Εσκίσεχιρ (πόλη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°46′36″N 30°31′14″E / 39.77667°N 30.52056°E / 39.77667; 30.52056


Εσκίσεχιρ
Eskişehircollage.png
Eskisehir Belediyesi.svg
Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Εσκίσεχιρ
39°46′36″N 30°31′14″E
ΧώραΤουρκία
Διοικητική υπαγωγήΤουρκία
Διοίκηση
 • ΔήμαρχοςYılmaz Büyükerşen (από 1999)
Έκταση2 678 km²
Υψόμετρο788 μέτρο
Τηλ. κωδ.0222
Ζώνη ώραςUTC+02:00
UTC+03:00
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Εσκίσεχιρ[1] (τουρκικά: Eskişehir, προφέρεται: [esˈciʃehiɾ], λατινικά: Dorylaeum, ελληνικά: Δορύλαιον) είναι πόλη στη βορειοδυτική Τουρκία και πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφέρειας. Έχει πληθυσμό 746.536 κατοίκων (εκτίμηση 2018)[2]. Η πόλη είναι δίπλα στον ποταμό Τέμβριο (Πορσούκ), 790 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, στη Φρυγική πεδιάδα. Βρίσκεται 250 χιλιόμετρα δυτικά της Άγκυρας, 90 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Κοτυαίου και 350 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Κωνσταντινούπολης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δορύλαιον ιδρύθηκε από τους Φρύγες το 1000 π.Χ. και πολλά αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου αυτής βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Υπάρχει επίσης μουσείο σηπιόλιθου, ορυκτού από το οποίο κατασκευάζονται πίπες καπνού.

Το Δορύλαιο είναι γνωστό ήδη από τον 4ο αιώνα π.X., την εποχή της αντιπαράθεσης του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου ή Kύκλωπος (382-301) και του Λυσιμάχου (355-281) (π. 302). Η πόλη οφείλει το όνομά της στον μυθικό Δορύλαο, απόγονο του Ηρακλή. Τη Ρωμαϊκή εποχή ανήκε στη Φρυγία Επίκτητο, ομοσπονδία έξι συνολικά πόλεων, η οποία έκοβε ομοσπονδιακό νόμισμα, και υπαγόταν στο conventus Συνάδων. Την πρώιμη Βυζαντινή εποχή υπήχθη στην επαρχία της Φρυγίας Σαλουταρίας, όπως μαρτυρεί τον 6ο αιώνα ο Συνέκδημος του Ιεροκλέους.

Τη Βυζαντινή εποχή το Δορύλαιο συνιστούσε προπύργιο του θέματος του Οψικίου και ισχυρότατο φρούριο κατά των εξ ανατολών επιθέσεων που δεχόταν η αυτοκρατορία. Η μεγάλη στρατιωτική σημασία της πόλης διαφαίνεται από το γεγονός ότι ήδη τον 6ο αιώνα στάθμευε εκεί μία από τις επτά συνολικά σχολές της αυτοκρατορίας. Κατά τους 11ο και 12ο αιώνα το Δορύλαιο φιλοξενούσε το δεύτερο σημαντικότερο άπληκτον (στρατόπεδο) της αυτοκρατορίας, μετά από εκείνο των Μαλαγίνων, καθώς σχεδόν το σύνολο του βυζαντινού στρατού του ανατολικού συνόρου ήταν δυνατό να συγκεντρωθεί εκεί. Γι’ αυτό, εξάλλου, στην περιοχή του Δορυλαίου γινόταν συστηματική εκτροφή όνων και γενικότερα υποζυγίων αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι από το Δορύλαιο ξεκίνησαν τα βυζαντινά στρατεύματα την πορεία τους προς τη μοιραία για την αυτοκρατορία Μάχη του Μαντζικέρτ (1071). Από την περιοχή πέρασαν άλλωστε και τα στρατεύματα των σταυροφόρων τον 11ο και 12ο αιώνα ενώ αποτέλεσε κέντρο των στρατευμάτων που κατά καιρούς επιχειρούσαν στη Μ. Ασία.

Μεταξύ του 7ου και του 10ου αιώνα το Δορύλαιο έγινε συχνά στόχος αραβικών επιθέσεων και επιδρομών. Το 741 βρέθηκε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης του Κωνσταντίνου E΄ (740-775) με τον σφετεριστή Αρτάβασδο, κόμητα του θέματος Οψικίου. Το 970 έγινε τόπος συγκέντρωσης των στρατευμάτων του Bάρδα Σκληρού, στο πλαίσιο της πρώτης στάσης του σφετεριστή του θρόνου Bάρδα Φωκά. Στη δεύτερη φάση της στάσης του τελευταίου (987-989) η πόλη κατελήφθη για μικρό χρονικό διάστημα από τον σφετεριστή Φωκά, μαζί με πολλές άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας.

