Μεταρρύθμιση (Χριστιανισμός)

| Χριστιανισμός |
|---|
| Σειρά λημμάτων |
|
|
Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, ή Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα, και απλώς Μεταρρύθμιση ήταν σημαντικό θρησκευτικό κίνημα που γεννήθηκε μέσα στον δυτικό χριστιανισμό στην Ευρώπη του 16ου αιώνα. Αποτελούσε μια πρόκληση τόσο σε θεολογικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο προς την Καθολική Εκκλησία και, ειδικότερα, προς την παπική εξουσία, στη βάση όσων θεωρούνταν σφάλματα, καταχρήσεις και αποκλίσεις από το χριστιανικό ιδεώδες. Η Μεταρρύθμιση έδωσε ζωή στον προτεσταντισμό, οι λεγόμενοι διαμαρτυρόμενοι, και προκάλεσε έναν χωρισμό (σχίσμα) της δυτικής Εκκλησίας σε μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες και στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Θεωρείται επίσης ένα από τα γεγονότα που σηματοδοτούν στην ευρωπαϊκή ιστορία το τέλος του Μεσαίωνα και την αρχή της νεότερης εποχής.

Αν και συνήθως θεωρείται ότι η δημοσίευση των 95 θέσεων του Μαρτίνου Λουθήρου στη Βιτεμβέργη το 1517 αποτελεί την απαρχή της Μεταρρύθμισης, οι ιστορικοί επισημαίνουν ότι πολύ νωρίτερα είχαν ήδη αναπτυχθεί μεταρρυθμιστικά κινήματα μέσα στην Εκκλησία. Εξαιτίας των θέσεών του και της άρνησής του να τις αποκηρύξει, τον Ιανουάριο του 1521 ο Λούθηρος αφορίστηκε από τον Πάπα Λέων Ι΄, ενώ με το Διάταγμα της Βορμς, τον Μάιο του ίδιου έτους —εκδοθέν από τον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας— κηρύχθηκε παράνομος στη Γερμανική Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και απαγορεύτηκε σε όλους τους υπηκόους να διαδίδουν τις ιδέες του.
Παρά ταύτα, και χάρη στη συνεχώς αυξανόμενη διάδοση της τυπογραφίας με κινητά στοιχεία, που είχε εισαγάγει τον προηγούμενο αιώνα ο Γουτεμβέργιος, τα θεολογικά γραπτά του Λουθήρου εξαπλώθηκαν ταχύτατα σε ολόκληρη τη Γερμανία και από εκεί σε όλη την Ευρώπη. Επιπλέον, χάρη στην προστασία που του προσέφερε ο εκλέκτορας της Σαξονίας, Φρειδερίκος ο Σοφός, ο Λούθηρος κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψή του από τις αρχές που τον είχαν κηρύξει παράνομο. Στο εσωτερικό του κινήματος εμφανίστηκαν και πιο ριζοσπαστικές τάσεις, οι οποίες, απομακρυνόμενες από τον Λούθηρο, οδήγησαν σε ενέργειες ενάντια στην πολιτική εξουσία, συχνά κατασταλθείσες αιματηρά. Πολλοί Γερμανοί ηγεμόνες προσχώρησαν στον προτεσταντισμό, προσδίδοντάς του πολιτική διάσταση ως αντίσταση στον καθολικό αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄. Αυτό οδήγησε σε σειρά συγκρούσεων που κορυφώθηκαν στον Πόλεμο της Ένωσης του Σμαλκάλντεν και ακολούθησε, έστω προσωρινά, εκεχειρία με την Ειρήνη της Αυγούστας το 1555.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, το κίνημα που ξεκίνησε στη Γερμανία διαφοροποιήθηκε και αναδείχθηκαν κι άλλοι μεταρρυθμιστές, όπως ο Μαρτίν Μπούτσερ, ο Ούλριχ Ζβίγγλιος και ο Ιωάννης Καλβίνος. Στην Αγγλία, ο βασιλιάς Ερρίκος Η΄ βρήκε την ευκαιρία να αποσπάσει την τοπική Εκκλησία από τη Ρώμη, δημιουργώντας την Αγγλικανική Εκκλησία. Στην Γαλλία θεάθηκαν αιματηροί πολέμοι μεταξύ προτεσταντών και καθολικών. Σε απάντηση προς τη Μεταρρύθμιση, η Ρωμαϊκή Εκκλησία προχώρησε επίσης σε μια σειρά ενεργειών, γνωστών ως Αντιμεταρρύθμιση, που προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις της Συνόδου του Τρέντο. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της Μεταρρύθμισης αποδείχθηκαν ανατρεπτικές σε όλες τις πτυχές της ευρωπαϊκής ζωής της εποχής, καθορίζοντας «τη ρήξη της ενότητας του χιλιόχρονου χριστιανικού σώματος, από την οποία θα προκύψει μια εντελώς νέα και πλουραλιστική κοινωνία».[1]
Ο όρος «προτεστάντης» προέρχεται από την διαμαρτυρία (λατινικά: protestatio) των λουθηρανών ηγεμόνων και ελεύθερων πόλεων, όταν στη Δίαιτα του Σπάιερ του 1529 ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ θέλησε να επαναβεβαιώσει την καταδίκη του Λουθήρου.
Αιτία και προέλευση της Μεταρρύθμισης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κρίση στην Καθολική Εκκλησία μεταξύ Μεσαίωνα και Αναγέννησης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η περίοδος της Αναγέννησης, τουλάχιστον μετά τον θάνατο του πάπα Παύλου Β΄ το 1471, αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές εποχές για την ανώτατη ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας: στη λαμπρότητα του πολιτισμού και του αστικού βίου αντιπαραβαλλόταν η έλλειψη γνήσιου θρησκευτικούa πνεύματος. Αν και η Εκκλησία είχε υποδεχθεί με ευμένεια την πολιτιστική και καλλιτεχνική άνθηση της εποχής, δεν έλειψαν τα αρνητικά φαινόμενα. Η Ρωμαϊκή Κουρία ζούσε μέσα στη πολυτέλεια. Κάθε καρδινάλιος είχε τη δική του αυλή, με παλάτια και βίλες εντός και εκτός των τειχών της πόλης. Ο νέος τρόπος ζωής απαιτούσε σημαντικά έξοδα, τα οποία καλύπτονταν τόσο με θεμιτά όσο και με αθέμιτα μέσα. Ακόμη και το παπικό αξίωμα δεν ήταν ξένο προς αυτό το κλίμα, καθώς πολλοί Αναγεννησιακοί πάπες ενδιαφέρονταν για τον πλουτισμό του εαυτού τους και της οικογένειάς τους μέσω εκτεταμένης ευνοιοκρατικής πρακτικής, ασχολούμενοι μάλιστα περισσότερο με πολιτικές δολοπλοκίες και κοσμικές υποθέσεις παρά με την ποιμαντική φροντίδα που απαιτούσε το λειτούργημά τους.[2][3][4]
Η συνήθεια του ανώτερου κλήρου να συγκεντρώνει πλείστα εκκλησιαστικά οφέλη (και τις αντίστοιχες οικονομικές απολαβές) ήταν κοινή πρακτική, ενώ ο κατώτερος κλήρος, συχνά ελλιπώς μορφωμένος και χωρίς ειδική προετοιμασία, συνέβαλε στο να μετατραπεί η θρησκεία σε σύνολο πρακτικών πιο κοντά στη δεισιδαιμονία παρά στην ορθόδοξη πίστη. Έτσι, η Εκκλησία αποδεικνυόταν ανίκανη να ανταποκριθεί στις αγωνίες των πιστών, οι οποίοι από την εποχή του Μαύρου Θανάτου τον 14ο αιώνα ζούσαν με τον συνεχή φόβο της αιώνιας καταδίκης. Αυτοί οι φόβοι ήταν η αφετηρία θρησκευτικών πρακτικών που συχνά άγγιζαν τα όρια της μαγείας και της δεισιδαιμονίας: η εξάπλωση της λατρείας της Παναγίας, των αγίων και των λειψάνων, η συχνή πρακτική των προσκυνημάτων, οι λιτανείες και, ακόμη, τα πρώτα επεισόδια κυνηγιού μαγισσών μαρτυρούν την πνευματική σύγχυση του ευρωπαϊκού χριστιανικού λαού. Ο φόβος της κόλασης μετριαζόταν με την ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητα της πρακτικής της άφεσης των αμαρτιών, δηλαδή της παροχής από την Εκκλησία άφεσης της ποινής για τις αμαρτίες. Ωστόσο, η πρακτική αυτή είχε με τον χρόνο εκφυλιστεί και απομακρυνθεί από την αρχική της πρόθεση, δηλαδή αυτή της ειλικρινής μετανοίας, φτάνοντας μέχρι και στην εμπορική της εκμετάλλευση έναντι χρηματικού αντιτίμου — μια «φορολογικοποίηση» της θρησκείας.[5][6] Η αποϊεροποίηση των θρησκευτικών πτυχών, λόγω αυτής της σύγχυσης μεταξύ πνευματικού και υλικού, επιδεινωνόταν από το γεγονός ότι τα ιερά κείμενα παρέμεναν ακατανόητα για τη μεγάλη πλειονότητα των πιστών: η πρόσβαση στην Αγία Γραφή, η οποία διαβαζόταν αποκλειστικά στη θεία λειτουργία και μόνο στα λατινικά στην Δυτική Ευρώπη σε έναν κυρίως αναλφάβητο πληθυσμό, απαιτούσε τη μεσολάβηση ενός κλήρου συχνά εξίσου αμόρφωτου, αφαιρώντας έτσι το νόημα και την πνευματικότητά της.[7]
Ήδη από τον 13ο αιώνα άρχισε να διαμορφώνεται ανάμεσα στους πιστούς η συνείδηση της επείγουσας ανάγκης για μια μεταρρύθμιση που θα επανέφερε την Εκκλησία σε μια πιο πνευματική παρά κοσμική διάσταση. Από τον επόμενο αιώνα, ακόμη και ορισμένα μέλη του κλήρου της Καθολικής Εκκλησίας αναγνώρισαν αυτή την ανάγκη, που φάνηκε ξεκάθαρα στις Συνόδους της Κωνσταντίας και της Βασιλείας. Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες ανανέωσης δεν κατόρθωσαν ποτέ να αποκτήσουν επαρκή βαρύτητα, παραμένοντας περιθωριακές, με μικρή απήχηση ή θεολογικά αδύναμες. Μια πιο συγκεκριμένη μεταρρυθμιστική δράση αναλήφθηκε από τον πάπα Πίο Β΄ στα μέσα του 15ου αιώνα, αλλά δεν είχε συνέχεια από τους διαδόχους του. Συνεπώς, μόνο στις αρχές του 16ου αιώνα αυτές οι μεταρρυθμιστικές τάσεις κατόρθωσαν να πραγματωθούν μέσα από μια διαδικασία που μεταμόρφωσε ριζικά τον δυτικό χριστιανισμό, φτάνοντας να διαρρήξει την ενότητα που τον χαρακτήριζε από την αρχή.[8][9] Ο ιστορικός Λυσιέν Φεβρ παρατήρησε ότι «τον 16ο αιώνα ήταν διάχυτη η επιθυμία για μια νέα θρησκευτικότητα, μακριά από τη δεισιδαιμονία του λαού και την ξηρότητα των σχολαστικών γιατρών, καθαρμένη από κάθε υποκρισία, ανυπόμονη για μια βεβαιότητα που θα εξασφάλιζε μια γνήσια εσωτερική ειρήνη».[4][10]
Πρώιμα μεταρρυθμιστικά κινήματα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ήδη από τον 12ο αιώνα ορισμένοι θεολόγοι και κήρυκες είχαν ζητήσει μεταρρύθμιση της Καθολικής Εκκλησίας. Από αυτούς, οι σημαντικότεροι ήταν ο Πιέτρο Βάλντο, ιδρυτής των Βαλδένσιων, των λεγόμενων Φτωχών της Λυών, ο Άγγλος λόγιος Τζον Γουίκλιφ και ο Βοημός κήρυκας Γιαν Χους.[11]
Ο Τζον Γουίκλιφ, με σχολαστική παιδεία, υπήρξε θεολόγος και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου ξεχώρισε για την έντονη κριτική του προς την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Οι εκκλησιαστικές αρχές προσπάθησαν επανειλημμένα αλλά χωρίς επιτυχία να τον οδηγήσουν στην Ιερά Εξέταση ως αιρετικό, καταφέρνοντας ωστόσο να τον απομακρύνουν από το πανεπιστήμιο. Αποσυρμένος ως εφημέριος στην ύπαιθρο, ο Γουίκλιφ αμφισβήτησε την εξουσία της επίγειας Εκκλησίας, την ιεραρχία της και τα μυστήριά της. Χαρακτήρισε τα συγχωροχάρτια ως «ευσεβή απάτη» (pia fraus), αρνήθηκε τη Μετουσίωσις και δίδαξε ότι ο Χριστός είναι παρών στον ουρανό και πνευματικά στα ευχαριστιακά δώρα. Για τον Γουίκλιφ, η Αγία Γραφή ήταν ο νόμος του Θεού, ο Χριστός ο αγγελιοφόρος του και μόνο οι Πατέρες της Εκκλησίας μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ερμηνευτές. Το 1415 η Σύνοδος της Κωνσταντίας τον καταδίκασε μετά θάνατον ως αιρετικό και τα λείψανά του ανασκάφηκαν και κάηκαν. Οι ιδέες του επιβίωσαν στην Αγγλία μέσω του κινήματος των Λολλάρδων. Τον 16ο αιώνα, ο πουριτανισμός θα αναφερθεί στον Γουίκλιφ ως «το πρωινό αστέρι της Μεταρρύθμισης».[12][13]

