Κρετιέν ντε Τρουά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κρετιέν ντε Τρουά
Chrétien de Troyes.jpg
Όνομα Κρετιέν ντε Τρουά
Γέννηση 1130s
Τρουά
Θάνατος 1180s
Φλάνδρα
Επάγγελμα/
ιδιότητες
συγγραφέας, ποιητής και μυθιστοριογράφος
Υπηκοότητα Γαλλία
Αξιοσημείωτα έργα Erec and Enide, Yvain, the Knight of the Lion και Cligès
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τoν συγγραφέα

Ο Κρετιέν ντε Τρουά (Chrétien de Troyes) είναι Γάλλος ποιητής που γεννήθηκε γύρω στο 1130 και πέθανε ανάμεσα στο 1180 και 1190) . Θεωρείται ιδρυτής της αρθουριανής λογοτεχνίας στα παλαιά γαλλικά και ένας από τους πρώτους συγγραφείς των ιπποτικών μυθιστοριών. Ήταν στην υπηρεσία της αυλής της Καμπανίας στον καιρό του Ερρίκου Α' της Καμπανίας και της Μαρίας της Γαλλίας, της συζύγου του.

Τα μεγάλα έργα του είναι τα Ερέκ και Ενίντ, Κλίγης, Λάνσελοτ ή ο Ιππότης με το κάρο που πιθανότατα γράφτηκε ταυτόχρονα με τον Υβαίν ή ο Ιππότης με το λιοντάρι, και Πέρσιβαλ ή ο θρύλος του Άγιου Δισκοπότηρου (ιερό Graal), που είναι ημιτελές. Οι μυθιστορίες του αντικατοπτρίζουν τα πολιτικά και πολιτισμικά ιδανικά του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο και για το οποίο γράφει. Προβάλουν ένα αριστοκρατικό ιδεώδες που συνδυάζει την ιπποτική περιπέτεια, τον εξιδανικευμένο έρωτα και τις θρησκευτικές φιλοδοξίες που συμβολίζουν το πνεύμα της σταυροφορίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξέρουμε ελάχιστα για τη ζωή του Κρετιέν ντε Τρουά, μόνο αυτά που αναφέρει ο ίδιος στα βιβλία του. Και αυτά συνοψίζονται στο όνομα, μια λίστα έργων και δύο ημερομηνίες μεταξύ των οποίων έγραψε τις μυθιστορίες του. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, οι μελετητές κατασκεύασαν μια βιογραφία, της οποίας τα στοιχεία κυμαίνονται από σχεδόν σίγουρα μέχρι τελείως υποθετικά.

Βεβαιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

sceau de Marie de Champagne
Σφραγίδα της Μαρίας της Καμπανίας

Το όνομα του Κρετιέν αποκαλύπτεται στον πρόλογο του Ερέκ και Ενίντ, όπου παρουσιάζεται στον αναγνώστη ως Crestiens de Troyes. Ο ακριβής τόπος και η ημερομηνία γέννησής του είναι άγνωστοι και πολλές υποθέσεις έχουν γίνει σχετικά. Γεννήθηκε γύρω στο 1130 στην πόλη Τρουά ή τουλάχιστον στην Καμπανία, όπως επιβεβαιώνεται από ίχνη της διαλέκτου της Καμπανίας στα κείμενά του. Καθώς η Τρουά κάηκε στο τέλος του 12ου αιώνα, δεν υπάρχουν έγγραφα που να μπορούν να παράσχουν ακριβή ημερομηνία. Για τον ίδιο λόγο τα γεγονότα που θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν τη νεότητά του είναι άγνωστα. Οι απαρχές του στη λογοτεχνία χρονολογούνται γύρω στο 1160 με μεταφράσεις της Τέχνης της Αγάπης και αποσπάσματα από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου. Τρία από τα τέσσερα αυτά κείμενα έχουν χαθεί, όπως και η πρώτη του μυθιστορία με θέμα τον Αρθούρο όπου εμφανίζονταν ο Τριστάνος και η Ιζόλδη και μάλλον ονομαζόταν Περί του βασιλέα Μαρκ και της ξανθιάς Ιζόλδης. Γύρω στα 1162, ο Κρετιέν έγραψε το Ερέκ και Ενίντ και μετά το 1164 τον Κλίγη ή ο ψεύτικος θάνατος. Να σημειωθεί ότι μερικές φορές προτείνονται μεταγενέστερες ημερομηνίες: Για το Ερέκ και Ενίντ το 1170 και για τον Κλίγη το 1176, που δείχνει την δυσκολία να αποδοθούν συγκεκριμένες ημερομηνίες για αυτές τις μυθιστορίες.

