Βιολογική ωκεανογραφία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι παρέχουν θαλάσσια ενδιαιτήματα για τους σπόγγους, τα οποία με τη σειρά τους γίνονται θαλάσσια ενδιαιτήματα για ψάρια.

Η βιολογική ωκεανογραφία (Θαλάσσια Βιολογία) είναι ο κλάδος της βιολογίας και της ωκεανογραφίας που ασχολείται με τη κατανόηση και μελέτη της ζωής στη θάλασσα. Η βιολογική ωκεανογραφία μελετά την οικολογία των ωκεανών, τη κατανομή χλωρίδας και πανίδας στο χωροχρόνο, ερευνά τα θαλάσσια οικοσυστήματα, εξετάζει την ανατομία, φυσιολογία και συστηματική των θαλάσσιων οργανισμών και αναζητά νέες μορφές ζωής. Μέσα στο πλαίσιο της βασικής έρευνας της θαλάσσιας βιολογίας μελετώνται οι αλληλεπιδράσεις θαλάσσιων ζώων και φυτών και οι πολύπλοκες σχέσεις τους με το φυσικό περιβάλλον. Στην εφαρμοσμένη έρευνα της βιολογικής ωκεανογραφίας περιλαμβάνεται η αλιευτική βιολογία που ασχολείται με τους τομείς της αλιείας και των υδατοκαλλιεργειών. Ακόμη, στην εφαρμοσμένη έρευνα συγκαταλέγονται οι προσπάθειες για την εξεύρεση τρόπων αύξησης της παραγωγής τροφής από το θαλάσσιο χώρο, προκειμένου να καλυφθούν οι συνεχώς αυξανόμενες ανθρώπινες ανάγκες καθώς και ο προσδιορισμός των επιπτώσεων της ανθρωπογενούς ρύπανσης στη θαλάσσια ζωή. Τέλος, στη βιολογική ωκεανογραφία ανήκει και η θαλάσσια μικροβιολογία, ένα σχετικά νέο πεδίο μελέτης που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βιολογική ωκεανογραφία (Θαλάσσια Βιολογία) είναι ο κλάδος της Βιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των φυτών, των ζώων και των άλλων οργανισμών που ζουν στις θάλασσες και στους ωκεανούς (Castro & Huber, 1999[1]). Είναι γνωστό ότι η όμορφη και μυστήρια θαλάσσια ζωή συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση της φύσης του πλανήτη μας. Οι θαλάσσιοι οργανισμοί μας παρέχουν πληροφορίες για το παρελθόν της γης και για το σώμα μας, τα οποία πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε. Αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση και η περιπέτεια της Θαλάσσιας Βιολογίας.

Η σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα αρχίζει από τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του στη Γη. Η επίδρασή της στον ανθρώπινο πολιτισμό, ο οποίος άρχισε να αναπτύσσεται κατά μήκος των παράκτιων περιοχών από τους προϊστορικούς χρόνους, ήταν και παραμένει ακόμη σημαντική. Οι θάλασσες ανέκαθεν προσέλκυαν το ενδιαφέρον του ανθρώπου. Τα μυστικά που κρύβονταν κάτω από τη σχεδόν πάντοτε ταραγμένη επιφάνειά τους τον προκαλούσαν να τις εξερευνήσει, ενώ παράλληλα του προσέφεραν τη δυνατότητα εξασφάλισης τροφής και δρόμων προς νέους τόπους. Το αχανές της έκτασης των ωκεανών ερέθιζε την φαντασία του και παράλληλα, οι ιδιαίτερα δυσχερείς και αντίξοες συνθήκες που κυριαρχούσαν εκεί έκαναν την κατάκτησή τους πραγματικό ανδραγάθημα. Παλαιότερα, οι άνθρωποι πίστευαν ότι ο πλανήτης μας ήταν επίπεδος και ότι το ταξίδι πέρα από τον ορίζοντα θα κατέληγε μέσα στα ανοιχτά στόματα των θαλάσσιων τεράτων. Η φυσική ιστορία των θαλάσσιων οργανισμών μετρά πολλές χιλιετίες ζωής. Οι άνθρωποι άρχισαν να μαθαίνουν για τη θαλάσσια ζωή, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισαν θάλασσα. Οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει σωρούς οστράκων, υπολείμματα από τα φαγοπότια της λίθινης εποχής (περίοδος που ξεκίνησε πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια περίπου έως το 3.300 π.Χ., το τέλος δηλαδή της τελευταίας εποχής των παγετώνων). Επίσης έχουν βρεθεί αρχαία καμάκια και απλά αγκίστρια από όστρακα. Στην πραγματικότητα, οι παράκτιοι λαοί ανέπτυξαν έναν πολιτισμό βασισμένο σε συγκεντρωμένες πρακτικές γνώσεις πάνω στη θαλάσσια ζωή (Castro & Huber, 1999[1]).

