Δίκαιο του περιβάλλοντος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Δίκαιο του Περιβάλλοντος είναι ο κλάδος του Δικαίου που έχει ως στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Αποτελείται από εθνικούς νόμους, διεθνείς συνθήκες, κανονισμούς και οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προστασία αυτή μπορεί να επιτυγχάνεται:

  • με μέτρα κανονιστικού χαρακτήρα που καθορίζουν την ποσότητα και το είδος των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (για παράδειγμα, μέσω της θέσπισης ορίων εκπομπών από τις βιομηχανίες), και
  • με μέτρα προληπτικού χαρακτήρα με τα οποία επιχειρείται να γίνει αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων που θα έχουν ενδεχόμενες ανθρώπινες δραστηριότητες στο περιβάλλον (όπως για παράδειγμα η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων - ΜΠΕ).

Ορισμός του Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί ορισμοί του δικαίου του περιβάλλοντος είναι περιγραφικοί, επικρατούν ωστόσο οι τελεολογικοί ορισμοί: έτσι, ως δίκαιο του περιβάλλοντος ορίζεται το δίκαιο "για την αντιμετώπιση της οικολογικής βλάβης και για τη προστασία του περιβάλλοντος" ή το δίκαιο "που με το περιεχόμενό του συμβάλλει στη δημόσια υγεία και τη διατήρηση των οικολογικών ισορροπιών, ένα δίκαιο για το περιβάλλον, ένα περιβαλλοντικό δίκαιο", "το σύνολο των κανόνων δικαίου που σκοπούν στη πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, στη διατήρηση, αποκατάσταση ή βελτίωση" (ν. 1650/86) ή το δίκαιο ο πυρήνας του οποίου αποτελείται από "κανονιστικούς περιορισμούς, δηλαδή ρυθμίσεις που αφορούν τη προστασία, τη φροντίδα και την ανάπτυξη του περιβάλλοντος και των συνιστωσών του".

Ιστορία του Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δίκαιο προστασίας του περιβάλλοντος ως αυτόνομος κλάδος του δικαίου άργησε να εμφανιστεί. Μάλιστα αρχικά αναπτύχθηκε κυρίως στις μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες και δυστυχώς μετά από σημαντικές οικολογικές καταστροφές. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

  • η συντριβή του πετρελαιοφόρου Tore Canyon στις ακτές της Κορνουάλης που είχε ως αποτέλεσμα τη ρύπανση των αγγλικών και γαλλικών ακτών με 100.000 τόνους ακάθαρτου πετρελαίου (ακολούθησε η συνθήκη των Βρυξελλών της 29/11/1969 για την παρέμβαση στα ανοιχτά της θάλασσας σε περίπτωση ατυχήματος υπογράφτηκε το 1967),
  • το ατύχημα στο Σεβέζο της Ιταλίας, το 1976, όταν από εργοστάσιο της βιομηχανίας Hoffman – La Roche διέρρευσε διοξίνη (λόγω του ατυχήματος αυτού ψηφίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση μία Οδηγία για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες γνωστή ως Οδηγία SEVESO),
  • το ατύχημα της Union Carbide στο Bhopal της Ινδίας το 1984,
  • το 1986 η ρύπανση του Ρήνου από αγροχημικά προϊόντα της βιομηχανίας Sandoz,
  • το 1986 το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνομπίλ που κατέδειξε τον κίνδυνο διάδοσης της ρύπανσης σε πολύ μεγάλες αποστάσεις,
  • το 1989 η τεράστια οικολογική καταστροφή που προκλήθηκε λόγω θαλάσσιας ρύπανσης (ρύπανση των υδάτων) στην Αμερική από τη προσάραξη του πετρελαιοφόρου Exxon Valdez το οποίο και προσέκρουσε στον ύφαλο Blight στον πορθμό Prince William, μεταφέροντας συνολικά 210.000 m3 αργού πετρελαίου. Υπολογίζεται ότι από το πλοίο χύθηκαν μεταξύ 42.000 και 120.000 m3 αργού πετρελαίου στον πορθμό, με τεράστιο κόστος για τη θαλάσσια ζωή λόγω της πετρελαιοκηλίδας. Το μέγεθος μιας τέτοιας καταστροφής ήταν πρωτοφανές και από τότε θεωρείται μία από τις χειρότερες περιβαλλοντικές καταστροφές που οφείλονταν σε ανθρώπινα αίτια.

