Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αυλικός έρωτας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Καλό κατευόδιο!, πίνακας του Έντμουντ Λέιτον, 1900: μια όψιμη βικτωριανή άποψη ενός ιππότη που φεύγει για τον πόλεμο και αποχαιρετά την αγαπημένη του

Αυλικός έρωτας (γαλλικά: amour courtois, οξιτανικά: fin'amor) ή ευγενικός έρωτας ήταν μια μεσαιωνική ευρωπαϊκή λογοτεχνική αντίληψη του έρωτα που έδινε έμφαση στην ευγένεια, την αφοσίωση και τον ιπποτισμό. Η μεσαιωνική λογοτεχνία είναι γεμάτη με παραδείγματα ιπποτών που ξεκινούν περιπέτειες και εκτελούν διάφορα ανδραγαθήματα για κυρίες λόγω του «ευγενικού τους έρωτα».[1]

Αρχικά, ήταν ένα λογοτεχνικό θέμα στην ποίηση των τροβαδούρων της Νότιας Γαλλίας, στην Οξιτανία, που γράφτηκε για την ψυχαγωγία των ευγενών, αλλά σταδιακά, αυτές οι ιδέες για τον έρωτα εξαπλώθηκαν και έγιναν τρόπος ζωής για ένα μεγαλύτερο εγγράμματο κοινό. Στον Ύστερο Μεσαίωνα, γύρω από αυτές τις ιδέες αναπτύχθηκε ένα σύνολο κοινωνικών πρακτικών σε μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνία, το περιβάλλον των πριγκιπικών αυλών και των ιπποτών. Αυτές οι αξίες θεωρήθηκαν ως εκπολιτιστική πρακτική, με συναισθήματα και συμπεριφορές ικανά να εξευγενίσουν και να εκπολιτίσουν τον άνθρωπο.

Ο αυλικός έρωτας ήταν μια εμπειρία μεταξύ ερωτικής επιθυμίας και πνευματικής και ψυχικής ανύψωσης, «μια αγάπη ταυτόχρονα παράνομη και ηθικά καθαγιασμένη, παθιασμένη και πειθαρχημένη, ταπεινωτική και εξυψωτική, ανθρώπινη και υπερβατική». Το θέμα εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την Ευρώπη, υμνήθηκε από τροβαδούρους, τρουβέρους και μενεστρέλους και ήταν επίσης δημοφιλές στους μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Τζέφρι Τσώσερ.

Ο όρος «αυλικός έρωτας» αναφέρθηκε για πρώτη φορά το 1883 από τον φιλόλογο Γκαστόν Παρί και έκτοτε περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία ορισμών και χρήσεων. Η ερμηνεία, η προέλευση και οι επιρροές του συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο κριτικής συζήτησης.[2]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράκληση του θεού του Έρωτα, από χειρόγραφο της Μυθιστορίας του ρόδου (γύρω στο 1430).

Η ιδέα του αυλικού έρωτα αναπτύχθηκε στις δουκικές και πριγκιπικές αυλές πέντε περιοχών: της Ακουιτανίας, της Προβηγκίας, της Καμπανίας, του δουκάτου της Βουργουνδίας και του Νορμανδικού Βασιλείου της Σικελίας στα τέλη του 11ου αιώνα, περίπου από την εποχή της Α΄ Σταυροφορίας (1099). Οι παλαιότερες αναφορές βρίσκονται στα λυρικά ποιήματα του Γουλιέλμου Θ', δούκας της Ακουιτανίας (1071–1126), ένας από τους πρώτους τροβαδούρους ποιητές. Η επιρροή της εγγονής του Ελεονόρας της Ακουιτανίας (1124–1204) ήταν καθοριστική: εισήγαγε τα ιδανικά του αυλικού έρωτα από την Ακουιτανία πρώτα στην αυλή της Γαλλίας και μετά στην Αγγλία (ήταν σύζυγος πρώτα του Λουδοβίκου Ζ' της Γαλλίας και στη συνέχεια του Ερρίκου Β' της Αγγλίας). Η κόρη της Μαρία, κόμισσα της Καμπανίας (1145–1198) μετέφερε την αυλική συμπεριφορά στην αυλή της Καμπανίας.[3]