Ο Γιαν Χους ήρθε σε επαφή με τις ιδέες του Γουίκλιφ στο Πανεπιστήμιο της Πράγας, όπου σπούδασε θεολογία και έγινε καθηγητής. Ασκώντας ανοιχτή κριτική στην απληστία και την κοσμικότητα του κλήρου, υπερασπίστηκε επίσης μια μεταρρύθμιση της Εκκλησίας βασισμένη στην Αγία Γραφή και δεν αναγνώρισε στον Πάπα την ύψιστη αυθεντία σε θέματα πίστεως. Η κριτική του γνώρισε ευρεία αποδοχή στον λαό, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία στην Εκκλησία. Έτσι, το 1408 απομακρύνθηκε από τη θέση του και τρία χρόνια αργότερα αφορίστηκε. Ο Χους συνέχισε ωστόσο να δρα ως περιφερόμενος κήρυκας και διατύπωσε μια διδασκαλία που πρότεινε μια Εκκλησία που θα λειτουργούσε ως μη-ιεραρχική κοινότητα. Το 1414 κλήθηκε στη Σύνοδο της Κωνσταντίας, όπου θα έπρεπε να ανακαλέσει τις απόψεις του. Παρά την υπόσχεση ασφαλούς διέλευσης από τον βασιλιά Σιγισμούνδο του Λουξεμβούργου, κατέληξε να καταδικαστεί και να καεί στην πυρά το επόμενο έτος ως αιρετικός. Από το κήρυγμά του αναδείχθηκαν πολλά ρεύματα, γνωστά ως χουσιτικά. Από το 1419 έως το 1436 σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ αυτών των ομάδων και του βασιλιά της Βοημίας, γνωστές ιστορικά ως Πόλεμοι των Χουσιτών.[14][15]
Πολιτικό πλαίσιο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ευρωπαϊκή πολιτική κατάσταση έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση της Μεταρρύθμισης. Η παπική οικουμενική εξουσία, που είχε διακηρυχθεί από τον Γρηγόριο Ζ΄ το 1075, βρισκόταν σε κρίση λόγω της ανόδου διαφόρων κοσμικών κέντρων εξουσίας. Κατά τη διάρκεια του Δυτικού Σχίσματος, οι ηγεμόνες είχαν λάβει μεγάλες παραχωρήσεις για να ταχθούν υπέρ της υπακοής είτε στον πάπα της Ρώμης είτε σε εκείνον της Αβινιόν, γεγονός που τους ενίσχυσε και ευνόησε την τάση δημιουργίας εθνικών εκκλησιών ανεξάρτητων από τη Ρώμη. Η σταδιακή μετάβαση από τη φεουδαρχία στο απολυταρχικό κράτος υπονόμευε πλέον ανεπανόρθωτα την εξουσία του παπισμού πάνω στους ευρωπαίους μονάρχες.[16]
Η Μεταρρύθμιση ξεκίνησε στη Γερμανία, στην καρδιά της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη, αν και με διαφορετικές μορφές και αποτελέσματα. Το πολιτικό πλαίσιο και οι σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες οντότητες που το αποτελούσαν υπήρξαν καθοριστικά για την εξέλιξή της.
Κατάσταση στην Ευρώπη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις αρχές του 16ου αιώνα, το πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης χαρακτηριζόταν, πρωτίστως, από την αντιπαράθεση μεταξύ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υπό τους Αψβούργους, και του Βασιλείου της Γαλλίας.[17] Μεταξύ 1521 και 1544, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ και ο γάλλος βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ διεξήγαγαν τρεις τουλάχιστον πολέμους —με ανακωχές, όχι συνεχόμενα— για την υπεροχή στη βόρεια Ιταλία και τον έλεγχο των κτήσεων της Βουργουνδίας, οι οποίες διεκδικούνταν από αμφότερους. Την εποχή εκείνη, η αψβουργική αυτοκρατορία του Κάρολου περιελάμβανε μεγάλο μέρος της κεντρικής Ευρώπης, την Ισπανία (μαζί με τη νότια Ιταλία) και ορισμένες ισπανικές αποικίες στον Νέο Κόσμο. Έτσι η Γαλλία βρισκόταν περιβαλλόμενη από δύο αψβουργικά εδάφη. Ο Κάρολος Ε΄ επιδίωκε να συνδέσει το γερμανικό τμήμα της Αυτοκρατορίας με την Ισπανία, προσαρτώντας τη νότια Γαλλία — έναν στόχο που ο Φραγκίσκος ήταν αποφασισμένος να αποτρέψει με κάθε μέσο. Οι πάπες της Ρώμης φοβούνταν επίσης ότι οι Αψβούργοι θα αποκτούσαν υπερβολική ισχύ και, έτσι, κατά καιρούς συμμάχησαν με τον γάλλο βασιλιά.[18][19]
Υπήρχε, εξάλλου, η διαρκής απειλή των Οθωμανών στα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης. Το 1526, υπό την ηγεσία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, οι Οθωμανοί νίκησαν τους Ούγγρους στη μάχη του Μόχατς και τρία χρόνια αργότερα έφτασαν να πολιορκήσουν τη Βιέννη. Για να τους αντιμετωπίσει, ο αυτοκράτορας χρειάστηκε επανειλημμένα τη στήριξη των ηγεμόνων σε οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, κατάσταση που τον αποδυνάμωσε περαιτέρω.[20][21]
Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ένας πολύπλοκος οργανισμός, με επικεφαλής έναν αυτοκράτορα που όφειλε να βασίζει την εξουσία του στη συγκατάθεση των ηγεμόνων και των φεουδαρχών. Δεν ήταν ένα συγκεντρωτικό κράτος όπως το βασίλειο της Αγγλίας ή της Γαλλίας. Η θρησκεία αποτελούσε σημαντικό στοιχείο σε αυτήν την εύθραυστη ισορροπία, καθώς συνέδεε την Αυτοκρατορία με τον παπισμό, με άλλες ευρωπαϊκές μοναρχίες και με την οθωμανική απειλή στα νοτιοανατολικά σύνορα. Ο αυτοκράτορας εκλέγονταν από επτά πρίγκιπες-εκλέκτορες (τον αρχιεπίσκοπο του Μάιντς, τον αρχιεπίσκοπο του Τριρ, τον αρχιεπίσκοπο της Κολωνίας, τον βασιλιά της Βοημίας, τον παλατινό κόμη της Ρηνανίας, τον δούκα της Σαξονίας και τον μαργράβο του Βρανδεμβούργου), αλλά έπρεπε να εγγυάται τη διατήρηση των εδαφικών δικαιωμάτων τους όπως οριζόταν στην συμφωνία Wahlkapitulation (εκλεκτορική συνθηκολόγηση). Το ανώτατο νομοθετικό όργανο της Αυτοκρατορίας ήταν οι δίαιτες — συνελεύσεις των ανώτατων αξιωματούχων της Αυτοκρατορίας, που συγκαλούνταν από τον αυτοκράτορα.[22] Ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να θεσπίζει νόμους μόνος του, καθώς απαιτούσε την έγκριση της Δίαιτας, όπου δικαίωμα ψήφου είχαν οι εκλέκτορες, η αριστοκρατία και οι ελεύθερες πόλεις. Γι’ αυτόν τον λόγο μιλάμε για «δυϊσμό μεταξύ αυτοκράτορα και αυτοκρατορικών φεουδαρχών». Επιπλέον, τα πρώτα χρόνια μετά τη δημοσίευση των 95 Θέσεων του Λούθηρου, ο Κάρολος Ε΄ ήταν σχετικά απών από τη Γερμανία, αφού είχε επιβαρυθεί από τους πολέμους κατά της Γαλλίας και κατά των Οθωμανών, και έτσι δεν μπόρεσε να ασχοληθεί επαρκώς με την εσωτερική πολιτική. Όλα αυτά αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για τη διάδοση της Μεταρρύθμισης. Εξαιτίας της έλλειψης ισχυρής κεντρικοποιημένης εξουσίας, το μέλλον των μεταρρυθμιστικών ιδεών αποφασιζόταν σε τοπικό (εδαφικό) επίπεδο, οδηγώντας σε ομολογιακή διάσπαση της Αυτοκρατορίας παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα να την αποτρέψει. Τέλος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσχώρηση ενός ηγεμόνα στη Μεταρρύθμιση οφειλόταν συχνά στο προσωπικό του συμφέρον να απελευθερωθεί από την εξουσία του αυτοκράτορα και του πάπα.[23][24]
Πολιτιστικά και κοινωνικά αίτια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι πολιτισμικές μεταβολές που λάμβαναν χώρα στην κοινωνία της εποχής συνέβαλαν ουσιαστικά στη Μεταρρύθμιση. Η μεσαιωνική χριστιανική φιλοσοφία, ο Σχολαστικισμός, διέτρεχε κρίση που μεγάλωνε το χάσμα ανάμεσα στον λαό και την Κουρία. Οι θεολόγοι του 15ου αιώνα συχνά χάνονταν σε διαφωνίες που είχαν περισσότερο σκοπό να επιδείξουν πνευματική κομψότητα παρά να εκφράσουν γνήσια διάθεση πνευματικής και πνευματικής έρευνας.[25] Πιο δυναμικό ήταν το πολιτισμικό περιβάλλον του ανθρωπισμού, ο οποίος «χτύπησε αποφασιστικά το πολιτισμικό μονοπώλιο της Εκκλησίας με θεμελιώδεις συνέπειες για τη Μεταρρύθμιση». Οι ανθρωπιστές πρότειναν μια αντικατασκευαστική, ιστορικιστική και ορθολογιστική προσέγγιση που έβαζε τον άνθρωπο και τη λογική του στο επίκεντρο. Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ουμανιστικής επανάστασης ξεχωρίζουν φιλόσοφοι όπως ο Έρασμος από το Ρότερνταμ και ο Βιλιμπάλντ Πιρκχάιμερ. Ο Έρασμος δίδασκε ότι οι εξωτερικές πράξεις ευλάβειας και οι θρησκευτικές τελετές δεν επαρκούσαν για να εξασφαλίσουν τη σωτηρία εφόσον δεν στηρίζονταν στην εσωτερική πεποίθηση του πιστού.[26]
Η ταχεία κυκλοφορία των ανθρωπιστικών ιδεών, ευνοημένη από τη πρόσφατη εφεύρεση της τυπογραφίας με κινητά στοιχεία, ήταν αναμφίβολα καθοριστική για τη δημιουργία του ιδεολογικού υποβάθρου πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε η ιδέα της μεταρρύθμισης. Η ίδια η τυπογραφία υπήρξε στη συνέχεια αποφασιστική ώστε αυτές οι ιδέες να διαδοθούν γρήγορα. Η φιλολογική δραστηριότητα που ανέλαβαν οι ανθρωπιστές οδήγησε στη μετάφραση της Αγίας Γραφής και των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας, αναδεικνύοντας και ξαναεκτιμώντας τα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας των πρώτων χρόνων.[27][28]
Οικονομικά αίτια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στη Γερμανία, ο 16ος αιώνας σημαδεύτηκε από βαθιές κοινωνικές μεταβολές, εν μέρει λόγω της αυξανόμενης δύναμης των πόλεων. Στις πόλεις είχε διαμορφωθεί μια αστική τάξη με σημαντική οικονομική δύναμη μέσω του εμπορίου, γεγονός που πολλοί ταυτίζουν με την αρχή του αναγεννησιακού καπιταλισμού. Οι πιο εύποροι πολίτες, όπως οι τραπεζίτες του οίκου Φούγκερ από το Άουκγσμπουργκ, συχνά υπερείχαν οικονομικά της αγροτικής αριστοκρατίας, η οποία εξασφάλιζε τα εισοδήματά της από τη γεωργία. Οι αγρότες αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού και συχνά ζούσαν σε σκληρές συνθήκες διαβίωσης, αντιμέτωποι με την υπερφορολόγηση, την υποχρεωτική εργασία και την δουλοπαροικία. Επιπλέον, η συνεχής εισροή πολύτιμων μετάλλων από τις αμερικανικές αποικίες είχε μειώσει την αξία του χρήματος λόγω πληθωρισμού, πλήττοντας σοβαρά την αγοραστική δύναμη του λαϊκού πληθυσμού.[29] Παράλληλα, ο πληθυσμός αυξήθηκε: εκτιμάται ότι μεταξύ 1500 και 1600 ο πληθυσμός της Γερμανίας ανέβηκε από 12 σε 15 εκατομμύρια,[30] που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών των τροφίμων και μείωση των μισθών. Αυτή η κοινωνικά και οικονομικά επισφαλής κατάσταση οδήγησε σε επανειλημμένες εξεγέρσεις που κορυφώθηκαν στον γερμανικό Πόλεμο των Χωρικών το 1525. Ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί ανάμεσα στις αιτίες της Μεταρρύθμισης: ο οικονομολόγος και φιλόσοφος του 19ου αιώνα Φρήντριχ Ένγκελς θεώρησε ότι τα μετέπειτα γεγονότα εξέφραζαν την αντοχική δυσαρέσκεια των χωρικών και τις κοινωνικές εντάσεις της εποχής.[10]
Άλλες Μεταρρυθμίσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το μεταρρυθμιστικό κίνημα δεν ήταν ενιαίο· αντιθέτως, αποτελούνταν από πολλές διαφορετικές τάσεις, τις οποίες η παραδοσιακή ιστοριογραφία τείνει να ομαδοποιεί σε δύο κατηγορίες: τη «μετριοπαθή» και τη «ριζοσπαστική» μεταρρύθμιση. Με τον όρο «Μετριοπαθής Μεταρρύθμιση» νοείται η πορεία που ξεκίνησε ο Λούθηρος και συνεχίστηκε, με διάφορες παραλλαγές, από άλλους θεολόγους, αλλά πάντοτε σε σύνδεση με τις κοσμικές αρχές. Αντίθετα, η «Ριζοσπαστική Μεταρρύθμιση» (ονομασία που έδωσε ο Ελβετός Χάινριχ Μπίλινγκερ) εκπροσωπούσε τις πιο ακραίες τάσεις του κινήματος.[31]
Mεταρρύθμιση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η απαρχή της Μεταρρύθμισης δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά η ωρίμανση μιας κατάστασης που είχε διαμορφωθεί εδώ και καιρό από πολλαπλές αιτίες. Ο ιστορικός Τζάκομο Μαρτίνα σημειώνει ότι «ο Λούθηρος δεν προκάλεσε την έκρηξη της εξέγερσης, αλλά επηρέασε τη στιγμή της και έριξε πάνω της το βάρος της ισχυρής προσωπικότητάς του, αυξάνοντας την αποτελεσματικότητά της».[32] Η «λουθηρανική διαμαρτυρία επιτάχυνε τις βαθιές διαδικασίες μετασχηματισμού του κράτους, της Εκκλησίας, της οικονομίας, της κοινωνίας και γενικότερα του πολιτισμού, που άλλαξαν το πρόσωπο της Ευρώπης».[33]
Η εσωτερική εξέλιξη του Λούθηρου ως μεταρρυθμιστής
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννημένος στις 10 Νοεμβρίου 1483, ο Μαρτίνος Λούθηρος εισήλθε στο Τάγμα των Αυγουστινιανών Ερημιτών το 1505, αφού προηγουμένως είχε σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Έρφουρτ, χώρο έντονα επηρεασμένο από τις θεωρίες του Γουλιέλμου του Όκαμ.[34] Από το 1512 δίδαξε ηθική, δογματική και ερμηνευτική στο Πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης, όπου ο προϊστάμενός του, Γιόχαν φον Στάουπιτς, είχε ενθαρρύνει τη δημιουργία μιας «κοινότητας ανάγνωσης» στην οποία συμμετείχαν, εκτός από τον Λούθηρο, και οι θεολόγοι Ανδρέας Κάρλοστατ, Γιοχάνες Λανγκ και Γιούστους Ιόνας.
Όπως θα γράψει αργότερα ο ίδιος ο Λούθηρος, η ζωή του εκείνα τα χρόνια ήταν βασανισμένη από τη συνειδητοποίηση της αμαρτωλότητάς του και από τον φόβο της θεϊκής κρίσης. Η έννοια της «θείας δικαιοσύνης» τον ταράζε ιδιαίτερα, διότι δεν μπορούσε να αγαπήσει έναν Θεό δίκαιο και οργισμένο. Η μελέτη των επιστολών του Αποστόλου Παύλου τον οδήγησε σε μια νέα κατανόηση της δικαιοσύνης, την οποία αντιλήφθηκε πλέον ως «παθητική»: όχι ως την τιμωρία που ασκεί ο Θεός στους ανθρώπους, αλλά ως το δώρο που τους προσφέρει για τη σωτηρία τους. Ιδίως μεταξύ 1515 και 1517, με αφορμή ένα απόσπασμα από την Επιστολή προς Ρωμαίους,[α] ανέπτυξε τη θεωρία ότι για τη σωτηρία της ψυχής δεν χρειάζονται ιδιαίτερες πράξεις ή έργα· αρκεί να αφεθεί κανείς στη σωτήρια ενέργεια του Θεού — αρκεί η πίστη για να γνωρίζει ο πιστός ότι σώζεται.[35][36]
Πάνω σε αυτές τις αρχές ο Λούθηρος διαμόρφωσε περαιτέρω θέσεις, συνοψισμένες αργότερα στις πέντε «solae»: Sola scriptura, Sola fide, Sola gratia, Solus Christus, Soli Deo gloria. Αυτές οι αρχές απομάκρυναν τον Λούθηρο από τη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, διότι υποβάθμιζαν τον ρόλο της Εκκλησίας ως θεσμού, αρνιόταν την ανάγκη ενός ιερατικού μεσολαβητή ανάμεσα στους πιστούς και τις Γραφές, και αποδεχόταν μόνο δύο μυστήρια: το βάπτισμα και την Θεία Ευχαριστία. Όσον αφορά την Θεία Ευχαριστία, ο Λούθηρος απέρριπτε τη δοξασία της Μετουσίωσις, δηλαδή την πλήρη αλλαγή της ουσίας του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού. Αντίθετα, πρότεινε μια κατανόηση σύμφωνα με την οποία άρτος και οίνος παραμένουν υλικά αυτό που είναι, αλλά ταυτόχρονα γίνονται και σώμα και αίμα Χριστού.[37] Οι καθολικοί πολέμιοι αποκάλεσαν αυτή τη θέση «συνεξούσιαση» (consustanzazione) — ένας όρος που ο ίδιος ο Λούθηρος δεν χρησιμοποίησε ποτέ.
Κριτική του Λούθηρου για τα συγχωροχάρτια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η αφορμή για να καταστήσει ο Λούθηρος δημόσιες τις θεωρίες του ήρθε το 1516, εξαιτίας του κηρύγματος στην επαρχία του Μαγδεμβούργου από τον Γιόχαν Τέτσελ. Ο τελευταίος είχε λάβει από τον αρχιεπίσκοπο του Μάιντς, Αλβέρτο των Χοεντσόλερν, την εντολή να πουλήσει στις επισκοπές του τα συγχωροχάρτια που είχε κηρύξει ο πάπας Λέων Ι΄ για να χρηματοδοτηθεί η ανακαίνιση της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Σκανδαλισμένος από αυτά, ο Λούθηρος συνέταξε 95 θέσεις τις οποίες διένειμε στους θεολόγους με σκοπό να προκαλέσει έναν διάλογο.[β] Σε αυτές, όχι μόνο καταδίκαζε την εμπορία των συγχωροχαρτιών, αλλά εξέφραζε και τις αμφιβολίες του σχετικά με τη σιμωνία, την ικανότητα υπέρ των νεκρών στο καθαρτήριο, τη μεσιτεία και τη λατρεία των αγίων και των εικόνων τους — δηλαδή πάνω σε μεγάλο μέρος των κεντρικών σημείων της μεσαιωνικής εκκλησιολογίας. Κατά τον Λούθηρο, τα συγχωροχάρτια οδηγούσαν τους πιστούς σε ψευδή σιγουριά για τη σωτηρία, η οποία αντίθετα μπορούσε να προέλθει μόνο από την εσωτερική μετάνοια που άνοιγε τον δρόμο στη θεία συγχώρεση, χωρίς την ανάγκη θρησκευτικής μεσολάβησης. Επιπλέον, ο Λούθηρος υπερασπιζόταν την αρχή της sola scriptura, σύμφωνα με την οποία μόνο στην Αγία Γραφή βρίσκεται ο ύστατος κανόνας της πίστης και της χριστιανικής πρακτικής, αποδυναμώνοντας έτσι τον ρόλο των κληρικών.[38][39]
Πιθανότατα, με τη δημοσίευση των θέσεων ο Λούθηρος ήθελε, όπως ήταν συνηθισμένο, απλώς να κινητοποιήσει έναν επιστημονικό διάλογο μεταξύ θεολόγων, αλλά οι θέσεις μεταφράστηκαν στα γερμανικά και, χάρη στην τυπογραφία, διαδόθηκαν πολύ γρήγορα σε όλη την Ευρώπη, γνωρίζοντας μεγάλη απήχηση: «η σπίθα της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης είχε ανάψει: για να ξεσπάσει η πυρκαγιά, έπρεπε να συμβούν κι άλλα γεγονότα».[40] Το Μάρτιο του 1518 ο Λούθηρος δημοσίευσε το «Κήρυγμα για τα συγχωροχάρτια και τη χάρη», όπου, πλέον συνειδητοποιημένος για το εύρος της επίδρασής του, απευθυνόταν σε ευρύτερο κοινό.[41][42] Στις 26 Απριλίου του ιδίου έτους, στη διαμάχη του Χάιντελμπεργκ, ο Λούθηρος επέκτεινε την κριτική του από τα συγχωροχάρτια στη σχολαστική θεολογία, ισχυριζόμενος ότι η ελεύθερη βούληση υπάρχει μόνο κατ' όνομα και όχι πραγματικά (res de solo titulo).[43] Μεταξύ των συμμετεχόντων στη διαμάχη του Χάιντελμπεργκ ήταν μερικοί νέοι θεολόγοι που αργότερα έγιναν εξέχοντες εκπρόσωποι της Μεταρρύθμισης: ο Μάρτιν Μπούτσερ, ο Γιόχαν Μπρενζ, ο Έρχαρντ Σχνεπφ και ο Μάρτιν Φρεχτ.[44][41]
Καταδίκη του Λούθηρου για αίρεση και η διαμάχη της Λειψίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ενημερωμένη για τις θέσεις του Λούθηρου, η Ρωμαϊκή Κουρία διέταξε αρχικά μια προκαταρκτική έρευνα εις βάρος του, κατά την οποία ο Σιλβέστρο Ματσολίνι ντα Πριέριο συνέταξε μια πραγματογνωμοσύνη που δεν έχει διασωθεί, αλλά το περιεχόμενό της προκύπτει από το έργο του De potestate papae dialogus. Στην περίσταση αυτή, ακολουθώντας την δομινικανή παράδοση που ανάγεται στον Χουάν δε Τορκουεμάδα, ο ντα Πριέριο υπερασπίστηκε την εκκλησιαστική ιεραρχία και το πρωτείο του πάπα, τα οποία θεωρούσε θεμελιώδη, κρίνοντας την κριτική του Λούθηρου προς το πρόσωπο του ποντίφικα ως απαράδεκτη και ικανή να χαρακτηρίσει τη λουθηρανική διδασκαλία ως αιρετική.[45] Έτσι ξεκίνησε επίσημα η διαδικασία κατά του Λούθηρου, ο οποίος στις 7 Αυγούστου 1518 έλαβε κλήση να παρουσιαστεί στη Ρώμη. Με την παρέμβαση του πρίγκιπα-εκλέκτορα Φρειδερίκου του Σοφού, προστάτη του, ο Λούθηρος κατάφερε να μεταφερθεί η υπόθεση από τη Ρώμη στη δίαιτα της Άουγκσμπουργκ στη Γερμανία, όπου ο Γερμανός θεολόγος ανακρίθηκε από τον καρδινάλιο Καετάνο από τις 12 έως τις 14 Οκτωβρίου 1518.[46] Ο μεταρρυθμιστής αρνήθηκε να ανακαλέσει την καταδίκη του για τις επισκοπικές άφεσεις και την άποψη ότι μόνο η πίστη χαρίζει ισχύ στα μυστήρια· η ανάκριση εξελίχθηκε σε έντονη συζήτηση με τον καρδινάλιο.[47][48] Ο Λούθηρος δήλωσε ότι δεν είχε διδάξει εκ προθέσεως τίποτα αντίθετο προς τις Άγιες Γραφές, τους Πατέρες της Εκκλησίας και τις παπικές διατάξεις, και ότι υποτασσόταν ως προς αυτά στην κρίση των λογίων των βορειοευρωπαϊκών πανεπιστημίων, αρνούμενος έτσι έμμεσα την αυθεντία του πάπα.[47][49][50] Φοβούμενος ότι ο παπικός απεσταλμένος θα διέταζε τη σύλληψή του, ο Λούθηρος διέφυγε την νύχτα καβάλα σε ένα άλογο μεταξύ τις 20 και τις 21 Οκτωβρίου.[51]
Ο διαδικασία κατά του Λούθηρου επιβραδύνθηκε μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α΄, στις 12 Ιανουαρίου 1519. Διεκδικητές της διαδοχής ήταν ο Αψβούργος Κάρολος Α΄ της Ισπανίας και ο Φραγκίσκος Α΄ της Γαλλίας. Ο πάπας και ο εκλέκτορας Φρειδερίκος ο Σοφός τάχθηκαν, χωρίς επιτυχία, υπέρ του βασιλιά της Γαλλίας, και αυτό το κοινό συμφέρον οδήγησε στην προσωρινή αναστολή της διαδικασίας. Η κατάσταση αυτή ευνόησε τη διάδοση της φήμης του Λούθηρου, η οποία ξεπέρασε τα όρια της Σαξονίας.[52] Η επίσημη εκεχειρία κράτησε λίγους μήνες, καθώς στα πανεπιστήμια και αλλού συνεχίστηκαν συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Η πιο γνωστή ήταν η Διαμάχη της Λειψίας, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διάδοση των μεταρρυθμιστικών ιδεών. Η διαμάχη της Λειψίας έφερε αντιμέτωπους τον Καθολικό θεολόγο Γιοχάνες Εκ και τους κυριότερους ηγέτες της Μεταρρύθμισης: τον Λούθηρο, τον Ανδρέα Μπόντενσταϊν και τον Φίλιππο Μελάγχθων. Τα βασικά θέματα ήταν η εξουσία του Ρωμαίου πάπα και της Εκκλησίας σε ζητήματα δόγματος, το ελεύθερο θέλημα απέναντι στη Θεία Χάρη και τα συγχωροχάρτια. Ο Λούθηρος υποστήριξε ότι η εξουσία του πάπα είναι κατώτερη από εκείνη της συνόδου των επισκόπων.[53] Ωστόσο, η παραδοχή του Λούθηρου ότι συμμεριζόταν ορισμένα σημεία της διδασκαλίας του Γιαν Χους παρείχε τη βάση για την καταδίκη του, καθώς εκατό χρόνια νωρίτερα η Σύνοδος της Κωνσταντίας είχε χαρακτηρίσει τις χουσιτικές θέσεις ως αιρετικές.[54]
Ανάπτυξη της θεολογίας της Μεταρρύθμισης (1520)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Παρά την καταδίκη του από τη Ρώμη, το έτος 1520 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της συγγραφικής παραγωγικότητας του Λουθήρου. Τα τρία λεγόμενα «Κύρια Κείμενα της Μεταρρύθμισης», που γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά και αφορούν το ζήτημα της ελευθερίας, θεωρούνται «οι ακρογωνιαίοι λίθοι της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης».[55][56][57] Μετά την εκλογή του Καρόλου Ε΄ ως αυτοκράτορα, η δίκη στη Ρώμη είχε ξαναρχίσει και ο Λούθηρος ανέμενε την καταδίκη του ως αιρετικού.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, συνέγραψε ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο έργο με τίτλο «Έκκληση προς τους χριστιανούς ευγενείς του γερμανικού έθνους». Σε αυτό καλούσε τις κοσμικές αρχές να αναλάβουν τη μεταρρύθμιση της Εκκλησίας, δεδομένης της αδυναμίας της ίδιας της Εκκλησίας να ανανεωθεί. Παρουσίαζε επίσης ένα πρόγραμμα κοινωνικοπολιτικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο προέβλεπε την ίδρυση δημόσιων σχολείων, τη μέριμνα για τους φτωχούς και την κατάργηση της αγαμίας του κλήρου και του Παπικού Κράτους.[58] Στο ίδιο έργο διατύπωνε και τη διδασκαλία του «καθολικού ιερατείου όλων των βαπτισμένων», με την οποία επιδίωκε να υπερβεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε κληρικούς και λαϊκούς.[58] Ο Λούθηρος απέρριπτε ακόμη την άποψη ότι μόνο το παπικό μαγιστέριο είχε την εξουσία να ερμηνεύει δεσμευτικά την Αγία Γραφή.[59][60]

