2021.
  4. (Γαλλικά, Ολλανδικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ισπανικά) Musicalics. 84642. Ανακτήθηκε στις 5  Απριλίου 2022.
  5. Montreux Jazz Festival Database. 262. Ανακτήθηκε στις 25  Σεπτεμβρίου 2020.
  6. keith-jarrett.
  7. 7,0 7,1 Colin Larkin, επιμ. (1997). The Virgin Encyclopedia of Popular Music (Concise έκδοση). Virgin Books. σελ. 666/7. ISBN 1-85227-745-9. 
  8. «50 great moments in jazz: Keith Jarrett's The Köln Concert». the Guardian. 31 Ιανουαρίου 2011. 
  9. «BMI Jazz Composers Top 'Downbeat' Readers Poll». bmi.com. 11 Νοεμβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2008. 
  10. «Polar Music Prize». 12 Δεκεμβρίου 2003. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Δεκεμβρίου 2003. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  11. Chinen, Nate (2020-10-21). «Keith Jarrett Confronts a Future Without the Piano» (στα αγγλικά). The New York Times. ISSN 0362-4331. https://www.nytimes.com/2020/10/21/arts/music/keith-jarrett-piano.html. Ανακτήθηκε στις 2020-10-22. 
  12. «Keith Jarrett: 75 let slavnega glasbenika prekmurskih korenin» [Keith Jarrett: 75 years of a famous musician with Prekmurje roots] (στα Σλοβενικά). vestnik.si. Although the lexicons write about him as an American musician, it should be remembered that his grandmother Anna Temlin, with whom he grew up, was from Prekmurje 
  13. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 1.
  14. «Music: Growing Into The Silence». Time. October 23, 1995. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-08-12. https://web.archive.org/web/20130812013424/http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,983616,00.html. Ανακτήθηκε στις 2024-05-26. 
  15. Carr, Ian. Keith Jarrett: The Man and His Music (New York: Da Capo, 1992), p. 8.
  16. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 7.
  17. Iverson, Ethan (Σεπτεμβρίου 2009). «Interview with Keith Jarrett». EthanIverson.com. Ανακτήθηκε στις 24 Ιουνίου 2020. 
  18. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 17.
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 «Keith Jarrett Songs, Albums, Reviews, Bio & Mo...». AllMusic (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2024. 
  20. Carr, Ian. Keith Jarrett, pp. 24–26.
  21. Carr, Ian. Keith Jarrett, pp. 25–26.
  22. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 26.
  23. 23,0 23,1 Carr, Ian, Keith Jarrett, p. 32.
  24. Ballon, John (2 Νοεμβρίου 2003). «Charles Lloyd: Forest Flower». All About Jazz. Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2021. 
  25. 25,0 25,1 25,2 Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 33.
  26. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 36.
  27. Carr, Ian. Keith Jarrett, pp. 38–39.
  28. Carr, Ian. Keith Jarrett, pp. 45–46.
  29. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 50.
  30. Carr, Ian. Keith Jarrett, pp. 52–54.
  31. Davis, Miles. The Complete Jack Johnson Sessions. Columbia/Legacy, 2003.
  32. 32,0 32,1 Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 52.
  33. 33,0 33,1 33,2 Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 56.
  34. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 57.
  35. 35,0 35,1 Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 61.
  36. Mandel, Howard (Αυγούστου 2010). «Keith Jarrett & Charlie Haden: Rare Collaborators». Downbeat. Ανακτήθηκε στις 12 Μαρτίου 2021. 
  37. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 58.
  38. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 59.
  39. Gates, Mike (19 Αυγούστου 2015). «Keith Jarrett at 70». UK Vibe. Ανακτήθηκε στις 12 Μαρτίου 2021. 
  40. Carr, Ian. Keith Jarrett, p. 74.
  41. «Miles Beyond | The Cellar Door». Miles-beyond.com. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  42. Keith Jarrett, liner notes, Vienna Concert, ECM Records, 1992.
  43. «When Keith Jarrett Sits Down at the Piano, Not Even He Knows What He's Going to Play». PEOPLE.com. 
  44. 44,0 44,1 44,2 «Jazz Great Keith Jarrett Discusses Living with Chronic Fatigue Syndrome (CFS)». Prohealth.com. 14 Σεπτεμβρίου 2000. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Αυγούστου 2018. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  45. «BBC Four – Keith Jarrett: The Art of Improvisation». BBC. 
  46. Smith, Steve. "40 Years Old, a Musical House Without Walls". New York Times, December 23, 2009.
  47. Panken, Ted (Αυγούστου 2001). «Keith Jarrett: Acoustic Pianist of the Year». DownBeat. 
  48. «Keith Jarrett's jazz trio releases its first album since disbanding». The Economist. March 16, 2018. https://www.economist.com/prospero/2018/03/16/keith-jarretts-jazz-trio-releases-its-first-album-since-disbanding. Ανακτήθηκε στις October 9, 2019. 
  49. Ginell, Richard S. «Keith Jarrett: In the Light». AllMusic. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2022. 
  50. Χαραμή, Στέλλα (18 Μαΐου 2021). «30 χρόνια Μέγαρο Μουσικής». monopoli.gr. Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2024. 
  51. «[UDV] Léonie Sonnings Musikfond». Int.sonning.clients.pinebits.dk. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Σεπτεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2019. 
  52. "Pipe in a little Keith Jarrett", Yarn, 1999.
  53. Corinna Da Fonseca-Wollheim (January 9, 2009). «A One-of-a-Kind Artist Prepares for His Solo». The Wall Street Journal. https://www.wsj.com/articles/SB123319724806127435. Ανακτήθηκε στις April 8, 2009. 
  54. Chase, Christopher W (5 Νοεμβρίου 2010). «Music, Aesthetics and Legitimation: Keith Jarrett and the 'Fourth Way'». Academia.edu. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2023. 
  55. «DownBeat March 2023». archive.maherpublications.com. Ανακτήθηκε στις 1 Μαρτίου 2023. 
  56. Tim Blangger (14 Σεπτεμβρίου 2008). «Keith Jarrett». Articles.mcall.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Ιανουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2016. 
  57. «The Keith Jarrett Interview». YouTube (στα Αγγλικά). 25 Φεβρουαρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 1 Μαρτίου 2023. 
  58. «Keith Jarrett, Miscegenation & the Rise of the European Sensibility in Jazz in the 1970s». American Academy of Arts & Sciences. 21 Μαρτίου 2019. 
  59. Collier, James Lincoln (January 7, 1979). «Jazz in the Jarrett Mode». The New York Times. https://www.nytimes.com/1979/01/07/archives/jazz-in-the-jarrett-mode-jarrett.html. 
  60. Chinen, Nate (21 Οκτωβρίου 2020). «Keith Jarrett Confronts a Future Without the Piano». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2020. 

 

  • Carr, Ian. Keith Jarrett: The Man and His Music. 1992 (ISBN 0-586-09219-6)
  • Carr, Ian; Fairweather, Digby; Priestley, Brian. The Rough Guide to Jazz. 2003 (ISBN 1-84353-256-5)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]