Στον πρόλογο του Ιππότη με το κάρο, ο Κρετιέν ντε Τρουά ισχυρίζεται ότι έγραψε το έργο κατά παραγγελία της κυρίας μου από την Καμπανία, δηλαδή της Μαρίας της Καμπανίας, κόρης της Ελεονώρας της Ακουιτανίαςκαι του Λουδοβίκου Ζ'. Αυτός ο πρόλογος μας πληροφορεί για το ότι ήταν ποιητής στην αυλή της Καμπανίας, καθώς και το γεγονός ότι ο Ιππότης με το κάρο ήταν έργο κατά παραγγελία, όπου η Μαρία της Καμπανίας του επέβαλε το θέμα. Ομοίως, στον πρόλογο του τελευταίου έργου του, Πέρσιβαλ, η ιστορία του Αγίου Δισκοπότηρου, ο ποιητής δηλώνει ότι ήταν στην υπηρεσία του Φιλίππου της Αλσατίας, κόμη της Φλάνδρας και μνηστήρα της Μαρίας της Καμπανίας, που τον παρουσιάζει ως "τον πιο γενναίο άνδρα στην αυτοκρατορία της Ρώμης".

Αυτοί οι δύο μαικήνες ήταν πρόσωπα της ανώτερης αριστοκρατίας και έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες ώστε να χρονολογηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η ζωή του Κρετιέν ντε Τρουά και η συγγραφή αυτών των δύο μυθιστοριών ανάμεσα στο 1164 (το έτος του γάμου της Μαρίας με τον κόμη της Καμπανίας Ερρίκο το Φιλελεύθερο) και το 1191 (έτος θανάτου του κόμη της Φλάνδρας) . Έτσι, ο Λάνσελοτ μάλλον γράφτηκε το 1168, ενώ η συγγραφή του Πάρσιβαλ, το οποίο είναι ένα έργο ημιτελές, μάλλον το 1182. Εν τω μεταξύ ο Υβαίν πρέπει να γράφτηκε το 1172.

Ο θάνατος του Κρετιέν ντε Τρουά είναι επίσης ελάχιστα γνωστός, όπως και η γέννησή του, και σύμφωνα με τον Γερβέρτο του Μοντρέιγ, αυτός ήταν ο λόγος που το έργο έμεινε ημιτελές. Ο θάνατός του τοποθετείται ανάμεσα στα 1180 και 1190.

....και υποθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ερευνητές του έργου του Κρετιέν ντε Τρουά έχουν κάνει κατά διαστήματα διάφορες υποθέσεις για τη ζωή του ποιητή, βασιζόμενοι σε στοιχεία μέσα από τα έργα του. Έτσι, μερικοί εικάζουν ότι ήταν ευγενής, άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν ιερωμένος και άλλοι Εβραίος. Αλλά αυτά όλα είναι υποθέσεις.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα κείμενά του είναι στη Ρομανική γλώσσα και κανένα στα λατινικά. Στην εισαγωγή του Κλίγη, ο Κρετιέν ντε Τρουά δηλώνει ότι είναι ο συντάκτης πέντε άλλων έργων πριν από τις μυθιστορίες του: τέσσερα είναι διασκευές του Οβίδιου στην τοπική διάλεκτο, από τα οποία μόνο ένα έχει σωθεί. Το πέμπτο είναι μια έκδοση του Τριστάνου και της Ιζόλδης.

