Τατουάζ στη Μιανμάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βιρμανός νεαρός άνδρας, 1912

Τo τατουάζ στη Μιανμάρ ήταν ένα ευρέως διαδεδομένο έθιμο που εξασκούνταν από διάφορες εθνικές ομάδες όπως οι Bamar, οι Shan και οι Karen μέχρι τον 20ο αιώνα. Το τατουάζ ήταν ένα διακριτικό πολιτισμικού δείκτη. Για παράδειγμα, οι Arakanese που σχετίζονται με τους Bamar δεν έκαναν τατουάζ.[1] Οι Mon έκαναν τατουάζ αλλά όχι στους μηρούς σε αντίθεση με τους Bamar.[2]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έθιμο του τατουάζ μεταξύ των Bamar προέρχεται από τους Shan, που πίστευαν ότι τα τατουάζ είχαν μαγικές ή πνευματικές ικανότητες και τα χρησιμοποιούσαν ως φυλαχτά και προστατευτικά γούρια.[3] Η πρακτική αυτή συνέπεσε με τον έλεγχο της Άνω Βιρμανίας από τα κράτη των Shan από τον 14ο αιώνα έως τον 17ο αιώνα και καθώς οι ίδιοι οι Shan έκαναν τατουάζ εισήγαγαν αυτήν την πρακτική και στους Bamar.[4]

Ωστόσο, με την έναρξη της αποικιοκρατίας στη Βιρμανία η πρακτική του τατουάζ γρήγορα σταμάτησε ιδιαίτερα στις Βιρμανικές πόλεις.[4] Κατά τη διάρκεια του 1930, υπήρξε αναβίωση της δημοτικότητας του τατουάζ μεταξύ των ανταρτών που συμμετείχαν στις αγροτικές και χιλιετείς εξεγέρσεις.[5] Οι ίδιοι οι άνδρες έκαναν τατουάζ για να προστατεύονται από τις σφαίρες και τα μαχαίρια.[5] Η πρακτική των τατουάζ είναι δημοφιλής στη νεολαία της Βιρμανίας.[6]

Χρωστικές ουσίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χρωστικές που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για τα τατουάζ της Μιανμάρ (Βιρμανίας) ήταν το αραιωμένο κόκκινο του θειούχου υδράργυρου και αιθάλη από λάμπα πετρελαίου.[7] Για το μαύρο χρώμα, χρησιμοποιούσαν αιθάλη αναμεμειγμένη με αποξηραμένη χοληδόχο κύστη ψαριών ή βοοειδών σε μορφή σκόνης, βρασμένα σε νερό και σιγοβρασμένα με φύλλα από πικρό πεπόνι.[7] Το προϊόν συρρικνωνόταν σε πάστα και αποξηραινόταν μέχρι τη χρήση.[7] Το χρώμα που προέκυπτε ήταν πρασινωπό και ταμποναριζόταν στις τρυπημένες περιοχές του δέρματος με φύλλα Senna siamea ή Brugmansia suaveolens.[7]

Το τατουάζ στους άντρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν όλοι οι άντρες Bamar έκαναν τατουάζ σε παιδική ηλικία (μεταξύ των ηλικιών 8 και 14), [8] από τη μέση μέχρι τα γόνατα.[9] Τα σχέδια του τατουάζ ήταν διακοσμητικές μιμήσεις από αραβουργήματα με ζώα και μυθικά πλάσματα, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων, γάτων, πιθήκων και τσιτάχ.[1] Για τους Bamar το τατουάζ στη μέσης γινόταν με μαύρη χρωστική ουσία και γινόταν πριν ή αμέσως μετά την προσωρινή χειροτονία στο μοναχισμό, μια σημαντική τελετής ενηλικίωσης για τους άνδρες.[1] Σε άλλα μέρη του σώματος έκαναν τατουάζ με κόκκινο χρώμα.[1] Μεταξύ των Shan, οι μπλε ή κόκκινες χρωστικές ουσίες ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, όπως επίσης τα γούρια και οι καβαλιστικές μορφές όπως τα τατουάζ γιάντρα.[8][10]

