Η κάλπικη λίρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Κάλπικη λίρα
Wiki cinema kalpiki.jpg
Κινηματογραφική αφίσα της ταινίας
Σκηνοθεσία Γιώργος Τζαβέλλας
Παραγωγή Ανζερβός
Σενάριο Γιώργος Τζαβέλλας
Πρωταγωνιστές Βασίλης Λογοθετίδης
Ίλια Λιβυκού
Μίμης Φωτόπουλος
Σπεράντζα Βρανά
Ορέστης Μακρής
Δημήτρης Χορν
Έλλη Λαμπέτη
Αφήγηση Δημήτρης Μυράτ (εμφανίζεται και στην ταινία)
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις
Φωτογραφία Κώστας Θεοδωρίδης
Γιώργος Τσαούλης
Μοντάζ Γιώργος Τσαούλης
Σκηνογραφία Παναγιώτης Παπαδόπουλος
Διανομή Καραγιάννης - Καρατζόπουλος
Πρώτη προβολή 24 Ιανουαρίου 1955[1] (Ελλάδα)
Κυκλοφορία 30 Ιανουαρίου 2003 (DVD)
Επανακυκλοφόρησε το 2012
Διάρκεια 127΄
Προέλευση Ελλάδα
Γλώσσα ελληνική
δεδομέναπ  σ  ε )

Η Κάλπικη λίρα (ή και Ιστορία μιας κάλπικης λίρας) είναι μία ελληνική ηθογραφική, σπονδυλωτή, ταινία, του 1955, με κωμική, αισθηματική και δραματική διάθεση. Η παραγωγή έγινε από την Ανζερβός και τη σκηνοθεσία την υπέγραψε ο Γιώργος Τζαβέλλας, σε δικό του σενάριο. Πρωταγωνιστούν οι Βασίλης Λογοθετίδης, Ίλια Λιβυκού, Ορέστης Μακρής, Μίμης Φωτόπουλος, Σπεράντζα Βρανά, Δημήτρης Χορν και Έλλη Λαμπέτη.[2] Πρόκειται για την πρώτη ελληνική ταινία με διεθνή επιτυχία,[1][3] και η οποία θεωρείται μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών.[4][5]

Η υπόθεση αφορά μία λίρα κάλπικη, η οποία δημιουργήθηκε από τον πρωταγωνιστή της πρώτης από τις τέσσερις ιστορίες δηλαδή τον Ανάργυρο (Βασίλη Λογοθετίδη), που όμως δεν καταφέρνει να προσφέρει στους κατόχους της εκείνα που ονειρεύονται, δηλαδή, τα πλούτη. Αποτελεί μια ηθογραφία της κοινωνίας του '50 με την ιδιαίτερη οπτική γωνία του σκηνοθέτη Γιώργου Τζαβέλλα.[6][7]

Η ταινία αποτελεί παράδειγμα σπονδυλωτής άρθρωσης, και την πρώτη τέτοια του ελληνικού κινηματογράφου,[8] που αφορά 4 ιδιαίτερες μικρές ιστορίες με κοινό στοιχείο μια κάλπικη λίρα που μεταφέρεται από τη μία ιστορία στην άλλη. Στην ταινία υπάρχει αφηγητής, που συνδέει τις 4 αυτές ιστορίες, ο οποίος και κλείνει την ταινία με τη φράση: «κάλπικη δεν είναι η λίρα σε αυτή την ιστορία... κάλπικο είναι, γενικά το χρήμα...» , που αποτελεί και το κεντρικό νόημα του όλου φιλμ, ότι δηλαδή η μονομανής επιδίωξη του πλούτου οδηγεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και με όλους τους διάφορους χαρακτήρες των ανθρώπων σε μια κάλπικη ζωή.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προλογίζεται, με την εμφάνιση του αφηγητή της, ο οποίος εξιστορεί πώς έπεσε στα χέρια του μία κάλπικη λίρα, με την παροιμία: «Ο κάλπικος παράς δε χάνεται ποτέ».