Οι γνώσεις για τους ωκεανούς και τους οργανισμούς του αναπτύσσονταν, καθώς οι άνθρωποι γίνονταν καλύτεροι στη ναυσιπλοΐα και τη ναυπηγική. Οι Φοίνικες από το 2000 π.Χ. έπλεαν στη Μεσόγειο, στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Ατλαντικό και στον Ινδικό Ωκεανό. Ο Όμηρος τον 8ο αιώνα π.Χ. αναφέρει στους στίχους του για θαλάσσια ταξίδια (Casson, 1995[2]).

O αρχαίος φιλόσοφος Αριστοτέλης που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. θεωρείται ο πρώτος θαλάσσιος βιολόγος ο οποίος ασχολήθηκε με την επιστήμη της Βιολογίας, καθώς και με τη φιλοσοφία της Βιολογίας (Lennox, 2001a[3]).

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα η πρόοδος στη μελέτη της Θαλάσσιας Βιολογίας σταμάτησε. Όμως το 995 μ.Χ. οι Βίκινγκς ανακάλυψαν τη Βόρεια Αμερική και παρατήρησαν θαλάσσια είδη. Επίσης οι Άραβες και άνθρωποι της Άπω Ανατολής συνέχισαν να εξερευνούν τη θάλασσα. Κατά την Αναγέννηση ο Κολόμβος το 1492 και ο Μαγγελάνος το 1519, συνέβαλλαν στη γνώση μας για τους ωκεανούς. Το 1768, ο Άγγλος James Cook είδε πρώτος τις ακτές της Ανταρκτικής, τα νησιά της Χαβάης, τη Νέα Ζηλανδία και τη Ταϊτή. Ο Cook επέκτεινε τις μελέτες για τους θαλάσσιους οργανισμούς αλλά σκοτώθηκε το 1779 σε μια μάχη με ιθαγενείς της Χαβάης. Ο Άγγλος Charles Darwin γνωστός για τη θεωρία της εξέλιξης, το 1836 πρότεινε μια ερμηνεία για το σχηματισμό των ατολλών (χαρακτηριστικοί δακτύλιοι κοραλλιογενών υφάλων) και μελέτησε το πλαγκτόν. Στις δεκαετίες του 1840 και 1850 ο Άγγλος θαλάσσιος βιολόγος Edward Forbes ερεύνησε το θαλάσσιο βυθό γύρω από την Αγγλία και το Αιγαίο Πέλαγος και διαπίστωσε ότι η σύνθεση του θαλάσσιου πυθμένα είναι διαφορετική σε διαφορετικά βάθη. Πολλοί σύγχρονοι και μεταγενέστεροι του Forbes, ειδικά από τη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Σκανδιναβία και τη Γαλλία, συνέχισαν τις μελέτες του (Castro& Huber, 1999[1]).

