Κερατοειδικό τατουάζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο κερατόκωνος είναι από τις παθήσεις του ματιού που ενδείκνυται το κερατοειδικό τατουάζ για την αισθητική αποκατάσταση της ίριδας και για την βελτίωση της όρασης.

Το κερατοειδικό τατουάζ ή τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα του ματιού είναι η διαδικασία κατά την οποία γίνεται τατουάζ στον κερατοειδή χιτώνα του ανθρώπινου ματιού. Οι λόγοι που γίνεται αφορούν τη βελτίωση της αισθητικής εμφάνισης και τη βελτίωση της όρασης. Σήμερα υπάρχουν πολλές διαφορετικές μέθοδοι και διαδικασίες αλλά και διάφορες απόψεις σχετικά με την ασφάλεια αυτής της πρακτικής.

Λόγοι εφαρμογής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αιτίες ή λόγοι για την εφαρμογή του κερατοειδικού τατουάζ διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή. Οι περισσότεροι ασθενείς λαμβάνουν θεραπεία για να αλλάξουν την αισθητική εμφάνιση των ματιών τους μετά από κάποια ασθένεια ή ατύχημα. Άλλοι δέχονται θεραπεία για λόγους όρασης, συμπεριλαμβανομένου της μείωσης του περιστασιακού θάμπους του φωτός μέσα στην ίριδα. Οι κερατοειδικές θολερότητες είναι η κύρια αιτία για την υποβολή τατουάζ για αισθητικούς λόγους.

Επανορθωτική αισθητική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασικός λόγος για το κερατοειδικό τατουάζ είναι η αισθητική αλλαγή της εμφάνισης του ματιού. Συνήθως, η ανάγκη για την αλλαγή οφείλεται στην αδιαφάνεια του κερατοειδούς. Οι θολερότητες του κερατοειδούς χιτώνα (οι ουλές του κερατοειδούς που δημιουργούν μια αδιαφανή ή ημιδιαφανή περιοχή στο μάτι) μπορεί να οφείλονται σε λεύκωμα, σε κερατίτιδα, ή σε καταρράκτη.[1] Τέτοιου είδους θολερότητες μπορεί να δημιουργούν προβλήματα αισθητικής φύσεως στην καθημερινότητα του ασθενή. Με το κερατοειδικό τατουάζ επιτυγχάνεται η αλλαγή ενός αποχρωματισμού, με τη μείξη της αδιαφάνειας με το κανονικό χρώμα του ματιού. Οι περισσότεροι γιατροί συμφωνούν πως η διαδικασία θα πρέπει να γίνεται σε ασθενείς που έχουν χάσει την όρασή τους ή δεν αναμένεται να την ανακτήσουν.

Αποκατάσταση όρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνήθως το κερατοειδικό τατουάζ γίνεται στις περιπτώσεις που μπορεί να βελτιώσει την όραση.[2] Σύμφωνα με τον Δρ. Σάμιουελ Λιούις Ζιέγκλερ, ενδείξεις για θεραπεία περιλαμβάνουν ο αλμπινισμός, η ανιριδία, το κολόβωμα, η ιριδοδιάλυση, ο κερατόκωνος, ή η διάχυτη αδιαφάνεια του κερατοειδούς (nebulae of the cornea).[1] Το κερατοειδικό τατουάζ επίσης ενδείκνυται σε ασθενείς που ακόμη βλέπουν ώστε να μειωθεί το συμπτωματικό θάμπος σχετικά με μεγάλες ιριδεκτομές ή τραυματική απώλεια ίριδας.[3]

Η ιστορία του κερατοειδικού τατουάζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κερατοειδικό τατουάζ έχει ιστορία 2000 χρόνων,[4] καθώς αναφέρεται ιστορικά για πρώτη φορά από τον γιατρό του 2ου αιώνα μ.Χ. Γαληνό. Οι τεχνικές του κερατοειδικού τατουάζ ιστορικά είτε έχουν ασκηθεί συχνά είτε έχουν περάσει στην αφάνεια, όμως συνολικά έχουν εξελιχθεί στο πέρασμα του χρόνου.