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες που άρχισαν να εκδηλώνονται κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του Δικαίου του Περιβάλλοντος. Αυτό αντικατοπτρίζεται μάλιστα στον αριθμό των νόμων για την προστασία του περιβάλλοντος, ο οποίος για τις ανεπτυγμένες χώρες παρουσίασε κατακόρυφη αύξηση από το 1970 και μετά, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι στις χώρες αυτές έχουν εξαλειφθεί τα σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα που απαιτούν άμεσες λύσεις.

Έλεγχος ρύπανσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποιότητα αέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νόμοι για την ποιότητα του αέρα διέπουν την εκπομπή ατμοσφαιρικών ρύπων στην ατμόσφαιρα. Ένα εξειδικευμένο υποσύνολο νόμων για την ποιότητα του αέρα ρυθμίζει την ποιότητα του αέρα μέσα στα κτίρια. Οι νόμοι για την ποιότητα του αέρα συχνά σχεδιάζονται ειδικά για την προστασία της ανθρώπινης υγείας, περιορίζοντας ή εξαλείφοντας τις συγκεντρώσεις ρύπων που μεταφέρονται στον αέρα. Άλλες πρωτοβουλίες έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση ευρύτερων οικολογικών προβλημάτων, όπως περιορισμοί στις χημικές ουσίες που επηρεάζουν τη στιβάδα του όζοντος και προγράμματα εμπορίας εκπομπών για την αντιμετώπιση της όξινης βροχής ή της κλιματικής αλλαγής. Οι ρυθμιστικές προσπάθειες περιλαμβάνουν τον εντοπισμό και την κατηγοριοποίηση των ατμοσφαιρικών ρύπων, τον καθορισμό ορίων για τα αποδεκτά επίπεδα εκπομπών και τον καθορισμό των απαραίτητων ή κατάλληλων τεχνολογιών μετριασμού.

Ποιότητα υδάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νόμοι για την ποιότητα των υδάτων διέπουν την έκλυση ρύπων σε υδάτινους πόρους, συμπεριλαμβανομένων των επιφανειακών, των υπόγειων υδάτων και του αποθηκευμένου πόσιμου νερού. Ορισμένοι νόμοι για την ποιότητα του νερού, όπως οι κανονισμοί για το πόσιμο νερό, μπορούν να σχεδιάζονται αποκλειστικά με γνώμονα την ανθρώπινη υγεία. Πολλοί άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στην αλλαγή των χημικών, φυσικών, ακτινολογικών και βιολογικών χαρακτηριστικών των υδάτινων πόρων, μπορούν επίσης να αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειες για την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων ευρύτερα. Οι ρυθμιστικές προσπάθειες μπορούν να περιλαμβάνουν τον εντοπισμό και την κατηγοριοποίηση των ρύπων ύδατος, υπαγορεύοντας αποδεκτές συγκεντρώσεις ρύπων σε υδάτινους πόρους και περιορίζοντας τις απορρίψεις ρύπων από τις πηγές εκροής. Οι περιοχές κανονιστικής ρύθμισης περιλαμβάνουν την επεξεργασία και διάθεση των λυμάτων, τη διαχείριση των βιομηχανικών και γεωργικών λυμάτων και τον έλεγχο των επιφανειακών απορροών από εργοτάξια και αστικά περιβάλλοντα.