Στις αρχές του 19ου αιώνα τοποθετείται και η γέννηση της Ωκεανογραφίας, όταν ο Edward Forbes (1840-1850) ίδρυσε την Dredging Committee και άρχισε μία συστηματική έρευνα του βενθικού οικοσυστήματος περισσότερο όμως με φυσιοδιφικό χαρακτήρα. Ερεύνησε κυρίως το βυθό γύρω από την πατρίδα του, την Αγγλία, αλλά και το Αιγαίο Πέλαγος και άλλες περιοχές. Ήταν ο πρώτος που ουσιαστικά ασχολήθηκε με το Αιγαίο Πέλαγος και ο οποίος το 1841 και το 1842 με τη χρήση δράγας κατάφερε να πάρει δείγματα μέχρι το βάθος των 238 μέτρων. Επίσης ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την άποψη ότι οι οργανισμοί λιγοστεύουν και γίνονται μικρότεροι μετά το βάθος των 180 μέτρων, καθώς και το ότι η ζωή απουσιάζει ή είναι αρκετά ελαττωμένη μετά το βάθος των 550 μέτρων γνωστή και ως αζωϊκή θεωρία. Ο Forbes πέθανε πρόωρα το 1854 σε ηλικία μόλις 39 ετών, αλλά ήταν από τους πιο σημαντικούς θαλάσσιους βιολόγους για την εποχή του. Ανακάλυψε πολλούς άγνωστους οργανισμούς και διαπίστωσε ότι η σύνθεση των οργανισμών του θαλάσσιου πυθμένα είναι διαφορετική σε διαφορετικά βάθη. Η σημαντικότερη συμβολή του όμως είναι ότι διέγειρε το ενδιαφέρον για τη μελέτη των βενθικών οργανισμών.

Η χρονική περίοδος επέλευσης του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου, επηρέασε πολύ την ανάπτυξη της Θαλάσσιας Βιολογίας. Μια νέα τεχνολογία, η ηχοβολιστική (sonar) αναπτύχθηκε σε ανταπόκριση των αναγκών του υποβρυχίου πολέμου. Η λειτουργία των ηχοβολιστικών συσκευών είχε ως βάση το «άκουσμα» στη θάλασσα. Ο ωκεανός, που μέχρι τότε είχε θεωρηθεί ως σιωπηλό βασίλειο, ξαφνικά βρέθηκε να είναι γεμάτος ήχους, που προέρχονταν κυρίως από ζώα. Η γνώση για τα ζώα αυτά δεν ήταν πια περιστασιακή επιδίωξη μερικών ενδιαφερόμενων θαλασσίων βιολόγων, αλλά θέμα εθνικής σημασίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά τον πόλεμο, έγινε και η τελειοποίηση των πρώτων πραγματικά πρακτικών συσκευών αυτόνομης κατάδυσης. Η αδυναμία προσέγγισης των βαθιών νερών είχε κεντρίσει τη φαντασία του ανθρώπου. Άλλος ένας λόγος που ωθούσε τους ανθρώπους προς την εξερεύνηση των βαθιών νερών ήταν η κοινοτυπία της εικόνας της θάλασσας στην καθημερινή του ζωή, κυρίως για τους κατοίκους της παράκτιας ζώνης. Συνέβαλε επίσης και η ψευδαίσθηση ότι κατείχε το μέχρι τότε γνωστό κόσμο γεγονός που τον ώθησε στην αναζήτηση πληροφοριών για μη οικονομικά παραγωγικά συστήματα.

Ο Wust το 1964[4], διέκρινε τέσσερις εποχές σταθμούς στην ανάπτυξη της Ωκεανογραφίας:

  • Την εξερευνητική περίοδο ή περίοδο των μεγάλων εξερευνητικών αποστολών από το 1873 έως το 1913,
  • τη περίοδο ανάπτυξης της έρευνας σε εθνικό επίπεδο από το 1925 έως το 1940,
  • τη περίοδο εφαρμογής νέων μεθόδων και τεχνολογιών μεταξύ του 1947 και του 1956 και τέλος
  • τη περίοδο ανάπτυξης της διεθνούς συνεργασίας από το 1957 έως και σήμερα.