Με το έργο του ο Κρετιέν ντε Τρουά καινοτομεί και δημιουργεί ένα είδος μυθιστορίας που έχει σημαντική εξέλιξη τον 13ο αιώνα και επηρέασε πολλούς άλλους σύγχρονους και μεταγενέστερους συγγραφείς. Είναι ο πρώτος που εισήγαγε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία το θρύλο του Άγιου Δισκοπότηρου.

Οι μεταφράσεις του Οβίδιου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φιλομήλα, Πρόκνη και Τηρέας, οι χαρακτήρες από τη Φιλομένα, που προέρχεται από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου

Στον πρόλογο του Κλίγη, ο Κρετιέν ντε Τρουά αναφέρει τους τίτλους των έργων που έχει γράψει. Τέσσερα από αυτά είναι μυθιστορίες, που ονομάζονται επίσης translatio studii, μεταφράσεις λατινικών κειμένων στις Ρομανικές γλώσσες[1].

Από αυτές τις μεταφράσεις έχει σωθεί μόνο η Φιλομένα[2], με την ιστορία του Τηρέα, της Φιλομήλας και της Πρόκνης από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου.[3] Οι άλλες τρεις ήταν επίσης μεταφράσεις κειμένων του Οβίδιου. Το 1884, ο Gaston Paris ανακάλυψε το κείμενο της Φιλομένας σε ένα έργο του 14ου αιώνα με τίτλο Ηθική Οβιδίου. Αυτό το βιβλίο είχε συγκεντρωμένες τις μεταφράσεις των Μεταμορφώσεων του Οβίδιου καθώς και σχόλια για τα έργα. Διάφορα χαρακτηριστικά, όπως η γλώσσα και το λογοτεχνικό ύφος επέτρεψαν ορισμένους μελετητές να αποδώσουν στον Κρετιέν ντε Τρουά το έργο που αναφερόταν στην Φιλομήλα, την Πρόκνη και τον Τηρέα. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν υπέγραφε ως Κρετιέν ντε Τρουά αλλά ως Κρετιέν λι Γκουά. Αυτό οδήγησε τους ερευνητές να υποθέσουν ότι ο Κρετιέν μπορεί να ήταν εκχριστιανισμένος Εβραίος.

Καθώς η Φιλομένα ήταν έργο ενσωματωμένο σε μια ανθολογία, είχε ξαναγραφεί εν μέρει από τον αντιγραφέα και το πρωτότυπο ποίημα είχε χαθεί με την αντιγραφή. Έτσι, ορισμένοι κριτικοί διαφώνησαν με την απόδοση του έργου στον Κρετιέν ντε Τρουά, διαπιστώνοντας μετά από μελέτη του λεξιλογίου και της γραμματικής ότι να είναι πολύ διαφορετικά σε σχέση με τα μεταγενέστερα έργα του. Η οπτική των ερωτικών σχέσεων είναι επίσης διαφορετική, σε σχέση με στις ιπποτικές μυθιστορίες του. Στους επικριτές αυτούς, συχνά δίνεται η απάντηση ότι η Φιλομένα είναι έργο της νεότητας, ότι το ύφος του ωρίμασε και η θεματική του εξελίχθηκε με την ηλικία. Ωστόσο, όπως υπενθυμίζει ο Τζότζεφ Ντάγκαν, δεν υπάρχει τίποτα που να δηλώνει επισήμως ότι αυτή η μετάφραση είναι ένα νεανικό έργο και ο ίδιος προτείνει ως ημερομηνία συγγραφής περίπου το 1175 .

Αρθουριανές μυθιστορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Αρθούρος και οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, μινιατούρα από το έργο ο Λάνσελοτ σε πεζό, περ. 1470
Η αναχώρηση του Πέρσιβαλ, χειρόγραφο του Μονπελιέ

Ο Κρετιέν ντε Τρουά έγραψε πέντε ιπποτικές μυθιστορίες σε οκτασύλλαβα δίστιχα, αντλώντας τις ιστορίες του από τους κελτικούς και βρετανικούς θρύλους του βασιλιά Αρθούρου και την αναζήτηση του Άγιου Δισκοπότηρου :