Πρακτική στην Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωμαίος ιατρός και φιλόσοφος Γαληνός από την Πέργαμο, ήταν ο πρώτος που περιέγραψε το κερατοειδικό τατουάζ το 150 μ.Χ. και η ίδια τεχνική περιγράφεται το 450 μ.Χ. από τον Αέτιο σαν μια προσπάθεια να καλυφθούν οι αδιαφάνειες του ματιού. Και οι δύο γιατροί καυτηρίαζαν την επιφάνεια του κερατοειδούς χιτώνα με καυτό στιλέτο. Μετά την καυτηρίαση, εφάρμοζαν βαφή στο μάτι, χρησιμοποιώντας ποικιλία βαφών, όπως κονιοποιημένο κηκίδι και σίδηρο (δείτε μελάνι από όζο σιδήρου) ή κονιοποιημένη φλούδα ροδιού αναμεμειγμένη με άλας χαλκού. Αυτές οι βαφές χρωμάτιζαν τον κερατοειδή, βελτιώνοντας την αισθητική εμφάνιση του ασθενoύς.[1] Άλλες πηγές αναφέρουν πως ο Γαληνός χρησιμοποιούσε θειικό χαλκό.[5] Πιθανώς χρησιμοποιούσαν αυτή τη μέθοδο μόνο στην περίπτωση ασθενών με σοβαρές περιπτώσεις λευκώματος του κερατοειδούς.[6]

Εξέλιξη των πρακτικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την αναφορά από τον Γαληνό τον 2ο αιώνα μ.Χ., η μέθοδος του τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα δεν ξανααναφέρθηκε μέχρι το 1869, όταν ο οφθαλμοπλαστικός χειρουργός Λούις Βον Γουέκερ εισήγαγε μια νέα μέθοδο. Ο Ντε Γουέκερ, όπως ήταν επίσης γνωστός, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε μαύρη σινική μελάνη για να κάνει τατουάζ σε λεύκωμα στο μάτι. Εφάρμοζε κοκαϊνη στο μάτι για τοπική αναισθησία, το κάλυπτε με ένα παχύ στρώμα διαλύματος μελανιού και εισήγαγε τη χρωστική στον κερατοειδή ιστό με μια αυλακωτή βελόνα.[5] Η μέθοδός του επηρέασε τις μεταγενέστερες μεθόδους. Ο Ζιέγκλερ αναφέρει πολλούς γιατρούς που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα. Ορισμένοι έφτιαξαν εργαλεία κατάλληλα για την εφαρμογή της τεχνικής. Ο Τέιλορ εισήγαγε μια τέτοια μέθοδο. Δημιούργησε ένα σύνολο από βελόνες για να κάνει τατουάζ στο μάτι, αντί να χρησιμοποιεί μια μόνο βελόνα. Ο Ντε Γουέκερ βρήκε αυτήν την μέθοδο να είναι πιο πρακτική. Το 1901, ο Νιέντεν εισήγαγε μια τεχνική βασιζόμενη στην ιδέα της πένας ή παρόμοιας της ηλεκτρικής πένα του Έντισον. Ανακάλυψε πως η ηλεκτρική βελόνα λειτουργούσε πιο γρήγορα και πιο αξιόπιστα απ' ό,τι οι παραδοσιακές μέθοδοι τατουάζ. Ένας άλλος γιατρός ο Αρμαϊγκνάκ, χρησιμοποίησε ένα μικρό χωνί που στερέωνε σε τρία μικρά σημεία στον κερατοειδή. Μετά έβαζε σινική μελάνι στο χωνί και έκανε τατουάζ με τη βοήθεια μιας βελόνας. Ο Αρμαϊγκνάκ ισχυριζόταν πως η μέθοδός του παρήγαγε μια ολοστρόγγυλη κόρη οφθαλμού με μια μόνο εφαρμογή.[1] Άλλοι γιατροί, όπως ο Βίκτορ Μόραξ, δεν έκανε τατουάζ στον κερατοειδή αλλά άλλαζε την εμφάνισή του με άλλους τρόπους. Ο Μόραξ χώριζε τον κερατοειδή ιστό σε δύο κάθετα στρώματα, εισάγοντας τη χρωστική ουσία κάτω από τον κρημνό και την εφαρμογή ενός συμπυκνωμένου μείγματος στο μάτι.[5] Διάφορες μέθοδοι έχουν εισαχθεί κατά τη διάρκεια των χρόνων, που συλλογικά εξέλιξαν βασικές μεθόδους που αποδεδειγμένα είναι οι πιο αποτελεσματικές μέχρι τις μέρες μας.