Με το έργο De captivitate Babylonica ecclesiae («Η βαβυλώνια αιχμαλωσία της Εκκλησίας»), γραμμένο στα λατινικά και επομένως απευθυνόμενο σε λόγιο κοινό, ο Λούθηρος πρότεινε την αναδιοργάνωση της ύστερο-μεσαιωνικής διδασκαλίας περί των μυστηρίων. Επικαλούμενος την Αγία Γραφή, μείωσε από επτά σε δύο τον αριθμό των μυστηρίων που είχε ορίσει η Β΄ Σύνοδος της Λυών το 1274, περιορίζοντάς τα στο βάπτισμα και την ευχαριστία. Τοποθέτησε την πράξη της μετάνοιας εντός του θεμελιώδους μυστηρίου του βαπτίσματος.[57][61][62]
Στο τρίτο και τελευταίο δοκίμιο του 1520, Περί της ελευθερίας του χριστιανού, ο θεολόγος της Βιτεμβέργης ασχολήθηκε με την ευαγγελική ελευθερία. Γραμμένο με τρόπο κατανοητό και με πλούσια χρήση μεταφορών, το έργο απευθυνόταν σε εγγράμματους πολίτες εκτός των ακαδημαϊκών. Σε αυτό το κείμενο, ο Λούθηρος υποστήριζε ότι, χάρη στην αρετή της πίστης, η χριστιανική ζωή γίνεται ουσιαστικά ελεύθερη, αφού «τα έργα, χωρίς επίδραση στη μεταθανάτια μοίρα, είναι εντελώς δωρεάν». Ωστόσο, δεν απέκλειε πράξεις φιλανθρωπίας και μετάνοιας, οι οποίες αποτελούσαν τρόπο έκφρασης της επιλογής για μίμηση της γενναιοδωρίας του Χριστού, σύμφωνα με τη ρήση: «τα καλά έργα δεν κάνουν έναν άνθρωπο καλό, αλλά ο καλός άνθρωπος κάνει καλά έργα».[63][64]
Καταδίκη από την Εκκλησία και η Δίαιτα της Βορμς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εις βάρος του Λουθήρου, στις 15 Ιουλίου 1520 ο πάπας Λέων Ι΄ εξέδωσε τη βούλα Exsurge Domine, με την οποία του ζητούσε να ανακαλέσει τις θέσεις του μέσα σε εξήντα ημέρες, διαφορετικά θα αντιμετώπιζε αφορισμό.[65] Ως απάντηση, στις 10 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, στη Βιτεμβέργη, κάηκαν δημόσια –με πρωτοβουλία του Γιοχάνες Άγκρικολα– διάφορα θεολογικά έργα της καθολικής παράδοσης, ιδίως κείμενα κανονικού δικαίου. Ο ίδιος ο Λούθηρος συμμετείχε ρίχνοντας στις φλόγες τη βούλα της παπικής καταδίκης.[66][67] Ήταν πλέον δεδομένο ότι θα αφοριζόταν, κάτι που επισφραγίστηκε στις 3 Ιανουαρίου 1521 με τη βούλα Decet Romanum Pontificem. Σύμφωνα με το αυτοκρατορικό δίκαιο, όποιος αφοριζόταν αντιμετώπιζε επίσης την αυτοκρατορική «απαγόρευση» (γερμανικά: Reichsacht), δηλαδή την κήρυξή του εκτός νόμου, ως παράνομος. Ωστόσο, ο άμεσος ηγεμόνας του Λουθήρου, ο εκλέκτορας της Σαξονίας Φρειδερίκος ο Σοφός, είχε ήδη εξασφαλίσει από τον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄, από τον Οκτώβριο 1520, τη δέσμευση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα κατά του Λουθήρου πριν ακουστεί σε μια αυτοκρατορική δίαιτα.[68][69]
Έτσι, ο Λούθηρος ξεκίνησε για τη Βορμς προκειμένου να παρουσιαστεί στη Δίαιτα∙ κατά τη διαδρομή του δέχτηκε εκδηλώσεις υποστήριξης από τον λαό. Η Δίαιτα δεν είχε εξουσία να αποφανθεί αν οι θέσεις του ήταν αιρετικές, και ο Κάρολος Ε΄ δεν επιθυμούσε να συγκρουστεί ούτε με το λαϊκό αίσθημα ούτε με τους Γερμανούς πρίγκιπες, ώστε να μην προκληθεί εξέγερση ανάλογη με την πρόσφατη επανάσταση των κομουνέρος στην Ισπανία.[70] Συνεπώς, το μόνο που μπορούσε να εξεταστεί ήταν «αν ο Λούθηρος είχε πράγματι πει όσα του καταλογίζονταν και αν ήταν διατεθειμένος να τα ανακαλέσει».[71] Όταν παρουσιάστηκε ενώπιον της αυτοκρατορικής συνέλευσης, του παραχωρήθηκε μία ημέρα για να σκεφτεί. Την επομένη παραδέχτηκε ότι ήταν ο συγγραφέας των έργων του, δικαιολογώντας τις επικρίσεις προς τον πάπα με τα δεινά που είχε υποστεί η «ένδοξη γερμανική πατρίδα» από την κατάχρηση εξουσίας της Ρώμης.[72] Αρνήθηκε για άλλη μια φορά να ανακαλέσει, εκτός εάν κάποιος μπορούσε να του αποδείξει, αποκλειστικά βάσει των Αγίων Γραφών, ότι σφάλλει — η αρχή sola scriptura.[73][γ]
Στις 30 Απριλίου 1521 ο Λούθηρος εγκατέλειψε τη Βορμς ως καταζητούμενος, υπαγόμενος πλέον σε αυτοκρατορική απαγόρευση. Επειδή ο αυτοκράτορας του είχε υποσχεθεί ασφαλή διέλευση για να παρουσιαστεί στη Δίαιτα, του δόθηκαν 21 ημέρες για να βρει καταφύγιο. Κατά την επιστροφή του προς τη Βιτεμβέργη, ο εκλέκτορας της Σαξονίας σκηνοθέτησε την «απαγωγή» του, ώστε να μεταφερθεί μυστικά και με ασφάλεια στον Πύργο του Βάρτμπουργκ.[74][75]

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βάρτμπουργκ, ο Λούθηρος αφοσιώθηκε εντατικά στο έργο του, παράγοντας αρκετά συγγράμματα, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν η μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, την εποχή που οι σύγχρονες εκδόσεις βασίζονταν στη Βουλγάτα, γραμμένη στα λατινικά τον 4ο αιώνα. Για τη μετάφραση αυτή, ο Λούθηρος χρησιμοποίησε μία λαϊκή και κατανοητή γλώσσα, η οποία όχι μόνο παρέμεινε επί μακρόν σημείο αναφοράς για τις γερμανικές εκδόσεις της Αγίας Γραφής, αλλά άσκησε και σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη της γραπτής γερμανικής γλώσσας.[76] Την ίδια περίοδο έγραψε και το Passional Christi und Antichristi, στο οποίο ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει τον Χριστό με τον πάπα, τον οποίον παρουσιάζει ως αντίχριστο. Το φυλλάδιο, εμπλουτισμένο με 26 εικονογραφήσεις συνοδευόμενες από εντυπωσιακές λεζάντες, συνέβαλε στο να γίνει ο Λούθηρος εξαιρετικά δημοφιλής στον λαό. Η χρήση απλών μηνυμάτων και εικόνων εμπνευσμένων από τη λαϊκή θρησκευτικότητα και κουλτούρα υπήρξε ένας από τους βασικούς φορείς της ευρείας διάδοσης των λουθηρανικών ιδεών. Τυπικά παραδείγματα αυτών των εικόνων ήταν η απεικόνιση εκκλησιαστικών προσώπων με χαρακτηριστικά ζώων, ο πάπας με τη μορφή του Αντίχριστου, ο Λούθηρος φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, καθώς και η αλληγορία μιας Γερμανίας παρουσιαζόμενης ως Ηρακλής απέναντι στην Εκκλησία.[77]
Ενώ ο Λούθηρος εργαζόταν στο Βάρτμπουργκ, στο Βίτενμπεργκ η Μεταρρύθμιση άρχισε να λαμβάνει ολοένα και πιο ριζοσπαστικές μορφές. Στο εσωτερικό του μοναστηριού ξεκίνησε ένα κύμα εγκατάλειψης των μοναχικών όρκων, το οποίο το έφερε σε σοβαρή κρίση, ενώ τα κηρύγματα των θεολόγων οδήγησαν σε εικονομαχία και σε εξεγέρσεις εναντίον των πολιτικών αρχών από ιππότες και χωρικούς.[78][79]
Κοινωνικές επιπτώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πρόταση του Λούθηρου διαδόθηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και πολλοί βρήκαν μέσα σ’ αυτήν απάντηση στα προβλήματα που τους βάραιναν. Η Μεταρρύθμιση δεν ικανοποίησε μόνο θρησκευτικές ανάγκες, συνάντησε επίσης πολιτικές εντάσεις της εποχής και φιλοδοξίες για τη μεταρρύθμιση του Αυτοκρατορικού συστήματος.[80] Το φθινόπωρο του 1522 μια ομάδα προτεσταντών ιπποτών υπό την ηγεσία του Φρανς βον Σίκινγκεν επαναστάτησε κατά της καθολικής Αυτοκρατορίας ως αντίδραση στην παρατεταμένη παρακμή της θέσης τους. Η εξέγερση καταπνίγηκε ήδη τον Μάιο του 1523, αλλά ενέπνευσε την επακόλουθη και πολύ πιο αιματηρή εξέγερση των χωρικών που ξέσπασε το 1524.[81]
Ο πόλεμος είχε ηθικές, θεωρητικές και θεολογικές ρίζες στη μεταρρυθμιστική κριτική των προνομίων και της διαφθοράς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που αμφισβήτησε την υπάρχουσα τάξη τόσο σε θρησκευτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Αντανακλούσε επίσης βαθιά δυσαρέσκεια του φτωχότερου στρώματος της κοινωνίας —των εργαζομένων γης— οι οποίοι στήριζαν όλα τα υπόλοιπα στρώματα όχι μόνο με άμεσους φόρους αλλά και με την αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφία. Παρά τη συμβολή τους, αυτοί δεν διέθεταν πολιτική ισχύ και συχνά βρίσκονταν σε κατάσταση δουλοπρέπειας. Οι χωρικοί αντλούσαν νομιμοποίηση του κινήματός τους από την Αγία Γραφή και διατύπωσαν τα πολιτικά και κοινωνικά τους αιτήματα —μεταξύ των οποίων η κατάργηση της δουλείας, η μείωση των φόρων και η ελευθερία στο κυνήγι και στην αλιεία— στα Δώδεκα Άρθρα (1525) των χωρικών της Άνω Σουαβίας, το κυριότερο καταστατικό της εξέγερσης.[82][83] Οι χωρικοί είχαν πλήρη στήριξη από τον Τόμας Μύντσερ (ο οποίος πλήρωσε με τη ζωή του), αλλά όχι από τον Λούθηρο, ο οποίος έγραψε το έργο Κατά των συμμοριών των χωρικών που δολοφονούν και κλέβουν. Πιθανότατα ο Λούθηρος επέκρινε τους εξεγερμένους και θεώρησε δικαιολογημένη την αιματηρή καταστολή επειδή φοβόταν ότι η απώλεια της υποστήριξης των κοσμικών αρχών θα σήμαινε την αποτυχία της μεταρρυθμιστικής κίνησης, αν αυτή οδηγούσε σε κοινωνική επανάσταση.[84]
Για να νομιμοποιήσει τη χρήση βίας από τις πολιτικές αρχές προς διατήρηση της ειρήνης και της τάξης, παρά την παλαιά βιβλική εντολή της αγάπης, ο Λούθηρος διατύπωσε το δόγμα των δύο βασιλείων. Σύμφωνα με αυτό, κάθε χριστιανός ζει σε δύο «βασίλεια» —το κοσμικό, όπου εφαρμόζεται ο νόμος του σπαθιού, και το πνευματικό, όπου κυριαρχεί ο λόγος του Θεού.[85]
Ίδρυση της Λουθηρανικής Εκκλησίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά την καταστολή των ριζοσπαστικών εξεγέρσεων, ο Λούθηρος άρχισε την οργάνωση της μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας. Η διαδικασία έγινε υπό την καθοδήγηση του πρίγκιπα Ιωάννη της Σαξονίας, ο οποίος επιδίωξε να δημιουργήσει μια εθνική, αυστηρά ιεραρχική Εκκλησία με αυστηρή δογματική ταυτότητα. Πολλοί μεταρρυθμιστές επέκριναν την πολιτικοποίηση της Μεταρρύθμισης και την απώλεια της επιδιωκόμενης θρησκευτικής ελευθερίας, χωρίς όμως να καταφέρουν να επηρεάσουν τα σχέδια του ηγεμόνα, που έβλεπε στη Μεταρρύθμιση την ευκαιρία να απαλλαγεί από τα τεράστια φόρου υποχρεώσεις προς τη Ρώμη και τον έλεγχο του Αυτοκράτορα. Θρησκευτική ανοχή δεν παραχωρήθηκε ούτε στους εβραίους, οι οποίοι συχνά διωκόντουσαν. Πιο επιεικής ήταν η στάση απέναντι στο Ισλάμ, που όμως θεωρείτο κι αυτό λανθασμένη και αμαρτωλή θρησκεία.[86]
Για τη νέα Εκκλησία μεριμνήθηκε η αναδιάρθρωση των εκκλησιαστικών εσόδων, τα οποία προορίζονταν αποκλειστικά για τη στήριξη των κληρικών, τη συντήρηση των θρησκευτικών κτιρίων και τη φροντίδα των φτωχών. Η λατρεία επικεντρώθηκε στην κήρυξη της Βίβλου, απαρέγκλιτα στη γερμανική γλώσσα, και στην σύναξη της Θείας Ευχαριστίας, ενώ δόθηκε μεγάλο βάρος στη μουσική και ιδιαίτερα στους ύμνους, πολλούς από τους οποίους συνέθεσε και ο ίδιος ο Λούθηρος. Ο γάμος, του οποίου ο χαρακτήρας ως μυστήριο καταργήθηκε, απέκτησε μεγαλύτερη σημασία ως αναγκαία στήριξη της κοινωνικής τάξης. Στο πλαίσιο αυτό καταργήθηκε και ο κληρικός άγαμος βίος, ενώ το διαζύγιο έγινε θεωρητικά δυνατό αλλά στην πράξη σπάνια επιτρεπόταν.[87] Ο Λούθηρος έδωσε μεγάλη σημασία στην κατήχηση: ο ίδιος συνέγραψε μια «Μεγάλη Κατήχηση» για ενήλικες και μια «Μικρή Κατήχηση» για παιδιά. Τα έργα αυτά γνώρισαν ευρεία διάδοση. Παρ’ όλα αυτά, η λουθηρανική Εκκλησία δεν εδραιώθηκε πλήρως πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα, λόγω της επίμονης παρουσίας καθολικών νοοτροπιών και παραδόσεων και των σφοδρών συγκρούσεων τόσο με τον Αυτοκράτορα όσο και εντός του ίδιου του μεταρρυθμιστικού κινήματος.[88]
Δίαιτα της Αυγούστας (1530) και η Ομολογία της Αυγούστας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μεταξύ 1520 και 1530, οι Γερμανοί πρίγκιπες που υποστήριζαν τη λουθηρανική Μεταρρύθμιση αυξάνονταν σταθερά, ενώ οι σχέσεις τους με τον αυτοκράτορα κυμαίνονταν ανάμεσα σε περιόδους συμβιβασμού —κυρίως όταν ο Κάρολος Ε΄ χρειαζόταν τη βοήθειά τους στους πολέμους κατά των οθωμανών ή κατά του Φραγκίσκου Α΄ της Γαλλίας— και περιόδους σκληρών συγκρούσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτοκράτορας δεν αποδεχόταν ποτέ παθητικά τη διάδοση της Μεταρρύθμισης, καθώς αυτή ματαίωνε την επιθυμία του για μια καθολική αυτοκρατορία, της οποίας η εξουσία θα διαβεβαιωνόταν από τον Πάπα. Η ασταθής κατάσταση που ταλάνιζε την ευρωπαϊκή κοινωνία, διχασμένη ανάμεσα σε διαμαρτυρόμενους και καθολικούς, εκδηλώθηκε δραματικά στη λεηλασία της Ρώμης το 1527 από τους Λάντσκνεχτ, Γερμανοί μισθοφόροι φιλικά προσκείμενοι στον προτεσταντισμό, που υπηρετούσαν τον αυτοκράτορα αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν χωρίς πραγματική καθοδήγηση. Η λεηλασία, πέρα από την καταστροφή που προκάλεσε, αποτέλεσε πραγματική ταπείνωση για την Καθολική Εκκλησία, η οποία προσπαθούσε να αναχαιτίσει τον λουθηρανισμό.[89][90]
Ενώ οι θεολόγοι επεξεργάζονταν δογματικά ζητήματα, στο πλαίσιο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η Μεταρρύθμιση έπαιρνε όλο και πιο πολιτικό χαρακτήρα. Μια προσπάθεια συμβιβασμού έγινε στη Δίαιτα του Σπάιερ του 1526, όταν επιτράπηκε στους πρίγκιπες που το επιθυμούσαν να ασπαστούν τον λουθηρανισμό. Ωστόσο, στην ίδια δίαιτα, ο Κάρολος Ε΄ απαγόρευσε κάθε περαιτέρω καινοτομία: τα λουθηρανικά κράτη μπορούσαν να παραμείνουν λουθηρανικά, ενώ τα υπόλοιπα έπρεπε να παραμείνουν πιστά στον καθολικισμό. Στην ίδια σύνοδο, ο αυτοκράτορας θέλησε να επιβεβαιώσει εκ νέου και το διάταγμα της Δίαιτας του Βορμς του 1521, με το οποίο ο Λούθηρος είχε καταδικαστεί ως αιρετικός —γεγονός που προκάλεσε την έντονη διαμαρτυρία των λουθηρανών εκλεκτόρων (διαμαρτυρία του Σπάιερ), από όπου προήλθε και ο όρος «προτεστάντης», δηλαδή ο διαμαρτυρόμενος.[90][91]

Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια ο αυτοκράτορας βρέθηκε ξανά σε πόλεμο με τη Γαλλία του Φραγκίσκου Α΄ στον πόλεμο της Συμμαχίας του Κονιάκ. Οι πολεμικές εξελίξεις τον απομάκρυναν από τις προσπάθειες καταστολής του προτεσταντισμού, αλλά όταν το 1529 υπέγραψε την Συνθήκη του Καμπραί, μπορούσε πλέον να ασχοληθεί ξανά με την εξάλειψη της λουθηρανικής «αίρεσης». Έτσι, το επόμενο έτος, για τις 2 Ιουνίου, συγκλήθηκε νέα δίαιτα στην Αυγούστα, με σκοπό την εξομάλυνση των ολοένα αυξανόμενων θρησκευτικών εντάσεων και την εξασφάλιση της υποταγής των πριγκίπων της Αυτοκρατορίας που είχαν προσχωρήσει στη Μεταρρύθμιση. Επειδή ο Λούθηρος, όντας υπό αυτοκρατορικό διωγμό, δεν μπορούσε να παραστεί, ο Φίλιππος Μελάγχθων ορίστηκε ως αντιπρόσωπος του εκλέκτορα της Σαξονίας.[92] Εκεί, ο Μελάγχθων, μαζί με τον Ιωακείμ Καμεράριους και τον Γκρέγκορ Μπρουκ, παρουσίασε στους πρίγκιπες την Ομολογία της Αυγούστας, την πρώτη επίσημη παρουσίαση των αρχών του προτεσταντισμού, η οποία μέχρι σήμερα θεωρείται θεμέλιο κείμενο των προτεσταντικών —και ειδικά των λουθηρανικών— εκκλησιών.[93] Το περιεχόμενο του κειμένου ήταν σαφώς μετριοπαθέστερο από το ύφος του Λούθηρου, πιθανότατα επειδή επιχειρούσε να υπάρξει συμβιβασμός με τον αυτοκράτορα και τους καθολικούς πρίγκιπες, τονίζοντας κυρίως τα σημεία συμφωνίας με τη Ρώμη. Το έργο του Μελάγχθων θεωρείται «η μέγιστη προσπάθεια συμβιβασμού ανάμεσα στη Ρώμη και τη Βιτεμβέργη».[94]

