Ιχθυολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιχθυολογία είναι η επιστημονική μελέτη των ψαριών και αποτελεί έναν ιδιαίτερο και σημαντικό επιστημονικό κλάδο της Ζωολογίας.

Περιλαμβάνει τη μελέτη και έρευνα των Οστεϊχθύων, των Χονδριχθύων και των Αγνάθων. Ενώ πολλά είδη έχουν ανακαλυφθεί, περίπου 250 νέα είδη περιγράφονται επίσημα κάθε χρόνο. Σύμφωνα με την FishBase, 33.400 είδη ψαριών περιγράφηκαν τον Οκτώβριο του 2016.

Οι πρώτες ιχθυολογικές γνώσεις βρίσκονται σε συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων (στη ζωολογία του Αριστοτέλη) καθώς και σε κείμενα και Λατίνων ποιητών όπως του Οπιανού, Πλίνιου κ.ά.

Τα ψάρια αποτελούν πάνω από τα μισά από τα 48.000 είδη των σπονδυλωτών σήμερα. Μαζί με την καταπληκτική ταξινομική ποικιλότητα έρχεται και μια εξίσου εντυπωσιακή ποικιλότητα περιβαλλόντων. Τώρα, και στο παρελθόν, τα ψάρια καταλαμβάνουν όλα σχεδόν τα κύρια υδατικά συστήματα, από λίμνες και πολικούς ωκεανούς που καλύπτονται με πάγο το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, σε τροπικά έλη, παροδικές λίμνες, παλιρροιακές λιμνούλες, βάθη των ωκεανών, και όλα τα λιγότερο ακραία περιβάλλοντα που βρίσκονται μεταξύ αυτών των ακραίων συνθηκών.

Τα ψάρια έχουν υπάρξει οικολογικά κυρίαρχα είδη σε υδατικά οικοσυστήματα κατά το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης «σύνθετης» ζωής. Για να αποικούν και να ανθούν σε τέτοια ποικιλία περιβαλλόντων, τα ψάρια εξέλιξαν φανερές ανατομικές, φυσιολογικές, ηθολογικές και οικολογικές προσαρμογές. Μαθητές της εξέλιξης και ειδικά της εξέλιξης των ψαριών βοηθούνται από ένα εκτεταμένο αρχείο απολιθωμάτων που πηγαίνουν πίσω 500 εκατομμύρια χρόνια. Όπως προαναφέρθηκε, τα ψάρια είναι εξαιρετικά δείγματα της εξέλιξης, χρησιμοποιούνται για ζωντανό παράδειγμα της στενής σχέσης μεταξύ σχήματος και λειτουργίας, μεταξύ περιβάλλοντος και προσαρμογής. Προσαρμογή και ποικιλότητα είναι αλληλένδετα καθ’ όλη τη διάρκεια της εξελικτικής ιστορίας των ψαριών.


Γεωγραφικά οι μεγαλύτερες ποικιλότητες ψαριών (περισσότερα είδη) βρίσκονται στους τροπικούς. Τα περισσότερα ψάρια της θάλασσας βρίσκονται στον  Ινδό-Ειρηνικό Ωκεανό ενώ τα περισσότερα ψάρια γλυκών νερών βρίσκονται στη Νοτιοανατολική Ασία, στη Νότιο Αμερική και στην Αφρική.

Τα ψάρια υπάρχουν σε όλα τα υδατικά οικοσυστήματα που έχουν νερό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων θερμών και αλκαλικών πηγών, λιμνών με υψηλή αλατότητα, ανήλιαγα σπήλαια, ανοξικά έλη, παροδικές λιμνούλες, κυματοδαρμένες ακτές, και σε περιβάλλοντα υψηλού υψομέτρου άλλα και μεγάλου βάθους. Για παράδειγμα υπάρχουν μερικά είδη ψαριών που βρίσκονται στο Θιβέτ σε ζεστές πηγές και σε ύψος 5200 μέτρα. Ένα είδος χελιού ζει σε 8000 μέτρα βάθος στη θάλασσα. Το μέγεθος των ψαριών κυμαίνεται από 8 χιλιοστά (ένα είδος κοβιού του Ινδικού Ωκεανού) σε 12 μέτρα φαλαινοκαρχαρία. Η ποικιλία μορφών των ψαριών είναι πολύ μεγάλη. Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος (350 π.Χ.) που παρατήρησε 115-118 είδη από ψάρια της Ελλάδος. Ο Κάρολος Λιναίος (1758 μ.Χ.) επίσης αναγνώρισε πολλά είδη ψαριών, αλλά "πατέρας της Ιχθυολογίας", θεωρείται ο μαθητής του, Πήτερ Αρτεντί (Peter Artedi).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ιχθυολογία στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα στην Ελλάδα η ιχθυολογική έρευνα διεξάγεται από δύο ερευνητικά ινστιτούτα, το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.[1] και το Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας (ΙΝ.ΑΛ.Ε.)[2] του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛ.Γ.Ο. – ΔΗΜΗΤΡΑ)[3]. Από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) της Ελλάδας, ιχθυολογική έρευνα διεξάγουν το Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το Εργαστήριο Ιχθυολογίας του Τμήματος Βιολογίας Α.Π.Θ., το Τμήμα Βιολογίας Πανεπιστημίου Πατρών, το Τμήμα Βιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, το Τμήμα Βιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και το Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών (ΤΩΘΒΕ)[4] της Σχολής Περιβάλλοντος του Πανεπιστήμιου Αιγαίου, οι απόφοιτοι[5] του οποίου είναι κατοχυρωμένοι Ιχθυολόγοι με Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος Ιχθυολόγου, την οποία στην Ελλάδα χορηγεί το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ)[6].

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παπαναστασίου Π. Δημήτριος, (1976). ΑΛΙΕΥΜΑΤΑ (Τόμος Ι). Εκδόσεις ΙΩΝ. ISBN 978-960-405-203-5.
  • Παπαναστασίου Π. Δημήτριος, (1976). ΑΛΙΕΥΜΑΤΑ (Τόμος ΙΙ). Εκδόσεις ΙΩΝ. ISBN 978-960-405-204-2.
  • Παπουτσόγλου Σωφρόνιος Ε., (1997). Εισαγωγή στις Υδατοκαλλιέργειες. Εκδόσεις ΑΘ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. ISBN 978-960-351-121-2.
  • Κασπίρης Παναγιώτης Φ., (2000). Τα ψάρια της Ελλάδος (Κλείδες προσδιορισμού). Ιδιωτική Έκδοση.
  • Χρίστος Ν. Νεοφύτου, Νικόλαος Χ. Νεοφύτου, (Γ' Έκδοση) (2017). Ιχθυολογία. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-122-345-2.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]