1η Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη ιστορία, αφορά τον Ανάργυρο, ένα τίμιο βιοπαλαιστή και άριστο τεχνίτη, ο οποίος αφιέρωσε όλη του σχεδόν τη ζωή, δουλεύοντας, ως χαράκτης, για να μαζέψει 100 λίρες. Έναντι του μαγαζιού του, υπάρχει το γραφείο του Μιλτιάδη, του χρηματιστή, όπου εκεί ο Ανάργυρος εξαργύρωνε τις λίρες του. Όταν μάζεψε την εκατοστή, ο Ντίνος, ο υπάλληλος, που άκουσε πως ο Ανάργυρος, έχει 100 λίρες στην κατοχή του, τον προσέγγισε για να του προτείνει μία ατιμία: εφόσον τυγχάνει άριστος τεχνίτης, του πρότεινε να φτιάξει κάλπικες λίρες κι εκείνος να τις διοχετεύσει στην αγορά. Ο Ανάργυρος, καταρχήν, αρνήθηκε.

Αργότερα, ο Ντίνος, καθότι εργένης ο Ανάργυρος, του έθιξε το θέμα του έρωτα, κι ότι με τα λεφτά έρχονται και οι γυναίκες. Έτσι, του γνώρισε τη Φιφή, μία χωρισμένη γυναίκα, που είχε παντρευτεί έναν πλούσιο άντρα. Παρόλα αυτά, η Φιφή ήταν, παράλληλα, ερωμένη του Ντίνου, και είχαν στήσει παγίδα στον Ανάργυρο. Εκείνη, όμως, πρόδωσε και τον Ντίνο και πούλησε έρωτα στον Ανάργυρο, για να τον πείσει να φτιάξει κάλπικες λίρες, καθότι σε λίγο θα έχανε τα όποια πλούτη είχε αποκομίσει από τον πλούσιο γάμο της. Ο αφελής, Ανάργυρος, δέχτηκε.

Έτσι, έστηναν στο υπόγειο του σπιτιού της ένα μικρό εργαστήρι για την κατασκευή των λιρών. Ο Ανάργυρος σπατάλησε και τις 100 λίρες που είχε, για να εξοπλίσει το εργαστήρι του. Όταν, λοιπόν, κάποια στιγμή έφτιαξε τη κάλπικη λίρα, πριν προχωρήσουν, θέλησαν να τη δοκιμάσουν στην αγορά. Η δοκιμή απέτυχε, καθώς όλοι αντιλαμβάνονταν, από τον ήχο της, ότι ήταν κάλπικη. Κατόπιν, ο Αργύρης συνελήφθη από την αστυνομία, για κλοπές στο γραφείο που δούλευε, πράγμα που δε γνώριζε ο Ανάργυρος, ο οποίος όταν είδε τη σύλληψη του κόπηκαν τα πόδια. Παρόλα αυτά, συνάντησε έναν Ελληνοαμερικάνο, ο οποίος τον ήθελε για να φιλοτεχνήσει το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού. Αυτό ήταν ένα όνειρο ζωής για τον Ανάργυρο. Η κάλπικη λίρα του έμεινε και καθώς δεν ήθελε να την καταστρέψει, την έδωσε σε έναν τυφλό ζητιάνο, ο οποίος μόνο τυφλός δεν ήταν και κατάλαβε πως πρόκειται περί κάλπικης.

2η Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεύτερη ιστορία ξεκινά με τον "τυφλό" ζητιάνο να προσπαθεί να απαλλαγεί από την κάλπικη λίρα. Εις μάτην όμως. Έχασε μία ολόκληρη μέρα χωρίς να καταφέρει τίποτα. Έτσι, όταν βράδιασε, γύρισε στη γνωστή του γωνία, η οποία, προς έκπληξή του, ήταν πιασμένη από τη Μαρία, μία ιερόδουλη. Η Μαρία κατάλαβε πως δεν είναι τυφλός, επειδή όταν έσκυψε να δει το καλσόν της, ο τυφλός κάρφωσε τα μάτια του εκεί πέρα. Κατόπιν ξεκίνησε ένας μεγάλος καυγάς μεταξύ τους.