Το τατουάζ ήταν μια επίπονη διαδικασία που απαιτούσε εκτεταμένη χρήση οπίου ως παυσίπονο[8]. Ένας επαγγελματίας καλλιτέχνης τατουάζ χρησιμοποίησε ένα hnitkwasok ένα μεγάλο διπλό ορειχάλκινο ή σίδερένιο εργαλείο με σχισμή 2 ιντσών ( 51 χιλιοστά) παρόμοιο με ένα διπλό μυτερό στυλό για να τρυπήσει το δέρμα. [1][8] Η ολοκλήρωση των τατουάζ έπαιρνε από 3 έως 6 ημέρες.[8]

Το τατουάζ στις γυναίκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια γυναίκα Chin με τατουάζ, 2009.

Οι γυναίκες Chin του Νότου είχαν επίσης τατουάζ στα πρόσωπά τους με λεπτές γραμμές από μπλε χρωστικές ουσίες, ώστε να αποθαρρύνουν τους εισβολείς από το να τις απαγάγουν.[11] Οι γυναίκες Chin έκαναν συνήθως τατουάζ μεταξύ των ηλικιών 15 και 20.[12] Το έθιμο αυτό σταμάτησε γρήγορα ύστερα από την απαγόρευση από το σοσιαλιστικό καθεστώς της Βιρμανίας στη δεκαετία του 1960 και την αποτροπή από τους Χριστιανούς ιεραπόστολους.[13][14] Οι γυναίκες Mro έκαναν επίσης τατουάζ με τη μορφή μικρών σημαδιών ή αστεριών στο μάγουλο, στο μέτωπο ή στους μαστούς.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Gait, Edward Albert (1902). Census of India, 1901. 12. Office of the Superintendent of Government Printing. 
  2. Lieberman, Victor B. (1978). «Ethnic Politics in Eighteenth-Century Burma». Modern Asian Studies (Cambridge University Press) 12: 455–482. doi:10.1017/s0026749x00006235. 
  3. Paquette, David (February 2008). «Tattoo not Taboo». The Irrawaddy. http://www2.irrawaddy.org/article.php?art_id=10096. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτ 2013. 
  4. 4,0 4,1 Cochrane, Henry Park (1904). Among the Burmans: A Record of Fifteen Years of Work and Its Fruitage. Judson Press. 
  5. 5,0 5,1 Tarling, Nicholas (1998). Nations and States in Southeast Asia. Cambridge University Press. σελ. 110. ISBN 9780521625647. 
  6. Maung, Manny (24 Ιουν 2013). «Inked for life». Myanmar Times. http://www.mmtimes.com/index.php/lifestyle/7257-inked-for-life.html?limitstart=0. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτ 2013. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Thanegi. «Tattoo Traditions in Myanmar». Enchanting Myanmar. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2013. 
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 The Baptist Missionary Magazine. 51-52. American Baptist Foreign Mission Society. 1871. σελίδες 107–108. 
  9. Balfour, Edward (1885). The Encyclopædia of India and of Eastern and Southern Asia. 2. Harvard University. σελ. 291. 
  10. Scott, James George (1910). The Burman: his life and notions. Macmillan and Co. σελίδες 39–47. 
  11. White, Herbert Thirkell (2011). Burma. Cambridge University Press. ISBN 9781107600676. 
  12. Myo Myo. «A symbol of Chin identity fades away». Myanmar Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-02-14. https://web.archive.org/web/20130214062952/http://mmtimes.com/2010/news/515/n51512.html. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτ 2013. 
  13. «Tattooed Chin women lure tourists to remote region». Myanmar Times. 25 Απρ 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2013-10-08. https://archive.is/20131008004844/http://www.mmtimes.com/2011/news/572/news57207.html. Ανακτήθηκε στις 27 September 2013. 
  14. Nyein Ei Ei Htwe (17 November 2013). «Chin tattoos: a fading tradition». Myanmar Times. http://www.mmtimes.com/index.php/lifestyle/8791-tradition-s-fading-marks.html. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουλ 2015. 

Δείτε ακόμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]