Παρά τις προσπάθειες του Μελάγχθων να διατυπώσει μια πιο συμφιλιωτική ομολογία, αυτή απορρίφθηκε από τους καθολικούς θεολόγους στη «Confutatio pontificia» της 3ης Αυγούστου, και στη συνέχεια απορρίφθηκε και από τη δίαιτα, όπου πλειοψηφούσαν οι καθολικοί πρίγκιπες. Δύο ακόμη ομολογίες παρουσιάστηκαν και απορρίφθηκαν από τον αυτοκράτορα: η Τετραπολιτανή Ομολογία (Confessio Tetrapolitana), γραμμένη από τον Μαρτίνο Μπούτσερ και τον Βόλφγκαγκ Καπιτόν, και η Fidei Ratio, που παρουσιάστηκε ως προσωπική ομολογία πίστης του Ζβίγγλιου. Τον Νοέμβριο, ο Κάρολος κήρυξε αποτυχημένες τις θρησκευτικές διαπραγματεύσεις, επιβεβαίωσε το διάταγμα της Βορμς και απαίτησε από τους πρίγκιπες την επιστροφή των εκκλησιαστικών περιουσιών που είχαν αφαιρεθεί από την Καθολική Εκκλησία.[94][95]
Από την Σμαλκαλδική Ένωση εώς την Ειρήνη της Αυγούστας (1555)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά την παρουσίασή του στην Αυγούστα, ο Μελάγχθων ανέλαβε τον ρόλο του κύριου θεολόγου της Βιτεμβέργης, πράγμα που του επέτρεψε μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τον Λούθηρο.[96] Φρόντισε να μην φτάσουν τα Σμαλκαλδικά Άρθρα, μια σύνοψη της λουθηρανικής διδασκαλίας που είχε γράψει ο Λούθηρος τον Δεκέμβριο του 1536, στη δίαιτα του επόμενου έτους, επειδή πίστευε ότι η διατύπωση του Λουθήρου θα θεωρούνταν απαράδεκτη από τους εκπροσώπους των αυτοκρατορικών πόλεων της Νότιας Γερμανίας, περιοχή που είναι ακόμα και σήμερα καθολική. Έτσι, η οριστική ομολογία πίστης των μεταρρυθμιστών παρέμεινε η Ομολογία της Αυγούστας, η οποία επεκτάθηκε ώστε να περιλαμβάνει ένα σύγγραμμα για την εξουσία και το πρωτείο του πάπα και ένα σύγγραμμα για τη δικαιοδοσία των επισκόπων, κείμενα που ο Μελάγχθων συνέγραψε τον Φεβρουάριο του 1537.[97]
Το 1545, ο πάπας Παύλος Γ΄ άνοιξε επίσημα σύνοδο στο Τρέντο, που από καιρό επιθυμούνταν ως θεραπεία για τα προβλήματα που μάστιζαν την Εκκλησία και ως πιθανή ευκαιρία συμφιλίωσης με τους προτεστάντες. Ωστόσο, ήδη από τις πρώτες συνεδρίες έγινε φανερό ότι αυτός ο στόχος ήταν ανέφικτος. Ο Μαρτίνος Λούθηρος πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1546, αφήνοντας ένα κενό εξουσίας στην κορυφή του προτεσταντικού κινήματος. Το καλοκαίρι του 1546 άρχισε ο Σμαλκαλδικός Πόλεμος ανάμεσα στην ομώνυμη συμμαχία των προτεσταντών πριγκίπων και την Αυτοκρατορία. Η σύντομη σύγκρουση κατέληξε σε καταστροφική ήττα των προτεσταντών στη μάχη του Μύλμπεργκ στις 24 Απριλίου 1547.[98]
Εν τω μεταξύ, το Εκλεκτορικό Πριγκιπάτο της Σαξονίας, η καρδιά της Μεταρρύθμισης της Βιτεμβέργης, είχε περάσει στον Μαυρίκιο Α΄, ο οποίος από τη μία αρνήθηκε να δεχτεί το Προσωρινό Διάταγμα της Αυγούστας (Augsburger Interim) που είχε επιβάλει ο αυτοκράτορας για να σταματήσει τις συγκρούσεις, αλλά από την άλλη αντιμετώπισε το ζήτημα του συμβιβασμού με τους καθολικούς. Προς αυτόν τον σκοπό, ο Μαυρίκιος προώθησε τη σύνταξη —από τον Μελάγχθων και άλλους θεολόγους— της φόρμουλας γνωστής ως Προσωρινό της Λειψίας (Leipziger Interim), στις 22 Δεκεμβρίου 1548. Η φόρμουλα αυτή βασιζόταν στη διάκριση ανάμεσα σε θεμελιώδη δόγματα του προτεσταντισμού, όπως η διδασκαλία περί δικαίωσης μέσω της πίστης, και σε δογματικά ζητήματα «αδιάφορα» ως προς τη σωτηρία, επειδή αφορούσαν στοιχεία της λατρείας ή της εκκλησιαστικής οργάνωσης που ούτε επιβάλλονταν ούτε απαγορεύονταν από την Αγία Γραφή. Σύμφωνα με τον Μελάγχθων και τους οπαδούς του, τους λεγόμενους «φιλιππιστές» ή «αδιαφοριστές», στα αδιάφορα ζητήματα μπορούσε να υπάρξει διάλογος και αναζήτηση συμβιβασμού με τους καθολικούς. Σε αυτή τη μετριοπαθή θέση αντιτάχθηκαν ο Ματθαίος Φλάκιος Ιλλυρικός και οι οπαδοί του, οι λεγόμενοι «φλακιανοί» ή «γνησιολουθηρανοί».[99][100]
Παρά τη στρατιωτική νίκη κατά των προτεσταντών και τις διάφορες προσπάθειες συμφιλίωσης, ήταν πλέον σαφές ότι το σχίσμα στη δυτική χριστιανοσύνη ήταν οριστικό. Έτσι, το 1555 επιτεύχθηκε η Ειρήνη της Αυγούστας, η οποία επικύρωσε επίσημα τη de facto διαίρεση της Αυτοκρατορίας ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες. Το κυριότερο άρθρο του συμφώνου ήταν η αρχή «cuius regio, eius religio», δηλαδή η υποχρέωση του υπηκόου να ακολουθεί την ομολογία του ηγεμόνα του κράτους του, είτε αυτή ήταν καθολική είτε προτεσταντική. Στην πράξη δεν επιτράπηκε ποτέ θρησκευτική ελευθερία ή πολυομολογιακό καθεστώς· έτσι, αν ένας ηγεμόνας άλλαζε ομολογία, και οι υπήκοοι ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν το ίδιο ή να μεταναστεύσουν, καθώς διαφορετικά θεωρούνταν ότι απειλούσαν τη σταθερότητα της κοινωνικής τάξης. Σπάνιες εξαιρέσεις παραχωρήθηκαν σε ορισμένες ελεύθερες πόλεις, όπου επετράπη ο δι-ομολογιακός βίος.[101]
Η μεταρρύθμιση του Ούλριχ Ζβίγγλιου και του Μάρτιν Μπούτσερ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στην Ελβετία και στη νότια Γερμανία οι μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες ακολούθησαν μια πορεία σχεδόν παράλληλη με εκείνη των λουθηρανών, αλλά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που οδήγησαν στη διαμόρφωση ενός πολύμορφου μωσαϊκού διαφορετικών πραγματικοτήτων· παρ’ όλα αυτά, όλες οι ρίζες τους βρίσκονται στο μεταρρυθμιστικό έργο του Ούλριχ Ζβίγγλιου και του Μαρτίν Μπουτσερ. Σε αντίθεση με τον Λούθηρο, αυτοί δεν επιδίωξαν τη Μεταρρύθμιση μόνο της Εκκλησίας, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας. Επιπλέον, εργάστηκαν μέσα σε ένα πολιτικό περιβάλλον από ελεύθερες πόλεις, ουσιαστικά αυτόνομες από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και συνεπώς χωρίς τη μεγάλη επιρροή των γερμανών πριγκίπων, η οποία ευνόησε ή εμπόδισε σημαντικά τον λουθηρανισμό.[102]
Ο Ούλριχ Ζβίγγλιος άρχισε τη δράση του στη Ζυρίχη γύρω στο 1522 με σκοπό, όπως και ο Λούθηρος, να μεταρρυθμίσει την Εκκλησία και όχι να την επανιδρύσει. Η ανάλυσή του όμως διέφερε από εκείνη του θεολόγου της Βιτεμβέργης λόγω της πιο έντονης κριτικής του προς τα κοινωνικά κακώς κείμενα της εποχής και της ισχυρής επιρροής του ανθρωπισμού. Μετά από μια δημόσια συζήτηση στις 29 Ιανουαρίου 1523 μεταξύ του Ζβίγγλιου και του γενικού βικάριου της επισκοπής της Κόνσταντς, το δημοτικό συμβούλιο της Ζυρίχης ανακήρυξε νικητή τον πρώτο, δίνοντάς του την εξουσία να μεταρρυθμίσει την πόλη — έργο που ολοκλήρωσε το 1525. Η δράση του, στηριγμένη αποκλειστικά στη Βίβλο, οδήγησε στην κατάργηση της καθολικής λειτουργίας, στην απομάκρυνση των εικόνων της Παναγίας και των Αγίων και στην απαγόρευση της λατρείας τους. Επίσης προωθήθηκε το κήρυγμα στη λαϊκή γλώσσα βασισμένο μόνο στις Γραφές, εγκαταλείφθηκε η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου και πολλά μοναστήρια καταργήθηκαν. Για τον Ζβίγγλιο η παρουσία του Χριστού στην Θεία Ευχαριστία ήταν μόνο συμβολική, ως απλή ανάμνηση της θυσίας του Ιησού Χριστού. Τέλος, η μεταρρύθμισή του, που εξαπλώθηκε σε πολλές άλλες ελβετικές και νότιογερμανικές πόλεις, είχε και έντονα στοιχεία ηθικής αυστηροποίησης της κοινωνίας.[103][104] Μετά τον θάνατό του, την ηγεσία της μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας της Ζυρίχης ανέλαβε ο Χάινριχ Μπούλινγκερ, ο οποίος την κατεύθυνε προς μια πιο ισορροπημένη πορεία και συμβιβασμό με τις άλλες μεταρρυθμιστικές τάσεις. Συνέβαλε προσωπικά στη σύνταξη των Ελβετικών Ομολογιών (Confessiones Helveticae), που έγιναν οι ομολογίες πίστης των ελβετικών μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών.[105]
Εγκατεστημένος από το 1523 στο Στρασβούργο, ο Μαρτίν Μπουτσερ συνέχισε στο πνεύμα της κήρυξης του Γιόχαν Γκάιλερ φον Κάιζερσμπεργκ, εμπλουτίζοντάς το με τη στερεή θεολογική και ανθρωπιστική του κατάρτιση, και έγινε μία από τις «ψυχές του μεταρρυθμιστικού κινήματος». Το έργο του πήρε τη μορφή μιας ευρείας κοινωνικής μεταρρύθμισης βασισμένης σε αυστηρό ηθικισμό, τόσο στον δημόσιο βίο όσο και στις ιδιωτικές σχέσεις, όπως ο γάμος. Στην πόλη η λειτουργία στην καθολική μορφή της συνέχισε να τελείται μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 1529, αν και ήδη στη λαϊκή γλώσσα και με πιο απλό τελετουργικό όπου υπήρχε μεγάλο μέρος αφιερωμένο στο ψάλσιμο. Ο Μπουτσερ διατηρούσε αποδοτικές και εγκάρδιες σχέσεις με τους άλλους μεταρρυθμιστές από την Ελβετία και από το Σάλτσμπουργκ, αν και προέκυψαν συγκρούσεις με τους λουθηρανούς — με εξαίρεση τον Μελάγχθων, με τον οποίο μοιραζόταν κοινή ανθρωπιστική μόρφωση από τα έργα του Έρασμου.[106][107]
Η Μεταρρύθμιση του Ιωάννη Καλβίνου και της Γενεύης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη νομική, το 1536 ο Ιωάννης Καλβίνος δημοσίευσε στη Βασιλεία το πιο γνωστό του έργο, το «Institutio christianae religionis», το οποίο είχε ήδη ολοκληρωθεί από το προηγούμενο έτος. Στο μέλλον ακολούθησαν κι άλλες εκδόσεις, αναθεωρημένες και διευρυμένες, έως ότου το έργο εξελίχθηκε σε ένα θεμελιώδες συστηματικό σύγγραμμα της προτεσταντικής θεολογίας με μεγάλη επιρροή στη δυτική σκέψη. Το ίδιο έτος μετακινήθηκε στη Γενεύη όπου, μαζί με τον Γκιγιόμ Φαρέλ, άρχισε να μεταρρυθμίζει την τοπική Εκκλησία, η οποία ήταν ήδη διχασμένη από την πολύπλοκη πολιτική κατάσταση της πόλης. Τον Νοέμβριο το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε την ομολογία πίστης που παρουσίασε ο Καλβίνος, ο οποίος ορίστηκε στη συνέχεια κήρυκας και ποιμένας της πόλης. Ο κανονισμός της νέας Εκκλησίας που διαμορφωνόταν προέβλεπε, μεταξύ άλλων: τη μηνιαία τέλεση του «Δείπνου του Κυρίου», την ακρόαση των κηρυγμάτων, το ψάλσιμο, την υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση των νέων και την ίδρυση εκκλησιαστικού δικαστηρίου με εξουσία να επιβάλλει αφορισμό σε όσους είχαν ανήθικη ή απειθάρχητη συμπεριφορά. Την επόμενη χρονιά εκλέχθηκαν νέοι δήμαρχοι, εχθρικοί στις αλλαγές που επιθυμούσαν να φέρουν ο Καλβίνος και ο Φαρέλ. Η αδυναμία εξεύρεσης συμφωνίας οδήγησε, στις 23 Απριλίου 1538, στην εκδίωξη των δύο μεταρρυθμιστών από τη Γενεύη. Ο Καλβίνος κατέφυγε στο Στρασβούργο, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να εκτιμήσει τις ιδέες του Μπουτσερ.[108]
Κλήθηκε πάλι στη Γενεύη για να βοηθήσει στην επίλυση μιας εσωτερικής σύγκρουσης που απειλούσε την πόλη, και το 1541 διορίστηκε εκ νέου ποιμένας από τις αρχές της πόλης· αυτή τη φορά ήταν ελεύθερος να εφαρμόσει πλήρως τις μεταρρυθμιστικές του ιδέες. Ο Καλβίνος έδωσε στην τοπική Εκκλησία μια νέα οργάνωση, χωρίζοντας τους πιστούς σε τέσσερις τάξεις: ποιμένες, διδασκάλους, πρεσβυτέρους και διακόνους. Επιπλέον, ίδρυσε ένα εκκλησιαστικό συμβούλιο αποτελούμενο από ποιμένες και πρεσβυτέρους που συνερχόταν εβδομαδιαίως για να εξασφαλίζει την αυστηρή τήρηση της ορθοδοξίας και της ηθικότητας μεταξύ των πολιτών.[109][110][111][112]
Υπό την καθοδήγησή του, η Εκκλησία της Γενεύης απέκτησε μάλλον ριζοσπαστικό χαρακτήρα βασισμένο σε αυστηρή πειθαρχία. Στους πολίτες επιβλήθηκαν διάφορες υποχρεώσεις, όπως η υπογραφή της ομολογίας πίστης που πρότεινε ο Καλβίνος, η παρουσία σε τουλάχιστον τέσσερα «Δείπνα του Κυρίου» τον χρόνο και, κυρίως, η τήρηση μιας άμεμπτης ηθικής συμπεριφοράς, με ποινές που περιλάμβαναν καταδίκη, εξορία ή ακόμη και θάνατο στις πιο βαριές περιπτώσεις. Έτσι, στη Γενεύη απαγορεύθηκαν οι χοροί, τα ζάρια, οι μαντείες, οι σεξουαλικά ελευθεριάζουσες συμπεριφορές, η απρεπής στάση κατά τη διάρκεια της λατρείας και τα ενδύματα που κρίνονταν υπερβολικά πολυτελή ή άσεμνα. Τα μοναστήρια μετατράπηκαν σε άσυλα, ενώ καταργήθηκαν η λατρεία των αγίων και των λειψάνων.[113]
Η θεολογία του Καλβίνου δεν υπήρξε ιδιαίτερα πρωτότυπη. Προτίμησε να αναδιοργανώσει και να εναρμονίσει προηγούμενες μεταρρυθμιστικές ιδέες, αφιερώνοντας μεγάλο μέρος της εργασίας του στη βιβλική ερμηνεία, της οποίας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της εποχής. Για τον Καλβίνο τα ιερά κείμενα δεν έπρεπε να ερμηνεύονται κυριολεκτικά, αλλά με στόχο να γίνει κατανοητό το θέλημα του Θεού, καθώς αυτά αποτελούν το μέσο με το οποίο ο Θεός επικοινωνεί με τον άνθρωπο. Διαμεσολάβησε ανάμεσα στη λουθηρανική ιδέα της συνμετουσίωσις και στον απλό συμβολισμό του Ζβίγγλιου, υποστηρίζοντας ότι «το ψωμί και το κρασί είναι μέσα μέσω των οποίων εισερχόμαστε σε κοινωνία με την ουσία του Χριστού, συμμετέχοντας πραγματικά στα αγαθά του Θεού που έγινε άνθρωπος». Όσον αφορά τη σημασία των έργων, σύμφωνα με την καλβινική διδασκαλία του απόλυτου προορισμού, αυτά δεν συμβάλλουν στη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά είναι αναγκαία για να δοξάζεται ο Θεός και να τηρείται το θέλημά του. Τέλος, σε αντίθεση με τον Λούθηρο, ο Καλβίνος θεωρούσε ότι η Εκκλησία έχει την εξουσία να επιβάλλει στη δημόσια κοινωνία τη δική της ηθική, τη δική της δομή και τους δικούς της νόμους.[114][115][116] Στα κηρύγματά του δεν δίστασε να απευθύνει βαριές κατηγορίες προς τη Ρώμη, για τις οποίες κατηγορήθηκε με τη σειρά του ως «πατέρας όλων των αιρέσεων», ενώ τα βιβλία του καταδικάζονταν και απαγορεύονταν από τους καθολικούς. Επιτέθηκε επίσης και στις άλλες προτεσταντικές τάσεις, χωρίς να εξαιρεί ούτε τους αναβαπτιστές, ούτε τους ελευθεριάζωντες, ούτε τους νικοδημίτες.[117]
Για τις κατά καιρούς ακραίες θέσεις του Καλβίνου υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το πρώτο αφορά την αυστηρή και αδιάλλακτη στάση του στην περίπτωση του Φραντσέσκο Σπιέρα, τον οποίο καταδίκασε μετά από σχολαστική μελέτη των βιβλικών πηγών, υποστηρίζοντας ότι ο νικοδημισμός αποτελεί βαρύ αμάρτημα και ότι θα έπρεπε πάντοτε να προτιμάται το ενδεχόμενο του μαρτυρίου ή της εξορίας.[118] Το δεύτερο σχετίζεται με την ενεργή του συμμετοχή στην εκτέλεση του Μιχαήλ Σερβέτου ως αιρετικού: σύμφωνα με τον ιστορικό Ρόλαντ Μπέιντον, «ο Καλβίνος αποδείχθηκε άνθρωπος του Μεσαίωνα, με μονολιθική αντίληψη της αλήθειας και της εξουσίας που έπρεπε να επιβάλλεται σε όλα τα μέλη της ενιαίας Χριστιανικής Κοινωνίας».[119]
Παρά το σκληρό καθεστώς που επέβαλε, η Γενεύη έγινε μία από τις πρωτεύουσες του προτεσταντισμού, αφού μετατράπηκε σε καταφύγιο για πολλούς διωκόμενους από όλη την Ευρώπη, οι οποίοι αναζητούσαν εδώ μια νέα ζωή. Μεταξύ 1542 και 1550 ο πληθυσμός της πόλης σχεδόν διπλασιάστηκε.[120] Από εκεί πολλοί συνέβαλαν στην εξάπλωση του καλβινιστικού μοντέλου στην υπόλοιπη ήπειρο. Ο Καλβίνος πέθανε στις 27 Μαΐου 1564 και ο Θεόδωρος Βέζας τον διαδέχτηκε στην ηγεσία της Εκκλησίας της Γενεύης, η οποία χάρη σε αυτόν απέκτησε μια καθαρή θεολογική ταυτότητα βασισμένη στον προορισμό. Το 1562, με τη δεύτερη ελβετική ομολογία πίστης, η καλβινιστική Εκκλησία είχε απορροφήσει τη ζβιγγλιανή, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να διαμορφωθεί σε ένα ενιαίο κεντρικό σύστημα, λόγω της πολιτικής αυτονομίας που επέμεναν να διατηρούν τα ελβετικά καντόνια.[121][122]
Ριζοσπαστική Μεταρρύθμιση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το σκηνικό της Μεταρρύθμισης ήταν πραγματικά ένα «φυτώριο ιδεών» και, στο κύμα των λουθηρανών θέσεων, επικράτησαν και ορισμένα ριζοσπαστικά κινήματα που, λόγω της αδιαλλαξίας και του εξτρεμισμού τους, απομακρύνθηκαν από τη γραμμή των πρώτων μεταρρυθμιστών.[123] Στόχος τους δεν ήταν τόσο μια απλή μεταρρύθμιση της χριστιανικής κοινωνίας της εποχής, όσο η επανεγκαθίδρυση ενός βίου σύμφωνου με τα ήθη του Ευαγγελίου σε ηθικό, κοινωνικό και ακόμη οικονομικό επίπεδο. Για τους ριζοσπαστικούς η ανάγκη για ριζική ανανέωση υπερτερούσε των καθαρά δογματικών ζητημάτων των κύριων ρευμάτων. Στην πράξη αυτές οι θέσεις πήραν πολύ διαφορετικές μορφές, γεννώντας πλήθος αιρέσεων, συλλογικοτήτων και ετερογενών ομάδων που δύσκολα συγκεφαλαιώνονται σε λίγα σαφή κινήματα: στο εσωτερικό τους συνυπήρχαν διάφορες γραμμές σκέψης.[124] Ήδη προς τα τέλη του 1521 στη Βιτεμβέργη, ορισμένοι λουθηρανοί, όπως ο Αντρέας Κάρλσταντ, ο Ζβίγγλιος και ο Μελάγχθων, έδωσαν ζωή σε μια μεταρρύθμιση με πιο ακραία χαρακτηριστικά, φτάνοντας να αλλάξουν τη μορφή της λειτουργίας, να χορηγούν την Θεία Ευχαριστία και στα δύο είδη και να κηρύττουν ιδέες εικονομαχικές. Οι βίαιες συγκρούσεις που ακολούθησαν ανάγκασαν τον ίδιο τον Λούθηρο να επιστρέψει άμεσα από τη διαμονή του στο κάστρο του Βάρτμπουργκ για να αποκαταστήσει την τάξη και την ειρήνη. Ο Καρλστάντιος ήταν από τους ακόλουθους του Λούθηρου εκείνος που απομακρύνθηκε περισσότερο, υιοθετώντας ριζοσπαστικές θέσεις όπως η απαγόρευση της μουσικής και της τέχνης στην εκκλησία, η αποδοχή του γάμου για τον κλήρο, η απόρριψη του παιδικού βαπτίσματος και, ίσως το σημαντικότερο, η άρνηση της πραγματικής παρουσίας του Χριστού στην Ευχαριστία.[125]