Η διαμάχη συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες για το ποιος θα αποχωρίσει από εκείνη τη θέση: ο ένας χάλαγε τη δουλειά του άλλου. Παρόλα αυτά, όταν ερχόταν ο αστυνόμος κανείς δεν κατέδιδε τον άλλον. Παράλληλα, έχανε και την ημέρα του, προσπαθώντας να απαλλαγεί από τη λίρα. Σαν τελευταία λύση, εφόσον είχε απογοητευτεί, σκέφτεται να τη δώσει στη Μαρία. Όταν η Μαρία βλέπει τη λίρα ενθουσιάζεται και προτίθεται να κάνει έρωτα μαζί του. Το επόμενο πρωί, όμως, η Μαρία, παρά την αλλαγμένη προς αυτή διάθεση του ζητιάνου, ζητά τη λίρα, η οποία όμως είχε ξεγλιστρίσει από τη σκισμένη τσέπη του τυφλού. Κατόπιν της αποκάλυψε πως, έτσι κι αλλιώς, ήταν κάλπικη και ξεκίνησε κι άλλος μεγάλος καυγάς, ο οποίος διεκόπη από τον αστυνόμο. Στη γωνία, τέλος, δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος.

3η Ιστορια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τρίτη ιστορία ξεκινά με μία φτωχή οικογένεια, η οποία ζούσε ευτυχισμένη από τη δουλειά του Αναστάση, που ήταν μπογιατζής, αλλά και ο άντρας μίας οικογένειας. Η οικογένεια είχε και μία κόρη, τη Φανίτσα. Ο Αναστάσης, όποτε δεν είχε δουλειά, προσφερόταν στους καταστηματάρχες, όπου χρωστούσε, να τους μπογιατίσει το μαγαζί για να πατσίσουν. Ο μόνος που δεν ήθελε άσπρισμα για να πατσίσουν, ήταν ο σπιτονοικοκύρης του, ο Μαυρίδης, ο οποίος τον απειλούσε με έξωση. Όταν, ο Μαυρίδης τον απείλησε ότι θα φωνάξει κλητήρα, και η Φανίτσα δεν έτρωγε το φαγητό της, την τρομοκράτησε ο πατέρας του ότι, αν δε φάει το φαγητό της, θα έρθει ο Μαυρίδης να τη φάει εκείνη. Έτσι, η Φανή μέχρι και εφιάλτες έβλεπε με τον Μαυρίδη και στο παιδικό της μυαλό φαινόταν ποιό φοβερότερος και από δράκο παραμυθιού.

Η Φανίτσα, πλέον, όποτε τον έβλεπε άρχιζε να στριγγλίζει, χωρίς εκείνος να ξέρει το γιατί. Μία μέρα η οικογένεια Μαυρίδη είχε τραπέζι στον Κώστα, τον ανιψιό του Μαυρίδη. Ο Μαυρίδης τότε άρχισε να φωνάζει στη γυναίκα του για το πόσο ακριβό είναι το κρέας, ενώ εκείνη άρχισε να του κάνει παράπονά για αυτό το ελάττωμα, τη φιλαργυρία του, και, δείχνοντάς του, την οικογένεια του Αναστάση, που έπαιζε με τη Φανή, του είπε ότι αυτοί είναι πιο "πλούσιοι" από αυτούς, γιατί είναι ευτυχισμένοι. Με τον Κώστα (τον ανιψιό του) συζητούσαν για τις εξισώσεις που προτίθεται να κάνει, όμως η γυναίκα του, τον παρακάλεσε να μην κάνει έξωση στον Αναστάση για το κοριτσάκι τους, έτσι θα πήγαινε ξανά να τους ζητήσει το νοίκι. Εκεί συνάντησε μόνο τη Φανίτσα, η οποία από τον τρόμο της πήγε κάτω από το κρεβάτι για να σωθεί. Ο Μαυρίδης τη ρώτησε γιατί αντιδράει έτσι, και εκείνη του είπε ό,τι άκουγε από τους μεγάλους: «ότι τρώει ανθρώπους», «ότι τους ρουφάει το αίμα» «ότι θα πεθάνει και θα τα πάρει μαζί του», και άλλα τέτοια. Ο Μαυρίδης έγινε έξαλλος από αυτά που άκουσε και, τελικά, τους πήγε δικαστικώς, με απόφαση, αν έως το τέλος του μήνα δεν πληρώσουν, θα τους πετάξει έξω.