Διαχείριση των αποβλήτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νόμοι για τη διαχείριση των αποβλήτων διέπουν τη μεταφορά, την επεξεργασία, την αποθήκευση και τη διάθεση όλων των αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των αστικών στερεών αποβλήτων, των επικίνδυνων αποβλήτων και των πυρηνικών αποβλήτων, μεταξύ πολλών άλλων τύπων. Οι νόμοι περί αποβλήτων σχεδιάζονται γενικά για την ελαχιστοποίηση ή την εξάλειψη της ανεξέλεγκτης διασποράς των αποβλήτων στο περιβάλλον κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει οικολογική ή βιολογική βλάβη και περιλαμβάνουν νόμους που αποσκοπούν στη μείωση της δημιουργίας αποβλήτων και στην προώθηση ή την ανακύκλωση αποβλήτων. Οι ρυθμιστικές προσπάθειες περιλαμβάνουν τον εντοπισμό και την κατηγοριοποίηση των τύπων αποβλήτων και την ανάθεση πρακτικών μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθήκευσης και διάθεσης.

Εκκαθάριση των ρυπογόνων ουσιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νόμοι για την περιβαλλοντική εκκαθάριση διέπουν την απομάκρυνση της ρύπανσης ή των ρυπογόνων ουσιών από περιβαλλοντικά μέσα όπως το έδαφος, τα ιζήματα, τα επιφανειακά ύδατα ή τα υπόγεια ύδατα Σε αντίθεση με τους νόμους για τον έλεγχο της ρύπανσης, οι νόμοι για την εκκαθάριση έχουν σχεδιαστεί για να ανταποκρίνονται εκ των υστέρων στη περιβαλλοντική ρύπανση και κατά συνέπεια πρέπει συχνά να καθορίζουν όχι μόνο τις απαραίτητες ενέργειες αντίδρασης αλλά και τα μέρη που ενδέχεται να είναι υπεύθυνα για την ανάληψη (ή πληρωμή) τέτοιων ενεργειών. Οι κανονιστικές απαιτήσεις μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, κατανομή ευθύνης, αξιολόγηση της περιοχής, επανορθωτική έρευνα, μελέτες σκοπιμότητας, διορθωτικές ενέργειες, παρακολούθηση μετά την αποκατάσταση και επαναχρησιμοποίηση της τοποθεσίας.

Χημική ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νόμοι περί χημικής ασφάλειας διέπουν τη χρήση χημικών ουσιών στις ανθρώπινες δραστηριότητες, ιδιαίτερα στις χημικές ουσίες που παράγονται από τον άνθρωπο στις σύγχρονες βιομηχανικές εφαρμογές. Σε αντίθεση με άλλους περιβαλλοντικούς νόμους (π.χ. νόμοι για την ποιότητα του αέρα ή των υδάτων), οι νόμοι για τον χημικό έλεγχο αποσκοπούν στη διαχείριση των (δυνητικών) ρύπων. Οι ρυθμιστικές προσπάθειες περιλαμβάνουν την απαγόρευση συγκεκριμένων χημικών συστατικών σε καταναλωτικά προϊόντα (π.χ. Δισφαινόλη-Α σε πλαστικές φιάλες) και ρύθμιση παρασιτοκτόνων.

Διάκριση Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δίκαιο του Περιβάλλοντος μπορεί να διακριθεί σε:

  • πρωτογενές (ή άμεσο): περιλαμβάνονται οι διατάξεις εκείνες που σχετίζονται με την πρόληψη ή την καταστολή των βλαβερών επενεργειών στο φυσικό περιβάλλον,
  • δευτερογενές (ή έμμεσο): σχετίζεται με τον προγραμματισμό, τη διαχείριση, κτλ, και
  • τριτογενές: περιλαμβάνονται εκείνα τα στοιχεία του δικαίου που δεν έχουν ως άμεσο στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση για το σκοπό αυτό (για παράδειγμα αγωγές ιδιοκτητών ή γενικώς ατόμων που έχουν έννομο συμφέρον και οι οποίες θεμελιώνονται σε κανόνες του αστικού δικαίου).