Ο Νίκολας Στορχ, ένας υφαντής από το Τσβίκαου, άρχισε να κηρύττει μετά από φερόμενες οράσεις σύμφωνα με τις οποίες είχε προοριστεί να πολεμήσει τη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας, συγκεντρώνοντας μια ομάδα ακολούθων που έμειναν γνωστοί ως «Προφήτες του Τσβίκαου». Υποστήριζαν την κοινοκτημοσύνη, τη φροντίδα των φτωχών, την αρπαγή των περιοσιών μοναστηρίων και αββαείων και, αν χρειαζόταν, την αντίσταση στην τυραννία των πριγκίπων. Επιπλέον, απέρριπταν το βάπτισμα των βρέφων.
Οι ιδέες του Στορχ άσκησαν μεγάλη επιρροή στον ιερέα Τόμας Μύντσερ, που αργότερα αφιερώθηκε έντονα στη διακίνηση προπαγάνδας. Αρχικά ο Μύντσερ θαύμαζε τον Λούθηρο, αλλά γρήγορα αποστασιοποιήθηκε, θεωρώντας τον μεταρρυθμιστή των Αυγουστίνων υπερβολικά μαλακό απέναντι στους πρίγκιπες και απομακρυσμένο από τις ανάγκες του λαού· επιπλέον, αμφισβητούσε τη λουθηρανική θεωρία της δικαίωσης, κατηγορώντας την ότι αποσπά τους ανθρώπους από την υπακοή στις εντολές του Θεού. Όταν το 1524 ξέσπασε o Πόλεμος των Χωρικών, ο Μύντσερ τάχθηκε αμέσως στο πλευρό των εξεγερμένων, ενώ ο Λούθηρος καταδίκασε την εξέγερση, υποστηρίζοντας ότι «καμία δικαιολογία δεν νομιμοποιεί την εξέγερση εναντίον της συνταγματικής εξουσίας» και καλώντας δημόσια τους πρίγκιπες να καταπνίξουν τη στάση με το αίμα. Αυτή η εξέλιξη του Λούθηρου αντανακλά το δίλημμα του: μπροστά στην αναρχία και τον χαοτικό χαρακτήρα που απλωνόταν στη Γερμανία ήταν αναγκαίο να βρεθεί ένας φορέας που θα διασφάλιζε την τάξη και τη σταθερότητα. Αφού αμφισβητήθηκε ο ρόλος του πάπα και της ιεραρχίας, υπολείπονταν το Κράτος ως ο βασικός υποστηρικτής της νέας εκκλησίας. Η σκληρή καταστολή που ακολούθησε οδήγησε στην εκτέλεση του Μύντσερ το 1525.[123][126][127][128]
Μεγάλο μέρος των ιδεών των προφητών του Τσβίκαου ενσωματώθηκε από τους αναβαπτιστές, που εμφανίστηκαν στην Ελβετία το 1525 ανάμεσα σε ομάδες θεολόγων που ήρθαν σε ρήξη με τον Ούλριχ Ζβίγγλιο. Το όνομα «αναβαπτιστές» δόθηκε από τους εχθρούς τους (οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν «Αδελφοί εν Χριστώ») και προερχόταν από την άρνησή τους στο βαπτίσμα των νεογέννητων, δηλαδή σε ένα βάπτισμα που γινόταν δι’ άλλου και εξ ονόματος τρίτου προσώπου.[δ] Επίσης, αμφισβητούσαν τη μεταλλαγή της μετουσίωση, αποδέχονταν την πολυγαμία και θεωρούσαν τη στρατιωτική υπηρεσία και την ιδιωτική ιδιοκτησία αντίθετες προς το μήνυμα των Ευαγγέλιων. Αυτά τα ανατρεπτικά και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά επέφεραν σκληρές διώξεις από τις πολιτικές και θρησκευτικές αρχές. Χάρη στον μεταρρυθμιστή Μένο Σίμονς, οι ολλανδοί αναβαπτιστές κατάφεραν να επιβιώσουν από τις προσπάθειες εξολόθρευσής τους. Αυτός τους οργάνωσε εκ νέου και ίδρυσε την εκκλησία των Μεννονίτων, η οποία διαφοροποιήθηκε από τους αναβαπτιστές επιμένοντας στην αρχή της μη βίας και της παθητικής αντίστασης, γεγονός που της εξασφάλισε κάποια ανεκτικότητα.[129][130][131] Στη Μοραβία οι αναβαπτιστές γέννησαν τους Χούτερερ (Hutterer), προς τιμήν του περιπλανώμενου κήρυκα Ιάκωβου Χούττερ που κάηκε ζωντανός στο Ίνσμπρουκ το 1536. Όπως και μερικές άλλες αναβαπτιστικές κοινότητες, και οι χούττεροι βασίστηκαν στην κοινοκτημοσύνη, αλλά αυτή εφαρμόστηκε εθελοντικά από όλα τα μέλη και δεν επιβλήθηκε εξωτερικά.[132]
Ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές τάσεις, αν και ετερογενείς, περιλάμβαναν το πνευματιστικό ρεύμα και τον αντιτριαδισμό. Οι πνευματιστές επιδίωκαν να βιώσουν τη θρησκεία ως «διαδικασία προσωπικής αναγέννησης, ανεξάρτητη από θεσμούς, τελετές και εκκλησιαστικά δόγματα», τα οποία θεωρούσαν ασήμαντα για την επίτευξη της σωτηρίας. Το κίνημα διαδόθηκε ευρέως, φθάνοντας στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ιταλία και τις Κάτω Χώρες. Μεταξύ των εκπροσώπων του ήταν ο Αντρέας Κάρλσταντ, ο Μάρτιν Μπόρχαους, ο Κασπάρ Σβένκφελντ, ο Σεμπάστιαν Φρανκ και ο Βάλεντιν Βάιγκελ.[133] Η επιθυμία επιστροφής στις απαρχές του χριστιανισμού οδήγησε σε απόρριψη του δόγματος της Αγίας Τριάδας, το οποίο θεωρούσαν μεταγενέστερη και τεχνητή διαμόρφωση, προκύψασα μόνο με τη Πρώτη Σύνοδο της Νικαίας το 325 εν μέρει για πολιτικούς λόγους. Οι αντιτριαδικοί προκάλεσαν μεγάλη ανησυχία στους καθολικούς, καθώς υπονόμευαν έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες της πίστης. Παρά τις προσπάθειες καταστολής που δέχτηκαν, βρήκαν εύφορο έδαφος σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης όπου υπήρχε σχετική θρησκευτική ελευθερία. Η Κρακοβία έγινε γρήγορα ένα κέντρο της Ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης, και σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησαν ισότιμη θέση σε σχέση με άλλες χριστιανικές ομολογίες. Στην Πολωνία ήρθαν σε στενή σχέση με το κίνημα του Σοκινιανισμού, χωρίς να λείπουν όμως διαφοροποιήσεις στις απόψεις τους για τη φύση του Χριστού.[134]
Η Μεταρρύθμιση πέρα από τη Γερμανία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αγγλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στην Αγγλία η ρήξη με τη Ρώμη το 1534 δεν οφειλόταν μόνο στα πάθη και τις ενέργειες του Ερρίκου Η΄. Ήταν, στην πραγματικότητα, το τελικό επεισόδιο μιας μακράς διαδικασίας που εκτείνεται από τα τέλη του 14ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της οποίας αυξανόταν η εχθρότητα προς τον κλήρο και την διεφθαρμένη ιεραρχία και ωρίμαζε η τάση για τη συγκρότηση μιας Εκκλησίας αυτοτελούς έναντι του πάπα.[135][136]
Η άμεση αιτία ήταν, ωστόσο, η άρνηση του πάπα Κλήμη Ζ΄ να κηρύξει άκυρο τον γάμο του Ερρίκου με την Αικατερίνη της Αραγονίας, κόρη του καθολικού βασιλιά της Ισπανίας και θεία του αυτοκράτορα Κάρολου Ε΄. Το βέτο οδήγησε τον άγγλο μονάρχη πρώτα, το 1531, να κηρυχθεί αρχηγός της αγγλικής εκκλησίας και, τρία χρόνια αργότερα, με τον Νόμο Υπεροχής του 1534 να αναλάβει ο ίδιος τα δικαιώματα που πριν ανήκαν στον πάπα της Ρώμης. Στην πράξη, με τον αποκλεισμό του παπικού προνομίου, ο υπόλοιπος παλαιός τύπος της πίστης διατηρήθηκε. Ο λαός και η αγγλική ιεραρχία δέχθηκαν χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις τις αποφάσεις του μονάρχη, ο οποίος διέταξε επίσης την κατάργηση των μοναστηριών και την κατάσχεση των εκκλησιαστικών περιουσιών για να τις διανείμει στους αγγλούς ευγενείς και αστούς. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι επικριτές, όπως ο φιλόσοφος και καγκελάριος Τόμας Μορ και ο αρχιεπίσκοπος του Λονδίνου Τζον Φίσερ, πλήρωσαν με τη ζωή τους την αντίθεσή που έδειχναν στον Ερρίκο. Κατά το θάνατο του βασιλιά, η αγγλική εκκλησία παρέμενε ουσιαστικά ακόμη καθολική: υπήρχε σχίσμα, αλλά η πίστη παρέμενε κατά βάση παραδοσιακή.[137][138]

Με τον γιο και διάδοχο του Ερρίκου, τον Εδουάρδο ΣΤ΄, εισήχθησαν βαθιές θρησκευτικές αλλαγές με υιοθέτηση λουθηρανικών και καλβινιστικών ιδεών, έτσι που από το σχίσμα προχώρησαν στην αίρεση. Το 1549 εκδόθηκε ένα νέο προσευχητάριο, το Book of Common Prayer, με προτεσταντικό χαρακτήρα, και το 1553 διατυπώθηκε μια ομολογία πίστεως με καλβινιστικές τάσεις για τη θεολογία της θείας ευχαριστίας.[139] Κατά την περίοδο της βασιλείας της Μαρίας Α΄, που έμεινε πιστή στον καθολικισμό, επιχειρήθηκε μια αποτυχημένη αποκατάσταση της παλαιάς πίστης υπό την καθοδήγηση του καρδιναλίου Ρέτζιναλντ Πολ. Παρά τις προσπάθειες, η Μαρία δεν κέρδισε την λαϊκή εύνοια και αντέδρασε με την εκτέλεση δεκάδων αντιπάλων, αποκτώντας μεταξύ των προτεσταντών το προσωνύμιο «Αιμοσταγής Μαρία». Η αποκατάσταση του καθολικισμού έληξε με το θάνατό της το 1558.[140]
Η διάδοχος της ήταν η ετεροθαλής αδελφή της, Ελισάβετ Α΄ (1558–1603), αντίπαλη του Παπισμού και της Ισπανίας και υποστηρίκτρια μιας Αγγλίας ελεύθερης και ανεξάρτητης από εξωτερικές εξουσίες. Το 1559 ψηφίστηκε νόμος που αναγνώριζε τη βασίλισσα «ανώτατη κυβερνήτρια της Εκκλησίας της Αγγλίας» και επέβαλε στους κληρικούς όρκο πίστης. Μέχρι το 1570 οι αγγλοκάθολικοι χρησιμοποιούσαν μια σχετική ανοχή, αλλά στις 25 Φεβρουαρίου εκείνου του έτους ο πάπας Πίος Ε΄ προέβη σε αφορισμό και καθαίρεση της βασίλισσας με τη βούλα Regnans in Excelsis, στηριζόμενος στην μεσαιωνική αντίληψη της εξουσίας της Αγίας Έδρας επί των μονάρχων. Εκείνα τα χρόνια ξεκίνησαν διώξεις των ιρλανδών καθολικών, ενώ η στάση της βασίλισσας απέναντι στους πολλούς αγγλούς καθολικούς ήταν πιο μετριοπαθής και στην ουσία ανεχτική. Μόνο μετά το 1610, υπό το βάρος αμοιβαίου θρησκευτικού μίσους και της σταδιακής ταύτισης του πολέμου με την Ισπανία ως πολέμου κατά των «παπιστών», άρχισε συστηματική και ανοικτή διάκριση εναντίον των καθολικών ομάδων, που επιπλέον με την πάροδο του χρόνου γίνονταν όλο και πιο μειοψηφικές. Σε κάθε περίπτωση, η «πραγματική» αγγλική μεταρρύθμιση αφορούσε κυρίως τις συζητήσεις που ξεκίνησαν τον 17ο αιώνα — αρχικά ανάμεσα σε αρμινιανιστές και πουριτανούς και αργότερα, στις εμφύλιες συγκρούσεις, ανάμεσα σε δεκάδες διαφορετικές ομολογίες — όλες εξίσου εχθρικές προς την Καθολική Εκκλησία.[141][142] Παρά τη σταθερή θρησκευτική πολιτική της Ελισάβετ, η Ιρλανδία παρέμεινε κατά πλειοψηφία καθολική, όπως και τμήμα της μικρής αγγλικής αριστοκρατίας δεν απαρνήθηκε την πίστη του.[143]
Σκωτία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αν και στις αρχές του 16ου αιώνα η Σκωτία ήταν μια περιοχή έντονα καθολική, ήδη εδώ και καιρό ένα πιο μορφωμένο τμήμα του πληθυσμού είχε εκδηλώσει δυσαρέσκεια απέναντι στο παραδοσιακό δογμά, αναζητώντας μια θρησκευτική εμπειρία περισσότερο πνευματική και προσωπική. Όταν όμως ξέσπασε η Μεταρρύθμιση στη Γερμανία, λίγοι Σκωτσέζοι προσχώρησαν σε αυτήν με την πρόθεση να διακόψουν πλήρως τις σχέσεις με τη Ρώμη. Η κατάσταση άλλαξε όταν, το 1531, ο Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας έδωσε ώθηση στην αγγλική Μεταρρύθμιση. Αρχικά, ο βασιλιάς Ιάκωβος Ε΄ της Σκωτίας αντέδρασε με ασάφεια στη διάδοση του προτεσταντισμού στη χώρα του, πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τον πάπα από ευνοϊκότερη θέση. Όμως, όταν οι μεταρρυθμιστικές ιδέες άρχισαν να εξαπλώνονται μαζικά, προχώρησε σε δυναμικές προσπάθειες καταστολής τους.[144] Το 1547 ο θεολόγος Τζον Νοξ, εξέχουσα μορφή της σκωτσέζικης μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας, συνελήφθη μαζί με άλλους εξεγερμένους κοντά στο κάστρο του Σεντ Άντριους και μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Μετά την απελευθέρωσή του, δύο χρόνια αργότερα, εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου αρχικά υπηρέτησε ως εφημέριος στο Μπέργουικ απόν Τουίντ, στη συνέχεια στο Νιούκασλ απόν Τάιν και τέλος ως ιεροκήρυκας στην αυλή του Εδουάρδου ΣΤ΄. Εκεί συμμετείχε στη σύνταξη της δεύτερης έκδοσης του Book of Common Prayer, αρνούμενος ωστόσο αργότερα να αναλάβει υψηλότερα εκκλησιαστικά αξιώματα.[145]
Η άνοδος στον αγγλικό θρόνο της καθολικής Μαρίας Α΄ το 1553 ανάγκασε τον Νοξ, όπως και πολλούς άλλους προτεστάντες, να καταφύγει στην ηπειρωτική Ευρώπη (οι λεγόμενοι μαριανοί εξόριστοι). Βρήκε αρχικά καταφύγιο στη Διέππη, έπειτα στη Ζυρίχη, στη Γενεύη και στη Φρανκφούρτη του Μάιν, όπου αφιερώθηκε στο κήρυγμα προς την αγγλική κοινότητα των προσφύγων. Ωστόσο, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό αυτής της κοινότητας οδήγησαν στην απομάκρυνσή του, και το 1555 αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Γενεύη. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει πώς είχε κατασταλεί κάθε κριτική αντιπολίτευση προς τον Καλβίνο. Οι πολιτικές αυτές επιβολές και η αποκατάσταση της τάξης που ακολούθησε τον εντυπωσίασαν βαθιά, ώστε χαρακτήρισε τη Γενεύη «το τελειότερο σχολείο του Χριστού πάνω στη γη από την εποχή των αποστόλων».[146] Σε αυτό το περιβάλλον έγινε ποιμένας της αγγλικής κοινότητας προσφύγων της Γενεύης και διαμόρφωσε τη θεολογία του πάνω στα πρότυπα του Καλβίνου. Τον Μάιο του 1559 επέστρεψε στη Σκωτία και εξελέγη εφημέριος του καθεδρικού ναού του Αγίου Γιλά στην Εδιμβούργο. Εκεί υπήρξε ένας από τους βασικότερους αντιπάλους της ασταθούς αντιβασιλείας της Μαρίας του Γκιζ και εργάστηκε ακούραστα για τη συγκρότηση μιας προτεσταντικής οργάνωσης στη Σκωτία. Με τη Σκωτσέζικη Ομολογία Πίστεως του 1560, της οποίας ο Νοξ υπήρξε ένας από τους κύριους συντάκτες, το σκωτσέζικο Κοινοβούλιο εισήγαγε επίσημα τη Μεταρρύθμιση στη χώρα.[145]
Ανοχή στην Ολλανδία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Από νωρίς η Μεταρρύθμιση είχε ισχυρή επιρροή στην Ολλανδία και ειδικότερα ο καλβινισμός έγινε πλειοψηφικός στο βόρειο τμήμα της περιοχής. Ο λουθηρανισμός παρέμεινε πιο παρών στις ζώνες που συνορεύουν με τη Γερμανία. Το αναβαπτιστικό κίνημα επίσης βρήκε εύφορο έδαφος, κυρίως χάρη στη δράση του μεταρρυθμιστή Μένο Σίμονς.[147] Οι νότιες περιοχές παρέμειναν καθολικές, ενώ μειονότητες εβραίων, Αρμένιων και Ελλήνων υπήρχαν στις λιμενικές πόλεις.[148] Σε αυτό το πολύμορφο πλαίσιο, ο αυτοκράτορας Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας απάντησε με μια συγκεντρωτική και απολυταρχική πολιτική που στόχευε επίσης στην επιβολή του καθολικισμού ως της μόνης ανεκτής θρησκείας. Η παρέμβαση όμως του Φιλίππου αποδείχθηκε αποτυχημένη και, αντίθετα, συνέβαλε στη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας, πυροδοτώντας το 1566 την Ολλανδική Επανάσταση (που εξελίχθηκε στον πόλεμο των ογδόντα ετών) και κορυφώθηκε σε ένα κύμα εικονομαχίας γνωστό ως beeldenstorm. Επικεντρωμένα στην επίτευξη αυτονομίας και θρησκευτικής ελευθερίας, τα επαναστατικά κινήματα κατέληξαν στην ανεξαρτησία της Δημοκρατίας των Επτά Ενωμένων Επαρχιών.[149]
Ο ηγέτης της εξέγερσης, ο πρίγκιπας Γουλιέλμος Α΄ της Οράγγης, αποτέλεσε τον δημιουργό της Ένωσης της Ουτρέχτης, με την οποία όχι μόνο επικυρώθηκαν οι επαρχίες που ήθελαν να αποσχιστούν από την Ισπανία, αλλά θεσπίστηκε και η θρησκευτική, εκπαιδευτική και υπηρεσιακή ελευθερία τόσο για καθολικούς όσο και για προτεστάντες. Στο άρθρο 13 της συνθήκης θεσπίστηκε η απαγόρευση κάθε δίωξης για θρησκευτικούς λόγους. Ηταν η πρώτη φορά στην Ευρώπη που υιοθετήθηκε μια τέτοια διάταξη. Κάθε επαρχία μπορούσε ωστόσο να αποφασίζει ποια θα ήταν η επίσημη θρησκεία της.[150] Αυτό το κλίμα ανοχής ευνόησε τη διάδοση του πολιτισμού, των επιστημών, των θεολογικών συζητήσεων και της τυπογραφίας. Πολλοί διανοούμενοι βρήκαν στην περιοχή το ιδανικό περιβάλλον για τη δραστηριότητά τους, γεγονός που συνέβαλε στο λεγόμενο «χρυσό αιώνα» της Ολλανδίας.[147]
Το 1618–1619, η Σύνοδος του Ντόρντρεχτ που συνεκλήθη από την Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία για να αντιμετωπίσει μια εσωτερική κρίση, ενίσχυσε την καλβινιστική ορθοδοξία στην Ολλανδία, αλλά το ανεκτικό και πολυφωνικό καθεστώς δεν καταρρεύσε. Ο καλβινισμός, σε μέτρια εκδοχή, έγινε η κυρίαρχη θρησκεία, ενώ στους καθολικούς, στους μεννονίτες και στους λουθηρανούς εξακολουθούσε να επιτρέπεται η ιδιωτική λατρεία καθώς και ο προσυλητισμός.[151]
Βόρεια Ευρώπη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στα σκανδιναβικά κράτη η Μεταρρύθμιση επιβλήθηκε κυρίως από τους μονάρχες. Το 1527, μετά τη δίαιτα της Βεστερός, ο βασιλιάς της Σουηδίας Γουστάυος Α΄ προσχώρησε στον λουθηρανισμό, κατέσχεσε τα εκκλησιαστικά περιουσιακά στοιχεία και αναγνωρίστηκε ως επικεφαλής της εθνικής Εκκλησίας. Ο Λαβρέντιους Αντρέ και ο Όλαους Πέτρι υπήρξαν εξέχουσες μορφές που επέτρεψαν την υλοποίηση της Μεταρρύθμισης. Στη Φινλανδία, τότε υπό τη σουηδική κυριαρχία, το 1550 ο Μίκαελ Αγκρίκολα, που είχε σπουδάσει με τον Λούθηρο και τον Μελάγχθων στη Βιτεμβέργη, έγινε λουθηρανός επίσκοπος του Τούρκου και εισήγαγε το ευαγγελικό δόγμα. Στη Δανία και στη Νορβηγία, ο βασιλιάς Χριστιανός Γ΄ της Δανίας υιοθέτησε τον λουθηρανισμό ως κρατική θρησκεία (Εκκλησία της Δανίας) μετά από το αιματηρό πραξικόπημα της 12ης Αυγούστου 1536 (μεθόδους που ο Μαρτίνος Λούθηρος επέκρινε). Ο λουθηρανισμός εξαπλώθηκε αργότερα και στην Ισλανδία: εν μέρει ήδη το 1541, όταν ο ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος του Σκάλχολτ συνελήφθη από δυνάμεις της Δανίας, και πλήρως μετά το 1550, μετά την αποκεφαλισμό του τελευταίου ρωμαιοκαθολικού επισκόπου, Γιόν Άρασον.[152][153][154][155]
Ιταλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Δημοκρατία της Βενετίας, και ειδικότερα το εμπροικό κέντρο Fondaco dei Tedeschi, αποτέλεσε την πύλη εισόδου της Μεταρρύθμισης στην Ιταλία. Εκεί οι ιδέες του Λούθηρου βρήκαν ένα ανεκτικό κράτος και μια ανεπτυγμένη τυπογραφική βιομηχανία, που επέτρεψε την αντιγραφή πολλών έργων του, τα οποία στη συνέχεια διαδόθηκαν μυστικά σε ολόκληρη τη χερσόνησο μαζί με εκείνα του Μπούτσερ, του Μελάγχθων, του Ζβίγγλιου, του Καλβίνου και πολλών άλλων μεταρρυθμιστών.[156] Ευρεία διάδοση γνώρισε επίσης η λεγόμενη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση, ιδίως οι ιδέες των πνευματοκράτων και του Χουάν δε Βαλδές.[157] Ο αναβαπτισμός εδραιώθηκε στις βορειοανατολικές περιοχές και ιδιαίτερα στην Παδούη, αφού πέρασε τις Άλπεις με αφορμή την αγροτική εξέγερση του Μιχαήλ Γκάισμαϊρ.[158]
Οι μεταρρυθμισμένες κοινότητες δρούσαν σε καθεστώς παρανομίας ή, το πολύ, ημιπαρανομίας και, για να επιβιώσουν, δημιούργησαν ένα καλά οργανωμένο δίκτυο κάλυψης και αλληλοβοήθειας. Οι Ιταλοί μεταρρυθμιστές δεν υιοθέτησαν παθητικά τις ιδέες που προέρχονταν από τον Βορρά, αλλά τις επεξεργάστηκαν δημιουργώντας αυτόνομα κινήματα, συχνά με έντονο ριζοσπαστισμό. Η διάδοση του μεταρρυθμιστικού κινήματος εκδηλώθηκε σε ολόκληρη τη χερσόνησο και υπήρξε κοινωνικά διαταξική, εμπλέκοντας άνδρες και γυναίκες κάθε κοινωνικής τάξης, συμπεριλαμβανομένων μελών του ανώτερου και κατώτερου κλήρου. Η τυπογραφία έπαιξε θεμελιώδη ρόλο στη διάδοση των μεταρρυθμιστικών δογμάτων: καθοριστική για τη διάδοση της ευαγγελικής πίστης στην Ιταλία υπήρξε η μετάφραση της Βίβλου από τον Τζοβάνι Ντιοντάτι.[159][160]
Αρχικά η αντίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης στη διάδοση της Μεταρρύθμισης στην Ιταλία ήταν σχετικά ήπια, καθώς στους κόλπους της υπήρχε μια τάση υπέρ της εσωτερικής ανανέωσης του καθολικισμού και, επιπλέον, διατηρούνταν η ελπίδα επίτευξης ενός συμβιβασμού που θα γεφύρωνε τις διαφορές. Η κατάσταση όμως άλλαξε όταν, λόγω της αυξανόμενης διάδοσης των προτεσταντικών ιδεών, ο πάπας Παύλος Γ΄ εξέδωσε στις 21 Ιουλίου 1542 τη βούλα Licet ab initio, με την οποία ιδρύθηκε η ρωμαϊκή Ιερά Εξέταση για την προάσπιση της ορθοδοξίας. Επιπλέον, οι εργασίες της Συνόδου του Τρέντο, που συγκλήθηκε επίσης από τον Παύλο Γ΄ το 1545, κατέδειξαν αμέσως πόσο αδύνατη ήταν οποιαδήποτε διαμεσολάβηση με τους Προτεστάντες, ιδίως όταν οι πατέρες της συνόδου επανέλαβαν τη σημασία της Παράδοσης στην ερμηνεία της Βίβλου και το δόγμα της σωτηρίας μέσω έργων και πίστης, απορρίπτοντας έτσι τα θεολογικά θεμέλια της λουθηρανικής πρότασης.[161]