Οι ποιητές υιοθέτησαν την ορολογία της φεουδαρχίας, ανακηρύσσοντας τους εαυτούς τους υποτελείς της κυρίας και την προσφωνούσαν αρχόντισσα, κάτι που είχε διπλά οφέλη: επιτρέποντας στον ποιητή να χρησιμοποιήσει ένα κωδικό όνομα (για να μην αποκαλύψει το όνομα της κυρίας) και συγχρόνως την κολάκευαν. Το πρότυπο της ιδανικής κυρίας του τροβαδούρου ήταν η σύζυγος του άρχοντα εργοδότη τους. Όταν ο σύζυγός της έλειπε σε Σταυροφορία ή αλλού, κυριαρχούσε στις οικιακές και πολιτιστικές υποθέσεις και μερικές φορές αυτό συνέβαινε ακόμη και όταν ο σύζυγος ήταν παρών. Μόνο όσοι ήταν ευγενείς μπορούσαν να ασχοληθούν με τον αυλικό έρωτα. Αυτό το νέο είδος έρωτα δεν είχε σκοπό να οδηγήσει σε γάμο ούτε βασίζονταν στον πλούτο και την οικογενειακή ιστορία, αλλά στον χαρακτήρα και τις πράξεις, όπως η αφοσίωση, η ευσέβεια, η γενναιοδωρία, γοητεύοντας έτσι τους φτωχότερους ιππότες που το έβλεπαν σαν ευκαιρία ανέλιξης. [4]

Τριστάνος και Ιζόλδη, μεσαιωνικό ιπποτικό ειδύλλιο σε πολλές παραλλαγές του 12ου αιώνα, που αναφέρεται στον αυλικό έρωτα, πίνακας του Έντμουντ Λέιτον.

Δεδομένου ότι την εποχή εκείνη οι γάμοι μεταξύ ευγενών ήταν συνήθως αποτέλεσμα πολιτικών ή οικονομικών ενδιαφερόντων, ο αυλικός έρωτας ήταν πάντα μοιχικός, ένας τρόπος για τους ευγενείς να εκφράσουν τον έρωτα που δεν υπήρχε στο γάμο τους. Ο αυλικός έρωτας άλλοτε ήταν ανικανοποίητος με εστίαση περισσότερο στη διανοητική σύνδεση παρά στη σεξουαλική - η κυρία συχνά είναι αγέρωχη, περιφρονητική και φαίνεται απρόσιτη - και άλλοτε ολοκληρωμένος, οι συχνές αναφορές σε ύπνο στην αγκαλιά του εραστή σε μεσαιωνικά ποιήματα τροβαδούρων και ιπποτικά ειδύλλια όπως το Λάνσελοτ, ο Ιππότης του κάρου του Κρετιέν ντε Τρουά, υποδηλώνουν τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις ένα πλαίσιο ολοκληρωμένης σχέσης.[5]

Στα τέλη του 12ου αιώνα το έργο του Ανδρέα Καπελλάνου De amore (Περί έρωτος) κωδικοποίησε τους κανόνες του αυλικού έρωτα. Το De amore απαριθμεί κανόνες όπως:

  • Ο γάμος δεν είναι πραγματική δικαιολογία για να μην ερωτευθεί κάποιος.
  • Αυτός που δεν ζηλεύει δεν μπορεί να αγαπήσει.
  • Κανείς δεν μπορεί να δεσμευτεί σε διπλό έρωτα.
  • Όταν η ερωτική σχέση γίνεται γνωστή, σπάνια αντέχει.

Μεγάλο μέρος του έργου προήλθε από το Ars amatoria του Οβίδιου. Οι Άραβες ποιητές και η ποίηση της μουσουλμανικής Ισπανίας εκφράζουν παρόμοιες απόψεις για τον έρωτα και θεωρείται πιθανό ότι επηρέασαν τους Χριστιανούς Ευρωπαίους - ειδικά στη νότια Γαλλία όπου πρωτοεμφανίστηκαν.

Σε περίπτωση παράβασης των κανόνων, οι υποθέσεις κρίνονταν από κυρίες στα (ιστορικά αμφισβητούμενα) ερωτικά δικαστήρια, μεσαιωνικά αυλικά παιχνίδια βασισμένα στα πρότυπα του δικαστικού θεσμού, που άνθισαν αρχικά στην Οξιτανία και στη συνέχεια σε όλη τη Γαλλία από τον 12ο μέχρι τον 14ο αιώνα.[6]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θήκη χρυσελεφάντινου καθρέφτη με αυλικές σκηνές, πρώτο τρίτο του 14ου αιώνα,Μουσείο του Λούβρου

Ο εραστής αποδέχεται την ανεξαρτησία της αγαπημένης του και προσπαθεί να γίνει άξιός της ενεργώντας με γενναιότητα, ευγένεια και αξιοπρέπεια, κάνοντας όποιες πράξεις αυτή επιθυμεί, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε μια σειρά από δοκιμασίες, ακόμη και την ατίμωση, για να της αποδείξει τη θέρμη και τη δέσμευσή του. Η σεξουαλική ικανοποίηση μπορεί να μην ήταν ο άμεσος στόχος, αλλά αυτός ο εξιδανικευμένος έρωτας δεν ήταν εντελώς πλατωνικός, καθώς βασίζονταν στη σεξουαλική έλξη.[7]

Πρόκειται για ένα σύνολο ηθικών αρετών, που χαρακτηρίζεται από βαθιά αίσθηση της τιμής, σημασία των λόγων και των όρκων, ευγένεια των συναισθημάτων, γενναιόδωρη συμπεριφορά, ευγένεια στη γλώσσα και τους τρόπους και κυρίως τοποθετεί τον έρωτα πάνω από όλους τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς νόμους.