Διαφορετικές τεχνικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέθοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις μέρες μας υπάρχει πλήθος διαφορετικών τεχνικών. Γενικά στις περισσότερες μεθόδους, η βαφή εφαρμόζεται απευθείας στον κερατοειδή. Ο γιατρός εισάγει τη βελόνα μέσα στο μάτι και εγχέει τη βαφή μέσα στον κερατοειδή χιτώνα.[3] Όλοι οι γιατροί συμφωνούν πως η έγχυση του μελανιού θα πρέπει να γίνεται εντός (intramellarly) ή πλευρικά, κάτι που δίνει ομοιόμορφο χρώμα και ελαχιστοποιεί τον ερεθισμό στο μάτι.[7] Οι τεχνικές έγχυσης του μελανιού ποικίλουν. Σε μια από αυτές, ο γιατρός εφαρμόζει το μελάνι μέσα στον κερατοειδή χιτώνα με πολλαπλές παρακεντήσεις, βουτώντας τη βελόνα στο μελάνι κάθε φορά.[3] Σε μια άλλη, ο γιατρός καλύπτει με μελάνι μια βελόνα που έχει τρεις γωνίες πριν από κάθε παρακέντηση και εγχέει μελάνι με κάθε τρύπημα στο πρόσθιο στρώμα του κερατοειδούς.[4] Ο Σάμιουελ Τεομπάλντ πρώτα τρυπούσε το μάτι με μια βελόνα και έπειτα έτριβε το μελάνι με ένα Ντάβιελ κουρέτ (Daviel curet). Αυτή η τεχνική προλάμβανε τα συχνά ασαφή μέρη της εγχείρισης, πρόβλημα που ήταν γνωστό στους άλλους γιατρούς και επίσης προλάμβανε την επαναλαμβανόμενη έγχυση που κάποιες φορές ήταν απαραίτητη.[8] Μια σχετικά νέα τεχνική, που θεσπίστηκε από τον Αριφ Ο. Κχαν και τον Ντέιβιντ Μέγερ σε ένα άρθρο που παρουσιάστηκε στο Περιοδικό της Αμερικανικής Οφθαλμολογίας, προτείνει πρώτα την αφαίρεση του επιθηλίου του κερατοειδούς. Έπειτα ο ιατρός τοποθετεί ένα φιλτραρισμένο κομμάτι χαρτιού σε διάλυμα χλωριούχου πλατίνας 2% στην περιοχή για δύο λεπτά και ύστερα εφαρμόζει για 25 δευτερόλεπτα ένα δεύτερο φιλτραρισμένο κομμάτι χαρτιού σε διάλυμα υδραζίνης 2%.[9] Ο Γουίλιαμ Τόμσον εφάρμοζε το τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα με μία μέθοδο παρόμοια με τον Νιέντεν. Χρησιμοποιούσε μια μικρή ατσάλινη πένα κατασκευασμένη από τον Τζόζεφ Γκίλοτ, με την μύτη τροποποιημένη στην επιφάνεια κοπής. Το δοχείο θα γέμιζε με μελάνι που αρκούσε για ολόκληρη την εγχείριση, αποφεύγοντας την επαναγέμιση ή την κάλυψη της βελόνας με μελάνι. Αυτή η μέθοδος απέφευγε τα μειονεκτήματα άλλων μεθόδων στις οποίες το μελάνι εμπόδιζε τον γιατρό να ελέγξει τις περιοχές που θα διαχυόταν το μελάνι, εμποδίζοντάς τον να δει τον κερατοειδή.[10] Σήμερα υπάρχουν πληθώρα μεθόδων με πλήθος τεχνικών και μέσων.