Η καταστολή κατά των Προτεσταντών εντάθηκε με τον διάδοχο του μετριοπαθούς Παύλου Γ΄, τον Τζαν Πιέτρο Καράφα (Πάπα Παύλο Δ΄), πρώην επικεφαλής της ρωμαϊκής Ιεράς Εξέτασης, γνωστό για την αδιαλλαξία του απέναντι στους θεωρούμενους αιρετικούς. Επί των ημερών του θεσπίστηκε ο Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων (Index Librorum Prohibitorum), στον οποίο περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, 45 απαγορευμένες εκδόσεις της Βίβλου, καθώς και όλες οι Βίβλοι σε δημώδεις γλώσσες, ιδίως οι γερμανικές, γαλλικές, ισπανικές, ιταλικές, αγγλικές και φλαμανδικές μεταφράσεις. Η πολιτική του Καράφα συνεχίστηκε από τους διαδόχους του Πίο Ε΄ και Σίξτο Ε΄, επίσης πρώην ιεροεξεταστές. Αντίθετα, ο Πίος Δ΄ επέδειξε μεγαλύτερη ανεκτικότητα.[162]
Με το κλείσιμο της Συνόδου του Τρέντο και την οριστική καταδίκη ακόμη και μετριοπαθών θέσεων, και συνεπώς με την υιοθέτηση αδιάλλακτης στάσης από την Εκκλησία, αρκετοί διανοούμενοι και εκκλησιαστικοί παράγοντες μετανάστευσαν σε άλλες χώρες, όπου προσπάθησαν να ασκήσουν την πίστη τους με σχετική ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο αντιτριαδιστής Λέλιο Σοκίνι, που έδωσε και το όνομά του σε ολόκληρο κίνημα. Η εξορία πολλών Ιταλών πέρα από τις Άλπεις συνέβαλε στην ανάπτυξη των βόρειων κοινοτήτων. Όσοι παρέμειναν στην Ιταλία αναγκάστηκαν συχνά να υιοθετήσουν νικοδημιστικές στάσεις, δηλαδή να διατηρούν την πίστη τους εσωτερικά, ενώ εξωτερικά να εμφανίζονται ως καθολικοί για να αποφύγουν τις διώξεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Ρενέα της Γαλλίας στην αυλή των Έστε. Ορισμένα ίχνη μεταρρυθμισμού παρέμειναν πάντως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, αν και περιορισμένα στη μυστικότητα, αλλά γενικά «ένα βαρύ πέπλο θρησκευτικής Αντιμεταρρύθμισης σκέπασε την Ιταλία έως την εποχή του Διαφωτισμού».[163][164][165]
Γαλλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Διάδοση του προτεσταντισμού
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η καθοριστική μορφή για την πρώιμη διάδοση της Μεταρρύθμισης στο Βασίλειο της Γαλλίας υπήρξε ο ανθρωπιστής και μεταφραστής της Βίβλου Ζακ Λεφέβρ ντ’ Ετάπλ. Από το 1519 συγκέντρωσε γύρω του μια ομάδα θεολόγων, οι οποίοι συζήτησαν τις θέσεις του Λούθηρου και στη συνέχεια υιοθέτησαν τη διδασκαλία του. Αρχικά ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α΄ της Γαλλίας ανέχθηκε αυτές τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, τόσο από συνέπεια προς την επιθυμία του να εμφανίζεται ως αναγεννησιακός μονάρχης και προστάτης του πολιτισμού, όσο και λόγω των παροτρύνσεων της αγαπημένης του αδελφής, Μαργαρίτας της Ναβάρρας. Επιπλέον, για κάποιο διάστημα θεώρησε τον λουθηρανισμό ακόμη και πολιτικά χρήσιμο, καθώς συνέβαλλε στην εξέγερση πολλών Γερμανών ηγεμόνων εναντίον του αντιπάλου του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄. Ωστόσο, η όξυνση των συγκρούσεων με τον αυτοκράτορα τον ώθησε να αλλάξει πολιτική, επιδιώκοντας την υποστήριξη του Πάπα στο δύσκολο ιταλικό μέτωπο, χωρίς πάντως να προχωρήσει σε υπερβολική καταστολή, ώστε να μη στραφούν εναντίον του οι προτεστάντες Γερμανοί ηγεμόνες.[166]
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά μετά την «υπόθεση των αφισών» (affaire des placards), όταν τη νύχτα της 17ης Οκτωβρίου 1534 εμφανίστηκαν στους δρόμους του Παρισιού και άλλων μεγάλων πόλεων προκηρύξεις κατά της καθολικής διδασκαλίας περί θείας ευχαριστίας. Οι πιο ένθερμοι καθολικοί εξοργίστηκαν από το περιεχόμενό τους και ο ίδιος ο Φραγκίσκος άρχισε να θεωρεί το προτεσταντικό κίνημα ως συνωμοσία εναντίον του. Ως αποτέλεσμα ξεκίνησε η δίωξη των οπαδών του. Οι προτεστάντες φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ σε ορισμένες περιοχές καταστράφηκαν ολόκληρα χωριά. Η τυπογραφία λογοκρίθηκε και οι σημαντικότεροι προτεστάντες μεταρρυθμιστές, όπως ο Ιωάννης Καλβίνος, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην εξορία. Οι διώξεις αυτές οδήγησαν σύντομα σε χιλιάδες νεκρούς και δεκάδες χιλιάδες άστεγους. Ο Καλβίνος, καταφεύγοντας στη Γενεύη, μπόρεσε ωστόσο να συνεχίσει το έργο του στη διαμόρφωση του γαλλικού προτεσταντισμού.[167][168][169]
Η καταστολή συνεχίστηκε και επί της βασιλείας του γιου του Φραγκίσκου, Ερρίκου Β΄, χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα. Έτσι, κατά τον πρόωρο θάνατό του, ο καλβινισμός είχε πλέον διαδοθεί σε ολόκληρη τη Γαλλία. Οι Ουγενότοι, δηλαδή οι Γάλλοι προτεστάντες, αριθμούσαν ανάμεσα στους πιστούς τους μεγάλο μέρος της αστικής αριστοκρατίας και η χώρα βρέθηκε ουσιαστικά διχασμένη στα δύο.[170]
Θρησκευτικοί πόλεμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ασταθής κατάσταση επιδεινώθηκε κατά την αντιβασιλεία της Αικατερίνης των Μεδίκων, όταν ξέσπασαν αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ της καθολικής παράταξης και των Ουγενότων. Κάθε παράταξη μπορούσε να υπολογίζει στην έμμεση υποστήριξη άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων: η Ισπανία και το παπικό αξίωμα υποστήριζαν τους καθολικούς, ενώ η Ελισάβετ της Αγγλίας, η Γενεύη και οι γερμανοί ηγεμόνες στήριζαν τους Ουγενότους.[172]
Με τη Γαλλία βυθισμένη στο χάος, πολλοί προσπάθησαν να προτείνουν λύσεις ειρηνικής συμβίωσης. Μια απόπειρα έγινε το 1562 με το Διάταγμα του Σεν Ζερμάν εν Λε, με το οποίο παραχωρούνταν υπό όρους η λατρευτική ελευθερία στους ευγενείς Ουγενότους, ενώ επαναβεβαιωνόταν ο καθολικισμός ως επίσημη θρησκεία του βασιλείου. Το διάταγμα συνάντησε έντονες αντιδράσεις, επειδή πολλοί θεωρούσαν ότι η ενότητα του κράτους εξαρτιόταν από την θρησκευτική ενότητα. Ιδιαίτερα ο οίκος των Γκυζ, ηγετικά στελέχη της καθολικής παράταξης, απάντησαν με τη Σφαγή του Βασί (1 Μαρτίου), κατά την οποία εξοντώθηκαν αδιευκρίνιστος αριθμός Ουγενότων. Το γεγονός αυτό πυροδότησε τις γαλλικές θρησκευτικές πολεμικές συγκρούσεις που συνέτριψαν τη χώρα μέχρι το τέλος του αιώνα.[173]
Ο πόλεμος, σημαδεμένος από δολοφονίες, οπλές συμπλοκές και τρομοκρατικές ενέργειες, διακόπτονταν περιστασιακά από φάσεις ειρήνης, όπως εκείνη που ακολούθησε το Διάταγμα του Αμπουά (1563). Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου το 1572 υπήρξε το αποκορύφωμα της αντιμεταρρυθμιστικής καταστολής στη Γαλλία, με περίπου 10.000 δολοφονημένους προτεστάντες.[174] Με το θάνατο του βασιλιά Ερρίκου Γ΄ ο πόλεμος απέκτησε και δυναστικό χαρακτήρα. Ο λεγόμενος πόλεμος των τριών Ερρίκων τελείωσε με την άνοδο στον θρόνο του Ερρίκου της Ναβάρρας, αρχηγού της προτεσταντικής παράταξης, ο οποίος, ως βασιλιάς, κατόπιν προσχώρησε στον καθολικισμό. Το 1598 ο Ερρίκος Δ΄ εξέδωσε το Διάταγμα του Ναντ, με το οποίο τερματίστηκαν οι θρησκευτικοί πόλεμοι και εγκαθιδρύθηκε στη Γαλλία ένα διαομολογιακό σύστημα· το διάταγμα αποτέλεσε σταθμό προς τη μείωση της επίδρασης της θρησκείας στην πολιτική εξουσία.[175]
Ισπανία και Πορτογαλία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τα πρώτα έργα του Έρασμου και του Μαρτίνου Λούθηρου έφτασαν στις παραθαλάσσιες πόλεις της Ιβηρικής με πλοία και διαβάστηκαν με ζωηρό ενδιαφέρον από μορφωμένους αριστοκράτες και μοναχούς. Ωστόσο, η Μεταρρύθμιση δεν επεκράτησε, διότι οι Ιησουίτες και η ισπανική Ιερά Εξέταση κατάφεραν να καταπνίξουν και να εξαφανίσουν με επιτυχία κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια, τόσο άμεσα όσο και κατά την περίοδο της Αντιμεταρρύθμισης. Οι πρώτες κατηγορίες κατά των μεταρρυθμιστών υποβλήθηκαν στη Βαλένθια το 1524 και ο θεολόγος μεταρρυθμιστής Χουάν δε Βαλντές αναγκάστηκε να καταφύγει στη Ρώμη το 1531. Το 1543 ο Φρανθίσκο ντε Ενθίνας μετέφρασε την Καινή Διαθήκη στα ισπανικά, ενώ το 1557 ο μοναχός Κασιοντόρο δε Ρέινα, μέλος του τάγματος των Ιερωνυμιτών κοντά στη Σεβίλλη, κατέφυγε στη Γενεύη, όπου μετέφρασε ολόκληρη τη Βίβλο στα ισπανικά (η λεγόμενη «Βίβλος της αρκούδας»), που εκδόθηκε στη Βασιλεία το 1569. Από το 1582 ο Θιπριάνο δε Βαλέρα ξεκίνησε την αναθεώρηση της μετάφρασης, η οποία τυπώθηκε στο Άμστερνταμ το 1602 και υπέστη περαιτέρω διορθώσεις και επανεκδόσεις. Το 1559 πολλοί προσυλητιστές καταδικάστηκαν στην πυρά τόσο στη Βαγιαδολίδ όσο και στη Σεβίλλη. Υπολογίζεται ότι περίπου 1.000 προτεστάντες εντοπίστηκαν από την Ιερά Εξέταση και περίπου 100 από αυτούς εκτελέστηκαν.[176]
Αυστρία και Ανατολική Ευρώπη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κατά τον 16ο αιώνα, στα εδάφη της μοναρχίας των Αψβούργων (περίπου τα σημερινά κράτη της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας) ο καθολικισμός βρισκόταν σε περίοδο κρίσης, γεγονός που ευνόησε τη διάδοση τόσο μετριοπαθών όσο και ριζοσπαστικών μεταρρυθμιστικών ρευμάτων. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην έντονη θρησκευτική ποικιλομορφία που χαρακτήριζε τις περιοχές αυτές, ιδιαίτερα τις ανατολικότερες, όπου υπήρχαν παραδοσιακά, έστω και μειονοτικές, κοινότητες ορθοδόξων χριστιανών, εβραίων, χουσιτών και μουσουλμάνων. Επιπλέον, η επιρροή της θρησκευτικής ανεκτικότητας που επικρατούσε στη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αναμφίβολα επιρροή. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκαν οι τοπικοί ηγεμόνες προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αυτονομία από τον οίκο των Αψβούργων: με την αποδυνάμωση της θρησκευτικής ενότητας γινόταν ευκολότερος και ο περιορισμός της πολιτικής συγκέντρωσης εξουσίας στη Βιέννη. Έτσι, οι αριστοκράτες της Βοημίας, της Μοραβίας και της αυτοκρατορικής Ουγγαρίας στήριξαν συχνά τις θρησκευτικές μειονότητες, ιδίως τις λουθηρανικές και καλβινιστικές. Το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση ενός καθεστώτος σχετικά ειρηνικής συνύπαρξης των διαφορετικών δογμάτων.[177]
Παράλληλα, η ανάγκη των αυτοκρατόρων να διασφαλίσουν την πίστη των υπηκόων τους οδήγησε τους Αψβούργους σε μια συμφιλιωτική πολιτική, παρότι δεν αμφισβήτησαν ποτέ την αφοσίωσή τους στη Ρώμη. Ο Φερδινάνδος Α΄ της Αυστρίας προώθησε μια πολιτική αποκατάστασης του καθολικισμού, αξιοποιώντας τη βοήθεια των Ιησουιτών, αλλά στην πράξη παρέμεινε μετριοπαθής ώστε να μη χάσει τη στήριξη των ηγεμόνων του. Ο διάδοχός του Μαξιμιλιανός Β΄ υποστήριξε τον «ειρηνισμό», οραματιζόμενος μια μεγάλη χριστιανική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα τη Βιέννη, και το 1568 εξέδωσε διάταγμα ανεκτικότητας που επέτρεπε τη λουθηρανική λατρεία σε όλη την Αυστρία, πραγματοποιώντας έτσι «ένα μικρό βήμα στη μακρά διαδικασία της ευρωπαϊκής εκκοσμίκευσης».[178] Το 1609 ο Ροδόλφος Β΄ καθιέρωσε ουσιαστική θρησκευτική ελευθερία σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, με θετικές επιπτώσεις στην πολιτισμική ζωή.[178] Η κατάσταση άλλαξε με τους επόμενους ηγεμόνες: η αδιάλλακτη πολιτική του Ματθίας και του Φερδινάνδου Β΄ οδήγησε στο περίφημο επεισόδιο της Εκπαραθύρωσης της Πράγαςκπαραθύρωση της Πράγας (1618), το οποίο προκάλεσε το ξέσπασμα του αιματηρού Τριακονταετούς Πολέμου που συγκλόνισε την αυτοκρατορία. Ο προτεστάντης πρίγκιπας της Τρανσυλβανίας Γαβριήλ Μπεθλέν και ο κόμης Τούρν στη Βοημία προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να καταλάβουν τη Βιέννη.[179]
Παρόμοια ήταν η κατάσταση και στην Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, όπου το πολυθρησκευτικό πλαίσιο του 16ου αιώνα εξαφανίστηκε τον επόμενο αιώνα. Ήδη πριν ξεσπάσει η Μεταρρύθμιση στη Γερμανία, στην εκτεταμένη αυτή επικράτεια με πρωτεύουσα την Κρακοβία συνυπήρχαν ειρηνικά πολλές ομολογίες. Ο βασιλιάς Σιγισμούνδος Β΄ Αύγουστος της Πολωνίας ήταν ένθερμος υποστηρικτής του ιρενισμού και της διάκρισης μεταξύ πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, ενώ η Συνομοσπονδία της Βαρσοβίας του 1573 αποτέλεσε μία από τις πρώτες επίσημες πράξεις στην Ευρώπη που κατοχύρωναν τη θρησκευτική ελευθερία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Κρακοβία εξελίχθηκε σε ένα από τα κέντρα της Αναγέννησης χάρη στα πανεπιστήμιά της, το εμπόριο και την έντονη πνευματική ζωή.[180] Η κατάσταση μεταβλήθηκε με την εκλογή του Σιγισμούνδου Γ΄, ο οποίος υιοθέτησε αντιεκκλησιαστική πολιτική, καθιστώντας τον καθολικισμό κρατική θρησκεία και περιορίζοντας τις μεταρρυθμισμένες κοινότητες.[181]