  • μια μυθιστορία για το βασιλιά Μάρκο και την ξανθιά Ιζόλδη (Τριστάνος ​​και Ιζόλδη), που είναι χαμένο
  • Ερέκ και Ενίντ, που διηγείται το γάμο ενός άρχοντα και μιας φτωχής κοπέλας (περίπου 1165),
  • Κλίγης (περίπου 1170), που αναφέρεται στην ερωτική περιπέτεια ενός νεαρού ιππότη και της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου,
  • Υβαίν ή ο Ιππότης με το λιοντάρι (περίπου 1170),
  • Λάνσελοτ ή ο Ιππότης με το κάρο (π. 1175), και
  • Πάρσιφαλ ή ο θρύλος του Αγίου Δισκοπότηρου ( περίπου 1175), που παραμένει ημιτελές. Χάρη σε αυτά τα έργα, ο Κρετιέν χαρακτηρίστηκε «πατέρας της αρθουριανής μυθιστορίας» και «εφευρέτης της μεσαιωνικής μυθιστορίας».

Αυτές οι μυθικές περιπέτειες έχουν ενταχθεί στο πλαίσιο της αυλικής λογοτεχνίας. Οι ήρωες αντιμετωπίζουν συχνά μια δύσκολη επιλογή ανάμεσα στον έρωτα και το ηθικό καθήκον τους ως ιππότες.

Το κύριο έργο του είναι οι μυθιστορίες των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης με κεντρικό πρόσωπο το βασιλιά Αρθούρο. Αυτός ο χαρακτήρας, a priori κεντρικός, δεδομένου ότι η μνήμη του άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου, δεν ήταν στο επίκεντρο των αναζητήσεων του Κρετιέν. Αντίθετα, υπήρχαν γνωστοί ιππότες, όπως οι Υβαίν, Λάνσελοτ και Ερέκ, των οποίων η συμπεριφορά ήταν ευγενική και ανήκαν στο αυλικό περιβάλλον. Η βάση των μυθιστοριών του είναι συχνά η εσωτερική αναζήτηση, ο αγώνας του ήρωα προς την αναγνώριση και την ανακάλυψη του εαυτού του, καθώς και την ανακάλυψη του άλλου, μέσω της ένταξής του στην αυλή και της αγάπης της βασίλισσας Γκουίνεβιρ. Ενώ η αρχή του μυθιστορήματος παρουσιάζει έναν ευτυχισμένο ήρωα, τέλεια ενσωματωμένο στον ιππικό κόσμο, εμφανίζεται μια κρίση. Αυτό δείχνει στον ιππότη ότι λείπει κάτι για να κάνει τη ζωή του πραγματικά ευτυχισμένη και εμπλέκεται έτσι σε μια αναζήτηση για να καλύψει το κενό. Αυτό περνά μέσα από έναν εσωτερικό αγώνα μεταξύ έρωτα και περιπέτειας που στο τέλος λύνεται με την αποδοχή και τη σύνθεση και των δύο. Σε αντίθεση με το επικό άσμα, του οποίου το θέμα είναι ιστορικό και πατριωτικό και στο οποίο η αναζήτηση είναι «συλλογική», η μυθιστορία του Κρετιέν ντε Τρουά προσφέρει μια προσωπική αναζήτηση του ιππότη, που ολοκληρώνεται μόνον αφού ξεπεράσει διάφορες φυσικές, μαγικές ή και πνευματικές δοκιμασίες στην αναζήτηση του Άγιου Δισκοπότηρου.[4]