Η μοίρα όμως έπαιξε περίεργο παιχνίδι στον Αναστάση, και πέθανε πριν προλάβει να ξεχρεώσει. Έτσι η μητέρα ξεκίνησε να πλένει ρούχα, κι αφού αρρώστησε κι αυτή, η Φανίτσα έκλεβε λουλούδια από τους τάφους του Νεκροταφείου για να τα πουλήσει. Ωστόσο, έφτασαν τα Χριστούγεννα και η Φανίτσα σκεφτόταν τον πατέρα της, που της είχε πάρει μία κούκλα δώρο. Η τύχη, παρ'όλα αυτά, την έφερε στη λίρα που είχε χάσει ο ζητιάνος και, δείχνοντάς την στη μητέρα της, της είπε εκείνη να πάει να της την χαλάσουν, όμως κανείς δεν ήθελε γιατί ήταν κάλπικη. Επιστρέφοντας στο σπίτι βουρκωμένη την είδε ο Μαυρίδης, και αναρωτήθηκε γιατί κλαίει. Τότε εκείνη του είπε όλη την ιστορία, κι ακόμη ότι η λίρα είναι κάλπικη, τότε εκείνος της την χάλασε τη λίρα, έτσι κι αλλιώς, και της έδωσε και τα ψώνια που είχε για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με μοναδικό αντάλλαγμα ένα φιλί. Τέλος, τον είδε η γυναίκα του ακόμα έξω από το σπίτι κι εκείνη, ζητώντας φλουρί για τη βασιλόπιτα, εκείνος της έδωσε, εκείνη την κάλπικη λίρα, την οποία την κέρδισε ένα νιόπαντρο ζευγάρι, η Αλίκη και ο Παύλος.

4η Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τέταρτη και τελευταία ιστορία ξεκινά στη φτωχική σοφίτα του Παύλου, ενός ζωγράφου, που έκανε μποέμικη ζωή. Μαζί του, έμενε και η γυναίκα του, η Αλίκη, κόρη πλούσιας οικογένειας. Οι οικονομίες τους δεν έφταναν ούτε για τα βασικά, αλλά υπήρχε μεγάλη αγάπη. Μία φορά, λοιπόν, καθώς η Αλίκη αγκάλιαζε τον Παύλο του είπε: σ' αγαπώ. Εκείνος εμπνεύστηκε, από το γυναικείο πρόσωπο, που τόσο αγνά και αληθινά, έλεγε σ' αγαπώ, που αποφάσισε να αποθανατίσει αυτό το βλέμμα, ζωγραφίζοντάς το. Ενώ, εκείνη τη λίρα που είχαν κερδίσει από τον θείο του Παύλου, τον Μαυρίδη, τη βάλανε σε ένα κουμπαρά, παίρνοντας όρκο να μη τη χαλάσουν ποτέ, ως δείγμα που αντικατοπτρίζει την αγάπη τους.

Χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, στην οποία η Αλίκη λέει στον Παύλο: «σ' αγαπώ», κι εκείνος εμπνέεται για τον νέο του πίνακα. (Δημήτρης Χορν & Έλλη Λαμπέτη)

Για μέρες η Αλίκη καθόταν εκεί, και του έλεγε σ' αγαπώ, αλλά αυτός ο πίνακας, ποτέ δεν τελείωνε, γιατί κι ο Παύλος την αγαπούσε, κι όλο άρχιζαν τις αγκαλιές. Παράλληλα, τα πράγματα όλο και δυσκόλευαν, οι μαγαζάτορες του έκοψαν και την πίστωση, ενώ τους είχαν κόψει και το ρεύμα και το αέριο. Τη λίρα όμως, δεν τη χαλούσαν. Ο Παύλος σαν μποέμ καλλιτέχνης που ήταν δεν ήθελε να δουλέψει, και μετά από συζήτηση που κάνανε, ο Παύλος είπε στην Αλίκη ότι οι καλλιτέχνες καλύτερα να μην παντρεύονται. Εν συνεχεία, όμως, ο Παύλος πήγε, τελικά και έβαψε, μία ταβερνίτσα, εκεί στην Πλάκα. Γυρίζοντας όμως η Αλίκη είχε φύγει, αφήνοντας ένα γράμμα, στο οποίο του έγραφε πως δε θέλει να σταθεί εμπόδιο στην τέχνη του, ενώ, τέλος, ημιτελής έμεινε και ο πίνακας «σ' αγαπώ».