Βαλτικές χώρες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η εισαγωγή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης στη βαλτική περιοχή οφείλεται στον Αλβέρτο της Πρωσίας, τελευταίο Μέγα Μάγιστρο του Τευτονικού Τάγματος, ο οποίος ασπάστηκε τον λουθηρανισμό γύρω στο 1522–1523. Το 1525 διέλυσε το κράτος των Τευτόνων Ιπποτών με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του ως δούκα της Πρωσίας από τον βασιλιά της Πολωνίας Σιγισμούνδο Α΄.[182] Ο πρωσικός όρκος υποτέλειας υπήρξε εξαιρετικά σημαντικός, διότι επικύρωσε τη γέννηση της πρώτης πολιτικής οντότητας που υιοθέτησε τον λουθηρανισμό ως κρατική θρησκεία.[183][184] Ο Αλβέρτος της Πρωσίας μετέτρεψε την πρωτεύουσα Κένιξμπεργκ σε κέντρο διάδοσης των προτεσταντικών ιδεών, συμβάλλοντας σε αυτό και με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αλμπερτίνα, το σημερινό Πανεπιστήμιο του Κένιξμπεργκ, το 1544.[182]
Η σκέψη του Λούθηρου και του Καλβίνου έφτασε σύντομα και στο νοτιότερο από τα κράτη της Βαλτικής, τη Λιθουανία. Ήταν ακριβώς η Μεταρρύθμιση που δημιούργησε τις ιδανικές προϋποθέσεις για τη συγγραφή του πρώτου γνωστού βιβλίου στη λιθουανική γλώσσα, του Κατηχητικού με Απλές Λέξεις του προτεστάντη πάστορα Μαρτίνας Μαζβίντας.[185] Επρόκειτο για «ένα στοιχειώδες αναγνωστικό για την εκμάθηση της λιθουανικής», το οποίο όμως περιλάμβανε και ορισμένους θρησκευτικούς ύμνους.[185] Ύστερα από μια περίοδο κατά την οποία ο προτεσταντισμός είχε διαδοθεί σε διάφορα κοινωνικά στρώματα με σχετική επιτυχία, η Λιθουανία αντέδρασε στις μεταστροφές του 16ου αιώνα, λόγω τόσο της ανεπαρκούς οργάνωσης του προτεσταντικού κλήρου στην περιοχή όσο και των συνεπειών της Ένωσης του Λούμπλιν το 1569, η οποία συνέδεσε τη Λιθουανία με την καθολική Πολωνία.[186]
Πιο διαρκής υπήρξε η επίδραση της Μεταρρύθμισης στη σημερινή Εσθονία και Λετονία, που τότε ανήκαν στη Λιβονική Συνομοσπονδία και βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Τάγματος των Λιβονίων Ιπποτών. Το 1561 ο Μέγας Μάγιστρος Γκότχαρντ Κέττλερ αποφάσισε να ασπαστεί τον λουθηρανισμό και εκκοσμίκευσε τα εδάφη του, παραχωρώντας τα στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία και λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τον τίτλο του δούκα της Κουρλάνδης και της Σεμιγαλλίας. Μετά από αυτό το γεγονός, η Μεταρρύθμιση ρίζωσε σταδιακά στις βόρειες βαλτικές χώρες.[187]
Συνέπειες και αποτελέσματα της Μεταρρύθμισης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση είχε καταλυτικές επιπτώσεις στον δυτικό χριστιανισμό. Πρώτα απ’ όλα διαλύθηκε οριστικά εκείνη η θρησκευτική ενότητα που χαρακτήριζε την Ευρώπη επί αιώνες: ενώ η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία παρέμειναν κατά πλειονότητα καθολικές, αναγνωρίζοντας το πρωτείο του πάπα, η Ελβετία, η Αγγλία, η Σκανδιναβία και τμήματα της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Βοημίας εγκατέλειψαν τον ρωμαιοκαθολικισμό για να ακολουθήσουν άλλες μεταρρυθμισμένες ομολογίες. Από αριθμητική άποψη, εκτιμάται ότι από τα περίπου πενήντα εκατομμύρια κατοίκων που είχε η Ευρώπη στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, σχεδόν είκοσι εκατομμύρια είχαν προσχωρήσει στον προτεσταντισμό.[188]
Αυτή η κατακερματισμένη κατάσταση οδήγησε αναπόφευκτα στο ξέσπασμα θρησκευτικών πολέμων που αιματοκύλισαν την Ευρώπη. Ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση της Γαλλίας, η οποία ταλαντεύτηκε για μεγάλο διάστημα ανάμεσα στον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό, για να προσανατολιστεί τελικά προς τη Ρώμη στο τέλος του αιώνα, υπό τον βασιλιά Ερρίκο Δ΄, αλλά μόνο μετά από σφοδρές συγκρούσεις που έληξαν χάρη στο Διάταγμα της Νάντης. Στη Γερμανία, η ειρήνη που επιτεύχθηκε στην Αυγούστα διήρκεσε μόνο μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, όταν κατέρρευσε με το ξέσπασμα του Τριακονταετούς Πολέμου.[188]
Ο παπισμός της Ρώμης βγήκε βαθιά αποδυναμωμένος σε πολιτικό επίπεδο, αν και η αντίδραση στη Μεταρρύθμιση συνέβαλε στην ηθική του αναβάθμιση μετά την παρακμή που είχε γνωρίσει κατά την Αναγέννηση. Η εξασθένηση της παπικής εξουσίας και η διάρρηξη της θρησκευτικής ενότητας, καθώς και οι δημιουργία εθνικών εκκλησίων, αποτέλεσαν παράγοντες που αναμφίβολα συνέβαλαν στη διαδικασία εδραίωσης των εθνικών κρατών και του εθνικισμού, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει.[189]

Πολλοί ιστορικοί έχουν επισημάνει την επίδραση της Μεταρρύθμισης στην οικονομική ιστορία της ηπείρου. Ιδιαίτερα ο Μαξ Βέμπερ και ο Eρνστ Τρέλτς υπογράμμισαν ότι το κήρυγμα του Ιωάννη Καλβίνου σχετικά με την αποστολή που ο Θεός θα είχε αναθέσει σε κάθε άνθρωπο επηρέασε πολλούς πιστούς να αφιερώσουν όλες τους τις δυνάμεις στην επίτευξη της επιτυχίας, ενώ ταυτόχρονα ο έπαινος μιας λιτής ζωής περιόρισε την κατανάλωση και, κατά συνέπεια, ευνόησε τη συσσώρευση κεφαλαίων, συμβάλλοντας στην ανάδυση του καπιταλισμού. Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες, που δεν γίνονται καθολικά αποδεκτές, «ενώ ο καθολικισμός προσπάθησε να εντάξει την οικονομική ζωή μέσα σε ηθικά όρια, ευνοώντας την αρμονία μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και προστατεύοντας τους πιο αδύναμους, ο προτεσταντισμός ενθάρρυνε την κυριαρχία των πλουσίων».[190][191] Με αυτά τα δεδομένα, συχνά στις προτεσταντικές χώρες θεσπίστηκαν νόμοι που απαγόρευαν την επαιτεία, την περιπλάνηση και την ανεργία, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν δημόσιες και κοσμικές δομές κοινωνικής πρόνοιας που παρείχαν επιλεκτικά επιδόματα μόνο σε όσους βρίσκονταν σε κατάσταση φτώχειας λόγω ηλικίας ή αναπηρίας.[192]
Αν και σε βάθος χρόνου, η Μεταρρύθμιση επέφερε αλλαγές σε όλες τις πτυχές της ζωής της εποχής. Για παράδειγμα, πολλές προτεσταντικές χώρες αρνήθηκαν την εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου, παρά την επιστημονική του ακρίβεια, επειδή είχε προταθεί από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ το 1582, προτιμώντας να διατηρήσουν το Ιουλιανό ημερολόγιο (όπως η Αγγλία) ή άλλα συστήματα. Δημιουργήθηκε έτσι ένα «εξαιρετικά περίπλοκο μωσαϊκό χρονολογήσεων» που διαίρεσε ακόμη περισσότερο την Ευρώπη.[193] Επιπλέον, ιδίως στις καλβινιστικές και αναβαπτιστικές χώρες, ο χρόνος άρχισε να θεωρείται ως «χώρος συγκεκριμένης πραγμάτωσης της πίστης και γι’ αυτό προς αγιασμό με κάθε πράξη», αποκτώντας μια σημασία έως τότε άγνωστη και συμβάλλοντας, μαζί με τη βελτίωση ολοένα ακριβέστερων οργάνων μέτρησης, στη σύγχρονη αξία της ακρίβειας και της τήρησης του χρόνου.[194]
Η απουσία εκκλησιαστικής λογοκρισίας, η ελευθερία της διαφωνίας και η έλλειψη προκαταλήψεων απέναντι στην επιστήμη ήταν χαρακτηριστικά των προτεσταντικών κοινωνιών που συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ευνοϊκού πνευματικού κλίματος. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποτραπεί η εξάπλωση του φαινομένου του «κυνηγιού των μαγισσών», το οποίο έγινε κυρίως στη Γερμανία έως τις αρχές του 17ου αιώνα και τροφοδοτήθηκε από λαϊκές δοξασίες, φόβους και τραγικά δυσμενή γεγονότα στα οποία οι γνώσεις της εποχής δεν μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις.[195]
Η διαφορετική προσέγγιση της θρησκείας είχε ως αποτέλεσμα, στις προτεσταντικές χώρες, να εξαφανιστεί η λατρεία των αγίων, ενώ συχνά, αν και όχι πάντα, οι εκκλησίες στερήθηκαν πίνακες και αγάλματα με λατρευτικές απεικονίσεις. Αυτό συνέβη σε πολύ μικρότερο βαθμό στις λουθηρανικές χώρες, καθώς ο ίδιος ο Λούθηρος δεν είχε ποτέ δώσει ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα των ιερών εικόνων.[196]
Ο ρόλος της γυναίκας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ως συνέπεια της αναβάθμισης της οικογένειας, ο ρόλος της γυναίκας απέκτησε μεγαλύτερη σημασία στην προτεσταντική κοινωνία της εποχής, χωρίς ωστόσο να φτάσει ποτέ σε πραγματική χειραφέτηση. Με την κατάργηση της εκκλησιαστικής αγαμίας, πολλές γυναίκες έγιναν σύζυγοι παστόρων, διαμορφώνοντας ένα νέο γυναικείο πρότυπο με συγκεκριμένη λειτουργία στο θρησκευτικό πλαίσιο. Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις γυναικών, συχνά προερχόμενων από ανώτερες και μορφωμένες κοινωνικές τάξεις, οι οποίες διεκδίκησαν αυτόν τον ρόλο γράφοντας κείμενα και συμμετέχοντας ενεργά σε έργα ευαγγελισμού. Τέτοια παραδείγματα ήταν η Καταρίνα φον Μπόρα (σύζυγος του Μαρτίνου Λούθηρου), η Άγκνες Τσέντες, η Ελισάβετ του Βρανδεμβούργου, η Άννα Λοκ ή η Γιαντβίγκα Γκνοΐσκα. Γυναικείες μορφές της Μεταρρύθμισης συναντώνται και στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, όπως η Μάργκαρετ Χέλβαρτ, η Μαρί Νταντιέρ, η Άννα Άσκεου ή η Άργκουλα φον Στάουφεν.[197]
Παρά ταύτα, ακόμη και στις μεταρρυθμισμένες κοινωνίες η γυναίκα δεν μπόρεσε να εξέλθει από την παραδοσιακή της κατάσταση υποτέλειας στον σύζυγο[ε] και από το πρότυπο που θεμελίωνε τις αρετές της στην υποταγή και την εργατικότητα, στερώντας της, με σπάνιες εξαιρέσεις, τη δυνατότητα πρόσβασης σε ανώτερα επίπεδα εκπαίδευσης.[198]

Επίδραση στην τέχνη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παρότι ο Λούθηρος δεν αφιέρωσε ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα της τέχνης, οι ανατροπές της Μεταρρύθμισης κατέληξαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε αυτήν. Αν και ο θεολόγος της Βιτεμβέργης αποστασιοποιήθηκε από κάθε εικονομαχική θέση, σε αντίθεση με άλλους μεταρρυθμιστές όπως ο Καρλοστάντιο και ο Ζβίγγλιος, δεν παρέλειψε να καταδικάσει τη λατρεία των ιερών εικόνων και το εμπόριό τους. Επιπλέον, η άρνηση κάθε μεσολαβητή ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους, ένας από τους θεμελιώδεις άξονες της λουθηρανικής διδασκαλίας, είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση από τα έργα των οπαδών της Μεταρρύθμισης της απεικόνισης ορισμένων χαρακτηριστικών θεμάτων της καθολικής εικονογραφίας, όπως η Παναγία και οι Άγιοι.[199]
Στο έργο του Κατήχηση της Γενεύης ο Ιωάννης Καλβίνος υιοθέτησε παρόμοιες θέσεις με εκείνες του Λούθηρου, αν και πιο ριζοσπαστικές. Έγραψε: «Ποια μορφή λατρείας καταδικάζεται εδώ; Το να παρουσιάζεται κανείς μπροστά σε μια εικόνα για να απευθύνει τις προσευχές του, να γονατίζει μπροστά της ή να κάνει κάποια άλλη πράξη λατρείας, σαν να παρουσιαζόταν εκεί ο Θεός. Δεν πρέπει, λοιπόν, να νοηθεί ότι κάθε γλυπτό ή ζωγραφική απαγορεύεται γενικά, αλλά μόνο όλες εκείνες οι εικόνες που κατασκευάζονται για να υπηρετήσουν τον Θεό και να τον τιμήσουν με αόρατα πράγματα ή για να γίνεται κατάχρηση αυτών με οποιαδήποτε μορφή ειδωλολατρίας». Ο Καλβίνος έφτασε να διακηρύξει ότι ο Θεός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απεικονιστεί λόγω της απεραντοσύνης του, υποκινώντας ορισμένα εικονομαχικά επεισόδια που καταγράφηκαν στη Γαλλία, στην Ελβετία και στην Αμβέρσα.[200]
Με αυτές τις προϋποθέσεις είναι εύκολο να κατανοηθεί γιατί πολύ συχνά τα θρησκευτικά κτίρια των μεταρρυθμισμένων ομολογιών εμφανίζονται λιτά ή με ελάχιστους πίνακες απλού θέματος. Όχι μόνο αυτό: η υπόθεση της απαγόρευσης της απεικόνισης του Θεού και η απώλεια ενδιαφέροντος για άλλα θρησκευτικά θέματα ώθησαν πολλούς καλλιτέχνες να στραφούν σε άλλα ζωγραφικά είδη, όπως το τοπίο ή στην νεκρή φύση, τα οποία, αν και υπήρχαν ήδη, από τον 16ο αιώνα έγιναν «αυτόνομες εκφράσεις στη ζωγραφική».[201] Η μεταμόρφωση αυτή διακρίνεται καθαρά στη φλαμανδική ζωγραφική του 16ου και 17ου αιώνα, όπου, χάρη και στο διαδεδομένο εμπορικό πνεύμα και την αγάπη για τη φύση, παρατηρείται πληθώρα έργων με τοπία ή σκηνές της καθημερινής ζωής. Επίσης, το γυναικείο καλλιτεχνικό γυμνό έγινε ευρέως αναζητούμενο θέμα.[202]

Μεταξύ των πιο εμβληματικών λουθηρανών ζωγράφων μπορεί να αναφερθεί ο Λούκας Κράναχ ο Πρεσβύτερος, προσωπικός φίλος του Λούθηρου, τον οποίο γνώρισε στη Βιτεμβέργη.[203] Επηρεασμένος από τη λουθηρανική διδασκαλία, μετά το 1517 αφιερώθηκε ιδιαίτερα σε μυθολογικά θέματα, πορτρέτα και γυναικεία γυμνά. Από τα ιερά του έργα είναι περίφημες ορισμένες Σταυρώσεις, στις οποίες απεικονίζει έναν γυμνό και πάσχοντα Χριστό.[204] Από τον Κράναχ είναι επίσης γνωστά τα πολυάριθμα πορτρέτα του Λούθηρου και της συζύγου του.[205]
Αναμφίβολα η Λουθηρανική Μεταρρύθμιση, τουλάχιστον στις λιγότερο ριζοσπαστικές της εκδοχές, είχε μεγάλη επίδραση και στον πιο διάσημο ζωγράφο της γερμανικής Αναγέννησης, τον Άλμπρεχτ Ντύρερ. Ωστόσο, ο πρόωρος θάνατός του, όταν το κίνημα βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα, δεν του επέτρεψε να «διαμορφώσει μια οργανική μεταρρυθμισμένη εικαστική δομή» στα έργα του, αν και σημειώσεις από τα ημερολόγιά του δείχνουν πόσο τον προσέλκυαν οι νέες δογματικές ιδέες που κυκλοφορούσαν στη γενέτειρά του.[206] Διαφορετική ήταν η περίπτωση του μαθητή του, Χανς Μπάλντουνγκ, ο οποίος έζησε πλήρως την έκρηξη της Μεταρρύθμισης και εγκατέλειψε σταδιακά τα ιερά θέματα (και λόγω της μείωσης των παραγγελιών από θρησκευτικά ιδρύματα) για πιο κοσμικά θέματα, ιδίως γυναικεία γυμνά και αλληγορίες.[207]