Διαφορετικά μελάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλών ειδών μελάνια έχουν χρησιμοποιηθεί για τον χρωματισμό του κερατοειδούς. Σήμερα, το μελάνι της Ινδίας είναι το πιο συνηθισμένο, δίνοντας ένα ασφαλές και μακράς διάρκειας αποτέλεσμα,[3] όμως και άλλες χρωστικές χρησιμοποιούνται όπως αυτές που περιλαμβάνουν μεταλλικά χρώματα σε μορφή σκόνης, διάφορες οργανικές βαφές και χρωστικές από τον ραγοειδή χιτώνα ματιών ζώων.[6] Δύο διαφορετικές τεχνικές υπάρχουν: η χημική βαφή με χλωριούχο χρυσό ή πλατίνα και ο εμποτισμός με άνθρακα. Ο Γουόλτερ Σεκούντο και άλλοι στο Βρετανικό περιοδικό Οφθαλμολογίας, υποστηρίζουν ότι η τεχνική του χημικού χρωματισμού είναι ευκολότερη και γρηγορότερη απ' ό,τι ο εμποτισμός με άνθρακα, όμως η τεχνική αυτή παράγει ένα αποτέλεσμα που ξεθωριάζει γρηγορότερα από το μη μεταλλικό τατουάζ. Οι δυτικοί γιατροί συνήθως χρησιμοποιούν την τεχνική με χημική βαφή. Μερικές χημικές βαφές που χρησιμοποιούνται συχνά είναι η πλατίνα ή ο χλωριούχος χρυσός που παράγουν μια μαύρη κηλίδα.[11] Ο εμποτισμός με άνθρακα περιλαμβάνει τη χρήση μελανιού της Ινδίας, κινεζικού μελανιού, λαμπ μπλακ ινκ (lamp black ink) και άλλων οργανικών βαφών.[11] Οι καθηγήτριες πανεπιστημίων της Βουλγαρίας Σνεζίνα Βασίλεβα και Ευγενία Ιριστακίεβα, υποστηρίζουν πως το μελάνι της Ινδίας είνα ασφαλές και με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα όταν είναι αραιωμένο στη σωστή αναλογία και είναι η πιο συνηθισμένη μέθοδος που χρησιμοποιείται σήμερα.[3]

Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά πλεονεκτήματα του κερατοειδικού τατουάζ περιλαμβάνουν την επιτυχημένη και μικρής διάρκειας αποθεραπεία. Ο Τζέι-Έουν Λι και άλλοι, σε άρθρο του Άκτα Οφθαλμολότζικα Σκαντινάβικα (Acta Ophthalmologica Scandinavica) υποστηρίζει ότι «το κερατοειδικό τατουάζ με την ενδοστρωματική έγχυση μελανιού της Ινδίας στην περιοχή της αμνιωτικής μεμβράνης είναι μια εξαιρετικά χρήσιμη μέθοδος που επιτυγχάνει καλά αισθητικά αποτελέσματα.»[2] Συχνά, η μέθοδος είναι εξαιρετικά επιτυχής και μειώνει την αισθητική διαφορά όποιας θολερότητας του κερατοειδούς. Το τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα μπορεί επίσης να μειώσει το θάμπος μέσα στο μάτι εξαιτίας της απώλειας της ίριδας και αυξάνει την οπτική οξύτητα.[11] Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ Τζέι. Εν. Ρόι, επισημαίνει στο περιοδικό της Καναδικής Ιατρικής Εταιρίας ότι «η τοποθέτηση ενός επιδέσμου πάνω στο μάτι που έχει γίνει τατουάζ δεν ενδείκνυται αλλά η χρήση κοινών χρωματιστών γυαλιών είναι υπεραρκετή.» Επιπρόσθετη θεραπεία μετά τη διαδικασία, σύμφωνα με τον Ρόι, περιορίζεται στη χρήση χρωματιστών γυαλιών.[5]

Μειονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά από τα μειονεκτήματα του τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα είναι η δυσκολία εκτέλεσης της διαδικασίας και οι κίνδυνοι που ελλοχεύει όπως η πιθανότητα τύφλωσης. Το κερατοειδικό τατουάζ είναι δύσκολο να εφαρμοστεί με ακρίβεια. Συχνά, η περιοχή στην οποία γίνεται το τατουάζ ξεθωριάζει με τον χρόνο και σπανίως παραμένει μόνιμα. Το μέγεθος της περιοχής επίσης συρρικνώνεται με το χρόνο.[12] Μερικές φορές, τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα και ίσως χρειαστεί να ξαναγίνει τατουάζ στο μάτι.[13] Επίσης, τα αποτελέσματα μπορεί να μην διαρκέσουν μακροπρόθεσμα εξαιτίας των πολλαπλών τομών και πολλαπλών ρήξεων που μπορεί να προκαλέσουν υποτροπιάζουσες κερατοειδείς διαβρώσεις.[4] Τέλος, όχι όλες οι περιπτώσεις λευκώματος ανταποκρίνονται στο τατουάζ. Ο Τζέι. Εν. Ρόι υποστηρίζει, ότι «όλα τα λευκώματα δεν έχουν την ίδια ανταπόκριση στην παρέμβαση, η οποία θα πρέπει να γίνεται μόνο σε εκείνα που παρουσιάζουν παλιές, σταθερές και επίπεδες κερατοειδείς ουλές.»[5] Ακόμα, υπάρχουν ορισμένοι υπολογίσιμοι κίνδυνοι σχετικά με το κερατοειδικό τατουάζ. Ορισμένοι ασθενείς παραπονιούνται ότι αισθάνονται σαν κάτι να υπάρχει στο μάτι τους και ελαφρά ερυθρότητα.[5] Το μελάνι μπορεί να μην παραμείνει στον κερατοειδή και ενδεχομένως να προκαλέσει κερατίτιδα.[13] Άλλες επιπλοκές περιλαμβάνουν «τοξικές αντιδράσεις, ιριδοκυκλίτιδα, επίμονες αλλοιώσεις του επιθηλίου του κερατοειδούς και έλκη του κερατοειδούς.»[14] Εν συντομία, το τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα μπορεί να μην είναι πάντα επιτυχημένο και οι γιατροί να έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα όπως το ξεθώριασμα, την συρρίκνωση, τις επιπλοκές και τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.