Για τον εραστή, ο σύζυγος δεν αποτελεί κίνδυνο, αλλά συχνά αντιμετωπίζει άλλους επίδοξους εραστές που προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να τον ατιμάσουν.

Ο τροβαδούρος Ζωφρέ Ρουντέλ πεθαίνει στην αγκαλιά της αγαπημένης του Οδιέρνας. Μεσαιωνική μινιατούρα, 1250.

Τα χαρακτηριστικά στοιχεία του αυλικού έρωτα είναι:

  • Αριστοκρατικός, όπως υποδηλώνει το όνομα, αφορούσε ευγενείς άρχοντες και ιππότες και κυρίες, το περιβάλλον ήταν βασιλική ή πριγκιπική αυλή.
  • Η λατρεία της γυναίκας, που ο εραστής τη βλέπει ως ένα υπέροχο, άφθαστο ον. Σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και θεϊκή.
  • Η κατωτερότητα του άνδρα σε σχέση με την αγαπημένη γυναίκα: ο εραστής υποτάσσεται πλήρως, υπακούει στη θέληση της γυναίκας και στέκεται με ταπεινή λατρεία μπροστά της. Είναι μια «αγάπη-υποτέλεια» στην οποία η σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας είναι παρόμοια με αυτή μεταξύ του υποτελή και του κυρίου του.
  • Ανικανοποίητος έρωτας: ο πόνος και η λαχτάρα που προκαλεί ο ανεκπλήρωτος έρωτας ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της εμπειρίας. Ωστόσο, συχνά παρουσιάζεται με αισθησιακές νότες.
  • Ευτυχία, ή μάλλον μια μορφή μέθης και εξύψωσης, ζωτικής πληρότητας, που προέρχεται από τα βάσανα του ανικανοποίητου έρωτα.
  • Μοιχική αγάπη, καθώς λαμβάνει χώρα εκτός του συζυγικού δεσμού: αυτός ο έρωτας δεν μπορεί να υπάρξει αληθινά στον γάμο.
  • Μυστικότητα, για να προστατευθεί η τιμή της γυναίκας, το όνομά της δεν προφέρεται ποτέ από τους ποιητές που καταφεύγουν έτσι σε ψευδώνυμα.
  • Η σύγκρουση μεταξύ αγάπης και θρησκείας, που προκύπτει από τον ανταγωνισμό της λατρείας της θεοποιημένης γυναίκας με τη λατρεία του Θεού. Επιπλέον η Εκκλησία καταδίκαζε το αμάρτημα της μοιχείας.
  • Λογοτεχνικός, πριν καθιερωθεί ως δραστηριότητα της πραγματικής ζωής, ο αυλικός έρωτας κίνησε την προσοχή ως λογοτεχνικό θέμα. Οι ερωτευμένοι ιππότες και οι λατρεμένες με πάθος κυρίες τους ήταν ήδη δημοφιλείς φιγούρες στις μπαλάντες και τα ιπποτικά ειδύλλια πριν αρχίσουν να παρουσιάζονται αληθινοί μιμητές στις αίθουσες των ανακτόρων της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Συνάντηση ερωτευμένων, από κώδικα του 1300.

Στάδια αυλικού έρωτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Έλξη για την κυρία, συνήθως μέσω του βλέμματος
  • Λατρεία της κυρίας από μακριά
  • Δήλωση παθιασμένης αφοσίωσης
  • Απόρριψη του εραστή από την ενάρετη κυρία
  • Ανανεωμένες ερωτοτροπίες με όρκους αρετής και αιώνιας πίστης
  • Παράπονα για επερχόμενο θάνατο λόγω της ανικανοποίητης επιθυμίας (και άλλες νοσηρές σωματικές εκδηλώσεις)
  • Ηρωικές πράξεις ανδρείας για να ξεπεραστεί η απροθυμία της κυρίας
  • Ολοκλήρωση του μυστικού έρωτα
  • Ατελείωτες περιπέτειες για να αποφύγει το ζευγάρι την αποκάλυψη του δεσμού.

Στη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυλικός έρωτας έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, τέχνης και πολιτισμού και η επιρροή του επεκτάθηκε σε όλη την Ευρώπη, εμπνέοντας παρόμοιες έννοιες του ρομαντισμού σε διαφορετικές κοινωνίες. Οι περισσότεροι από τους σημαντικούς συγγραφείς του Μεσαίωνα, όπως ο Τζέφρι Τσώσερ, ο Τζον Γκάουερ, ο Δάντης, ο Βοκάκιος, η Μαρία της Γαλλίας, ο Κρετιέν ντε Τρουά, ο Γκότφριντ φον Στράσμπουργκ και ο Τόμας Μάλορυ χρησιμοποίησαν αυτή τη λογοτεχνική σύμβαση σε ποιήματα, ιπποτικά ειδύλλια και αλληγορίες.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]