Χαρακτηριστικά του Δικαίου του Περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α. Δίκαιο με διακλαδικό (οριζόντιο) και διεπιστημονικό χαρακτήρα

Το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα του δικαίου του περιβάλλοντος είναι ο διακλαδικός, διεπιστημονικός, διατομεακός ή και εγκάρσιος χαρακτήρας του. Πράγματι, το δίκαιο αυτό τέμνει διάφορα επιστημονικά πεδία, τόσο εντός του δικαίου, δεδομένου ότι, διατάξεις προστατευτικές του περιβάλλοντος απαντούν σε αρκετούς κλάδους του ιδιωτικού και του δημοσίου δικαίου, όσο και εκτός δικαίου, αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι αρκετές έννοιες που χρησιμοποιούνται στο δίκαιο αυτό, όπως βιότοπος ή οικοσύστημα, προέρχονται από τις θετικές και περιβαλλοντικές επιστήμες. Ο διακλαδικός χαρακτήρας σφραγίζει και τις επιταγές για την έρευνα και την διδασκαλία του δικαίου του περιβάλλοντος, όπου η συνάντηση επιστημόνων από διαφορετικούς χώρους είναι και επιβεβλημένη και γόνιμη.

β. Δίκαιο με έντονο τεχνικό χαρακτήρα

Η τεχνολογία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο δίκαιο του περιβάλλοντος και μάλιστα έναν διπλό ρόλο, αιτιακό και εργαλειακό, δηλαδή τόσο ως αιτία ρύπανσης και συνεπώς αφορμή για τη δημιουργία του, όσο και ως εργαλείο για την προστασία του περιβάλλοντος. Τον ρόλο του εργαλείου προστασίας του περιβάλλοντος παίζει η τεχνολογία σε καθαρά πρακτικό επίπεδο, όπως π.χ. στην εξεύρεση μεθόδων μείωσης της ρύπανσης, σε επίπεδο κατάρτισης της νομοθεσίας, μέσω της συμμετοχής π.χ. εμπειρογνωμόνων στον καθορισμό περιβαλλοντικών κριτηρίων, οριακών τιμών ρυπογόνων εκπομπών και τεχνικών προτύπων και σε επίπεδο εφαρμογής της νομοθεσίας, με τη προσφυγή στη πραγματογνωμοσύνη εκ μέρους του δικαστή. Ως αποτέλεσμα της στενής σχέσης δικαίου του περιβάλλοντος και τεχνολογίας, το δίκαιο αυτό βρίθει από διατάξεις με "ανοικτό" ή "πορώδες" περιεχόμενο, από αόριστες και τεχνικές έννοιες, όπως π.χ. είναι οι "κανόνες της επιστήμης και της τέχνης", οι " βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές", η έννοια της "αναγεννητικής δυνατότητας της φύσης" (Οδηγία 96/61/ΕΚ), ο "πολύτιμος οπτικός πόρος", "αισθητικό κάλλος" κ.ά.

γ. Δίκαιο με προγραμματικό και κατευθυντήριο χαρακτήρα

Οι διατάξεις του δικαίου του περιβάλλοντος δεν έχουν κατά κανόνα τη δομή του κλασικού κανόνα δικαίου, αλλά θέτουν στόχους και προγράμματα δράσης. Η σημαντική θέση που έχει από νομοτεχνική άποψη η στοχοθεσία και ο προγραμματικός χαρακτήρας του δικαίου του περιβάλλοντος οφείλεται στη στενή σχέση του δικαίου αυτού με τη πολιτική. Για τον λόγο αυτόν στο δίκαιο του περιβάλλοντος μεγάλη έκταση καταλαμβάνουν οι πηγές ήσσονος τυπικής ισχύος, όπου εξειδικεύονται οι γενικές κατευθύνσεις του νόμου. Η ασάφεια του νόμου και η συνακόλουθη εκχώρηση δικαιοθετικών αρμοδιοτήτων σε διοικητικά όργανα ήσσονος ιεραρχικής θέσης, που με τη σειρά τους εκδίδουν κανόνες ήσσονος τυπικής ισχύος, όπως π.χ. οι εγκύκλιοι, θέτουν ωστόσο πρόβλημα αρχής κράτους δικαίου.

