Ιωάννης Αλταμούρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοπροσωπογραφία του ζωγράφου.

Ο Ιωάννης Αλταμούρας (Φλωρεντία ή Νεάπολη Ιταλίας, 1852Σπέτσες, Μάιος 1878) ήταν Έλληνας ζωγράφος του 19ου αι., ο οποίος διακρίθηκε κυρίως για τις θαλασσογραφίες του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πατέρας του ήταν ο Ιταλός ζωγράφος και επαναστάτης Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα (Francesco Saverio Altamura) και μητέρα του η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, κόρη σημαντικής σπετσιώτικης οικογένειας και η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος. Το 1857 ή 1859 οι γονείς του χώρισαν και ο Αλταμούρας μαζί με τα αδέλφια του ακολούθησαν τη μητέρα τους στην Αθήνα.[1]

Από τα παιδικά του χρόνια, ο Ιωάννης έδειξε την έμφυτη κλίση του προς την ζωγραφική, στην τέχνη της οποίας μυήθηκε από τη μητέρα του.[2] Έγινε δεκτός στην Σχολή των Τεχνών (την μετέπειτα «Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών» της Αθήνας), όπου μελέτησε ζωγραφική κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα κατά την διετία 18711872. Με υποτροφία του βασιλιά Γεωργίου Α΄, συνέχισε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη κατά την περίοδο 18731876 κοντά στον Καρλ Φρέντερικ Σόρενσεν (Carl Frederik Sørensen). Το 1875, και ενώ βρίσκονταν ακόμα στην Κοπεγχάγη, έστειλε στην έκθεση των Ολυμπίων στην Αθήνα το έργο του Το λιμάνι της Κοπεγχάγης, για το οποίο τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο β΄ τάξεως.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, άνοιξε εργαστήριο ζωγραφικής στην Αθήνα, ενώ η φήμη του άρχισε να αυξάνεται με τον ίδιο να αναδεικνύεται στον πιο ακριβοπληρωμένο Έλληνα ζωγράφο της εποχής του.[1] Προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε το 1878 στις Σπέτσες, σε ηλικία 26 ετών.[1] Ο θάνατός του αλλά και ο θάνατος της αδελφής του, που είχε συμβεί λίγα χρόνια πριν — επίσης από φυματίωση — οδήγησε την μητέρα του στον νευρικό κλονισμό και την τρέλα.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πεθαίνοντας νέος, ο Ιωάννης Αλταμούρας άφησε πίσω του λίγα αλλά σημαντικά ζωγραφικά έργα. Το 1878, χρονιά του θανάτου του, δύο πολεμικές θαλασσογραφίες του — η Πυρπόληση της πρώτης οθωμανικής φρεγάτας στην Ερεσό από τον Παπανικολή και η Ναυμαχία του ναυάρχου Μιαούλη εναντίον δύο οθωμανικών φρεγατών στην είσοδο της Πάτρας — παρουσιάστηκαν στην Διεθνή Έκθεση του Παρισιού. Ο δεύτερος πίνακας παρουσιάστηκε και στην Έκθεση Μνημείων του Ιερού Αγώνα στο Πολυτεχνείο της Αθήνας το 1884. Τέλος, μία θαλασσογραφία του παρουσιάστηκε στην Διεθνή Έκθεση της Ρώμης το 1911.

Αν και κατατάσσεται στην ακαδημαϊκή «Σχολή του Μονάχου» ( ήταν επίσης επηρεασμένος και από την ακαδημαϊκή σχολή της Δανίας[1] ) εντούτοις η φωτεινότητα των έργων του, ο ανοιχτός ορίζοντας και η κίνηση δείχνουν ότι ο Αλταμούρας είχε αρχίσει να ξεπερνάει την αυστηρή γραμμή του ακαδημαϊσμού και να στρέφεται προς τον πρώιμο ιμπρεσιονισμό.[1][3]

Γκαλερί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Ελληνική Τοπιογραφία 19ος - 20ός αιώνας. Αθήνα: Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. 1998, σελ. 170. 
  2. Πουρνάρα, Μαργαρίτας (28/6/2009). «Ιωάννης Αλταμούρας, ζωή σε τρικυμία». Η Καθημερινή. http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:VOSpQDmTIocJ:www.kathimerini.gr/362551/article/politismos/arxeio-politismoy/iwannhs-altamoyras-zwh-se-trikymia+&cd=9&hl=el&ct=clnk&gl=gr. Ανακτήθηκε στις 28/7/2015. 
  3. Θερμού, Μαρία (06/03/2011). «Πέθανε 26 χρόνων, πρόλαβε όμως να «δαμάσει» τα κύματα». ΤΟ ΒΗΜΑ. http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=388188. Ανακτήθηκε στις 28/7/2015. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα