Ιωάννης της Εφέσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης της Εφέσου
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 507 (περίπου)
Ντιγιάρμπακιρ
Θάνατος 588
Υπηκοότητα Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Συριακή γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα εκκλησιαστικός ιστορικός
ιστορικός
συγγραφέας[1][2][3]
ιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Επίσκοπος

Ο Ιωάννης της Εφέσουτης Ασίας) (περ. 507 – περ. 588) ήταν ηγέτης της Προχαλκηδονικής που μιλούσε συριακά Εκκλησίας του 6ου αιώνα, και ένας από τους πρώτους και πιο σημαντικούς ιστορικούς που έγραψαν στη συριακή γλώσσα.

Ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στην Άμιδα (το σημερινό Ντιγιαρμπακίρ στην Τουρκία), περίπου το 507 χειροτονήθηκε διάκονος περίπου το 529 από τον Ιωάννη της Τέλλα στο Μοναστήρι από Zuqnin[4], αλλά το 534 τον βρίσκουμε στην Παλαιστίνη ενώ το 535 πάει στην Κωνσταντινούπολη. Ο λόγος που έφυγε από την Άμιδα μπορεί να ήταν η πανούκλα που ξέσπασε στην πόλη το 542. Όμως ήδη ταξίδευε στην περιοχή και πριν, προκειμένου να συγκεντρώσει ιστορίες για τους βίους αγίων του. Επέστρεψε στην Άμιδα στην αρχή της σφοδρής δίωξης εναντίον των Μονοφυσιτών από τον πατριάρχη της Αντιοχείας Εφραίμ, και τον Αρχιεπίσκοπο της Άμιδας Αβραάμ (περ. 520-541). Περίπου το 540 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, η οποία έγινε και η κατοικία του.

Εκεί φαίνεται ότι από νωρίς κέρδισε την προσοχή του Ιουστινιανού Α´, ένας από τους κύριους στόχους της πολιτικής του οποίου ήταν η εδραίωση της Ανατολικής Εκκλησίας ως προπύργιου ενάντια στην Ζωροαστρική δύναμη της Περσίας, μέσω διώξεων όλων των παγανιστών που είχαν απομείνει ανά την Αυτοκρατορία. Έχει ειπωθεί από τον Βαραδαίο (ή Μπαρ Εμπραίο, Εκκλ. Χρον. i. 195) ότι ο Ιωάννης διαδέχτηκε τον Άνθιμο ως Μονοφυσίτης επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης, αλλά αυτό είναι κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένο. Σε κάθε περίπτωση, ο Ιωάννης απολάμβανε την εύνοια του αυτοκράτορα μέχρι το θάνατο του τελευταίου το 565, και –όπως ο ίδιος μας λέει- του είχε ανατεθεί η διαχείριση όλων των εσόδων της Μονοφυσιτικής Εκκλησίας.

Στάλθηκε από τον Ιουστινιανό σε μια αποστολή προσηλυτισμού τον παγανιστών που είχαν απομείνει στην Μικρά Ασία το 542, και μας πληροφορεί ότι ο αριθμός αυτών που βάπτισε ήταν 70.000. Έχτισε επίσης ένα μοναστήρι στις Τράλλεις στους λόφους που περιβάλουν την κοιλάδα του Μαιάνδρου, και πάνω από 90 άλλα μοναστήρια, κυρίως πάνω στους κατεδαφισμένους παγανιστικούς ναούς. Για την αποστολή του στους Νούβιους που οργάνωσε αλλά ο ίδιος δεν επισκέφτηκε τη χώρα τους, δίνεται μια ενδιαφέρουσα αναφορά στο τέταρτο βιβλίου του τρίτου μέρους της Ιστορίας του. Το 558 χειροτονήθηκε επίσκοπος της Εφέσου για την Μονοφυσιτική Εκκλησία από τον Ιάκωβο Βαραδαίο (ή Μπαρ Εμπρέο).

Το 546 ο αυτοκράτορας του εμπιστεύτηκε την εκρίζωση της κρυφής εξάσκησης της ειδωλολατρίας στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Το έργο αυτό το έφερε εις πέρας ένθερμα, βασανίζοντας όλους τους ύποπτους για το "φαύλο ειδωλολατρικό σφάλμα", όπως το αποκαλούσε ο ίδιος ο Ιωάννης, και ανακαλύπτοντας ότι η λατρεία των αρχαίων θεών μεταξύ των τάξεων της αριστοκρατίας της Αυτοκρατορίας ήταν αρκετή. Οι τύχη του όμως άλλαξε, με την άνοδο στο θρόνο του Ιουστίνου Β'. Περίπου το 571 ο Ιωάννης Γ΄ Σχολαστικός, ο ορθόδοξος, ή Χαλκηδόνιος Πατριάρχης άρχισε -με την έγκριση του αυτοκράτορα- σφοδρή δίωξη των ηγετών της Μονοφυσιτικής Εκκλησίας, και ο Ιωάννης ήταν μεταξύ εκείνων που πλήχτηκαν περισσότερο. Μας μεταφέρει λεπτομερή αναφορά για αυτά που υπέφερε στη φυλακή, την απώλεια των πολιτικών του δικαιωμάτων κ.τ.λ., στο τρίτο μέρος της Ιστορίας του. Τα τελευταία γεγονότα που κατέγραψε χρονολογούνται το 588, και δεν μπορεί να είχε ζήσει πολύ παραπάνω, αν και δεν γνωρίζουμε τίποτα για τις περιστάσεις του θανάτου του.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κυριότερο έργο του Ιωάννη είναι η Εκκλησιαστική Ιστορία του, η οποία καλύπτει πάνω από έξι αιώνες, από την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα μέχρι το 588 μ.Χ., αν και ο Ιωάννης ακολουθεί την Εποχή των Σελευκιδών (σύστημα χρονολόγησης που αρχίζει το 311 π.Χ.).[5]. Αποτελούταν από τρία μέρη, το καθένα από τα οποία περιλαμβάνει έξι βιβλία. Το πρώτο μέρος φαίνεται ότι έχει χαθεί εξολοκλήρου. Το δεύτερο, που εκτίνεται από τον [Θεοδόσιος Β΄| Θεοδόσιος Β΄]] ως τον έκτο ή έβδομο χρόνο του Ιουστίνου Β΄, είχε, σύμφωνα με τον François Nau, αναπαραχθεί εντελώς, ή σχεδόν εντελώς με τα λόγια του Ιωάννη στο τρίτο μέρος του Χρονικού που μέχρι πρότινος αποδιδόταν στον πατριάρχη της Αντιόχειας Διονύσιο, αλλά που στην ουσία αυτός που ανθολόγησε τα κείμενα είναι άγνωστος. Σύγχρονοι ερευνητές έχουν αποδείξει ότι είναι πιθανόν να λείπουν μεγάλα κομμάτια. Από αυτό το δεύτερο μέρος της Ιστορίας του Ιωάννη, στο οποίο πιθανόν να έχει ενσωματώσει το λεγόμενο Χρονικό του Ιησού του Στυλίτη, μεγάλα αποσπάσματα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο, χειρόγραφα Add. 14647 και 14650, τα οποία έχουν εκδοθεί στον δεύτερο τόμο Συριακά Ανέκδοτα του Jan Pieter Land. Το σύνολο παρουσιάζεται καλύτερα στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Το τρίτο μέρος της Ιστορίας του Ιωάννη, το οποίο είναι μια λεπτομερή καταγραφή των εκκλησιαστικών γεγονότων που συνέβησαν το 571-588, όπως και μερικά προηγούμενα περιστατικά, σώζεται σχεδόν στην ολότητά του στο χειρόγραφο Add. 14640 του Βρετανικού Μουσείου, χειρόγραφο του έβδομου αιώνα. Αποτελεί μια αναφορά εκείνης της ιστορικής εποχής ανεκτίμητη για τον σύγχρονο ιστορικό. Η κάπως αποδιοργανωμένη κατάσταση, η έλλειψη χρονολογικής σειράς, και η περιστασιακή επανάληψη γεγονότων οφείλονται, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας, στο ότι το έργο γράφηκε σχεδόν όλο σε καιρούς διώξεων. Η ίδια αιτία μπορεί να εξηγεί και το πρόχειρου Συριακό χαρακτήρα του έργου. Ο συγγραφέας διατείνεται ότι αντιμετώπισε το θέμα του έργου αμερόληπτα, και ενώ αυτό είναι γραμμένο από τη στενή οπτική γωνία κάποιου που η Μονοφυσιτική "ορθοδοξία" ήταν σημαντικότατη, όντως το περιεχόμενο είναι προφανής πιστή αναπαραγωγή των γεγονότων έτσι όπως συνέβησαν.

Το άλλο γνωστό έργο του Ιωάννη είναι μια σειρά από Βιογραφίες Ανατολικών Αγίων, που γράφηκαν περίπου του 569. Αυτές έχουν επιμεληθεί στα Συριακά Ανέκδοτα του Land, ii. 1-288, και μεταφραστεί στα Λατινικά από τον Douwen και τον Land (Άμστερνταμ, 1889), και στα Αγγλικά από τον Brooks (Patrologia Orientalis τόμοι 17-19, 1923–26).


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. rumkatkilise.org/nubia.htm.
  2. jessezink.com/2012/06/11/learning-from-the-past/.
  3. publishing.cdlib.org/ucpressebooks/view?docId=ft3d5nb1n1&chunk.id=d0e982&toc.id=d0e982&brand=ucpress.
  4. Uhlig, Siegbert (2007). Encyclopaedia Aethiopica: He-N. Otto Harrassowitz Verlag, σελ. 296. ISBN 978-3-447-05607-6. http://books.google.com/books?id=l4WUdKWGcYsC&pg=PA296. Ανακτήθηκε στις 17 July 2012. 
  5. Peter Charanis, "On the Question of the Hellenization of Sicily and Southern Italy During the Middle Ages", American Historical Review, 52:1 (1946), p. 82.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα John of Ephesus της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).