Αντίθετα, ο Mills το 1983 παρατηρεί ότι είναι πολύ νωρίς να διακρίνουμε φάσεις - εποχές σε μία τόσο πρόσφατη σε ανάπτυξη επιστήμη, όπως είναι η Ωκεανογραφία, για την οποία αγνοούμε γενικά τους παράγοντες που δημιούργησαν τη δυναμική της ιστορικής της εξέλιξης.

Η ανάπτυξη της θαλάσσιας έρευνας στη Μεσόγειο ξεκινά από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και εστιάζεται κυρίως στη περιοχή των μεσογειακών γαλλικών ακτών. Η μελέτη ιδιαίτερα των θαλάσσιων βενθικών πληθυσμών έχει μακρά παράδοση στο χώρο αναφοράς και οι πρώτες περιγραφές προέρχονται από τον Marion και αφορούν το κόλπο της Μασσαλίας (Σιακαβάρα,1994[5]).

Η Μεσόγειος αποτελεί μία θαλάσσια περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Ο Margalef το 1985 την περιέγραψε λέγοντας ότι «πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο υπόλειμμα ενός πολύ δυναμικού παρελθόντος, το οποίο θα παραμείνει ενεργό για πολύ χρόνο, τόσο γεωλογικά, όσο και από την άποψη των ανθρώπων που την απαρτίζουν». Η Μεσόγειος κατέχει μία μοναδική θέση ως πεδίο έρευνας στο θαλάσσιο και όχι μόνο χώρο, αφενός μεν λόγω του εξαιρετικά πολύπλοκου γεωλογικού παρελθόντος της, με τις διαδοχικές αυξομειώσεις της στάθμης των υδάτων της, τις κρίσεις αλατότητας, τις γεωλογικές ανακατατάξεις, αλλά και λόγω του ανοίγματος της διώρυγας του Σουέζ (Συμεωνίδη & Συμεωνίδης, 2011[6]).

Η εικόνα του σήμερα έναν αιώνα μετά, όσον αφορά την επιστήμη της Θαλάσσιας Βιολογίας, δείχνει να έχει συμπληρώσει τον κύκλο της στη δυτική Ευρώπη, ενώ αντίθετα στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου, στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα η ολοκλήρωση αυτή διαφαίνεται ότι είναι ο στόχος του άμεσου μέλλοντος. Εξάλλου όπως τονίζει η Jacqueline De Romilly (1999:177) η «ελληνική επιστήμη δημοσιοποιεί, συζητεί, προοδεύει».