Κατά τους 11ο και 12ο αιώνα το Δορύλαιο υπέστη τις συνέπειες της σελτζουκικής διείσδυσης στη M. Ασία και βρέθηκε συχνά στο μάτι του κυκλώνα, κατά την αντιπαράθεση των Βυζαντινών, αλλά και των σταυροφόρων, με τους Σελτζούκους που είχαν εισβάλει στη M. Ασία. Γύρω στο 1080 κατελήφθη για πρώτη φορά από τους Σελτζούκους. Έκτοτε η πόλη ερημώθηκε, περνώντας αρκετές φορές στον έλεγχο Τουρκομάνων νομάδων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή. Το 1175 ανακατελήφθη από τον Μανουήλ A΄ Κομνηνό και ανοικοδομήθηκε αποτελώντας σημαντικό, προκεχωρημένο μεθοριακό φρούριο της αυτοκρατορίας. Το Δορύλαιο περιήλθε οριστικά στους Σελτζούκους στο πλαίσιο της εκστρατείας του σουλτάνου του Ικονίου στην κοιλάδα του Μαιάνδρου το 1180 μ.X. ή λίγο αργότερα, και συγκαταλέγεται μεταξύ των περιοχών που έλαβε το 1188/1189 ο γιος του Κιλίτς Αρσλάν B΄, ο Μασούτ (Μουχιαντίν Μασ'ουντσάχ). Ανοικοδομήθηκε εκ νέου από τους Σελτζούκους, κοντά στις θερμές πηγές της περιοχής, μετονομαζόμενο σε Εσκίσεχίρ (Eskişehir), που σημαίνει παλιά πόλη.

Από την περιοχή του Δορυλαίου κατάγονταν επιφανείς Βυζαντινές οικογένειες, όπως οι Μελισσηνοί, οι οποίοι κατείχαν στα τέλη του 11ου αιώνα τεράστιες ιδιόκτητες εκτάσεις.

Κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας η πόλη καταλήφθηκε μετά τη Μάχη του Εσκί Σεχίρ από τον ελληνικό στρατό την 9η Ιουλίου 1921 και ανακαταλήφθηκε από τον τουρκικό στρατό τον Αύγουστο του 1922.

Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχαίος οικισμός της πόλης εντοπίζεται πάνω σε ύψωμα, σε απόσταση 100 μ. BΔ του ποταμού Βαθέως. Ήταν οχυρωμένος με περίβολο, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα, ο οποίος περιτρέχει τους πρόποδες του υψώματος. Δεύτερος οχυρωματικός περίβολος, λίγο μεταγενέστερος του προηγούμενου, περικλείει από A και NA την περιοχή των ερειπίων της πόλης, όπου εντοπίζεται και η αρχαία αγορά. Στην περιοχή των δύο αυτών περιβόλων, έχει βρεθεί ο κύριος όγκος επιγραφών που προέρχονται από το Δορύλαιο. Στο άνω τμήμα του οροπεδίου υπάρχουν τα κατάλοιπα τρίτου μεσαιωνικού οχυρωματικού περιβόλου. Στο Εσκίσεχιρ, έχουν εντοπισθεί ρωμαϊκές και βυζαντινές επιγραφές και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Ίχνη εγκατάστασης έχουν βρεθεί σε πλησιόχωρες στο Δορύλαιο θέσεις.

Η επικοινωνία της πόλης με τις θερμές πηγές ήταν εφικτή μέσω λιθόστρωτης οδού, κατά μήκος της οποίας έχουν εντοπισθεί τουλάχιστον δύο γέφυρες. Στην ευρύτερη περιοχή του Δορυλαίου και του ποταμού Tέμβρου, είναι ορατά τα κατάλοιπα μίας ακόμα βυζαντινής γέφυρας, κοντά στην οποία έχουν βρεθεί ρωμαϊκές επιγραφές. Στον ποταμό Βαθύ έχει εντοπισθεί και μικρή, πιθανόν σελτζουκική γέφυρα.

Οι θερμές πηγές και τα λουτρά του Δορυλαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περίφημες θερμές πηγές της πόλης εντοπίζονται στο κέντρο της σημερινής πόλης Εσκισεχίρ. Εκεί κατασκευάσθηκαν, πιθανόν τη Βυζαντινή εποχή, λουτρά, τα οποία και καταστράφηκαν κατά τις πολεμικές συγκρούσεις. Σύμφωνα με τον Άραβα χρονογράφο του 9ου αιώνα μ.X. Ιμπν Κουρντανχμπέχ, με μέριμνα της κεντρικής διοίκησης, που σκοπό είχε να καλύψει τις ανάγκες των πολυάριθμων στρατευμάτων που περνούσαν από το Δορύλαιο καθ’ οδόν προς τις επιχειρήσεις στα ανατολικά, ανηγέρθη στην περιοχή των θερμών πηγών μεγάλο λουτρό, αποτελούμενο από επτά αίθουσες, ικανό να εξυπηρετήσει χίλιους ανθρώπους. Στα τέλη του 11ου αιώνα μ.X., λίγο πριν από την πρώτη άλωση της πόλης από τους Σελτζούκους, ο καίσαρ Νικηφόρος Μελισσηνός ανήγειρε, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον Ιωάννη Kίνναμο, θερμά λουτρά, στοές και «πλυνούς».

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγχρονη πόλη του Εσκισεχίρ είναι μια από τις πιο βιομηχανικές πόλεις της Τουρκίας. Παραδοσιακά βασιζόταν στα πλινθοποιεία και στους αλευρόμυλους, αλλά επεκτάθηκε το 1894 στην κατασκευή σιδηροδρομικών εργαστηρίων για τη γραμμή Βερολίνο-Βαγδάτη. Επίσης, στην πόλη δημιουργήθηκε η πρώτη βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών στην Τουρκία.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απο το 1965, το Εσκισεχίρ έχει ποδοσφαιρική ομάδα, την Εσκισεχίρσπορ. Αγωνίζεται στην Πρώτη Κατηγορία του Τούρκικου Πρωταθλήματος (Süper Lig στα τουρκικά).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαιδεία Δομή,τόμος 6 ,σελ:121,λήμμα:Εσκή Σεχίρ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]