Ο καιρός πέρασε και η Αλίκη, που είχε γυρίσει στον πατέρα της, του έκανε τη χάρη να παντρευτεί ένα οικογενειακό, πλούσιο, φίλο. Ωστόσο, δε σταμάτησε ποτέ να αγαπά τον Παύλο. Μετά το ταξίδι του μέλιτος, η Αλίκη πήγε με τον Δημήτρη, τον άντρα της, σε εκείνη την ταβέρνα, που ο Παύλος είχε ζωγραφίσει αρχικά ένα κίτρινο φεγγάρι και αργότερα την είχε βάψει. Εκεί, ρώτησε τον ταβερνιάρη για τον Παύλο, κι εκείνος της είπε ότι ακόμα είναι ο ίδιος κι ότι ακόμα πεινάει, ενώ, τέλος, της είπε ότι ετοιμάζει έκθεση με τους πίνακές του. Στην έκθεση αυτή, υπήρχε και ο πίνακας «σ' αγαπώ». Αυτό δεν άρεσε στον Δημήτρη: να "εκθέτουν" τη γυναίκα του. Έτσι πήγε να τον αγοράσει, αλλά ο πίνακας δεν πουλιόταν. Όταν ο Παύλος τους είδε, είπε: αυτός ο πίνακας δεν πουλιέται, όπως έκανε το μοντέλο. Αργότερα η Αλίκη απόκτησε και παιδί.

Ο Παύλος, όμως, αν κι έγινε ένας διάσημος ζωγράφος, συνέχισε να ζει μποέμικα. Έτσι, σκέφτηκε να σπάσει τον κουμπαρά για να χαλάσει τη λίρα. Προς έκπληξή του, όμως, του είπαν πως τελικά είναι κάλπικη. Εφτά χρόνια πέρασαν και ο Παύλος συνάντησε ξανά την Αλίκη. Της είπε ότι η λίρα ήταν, τελικά, κάλπικη, αλλά εκείνη είπε πως ο έρωτάς τους δεν ήταν κι αυτός κάλπικος. Οι δύο νέοι, αν και ο ένας αγαπούσε τον άλλον ακόμα, τραβήξανε ξανά για τις ζωές τους, με τον Παύλο, να πετάει, κάτω στον δρόμο τη λίρα.

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία κλείνει, με τον αφηγητή, να λέει: «Αν και κάλπικη δεν είναι η λίρα σε αυτή την ιστορία... κάλπικο είναι, γενικά το χρήμα...»

Διανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αφήγηση

Δημήτρης Μυράτ

1η Ιστορία

2η Ιστορία

3η Ιστορία

4η Ιστορία

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τα πενιχρά σκηνοθετικά μέσα, δεν έλειψαν τα εφέ, όπως παρατηρείται στην εικόνα, στην οποία, η Φανίτσα βλέπει εφιάλτη με τον Μαυρίδη να την τρώει. (Ορέστης Μακρής & Μαρία Καλαμιώτου)

Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στα στούντιο της Ανζερβός. Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν το 1954.[1] Ενώ, και τα μέσα, που διατέθηκαν ήταν πενιχρά.[7] Εν συνεχεία, τη διεύθυνση παραγωγής, την ανέλαβε ο Γιώργος Τζαβέλλας, με βοηθό τον Εμμανουήλ Καλογερόπουλο. Η σκηνοθεσία φέρει την υπογραφή του ιδίου, σε δικό του σενάριο, ενώ ο βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Ναπολέων Ελευθερίου. Ωστόσο, την παραγωγή πλαισίωσαν και μερικοί ακόμα, όπως στη διεύθυνση της φωτογραφίας οι Κώστας Θεοδωρίδης και Γιώργος Τσαούλης με βοηθό τον Γρηγόρη Δανάλη, το μοντάζ ο Κώστας Τσαούλης, τη σκηνογραφία ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, την ηχοληψία ο Τάκης Κοντός, με τεχνικό ήχου τον Γιώργο Νιαγάσα. Και το μακιγιάζ το ανέλαβε ο Νίκος Βαρβερής.[9] Τέλος, η μουσική σύνθεση ανήκει στον Μάνο Χατζιδάκι.[10]

Κάστινγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία πέρα από τη σκηνοθετική σφραγίδα του Γιώργου Τζαβέλλα, πλαισιώθηκε από κι ένα αξιόλογο κάστινγκ. Οι ηθοποιοί ανήκαν στην αφρόκρεμα της εποχής.[1] Οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν στην ταινία θεωρούνται έως και σήμερα, ανάμεσα στους καλύτερους Έλληνες ηθοποιούς, όπως ο Βασίλης Λογοθετίδης, που ήταν ένας από τους καλύτερους Έλληνες κωμικούς της εποχής, μετά την ταινία Οι Γερμανοί ξανάρχονται (κ.ά.), όπως η Ίλια Λυβικού, που διακρινόταν ως κινηματογραφικό ζευγάρι με τον Λογοθετίδη, όπως ο Μίμης Φωτόπουλος με τις ταινίες, όπως Ο γρουσούζης, το Εκατό χιλιάδες λίρες, οι Απάχηδες των Αθηνών (κ.ά), η Σπεράντζα Βρανά με το Η ωραία των Αθηνών, ο Ορέστης Μακρής, με μία από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, Ο μεθύστακας,[11] ενώ, τέλος, το δίδυμο Δημήτρη Χορν και Έλλης Λαμπέτη, είχε πρωταγωνιστήσει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις.

Σενάριο και θέμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φιλαργυρία πάντα προβλημάτιζε και συνεχίζει να προβληματίζει τους καλλιτέχνες, από όποιο είδος κι αν προέρχονται.

Η ταινία αυτή είναι η πρώτη σπονδυλωτή ταινία του Ελληνικού κινηματογράφου.[12] Και το σενάριο γράφτηκε εξ ολοκλήρου από τον Γιώργο Τζαβέλλα, μέσα στις τέσσερις αυτόνομες ιστορίες, υπάρχει και η αφήγηση από τον Δημήτρη Μυράτ. Οι επιρροές του Τζαβέλλα είναι εμφανείς και προέρχονται από τον ιταλικό νεορεαλισμό.[13] Η ταινία είναι καθαρά ηθογραφική.[14] Αν και, όπως ο αφηγητής αναφέρει στην αρχή, η ταινία έχει δόσεις χιούμορ, αισθήματος και δράματος:

«Δυστυχώς όμως, ως που νάρθει εκείνη η ευτυχισμένη στιγμή, που θα καταφέρω να απαλλαγώ από το αμφίβολο βάρος της, θα εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στο βάθος της τσέπης μου, για να μου διηγείται την ιστορία της· μία ιστορία παράξενη, άλλοτε σοβαρή, άλλοτε εύθυμη και καμιά φορά δραματική.»

Το θέμα της ταινίας, δεν είναι άλλο από το ότι το μόνο κάλπικο είναι ο παράς. Ένα μοτίβο, που επιβεβαιώνεται, στο τέλος κάθε ενός από τα τέσσερα σκετς της ταινίας. Ενώ, μέσα από τις ιστορίες, απλών ανθρώπων που τους συνδέει, μόνο αυτή εδώ η λίρα, η ταινία θέλει να δείξει ότι η ατέλειωτη αναζήτηση των ανθρώπων για χρήματα, μπορεί, τελικά, μία γνήσια και ωραία ζωή, να την οδηγήσει σε κάλπικη.[14]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλιές

Παλαιότερη κριτική από το περιοδικό Κινηματογραφικός Αστήρ:[15]

Εν συνεχεία προεβλήθη στο "Ίρις" και απέδωσεν επί τέσσαρας συνεχείς εβδομάδας 34.000 εισιτήρια με τιμήν 10 δρχ. αντί της συνήθους των 5 δρχ. Εις το "Παλλάς" του Πειραιώς εσημείωσεν 48.836 εισιτήρια. Επίσης με ηυξημένον εισιτήριον προεβλήθη εις τους κιν/φους "Ατθίς" Αθηνών, "Βαλκάνια" Πειραιώς, "Ορφεύς" Κοκκινιάς, πραγματοποιήσασα διπλάσια των συνήθων εισιτήρια. Καταπληκτική ήτο επίσης η επιτυχία εις Θεσσαλονίκην όπου προεβλήθη δια 4ην εβδομάδα εις τα "Ηλύσια" με υπερτιμημένον εισιτήριον.
Εις Καβάλαν, Σέρρας, Ηράκλειον, Λάρισαν, Βόλον και Πάτρας εδημιούργησε ρεκόρ ελληνικών και ξένων ταινιών με ηυξημένον εισιτήριον κατά 25%. Λαμβανομένης υπ' όψιν αυτής της αυξήσεως της τιμής των εισιτηρίων και του γεγονότος ότι η διάρκεια της προβολής είναι άνω των δύο ωρών, η απόδοσις της κινήσεως πρέπει να θεωρηθή ηυξημένη τουλάχιστον κατά 50% πλέον των πραγματοποιουμένων συνήθως εισιτηρίων.

Νέες

Νεότερη κριτική από το Αθηνόαραμα:[16]

Σπιρτόζικο και πικρό χιούμορ, μελόδραμα και κοινωνικό δράμα συνδυάζονται ισορροπημένα σε μια ηθογραφία που ξεπερνά τα στερεότυπα και κατακτά ένα στιλάτο ρεαλισμό, σχολιάζοντας την ανθρώπινη ματαιοδοξία και "τον παρά, που είναι πάντα κάλπικος". Μεγάλη εμπορική επιτυχία και ζηλευτή διεθνής καριέρα για μια ταινία που παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις ωριμότερες στιγμές της ελληνικής κινηματογραφικής Ιστορίας. Η ταινία προβάλλεται ψηφιακά επεξεργασμένη και ανακαινισμένη στην εντέλεια.

Επίσης, στο IMDb, η ταινία έχει υψηλή βαθμολογία που φτάνει το 8.7/10,[17] ενώ στο Rotten Tomatoes έχει 94%, μόνο από το κοινό, όμως, και όχι από τους κριτικούς.[18] Ενώ, στο Cine.gr έχει 7.93/10.

Εισπράξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία, παρά, τα πενιχρά της μέσα, ήταν επιτυχημένη, καθώς τη σεζόν, όπου προβλήθηκε στις αίθουσες των κινηματογράφων, έκοψε 211.780, ρεκόρ για την εποχή.[19]

Βραβεία / Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις μεγαλύτερες διακρίσεις τις ταινίες υπήρξε αυτή του Ζορζ Σαντούλ, που την κατατάσσει μέσα στις 1000 καλύτερες ταινίες, του παγκόσμιου κινηματογράφου, όλων των εποχών.[12] Ενώ στην 1η Ιανουαρίου του 1985, 28 κριτικοί τη συμπεριέλαβαν μέσα στις 10 καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών.[9]

Ήταν, επίσης, βεβαίως και η πρώτη μεγάλη διεθνής επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ όπου κι αν "ταξίδεψε" υποδέχθηκε με ενθουσιασμό. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1955, στη Σοβιετική Ένωση, προβλήθηκε σε 1000 κινηματογραφικές αίθουσες ταυτόχρονα.[12]

Σκηνή από την ψηφιοποιημένη μορφή της ταινίας, στην οποία εμφανίζονται με χρώμα οι λίρες του αφηγητή.
  • Βραβεύτηκε στα Φεστιβάλ Βενετίας
  • Βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Μπάρι
  • Βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Μόσχας
  • Επίσημη συμμετοχή στo Φεστιβάλ των Καννών
  • Επίσημη συμμετοχή στo Φεστιβάλ Karlovy Vary

Επανακυκλοφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15 Απριλίου του 2012, η ταινία επανακυκλοφόρησε στις αίθουσες των κινηματογράφων.[20] Γεγονός που αποτελούσε μία ακόμα πρωτοπορία για την ταινία, καθώς τέτοια επανακυκλοφορία δεν είχε ξαναγίνει σε ελληνική ταινία.[21] Αυτή την πρωτοβουλία την πήρε ο κινηματογραφικός οργανισμός Καραγιάννης - Καρατζόπουλος, που ανέλαβε την ψηφιοποίηση της ταινίας.[10] Σε αυτή τη μορφή προστέθηκε και χρώμα, σε σκηνές όπου εμφανίζεται η λίρα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Πασχάλη Μαρία (08/04/2012). «Γιώργος Τζαβέλλας: Αγόρι μου, εν αρχή ην ο λόγος». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=452135. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  2. «Η ΚΑΛΠΙΚΗ ΛΙΡΑ». Clickatlife.gr. http://www.clickatlife.gr/cinema/movie/401/i-kalpiki-lira. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  3. «Η Κάλπικη Λίρα (1955)». Cine.gr. http://www.cine.gr/film.asp?id=1461&page=2. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  4. ΣΕΛΑΝΑ ΒΡΟΝΤΗ (22.12.2014). «Οι πιό αγαπημένες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών». Καθημερνή. http://www.kathimerini.gr/796926/article/politismos/kinhmatografos/oi-pio-agaphmenes-ellhnikes-tainies-olwn-twn-epoxwn. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  5. «Ψηφοφορία Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου 2006 ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ ΕΙΝΑΙ… ΕΝΔΕΚΑ». Πανελλήνια Ένωση Κριτών Κινηματογράφου. http://www.pekk.gr/index.php/awards/oi-kalyteres-ellinikes-tainies. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  6. «Η «Κάλπικη Λίρα» ξανά στις αίθουσες». Clickatlife.gr. http://www.clickatlife.gr/cinema/story/8917/i-kalpiki-lira-ksana-stis-aithouses. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  7. 7,0 7,1 Ζουμπουλάκης Γιάννης (12/04/2012). «Οι ταινίες της εβδομάδας: Η λίρα κάλπικη, το αριστούργημα γνήσιο!». Το Βήμα. http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=453015. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  8. Βίκυ Λαμπρινού. «Κάλπικη Λίρα». Μoviemonsters.gr. http://www.moviemonsters.gr/movies/041518-kalpikh-lira.html. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  9. 9,0 9,1 «ΚΑΛΠΙΚΗ ΛΙΡΑ». Ταινιοθήκη της Ελλάδος. 2006. http://www.tainiothiki.gr/v2/lang_el/filmography/view/1/1068/. Ανακτήθηκε στις 11.6.2015. 
  10. 10,0 10,1 «Η «Κάλπικη Λίρα» αποκτά ψηφιακή μορφή και επανακυκλοφορεί στις 15/4!». Star. 12.04.2012. http://www.star.gr/Pages/Politismos.aspx?art=45265&artTitle=i_kalpiki_lira_apokta_psifiaki_morfi_kai_epanakykloforei_stis_15_4. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  11. «Ο Μεθύστακας(1950)». FinosFilm.com. http://finosfilm.com/movies/view/10. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  12. 12,0 12,1 12,2 «Η ΚΑΛΠΙΚΗ ΛΙΡΑ». Star. http://www.star.gr/tv/el/Pages/Movie.aspx?artId=1627&artTitle=i_kalpiki_lira. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  13. Λευκοθέα Κανελλίδου (6 Νοεμβρίου 2005). «Η Κάλπικη Λίρα (1955)». Cine.gr. http://www.cine.gr/film.asp?id=1461&page=4. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  14. 14,0 14,1 «Η ψηφιακή «Κάλπικη λίρα»». Ναυτεμπορική. 09 Απριλίου 2012. http://www.naftemporiki.gr/story/386656/i-psifiaki-kalpiki-lira. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  15. Jim Papamichos (28 Μάρ. 2012). «Η Κάλπικη Λίρα (The Counterfeit Coin) του Γιώργου Τζαβέλλα (1955)». Myfilm.gr. http://www.myfilm.gr/11008. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  16. «Η Κάλπικη Λίρα». Αθηνόραμα. http://www.athinorama.gr/cinema/movie.aspx?id=10015377. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  17. «Κάλπικη λίρα». IMDb. http://www.imdb.com/title/tt0122565/. Ανακτήθηκε στις 5.2.2016. 
  18. «ISTORIA MIAS KALPIKIS LIRAS (THE COUNTERFEIT COIN)». RottenTomatoes.com. http://www.rottentomatoes.com/m/istoria_mias_kalpikis_liras/. Ανακτήθηκε στις 5.3.2016. 
  19. «Η Κάλπικη Λίρα [1955»]. Cinehellas.com. http://www.cinehellas.com/tainies/1951/kalpikh/kalpikh.html. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  20. «H Κάλπικη Λίρα». Αthensmagazine.gr. http://www.athensmagazine.gr/cinema/movies/703. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 
  21. «ΤΑΙΝΙΑ: Κάλπικη Λίρα». Εlle.gr. http://www.elle.gr/article.asp?catid=26394&subid=2&pubid=129012123&imgid=105679318. Ανακτήθηκε στις 6.11.2015. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπάνιες φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]