Σπουδές στην Βιολογική ωκεανογραφία στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου περιβάλλοντος, Σχολή Γεωπονίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος
  • Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών, Σχολή Περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Σύλλογος Πτυχιούχων Ωκεανογράφων και Θαλασσίων Βιοεπιστημόνων Ελλάδας (ΣΠΩΘΒΕ)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μιχάλης Καρύδης (Επιμέλεια ελληνικής έκδοσης) (2017). Εισαγωγή στην Ωκεανογραφία (7η Έκδοση). ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε. ISBN 978-960-583-088-5. 
  • Peter Castro, Michael E. Huber (Μεταφρασμένο) (2015). Θαλάσσια Bιολογία. Εκδόσεις Utopia. ISBN 978-618-80647-9-9. Marine Biology, 9th ed. 
  • Κωνσταντίνος Κορμάς (2010). Οικολογία υδρόβιων μικροοργανισμών. Εκδόσεις Γαρταγάνη. ISBN 978-960-685-914-4. 
  • Χαρίτων Χιντήρογλου, Δημήτρης Βαφείδης (2008). Βιοποικιλότητα: Μια εισαγωγή (Μεταφρασμένο). Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-12-1687-4. 
  • Nybakken James (Μεταφρασμένο) (2005). Θαλάσσια Βιολογία: Μια Οικολογική Προσέγγιση. Εκδόσεις ΙΩΝ. ISBN 960-411-511-1. Marine Biology: An Ecological Approach 
  • Gray S. John (Μεταφρασμένο) (2003). Θαλάσσια Οικολογία. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-121-195-4.
  • Θεοδώρου, Α. (2004). Ωκεανογραφία: Εισαγωγή στο Θαλάσσιο Περιβάλλον. Εκδόσεις Σταμούλη Α.Ε. ISBN 978-960-351-540-1. 
  • Σακελαρίδου, Φ. Λ. (2007). Ωκεανογραφία. Εκδόσεις Αθ. Σταμούλης. ISBN 978-960-351-695-8. 
  • Κωνσταντίνος Δ. Ξένος (2000). Χημική ωκεανογραφία. Μακεδονικές Εκδόσεις. ISBN 978-960-319-141-4. 
  • Φυτιάνος Κωνσταντίνος, (Β' Έκδοση, 1996). Η Ρύπανση των Θαλασσών. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-122-321-6.
  • Paul R. Pinet (2019). Invitation to Oceanography (8th Edition). Jones & Bartlett Learning. ISBN 978-128-416-469-5. 
  • Κωνσταντίνος Ι. Στεργίου & Αθανάσιος Χ. Τσίκληρας, (2015). Αλιευτική βιολογία και αλιεία. Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. Διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή εδώ - Ημερομηνία προσπέλασης: 07 Απριλίου 2020. ISBN 978-960-603-235-6.
  • Παπαναστασίου Π. Δημήτριος, (1976). ΑΛΙΕΥΜΑΤΑ (Τόμος Ι). Εκδόσεις ΙΩΝ. ISBN 978-960-405-203-5.
  • Παπαναστασίου Π. Δημήτριος, (1976). ΑΛΙΕΥΜΑΤΑ (Τόμος ΙΙ). Εκδόσεις ΙΩΝ. ISBN 978-960-405-204-2.
  • Παπουτσόγλου Σωφρόνιος Ε., (1997). Εισαγωγή στις Υδατοκαλλιέργειες. Εκδόσεις ΑΘ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. ISBN 978-960-351-121-2.
  • Κασπίρης Παναγιώτης Φ., (2000). Τα ψάρια της Ελλάδος (Κλείδες προσδιορισμού). Μονογραφία.
  • Χρίστος Ν. Νεοφύτου, Νικόλαος Χ. Νεοφύτου, (Γ' Έκδοση) (2017). Ιχθυολογία. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-122-345-2.
  1. 1,0 1,1 1,2 Castro, Peter; Huber, Michael (1999). Marine Biology. McGraw-Hill Education. ISBN 978-0070121973. 
  2. CASSON, LIONEL (1971). Ships and Seamanship in the Ancient World. Princeton University Press. 
  3. Lennox, James. Aristotle's Philosophy of Biology. Cambridge University Press. ISBN 978-0521650274. 
  4. Wüst, Georg (1964-01-01). «The major deep-sea expeditions and research vessels 1873–1960: A contribution to the history of oceanography» (στα αγγλικά). Progress in Oceanography 2: 1–52. doi:10.1016/0079-6611(64)90002-3. ISSN 0079-6611. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0079661164900023. 
  5. Σιακαβάρα, Α. Κ. (1994). Οικολογική μελέτη του μακροβενθικού οικοσυστήματος του κόλπου Αγ. Πελαγίας (Ν. Κρήτη) (Διδακτορική Διατριβή - PhD Thesis). Ηράκλειο (Κρήτη): Πανεπιστήμιο Κρήτης (Τμήμα Βιολογίας). 
  6. «Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ». Mediterraneo Editions. Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2020.