Εξέλιξη της τεχνολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόοδος της τεχνολογίας έχει περιορίσει με τον καιρό την πραγματική εφαρμογή του κερατοειδικού τατουάζ. Αντ' αυτού, μερικές από τις ακόλουθες τεχνικές χρησιμοποιούνται για να καλύψουν όποιο ουλώδη ιστό του κερατοειδούς χιτώνα: με κερατοειδές μόσχευμα, κερατοειδοπλαστικές τεχνικές και χρωματιστούς φακούς επαφής.[11] Ακόμα, η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει μειώσει την πιθανότητα ανάπτυξης ενός πυκνού κερατοειδούς λευκώματος, με την χρήση χημειοθεραπείας, αντιβιωτικών και την αποφυγή «ριψοκίνδυνων θεραπειών».[13] Αν και η πρόοδος της τεχνολογίας έχει μειώσει την δημοτικότητα του τατουάζ του κερατοειδούς χιτώνα του ματιού, ορισμένοι το εφαρμόζουν ακόμα. Ο Σεκούντο και άλλοι, έχουν την πεποίθηση πως ο συνδυασμός της νέας τεχνολογίας και των παλαιών τεχνικών μπορεί να αυξήσουν τη δημοτικότητα του τατουάζ μελλοντικά.[11]

Δείτε ακόμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Ziegler, S. Lewis. "Multicolor Tattooing of the Cornea." 71-87.
  2. 2,0 2,1 Lee, Ji-Eun. "Corneal tattooing to mask subsequent opacification after amniotic membrane grafting for stromal corneal ulcer." Acta Ophthalmologica Scandinavica 2006; 84: 696-698.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Vassileva, Snejina and Evgeniya Hristakieva. "Medical Applications of Tattooing." Clinics in Dermatology 2007; 25:367-374
  4. 4,0 4,1 4,2 Pitz, S. et al. "Corneal tattooing: an alternative treatment for disfiguring corneal scars." British Journal Ophthalmology 2003; 86:397-399.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 Roy, J.N. "Tattooing of the Cornea." The Canadian Medical Association Journal 1938. 436-438.
  6. 6,0 6,1 Kobayashi, Akira and Kazuhisa Sugiyama. "In Vivo Confocal Microscopy in a Patient with Keratopigmentation (Corneal Tattooing)." Cornea 2005; 24:2:238-240.
  7. Panda, A. et al. "Corneal Tattooing." British Journal of Ophthalmology. 1461.
  8. Theobald, Samuel. "A Practical Point in the Technic of Corneal Tattooing, the Value of Which is Not Commonly Recognized." 225-226.
  9. Khan, Arif O. and David Meyer. "Corneal tattooing for the treatment of debilitating glare in a child with traumatic iris loss." American Journal of Ophthalmlogy 2005; 920-921.
  10. Thomson, William. "An Instrument for Tattooing the Cornea."
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 Sekundo, Walter et al. "Long term ultrastructural changes in human corneas after tattooing with nonmetallic substances." British Journal Ophthalmology 1990; 83:219-224.
  12. Duggan, Jamshedji N. and B.P. Nanavati. "Tattooing of Corneal Opacity with Gold and Platinum Chloride." British Journal of Ophthalmology. 419-425.
  13. 13,0 13,1 13,2 Doggart, James H. "Significance of Colour Change in the Cornea." British Journal of Ophthalmology 1959; 43:13-20.
  14. Sharma, A. et al. "Granulomatous Keratitis following Corneal Tattooing." Indian Journal of Ophthalmology 2003; 51.3:265-267.