Ο Χανς Χόλμπαϊν ο Νεότερος, ενεργός στην αυλή του Ερρίκου Η΄ της Αγγλίας, υπήρξε εξέχων εκπρόσωπος της τέχνης της προτεσταντικής Μεταρρύθμισης. Εργάστηκε για τον Τόμας Κρόμγουελ, ο οποίος του ανέθεσε έντονα μεταρρυθμιστικές εικόνες, μεταξύ των οποίων αντικληρικές ξυλογραφίες και τις διακοσμήσεις της πρώτης σελίδας της Βίβλου που μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Μάιλς Κόβερντεϊλ. Διάσημο είναι το έργο του Οι πρεσβευτές, πλούσιο σε συμβολισμούς, το οποίο ορισμένοι ερμήνευσαν ως ευχή για την αποκατάσταση του σχίσματος ανάμεσα στον ρωμαιοκαθολικισμό και την Αγγλικανική Εκκλησία.[208][209]
Και η ιταλική ζωγραφική επηρεάστηκε από τη Μεταρρύθμιση. Ιδίως «λουθηρανικές επιρροές βρήκαν πνευματικά ίχνη και ατομικούς στοχασμούς» στα έργα του Τζάκοπο Καρούτσι, γνωστού ως Ποντόρμο, και του Λορέντσο Λόττο, ο οποίος, έχοντας έρθει σε επαφή με τη λουθηρανική διδασκαλία στη Βενετία, η λεγόμενη «πύλη της Μεταρρύθμισης στην Ιταλία», φαίνεται πως την προσέγγισε στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Είναι βέβαιο ότι ο Λόττο φιλοτέχνησε ένα πορτρέτο, σήμερα χαμένο, του Γερμανού μεταρρυθμιστή μαζί με τη σύζυγό του, εμπλουτίζοντας τον πίνακα με ποικίλους συμβολισμούς.[210]
Η σημασία της Μεταρρύθμισης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Όπως επισημαίνει ο Ιωάννης Μάγεντορφ, «η Μεταρρύθμιση ήταν πραγματικά μια απόπειρα για την απελευθέρωση του Δυτικού Χριστιανισμού από το σχολαστικό περίγραμμα της σκέψης και για την επαναφορά του στην Αγία Γραφή και τον πρώιμο Χριστιανισμό».[211]
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Μεταρρύθμιση αποτελεί σπουδαίο σταθμό ανάπτυξης του Διεθνούς Δικαίου διότι μέσω αυτής τερματίσθηκε απότομα η ιδέα της χριστιανικής ενότητας της Δύσης, (σε ένα μόνο δόγμα). Αυτό είχε ως συνέπεια με την επίσης παράλληλη πτώση της φεουδαρχίας, τον κατατεμαχισμό των τότε ηγεμονιών όπου και άρχισε να διαμορφώνεται μια «διεθνής κοινωνία» την οποία και αποτελούσαν πλέον ανεξάρτητα κράτη-ηγεμονίες νομικά ίσες. Το γεγονός αυτό δημιούργησε την ανάγκη της ύπαρξης νομικών κανόνων που να ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτών των νέων κρατών-ηγεμονιών.
Για τους αγρότες και τους φτωχούς των πόλεων η απόσχιση από την παπική εκκλησία ήταν η αφορμή για να ζητήσουν γενικότερες αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο και περισσότερες ελευθερίες και οδήγησε στην Εξέγερση των Χωρικών (1524-1526). Οι χωρικοί διακήρυξαν ένα πρόγραμμα που ονομάστηκε Τα Δώδεκα Άρθρα των Χωρικών, μεταξύ των οποίων ήταν το αίτημα να διαλέγουν τους κληρικούς τους, να μειωθεί η δεκάτη (αγροτική φορολογία, το 1/10 της παραγωγής τους), να καταργηθεί η δουλοπαροικία, το δικαίωμα να ψαρεύουν και να κυνηγούν, να είναι αμερόληπτα τα δικαστήρια και να περιοριστούν οι απαιτήσεις των φεουδαρχών. Τα άρθρα αυτά αναπροσαρμόζονταν με βάση τις τοπικές ανάγκες. Ο Λούθηρος αποκήρυξε την εξέγερση των χωρικών, η οποία κατεστάλη βίαια από τους ευγενείς. Υπολογίζεται ότι στοίχισε τη ζωή σε περισσότερο από 100.000 χωρικούς. Σε μερικές περιοχές οι χωρικοί πέτυχαν κάποιους συμβιβασμούς, αλλά στις περισσότερες η καταπίεση είτε παρέμεινε όπως ήταν πριν από την εξέγερση είτε αυξήθηκε.
Αναπαράσταση των κυρίων δογμάτων του Χριστιανισμού.[212][213] Δεν αποτελεί εξαντλητική αναπαράσταση.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Το βιβλικό χωρίο που ενέπνευσε τον Λούθηρο σχετικά με την αμαρτία και τη συγχώρεση ήταν το εξής: Προς Ρωμαίους 1:16-1:17: «οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι. δικαιοσύνη γὰρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται ἐκ πίστεως εἰς πίστιν, καθὼς γέγραπται· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.»
- ↑ Παραδοσιακά θεωρείται ότι η πρώτη δημοσίευση των θέσεων έγινε με την ανάρτησή τους στην πύλη της εκκλησίας του κάστρου του Βίτενμπεργκ στις 31 Οκτωβρίου 1517, αν και το περιστατικό αυτό δεν είναι απολύτως βέβαιο. Βλ. Schorn-Schütte, 1998, σ. 31.
- ↑ Αυτά ήταν τα λόγια του Λούθηρου στη Βορμς: «Εάν δεν πεισθώ από τις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής και από σαφείς λόγους — διότι ούτε στον πάπα ούτε στις συνόδους πιστεύω μόνος τους, αφού είναι φανερό ότι έχουν σφάλει και αντιφάσκουν μεταξύ τους — είμαι δέσμιος της συνείδησής μου και αιχμάλωτος του Λόγου του Θεού, εξαιτίας των χωρίων της Αγίας Γραφής που έχω επικαλεστεί. Γι’ αυτό δεν μπορώ ούτε θέλω να ανακαλέσω, διότι δεν είναι ούτε ασφαλές ούτε σωτήριο να πράξει κανείς κάτι αντίθετο προς τη συνείδησή του. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Εδώ στέκομαι. Αμήν.» (Felici, 2016, σ. 65)
- ↑ Οι αναβαπτιστές πίστευαν ότι το βάπτισμα έπρεπε να τελείται μόνο σε όσους είχαν επίγνωση, επομένως σε ενήλικη ηλικία, με βάση το ευαγγελικό χωρίο Κατά Μαρκόν 16,16: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.». βλ. Felici, 2016, σ. 119.
- ↑ Η υποταγή της γυναίκας στον σύζυγο, μάλιστα, είχε επιδεινωθεί ήδη από το 1495 με την εισαγωγή του ρωμαϊκού δικαίου στη Γερμανία, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω της ίδρυσης του Αυτοκρατορικού Δικαστικού Επιμελητήριου από τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α΄ των Αψβούργων. Βλ. Felici, 2016, σ. 243.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Felici 2016, σελ. 9.
- ↑ Martina 1993, σελ. 91-93.
- ↑ Felici 2016, σελ. 16-18.
- 1 2 Koenigsberger, Mosse e Bowler 1999, σελ. 156-157, 145-146.
- ↑ Felici 2016, σελ. 21-27.
- ↑ Koenigsberger, Mosse e Bowler 1999, σελ. 146-148.
- ↑ Péronnet 1981, σελ. 129-131.
- ↑ Smolinsky 1995, σελ. 7-9.
- ↑ Filoramo e Menozzi 2008, σελ. 6-9.
- 1 2 Martina 1993, σελ. 56-58.
- ↑ Felici 2016, σελ. 32.
- ↑ Felici 2016, σελ. 32-33.
- ↑ (Ιταλικά) «John Wycliffe». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Péronnet ,1981, p. 270
- ↑ (Ιταλικά) «Jan Hus». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Martina 1993, σελ. 79-81.
- ↑ Lutz 2002, σελ. 21.
- ↑ (Ιταλικά) «Carlo V imperatore». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ (Ιταλικά) «Le guerre d'Italia e il sistema degli Stati Europei». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Vajda 1986, σελ. 179-180, 185-186.
- ↑ Clot 1986, σελ. 68-73.
- ↑ (Ιταλικά) «Dieta». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Lutz 2002, σελ. 17.
- ↑ Felici 2016, σελ. 46-48.
- ↑ Martina 1993, σελ. 107.
- ↑ Felici 2016, σελ. 34-37.
- ↑ Smolinsky 1995, σελ. 13-16.
- ↑ Felici 2016, σελ. 37.
- ↑ Lutz 2002, σελ. 4.
- ↑ Lutz 2002, σελ. 6.
- ↑ (Ιταλικά) «Riforma radicale». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Martina 1993, σελ. 118.
- ↑ Felici 2016, σελ. 45.
- ↑ Schorn-Schütte 1998, σελ. 26-27.
- ↑ Martina 1993, σελ. 129-131.
- ↑ Felici 2016, σελ. 51.
- ↑ Schorn-Schütte 1998, σελ. 28-29.
- ↑ Martina, 1993, pp. 134-136.
- ↑ Schorn-Schütte, 1998, pp. 28-30.
- ↑ Felici, 2016, p. 56.
- 1 2 Brecht, 1991, p. 515.
- ↑ Schorn-Schütte, 1998, pp. 30-31.
- ↑ Leppin, 2017, p. 128.
- ↑ Felici, 2016, pp. 56-57.
- ↑ Leppin, 2017, σ. 135.
- ↑ Mullett, 2015, p. 110.
- 1 2 Mullett, 2015, pp. 115-116.
- ↑ Bainton, 1950, pp. 95-96.
- ↑ Bainton, 1950, p. 95.
- ↑ Leppin, 2017, pp. 137-140.
- ↑ Mullett, 2015, p. 118.
- ↑ Leppin, 2017, p. 143.
- ↑ Schorn-Schütte, 1998, pp. 31-32.
- ↑ (Ιταλικά) «Martino Lutero». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Felici, 2016, p. 57.
- ↑ Leppin, 2017, p. 154.
- 1 2 Schorn-Schütte, 1998, σ. 34.
- 1 2 Schwarz, 2003, σ. 562.
- ↑ Leppin, 2017, p. 158.
- ↑ Felici, 2016, pp. 57-58.
- ↑ Leppin, 2017, p. 159.
- ↑ Felici, 2016, pp. 58-59.
- ↑ Leppin, 2017, σ. 162.
- ↑ Felici, 2016, σ. 59-60.
- ↑ Leppin, 2017, p. 165.
- ↑ Felici, 2016, p. 60.
- ↑ Brecht, 1991, p. 169.
- ↑ Leppin, 2017, p. 171.
- ↑ Schorn-Schütte, 1998, p. 35.
- ↑ Schorn-Schütte, 1998, p. 36.
- ↑ Leppin, 2017, p. 173.
- ↑ Leppin, 2017, p. 175.
- ↑ Leppin, 2017, p. 177.
- ↑ Schwarz, 2003, p. 563.
- ↑ Schorn-Schütte, 1998, pp. 37-38.
- ↑ Schwarz, 2003, p. 564.
- ↑ Felici, 2016, pp. 61-63.
- ↑ Brecht, 1991, p. 32.
- ↑ Felici, 2016, p. 66.
- ↑ Felici, 2016, p. 66.
- ↑ Felici, 2016, p. 67.
- ↑ Felici, 2016, pp. 67-68.
- ↑ «La rivolta dei contadini in Germania. I dodici articoli di Memmingen» (PDF). Storiadigitale Zanichelli. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2 Μαΐου 2023. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2023. Invalid
|deadurl=sì(βοήθεια) - ↑ Felici, 2016, pp. 68-69.
- ↑ Felici, 2016, p. 69.
- ↑ Felici, 2016, p. 70.
- ↑ Felici, 2016, p. 71.
- ↑ Felici, 2016, pp. 71-72.
- ↑ Martina, 1993, pp. 138-139.
- 1 2 Felici, 2016, p. 73.
- ↑ (Ιταλικά) «Protestantesimo». Treccani.it – Vocabolario Treccani on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011..
- ↑ Frank, 2017, σ. 98.
- ↑ Frank, 2017, σ. 25-42.
- 1 2 Felici, 2016, σ. 73.
- ↑ Felici, 2016, pp. 73-74.
- ↑ Frank, 2017, σ. 53.
- ↑ Scheible, 1992, σ. 378.
- ↑ Felici, 2016, p. 74.
- ↑ «ADIAFORA in "Enciclopedia Italiana"». www.treccani.it (στα Ιταλικά). Ανακτήθηκε στις 8 Μαΐου 2023.
- ↑ Scheible, 1992, σ. 382.
- ↑ Felici, 2016, σ. 74-75.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, pp. 31-32.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 33-36.
- ↑ Smolinsky, 1995, pp. 60-63.
- ↑ Smolinsky, 1995, σ. 63.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 41-43.
- ↑ Koenigsberger, Mosse e Bowler, 1999, σ. 213-216.
- ↑ Felici, 2016, σ. 92-93.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 49-52.
- ↑ Martina, 1993, σ. 149, 154.
- ↑ Smolinsky, 1995, pp. 68-69.
- ↑ Felici, 2016, pp. 93-94.
- ↑ Felici, 2016, σ. 94-95.
- ↑ Martina, 1993, σ. 152-153.
- ↑ Smolinsky, 1995, σ. 70-71.
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 17.
- ↑ Felici, 2016, σ. 95-96.
- ↑ Felici, 2016, σ. 99-100.
- ↑ Felici, 2016, σ. 101.
- ↑ Felici, 2016, σ. 106-107.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 55-56.
- ↑ Felici, 2016, σ. 109-110.
- 1 2 Martina, 1993, p. 140.
- ↑ Felici, 2016, pp. 117-118.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 40-41.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 19-20, 41-42.
- ↑ Koenigsberger, Mosse e Bowler, 1999, σ. 191-195.
- ↑ Felici, 2016, σ. 121-122.
- ↑ Martina, 1993, σ. 140-141.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 47-49.
- ↑ Koenigsberger, Mosse e Bowler, 1999, σ. 197-198.
- ↑ Filoramo e Menozzi, 2008, σ. 44-45.
- ↑ Felici, 2016, σ. 126-127.
- ↑ Felici, 2016, σ. 140-143.
- ↑ Martina, 1993, σ. 157-158
- ↑ Smolinsky, 1995, σ. 77
- ↑ Martina, 1993, σ. 158-159
- ↑ Smolinsky, 1995, σ. 78
- ↑ Martina, 1993, σ. 160
- ↑ Martina, 1993, σ. 160-161
- ↑ Martina, 1993, σ. 165
- ↑ Smolinsky, 1995, σ. 79
- ↑ Smolinsky, 1995, σ. 80
- ↑ «The Reformation». BBC (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2023.
- 1 2 (Ιταλικά) «John Knox». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Cameron, 1990, σ. 282
- 1 2 Felici, 2016, σ. 229
- ↑ Felici, 2016, σ. 230-231
- ↑ Felici, 2016, σ. 230
- ↑ Felici, 2016, σ. 231
- ↑ Felici, 2016, σ. 233-234
- ↑ «Ein Datum für alle: Späte Reformation in Skandinavien». Mitteldeutsche Zeitung (στα Γερμανικά). Ανακτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2022.
- ↑ Heininen, Simo· Czaika, Otfried. «Wittenberger Einflüsse auf die Reformation in Skandinavien» (στα Γερμανικά). Ανακτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2022.
- ↑ «Der Protestantismus in Skandinavien und im Baltikum». Musée Virtuel du Protestantisme (στα Γερμανικά). Ανακτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2022.
- ↑ Felici, 2016, σ. 207-209
- ↑ Felici, 2016, σ. 155
- ↑ Felici, 2016, σ. 152, 161-163
- ↑ Felici, 2016, σ. 167
- ↑ Felici, 2016, σ. 151-153
- ↑ (Ιταλικά) «Giovanni Diodati». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Felici, 2016, σ. 149
- ↑ Felici, 2016, σ. 150
- ↑ Felici, 2016, σ. 154
- ↑ (Ιταλικά) «Lelio Sozzini». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ (Ιταλικά) «Renata di Francia». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Felici 2016, σελ. 214.
- ↑ Goubert, 1991, σ. 92
- ↑ Knecht, 1984, σ. 405-406
- ↑ Felici, 2016, σ. 215
- ↑ Felici, 2016, σ. 215-216
- ↑ Felici, 2016, pp. 222-223.
- ↑ Felici, 2016, σ. 217
- ↑ Felici, 2016, σ. 217-218
- ↑ Felici, 2016, σ. 219-221
- ↑ Felici, 2016, σ. 224
- ↑ Modehn, Christian. «Reformation in Spanien - Casiodoro de Reina - Einfach nur Protestant sein» (στα Γερμανικά). Ανακτήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 2017.
- ↑ Felici, 2016, σ. 203-204
- 1 2 Felici, 2016, σ. 205
- ↑ Felici, 2016, σ. 206
- ↑ Felici, 2016, σ. 206-207
- ↑ Felici, 2016, σ. 208
- 1 2 (Ιταλικά) «Alberto I di Prussia». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- ↑ Frost, 2018, σ. 394
- ↑ Fonsén, 2019, σ. 84
- 1 2 Carpini, 2007, σ. 74
- ↑ Carpini, 20067, σ. 74-76
- ↑ (Ιταλικά) «Gottardo Kettler». Treccani.it – Enciclopedie on line. Istituto dell'Enciclopedia Italiana. 15 Μαρτίου 2011.
- 1 2 Martina, 1993, σ. 170-171
- ↑ Martina, 1993, σ. 171-173, 176
- ↑ Martina, 1993, σ. 179-180
- ↑ Felici, 2016, σ. 141
- ↑ Felici, 2016, σ. 143
- ↑ Felici, 2016, σ. 139-140
- ↑ Felici, 2016, σ. 140
- ↑ Felici, 2016, σ. 142-145
- ↑ Felici, 2016, σ. 146
- ↑ Felici, 2016, σ. 242
- ↑ Felici, 2016, σ. 243
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 13-14
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 20-21
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 15, 20-21
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 24
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 31
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 34, 37
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 35
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 46-47
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 61-62
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 63-64
- ↑ Strong, 1980, σ. 5
- ↑ Cavallero, 2018, σ. 79-80, 89
- ↑ π. Ιωάννη Μάγιεντορφ, «Η σημασία της Μεταρρύθμισης στην ιστορία της Χριστιανοσύνης», Σύναξη, τεύχος 51ο (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1994), σελ. 23
- ↑ «Religion Flow Chart: Christianity». Faiths and Freedoms: Religious Diversity in New York City. Macaulay Honors College at CUNY. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015.
- ↑ «Branches of Chrisitianity». Waupun, WI: Waupun Area School District. Ανακτήθηκε στις 27 Μαρτίου 2015.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Προτεινόμενη βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Roland Bainton, The Reformation of the Sixteenth Century, The Beacon Press, Boston 1952.
- π. Ιωάννη Μάγιεντορφ, «Η σημασία της Μεταρρύθμισης στην ιστορία της Χριστιανοσύνης», Σύναξη, τεύχος 51ο (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1994), σελ. 9-26.
- Βλασ. Φειδα, "Εκκλησιαστικη Ιστορία Γ", σελ. 183-233.
Ιστοριογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bates, Lucy (2010). «The Limits of Possibility in England's Long Reformation». Historical Journal 53 (4): 1049–1070. doi:. https://archive.org/details/sim_historical-journal_2010-12_53_4/page/1049.
- Bradshaw, Brendan (1983). «The Reformation and the Counter-Reformation». History Today 33 (11): 42–45.
- Brady, Thomas A. Jr. (1991). «People's Religions in Reformation Europe». The Historical Journal 24 (1): 173–182. doi:.
- de Boer, Wietse (2009). «An Uneasy Reunion The Catholic World in Reformation Studies». Archiv für Reformationsgeschichte 100 (1): 366–387. doi:.
- Dickens, A.G.· Tonkin, John M., επιμ. (1985). The Reformation in Historical Thought. Harvard University Press, 443 pp. excerpt
- Fritze, Ronald H. (2005). «The English Reformation: Obedience, Destruction and Cultural Adaptation». Journal of Ecclesiastical History 56 (1): 107–115. doi:. https://archive.org/details/sim_journal-of-ecclesiastical-history_2005-01_56_1/page/107.
- Haigh, Christopher (1982). «The recent historiography of the English Reformation». The Historical Journal 25 (4): 995–1007. doi:. https://archive.org/details/sim_historical-journal_1982-12_25_4/page/995.
- Haigh, Christopher (1990). «The English Reformation: A Premature Birth, a Difficult Labour and a Sickly Child». The Historical Journal 33 (2): 449–459. doi:. https://archive.org/details/sim_historical-journal_1990-06_33_2/page/449.
- Haigh, Christopher (2002). «Catholicism in Early Modern England: Bossy and Beyond». The Historical Journal 45 (2): 481–494. doi:. https://archive.org/details/sim_historical-journal_2002-06_45_2/page/481.
- Heininen, Simo· Czaika, Otfried (2010). «Wittenberg Influences on the Reformation in Scandinavia». European History Online. Mainz: Institute of European History. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2012.
- Howard, Thomas A. and Mark A. Noll, eds. Protestantism after 500 Years (Oxford UP, 2016) pp. 384.
- Hsia, Po-Chia, επιμ. (2006). A Companion to the Reformation World.
- Hsia, R. Po-chia (2004). «Reformation on the Continent: Approaches Old and New». Journal of Religious History 28 (2): 162–170. doi:. https://archive.org/details/sim_journal-of-religious-history_2004-06_28_2/page/162.
- Hsia, R. Po-Chia (1987). «The Myth of the Commune: Recent Historiography on City and Reformation in Germany». Central European History 20 (3): 203–215. doi:.
- Karant-Nunn, Susan C. (2005). «Changing One's Mind: Transformations in Reformation History from a Germanist's Perspective». Renaissance Quarterly 58 (2): 1101–1127. doi:.
- Kooi, Christine. "The Reformation in the Netherlands: Some Historiographic Contributions in English." Archiv für Reformationsgeschichte 100.1 (2009): 293–307.
- MacCulloch, Diarmaid (1995). «The Impact of the English Reformation». The Historical Journal 38 (1): 151–153. doi:. https://archive.org/details/sim_historical-journal_1995-03_38_1/page/151.
- MacCulloch, Diarmaid; Laven, Mary; Duffy, Eamon (2006). «Recent Trends in the Study of Christianity in Sixteenth-Century Europe». Renaissance Quarterly 59 (3): 697–731. doi:. https://archive.org/details/sim_renaissance-quarterly_fall-2006_59_3/page/697.
- Marnef, Guido (2009). «Belgian and Dutch Post-war Historiography on the Protestant and Catholic Reformation in the Netherlands». Archiv für Reformationsgeschichte 100 (1): 271–292. doi:.
- Marshall, Peter (2009b). «(Re)defining the English Reformation». Journal of British Studies 48 (3): 564–586. doi:. http://wrap.warwick.ac.uk/97/1/WRAP_Marshall_redefining.pdf.
- Menchi, Silvana Seidel (2009). «The Age of Reformation and Counter-Reformation in Italian Historiography, 1939–2009». Archiv für Reformationsgeschichte 100 (1): 193–217. doi:.
- Nieden, Marcel (2012). «The Wittenberg Reformation as a Media Event». European History Online. Mainz: Institute of European History. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2012.
- Scott, Tom (1991). «The Common People in the German Reformation». The Historical Journal 24 (1): 183–192. doi:.
- Scott, Tom (2008). «The Reformation between Deconstruction and Reconstruction: Reflections on Recent Writings on the German Reformation». German History 26 (3): 406–422. doi:.
- Walsham, Alexandra (2008). «The Reformation and 'The Disenchantment of the World' Reassessed». Historical Journal 51 (2): 497–528. doi:. https://archive.org/details/sim_historical-journal_2008-06_51_2/page/497.
- Walsham, Alexandra. "Toleration, Pluralism, and Coexistence: The Ambivalent Legacies of the Reformation." Archiv für Reformationsgeschichte-Archive for Reformation History 108.1 (2017): 181–190. Online
- Wiesner-Hanks, Merry (2009). «Gender and the Reformation». Archiv für Reformationsgeschichte 100 (1): 350–365. doi:.
- Renata Ago· Vittorio Vidotto (2021). Storia Moderna. Rome: Laterza. ISBN 978-88-593-0063-2.
- Mario Ascheri (2007). Introduzione storica al diritto moderno e contemporaneo. Turin: Giappichelli. ISBN 978-88-348-8254-2.
- Roland Bainton (1950). Here I Stand: A Life of Martin Luther (στα Αγγλικά). Nashville: Abingdon Press.
- Martin Brecht (1991). Luther, Martin I. Leben. Theologische Realenzyklopädie (στα Γερμανικά). 21. Berlin: Walter de Gruyter. ISBN 3-11-012952-3.
- James Bryce (2017). Paolo Mazzeranghi, επιμ. Il Sacro Romano Impero. D'Ettoris Editore. ISBN 978-88-9328-032-7.
- James K. Cameron (1990). Knox, John (ca. 1514–1572). Theologische Realenzyklopädie (στα Γερμανικά). 19. Berlin/New York: de Gruyter. ISBN 3-11-012355-X.
- Claudio Carpini (2007). Storia della Lituania: identità europea e cristiana di un popolo. Città Nuova. ISBN 978-88-311-0341-1.
- Maurizia Cavallero (2018). Pittura & riforma protestante. Golem edizioni. ISBN 978-88-85785-05-2.
- André Clot (1986). Solimano il Magnifico. Milan: Rizzoli. ISBN 88-17-36093-7.
- Cesare Alzati· Paolo Bettiolo· Emilio Campi· Roberto Osculati· Paola Visamara· Boghos Levon Zekiyan (2008). Giovanni Filoramo· Daniele Menozzi, επιμ. L'età moderna. Storia del Cristianesimo. Rome: Laterza. ISBN 978-8842065609.
- Lucia Felici (2016). La riforma protestante nell'Europa del Cinquecento. Rome: Carocci. ISBN 978-88-430-8462-3.
- Pierre Goubert (1991). The Course of French History (στα Αγγλικά). Psychology Press. ISBN 978-0415066716.
- Guido Fassò (2012). L'età moderna. Storia della filosofia del diritto. GLF editori Laterza. ISBN 978-88-420-6240-0.
- Tuomo Fonsén· και άλλοι. (2019). Languages in the Lutheran Reformation: Textual Networks and the Spread of Ideas (στα Αγγλικά). Amsterdam University Press. ISBN 978-90-48-53121-9.
- Günter Frank, επιμ. (2017). Philipp Melanchthon. Der Reformator zwischen Glauben und Wissen. Ein Handbuch (στα Γερμανικά). Berlin: De Gruyter. ISBN 978-3110335057.
- Robert I. Frost (2018). The Oxford History of Poland-Lithuania (στα Αγγλικά). I: The Making of the Polish-Lithuanian Union, 1385-1569. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-256814-4.
- Robert Knecht (1984). Francis I (στα Αγγλικά). Cambridge University Press. ISBN 9780521278874.
- Helmut Koenigsberger· George Mosse· Gerard Bowler (1999). L'Europa del Cinquecento. Μτφρ. Luca Falaschi. GLF editori Laterza. ISBN 88-420-5785-1.
- Volker Leppin (2017). Martin Luther (στα Γερμανικά) (3 έκδοση). Mainz: Von Zabern. ISBN 978-3805350693.
- Heinrich Lutz (2002). Reformation Und Gegenreformation (στα Γερμανικά) (5 έκδοση). Munich: De Gruyter Oldenbourg. ISBN 978-3486495850.
- Lidia Maggi (2018). Protestantesimo. Milan: Editrice bibliografica. ISBN 978-88-7075-978-5.
- Giacomo Martina (1993) [1988]. La Chiesa nell'età della Riforma. Brescia: Morcelliana. ISBN 978-88-372-1509-5.
- Michael A. Mullett (2015). Martin Luther (στα Αγγλικά) (2 έκδοση). Abingdon, Oxon: Routledge. ISBN 978-0-415-73405-9.
- Michel Péronnet (1981). Le XVe siècle (στα Γαλλικά). Hachette Livre.
- «Melanchthon, Philipp (1497–1560)». Theologische Realenzyklopädie (στα Γερμανικά). 22. 1992. doi:10.1515/tre.22_371_1. ISBN 978-3-11-013463-6. Unknown parameter
|chapter-author=ignored (βοήθεια) - Luise Schorn-Schütte (1998). La riforma protestante. Bologna: Il mulino. ISBN 88-15-06234-3.
- Reinhard Schwarz (2003). Luther, Martin I: Leben und Schriften. Religion in Geschichte und Gegenwart (στα Γερμανικά) (4 έκδοση). Tübingen.
- Heribert Smolinsky (1995). Epoca moderna. Storia della Chiesa. 1. Brescia: Queriniana. ISBN 88-399-0077-2.
- Roy Strong (1980). Holbein: The Complete Paintings (στα Αγγλικά). London: HarperCollins. ISBN 0-586-05144-9.
- Stephan Vajda (1986). Storia dell'Austria. Mille anni fra Est e Ovest. Milan: Bompiani.