Η αυλή του βασιλιά Αρθούρου είναι ένα σταθερό σκηνικό σε όλα τα μυθιστορήματα του Chrétien de Troyes. Βρίσκεται στο Τίνταγκελ της Βρετανίας. Αυτή η Βρετανία, που ονομάζεται Kingdom of Logres, καλύπτει ένα τεράστιο σύνολο χωρών: την Ουαλία, τη Σκωτία, την Κορνουάλη και την Αρμορίκη, που δεν ανήκε στη Βρετανία στην πραγματικότητα αλλά ήταν ιδέα του συγγραφέα, ο οποίος βασίζονταν στους δημοφιλείς κελτικούς και αγγλο-νορμανδικούς θρύλους. Η αυλή είναι ένα ιδανικό σημείο αναφοράς στις μυθιστορίες των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, είναι ο τόπος της πληρότητας όπου κυριαρχεί η μεγάλη ζωή και τα αγαθά σε αφθονία. Σ' αυτή την αυλή οι ιππότες ανταγωνίζονται θαρραλέα για να κερδίσουν την καλύτερη δυνατή φήμη. Ο ιππότης δεν απαντά στην πρόκληση της περιπέτειας για να διορθώσει μόνο τις αδικίες αλλά και για να αποδείξει ότι είναι ένας εξαιρετικός ιππότης. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια, οι ιππότες του βασιλιά Αρθούρου αλλοιώνουν την ουσία της ιπποσύνης που θέλει τους πολεμιστές να αγωνίζονται για το καλό των άλλων και όχι για τη δική τους φήμη. Έτσι ο Κρετιέν παρουσιάζει την αυλή του βασιλιά Αρθούρου και ταυτόχρονα επικρίνει μια τέτοια μετατροπή του ιδανικών της ιπποσύνης.[5]

Η αναζήτηση επιτρέπει να βρεθεί η ουσία της ιπποσύνης αλλά είναι επίσης για τον ήρωα το μέσο για να νικήσει το κακό. Οι περιπέτειες των αρθουριανών ηρώων είναι χτισμένες στο ίδιο μοντέλο που παρουσιάζει έναν ιππότη που αφήνει ελεύθερο το νικημένο αντίπαλό του, που ταξιδεύει ανώνυμα και χωρίς ανάπαυση και βρίσκει την πηγή της ύπαρξής του στη γυναίκα, στην αγαπημένη. Ο ερωτευμένος ιππότης την υπηρετεί πιστά ως "δέσποινα" ή "κυρά" του, μέσα από ανδραγαθήματα που καλλιεργούν και επιβεβαιώνουν την ερωτική του πίστη, αναδεικνύουν την ευγένεια των αισθημάτων του και αποδεικνύουν ότι είναι άξιος ερωτικής ανταπόκρισης αλλά και κοινωνικής αναγνώρισης.[6] Ο Κρετιέν ντε Τρουά αντιπαραθέτει ήδη από τότε τον έρωτα στη λογική και αυτό το σύμβολο θα χαρακτηρίσει μόνιμα τη γαλλική λογοτεχνία. Και παρόλο που το θέμα της αβρότητας και ευγένειας που χαρακτήριζε την αυλική κοινωνία θα εξαφανιστεί σταδιακά από τη λογοτεχνική ιστορία, το θέμα του έρωτα, θα μείνει βαθιά ριζωμένο.

Ερέκ και Ενίντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ερέκ και Ενίντ (Érec και η Énide) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Chrétien de Troyes. Είναι επίσης η πρώτη γαλλική μυθιστορία που είναι αφιερωμένη σε ένα επεισόδιο του αρθουριακού θρύλου. Είναι μεταγενέστερο των μεταφράσεων του Οβίδιου και τη μυθιστορία του Μάρκου και της Ιζόλδης. Αυτό υποδεικνύεται από τον Κρετιέν στον πρόλογο του Κλίγη.[7] Εκεί, ο ποιητής αναφέρεται επίσης στις πηγές της ιστορίας του, εξηγώντας ότι προέρχεται από την προφορική παράδοση. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε περισσότερα, διότι κανένα κελτικό κείμενο δεν παρουσιάζει με αυτόν τον τρόπο το θρύλο του Ερέκ και τα κείμενα στη Βρετάνη πριν από το 15ο αιώνα έχουν εξαφανιστεί. Η ημερομηνία της συγγραφής του παραμένει άγνωστη και σύμφωνα με τους ερευνητές βρίσκεται μεταξύ 1170 και 1183.