δ. Η πολυνομία και η ανάγκη ενός κώδικα περιβάλλοντος

Η προσέγγιση της περιβαλλοντικής πολιτικής από τον νομοθέτη δεν είναι επαρκής. Η νομοθεσία για τη προστασία του περιβάλλοντος έχει όλα εκείνα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που διακρίνουν το σύγχρονο δίκαιο. Κυρίαρχο σύμπτωμα παθογένειας είναι η πολυνομία, η ποσοτική δηλαδή πύκνωση των νομοθετικών διατάξεων που συνδυάζεται αναπόφευκτα με μια ποιοτική υποβάθμιση, με αποτέλεσμα να γίνεται λόγος μεταξύ των νομικών για "νομοθετική ζούγκλα" ή για "κανονιστική ρύπανση". Ο σημερινός νομοθέτης αρκείται στη διατύπωση ευχών και ευγενών προθέσεων, έτσι ώστε να δημιουργείται η αίσθηση ότι πληρούται το υπάρχον νομοθετικό κενό. Η αίσθηση όπως αυτή είναι απατηλή, γιατί το νομοθετικό κείμενο καταντά τόσο γενικόλογο, ώστε να μη δημιουργεί ουσιαστικές νομικές δεσμεύσεις για τον άμεσο αποδέκτη του, τη διοίκηση. Οι νόμοι δε λύνουν ουσιαστικά τα προβλήματα, αλλά παραπέμπουν για τον σκοπό αυτόν στη διοίκηση, η οποία με τη σειρά της δε σπεύδει πάντοτε να εκδώσει τις απαραίτητες "εκτελεστικές" πράξεις. Η ασάφεια αυτή των νομοθετικών κειμένων δημιουργεί τη δυνατότητα παρεκκλίσεων από γενικές απαγορεύσεις. Το δεύτερο γνώρισμα των νόμων για το περιβάλλον είναι ότι δημιουργούν πλήθος διοικητικών οργάνων με αποτέλεσμα την αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων. Για τους λόγους αυτούς η νομοθεσία η σχετική με το περιβάλλον χρειάζεται εναρμόνιση και μια ομοιογένεια με την εκπόνηση ενός κώδικα περιβάλλοντος, εγχείρημα που βεβαίως δε θα είναι εύκολο.


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παναγόπουλος, Θεόδωρος Ι. (2004). Δίκαιο Περιβάλλοντος. Εκδόσεις Σταμούλη Α.Ε. ISBN 978-960-351-557-9. 
  • Ευαγγελία Κουτούπα-Ρεγκάκου (2008). Δίκαιο του Περιβάλλοντος. Εκδόσεις Σάκκουλα. ISBN 978-960-445-372-6. 
  • Αναστάσιος Τάχος (2006). Δίκαιο προστασίας του περιβάλλοντος. Εκδόσεις Σάκκουλα. ISBN 978-960-445-088-6. 
  • Μιχαλοπούλου Χαρίκλεια (2004). Νομοθεσία για το Περιβάλλον. Εκδόσεις ΖΗΤΗ. ISBN 978-960-431-918-3. 
  • Θ. Κουϊμτζής, Κ. Φυτιάνος, Κ. Σαμαρά - Κωνσταντίνου, Δ. Βουτσά, (2004). Έλεγχος ρύπανσης περιβάλλοντος. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-121-350-7.
  • Γιώργος Βαβίζος, Αριστείδης Μερτζάνης, (2003). Μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Εκδόσεις ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ. ISBN 978-960-753-003-5.
  • Φυτιάνος Κωνσταντίνος, (Β' Έκδοση, 1996). Η Ρύπανση των Θαλασσών. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-122-321-6.
  • Φυτιάνος Κωνσταντίνος Κ., Σαμαρά - Κωνσταντίνου Κωνσταντινή, (2009). Χημεία Περιβάλλοντος. Εκδόσεις University Studio Press. ISBN 978-960-121-808-3.
  • Σωτήρης Κ. Καρβούνης, Δημήτριος Α. Γεωργακέλλος (2003). Διαχείριση του περιβάλλοντος. Εκδόσεις ΑΘ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. ISBN 978-960-351-480-0.