Η ιστορία ξεκινά με την απόφαση του βασιλιά Αρθούρου να διοργανώσει κυνήγι ελαφιών την Ημέρα του Πάσχα. Ο Ερέκ δεν συμμετείχε σε αυτό το κυνήγι, αλλά συνόδευε τη βασίλισσα Γκουίνεβιρ. Στο δρόμο, ένας νάνος επιτέθηκε σε μια από τις ακολούθους της βασίλισσας. Ο Ερέκ ακολουθώντας τον για να αποδώσει δικαιοσύνη, έφτασε σε μια πόλη όπου συνάντησε την Ενίντ, την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε, αφού νίκησε τον αντίπαλό του. Ο Ερέκ έμεινε για ένα χρόνο κοντά στη σύζυγό του, διάστημα κατά το οποίο σταμάτησε να πολεμάει, γεγονός που προκάλεσε τα σχόλια άλλων ιπποτών. Ο Ερέκ θυμωμένος αποφάσισε να πάει σε μια περιπέτεια μαζί με τη σύζυγό του, στην οποία απαγόρευσε να μιλάει. Η Ενίντ παραβίασε επανειλημμένα αυτή την απαγόρευση για να σώσει το σύζυγό της, την πρώτη φορά από επίθεση ληστών, στη συνέχεια, από έναν ανέντιμο κόμη που την επιθυμούσε για τον εαυτό του. Ο Ερέκ αντιμετώπισε επίσης δύο γίγαντες. Μετά από ένα άλλο επεισόδιο, κατά τη διάρκεια του οποίου η Ενίντ απώθησε τις προτάσεις ενός άλλου κόμη, καθώς ο ήρωας φαινόταν να έχει πεθάνει, το ζευγάρι τελικά συμφιλιώθηκε. Σε μια τελική δοκιμασία, «τη χαρά της αυλής», ο Ερέκ νίκησε έναν ιππότη καταδικασμένο να πολεμάει με όλους τους επισκέπτες ενός μαγικού κήπου, λόγω της υπόσχεσης που είχε κάνει στη σύζυγό του. Η ιστορία κλείνει με τη στέψη των συζύγων από τον ίδιο τον βασιλιά Αρθούρο, μετά το θάνατο του πατέρα του Ερέκ.

Κλίγης ή ο ψεύτικος θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κλίγης (Cligès) είναι η δεύτερη μυθιστορία με θέμα από τον αρθουριανό κύκλο που γράφτηκε από τον Κρετιέν ντε Τρουά ανάμεσα στα 1176 και 1187. Ο συγγραφέας δίνει μια ακριβή πηγή που χρησιμοποίησε για το πρώτο μέρος της μυθιστορίας. Είχε διαβάσει την ιστορία σε ένα βιβλίο που φυλάσσονταν στη βιβλιοθήκη του Αγίου Πέτρου στο Μπωβαί. Ένας Έλληνας αυτοκράτορας, ο Αλέξανδρος, αποφασίζει να χρισθεί ιππότης από τον βασιλιά Αρθούρο. Αφού τον βοήθησε να ανατρέψει έναν σφετεριστή, παντρεύτηκε τη Σορενταμόρ, την ανιψιά του Αρθούρου. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ένας γιος, ο Κλίγης. Ο Αλέξανδρος με τη σύζυγό του και τον γιο του επέστρεψαν λίγο αργότερα στην Ελλάδα. Μετά το θάνατο των γονέων του, ο Κλίγης έγινε ιππότης για τον θείο του Άλη, που έγινε αυτοκράτορας. Ο Άλης αποφάσισε να παντρευτεί την κόρη του Γερμανού Αυτοκράτορα, Φενίς. Ο Κλίγης ήταν μέλος της ομάδας ιπποτών που πήγαν να την φέρουν και την ερωτεύτηκε. Η Φενίς ανταποκρίθηκε στον έρωτά του και μετά από αρκετές περιπέτειες (απαγωγή της Φενίς, μάχες με τους Σάξονες, ψευδής θάνατος της Φενίς) κρύφτηκαν. Όταν ανακαλύφθηκαν αποφάσισαν να φύγουν για την αυλή του Αρθούρου. Εκεί έμαθαν για το θάνατο του Άλη,πράγμα το οποίο επέτρεψε στο ζευγάρι να επιστρέψει στην Ελλάδα όπου ο Κλίγης έγινε βασιλιάς και παντρεύτηκε τη Φενίς.

Λάνσελοτ ή ο Ιππότης με το κάρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Enluminure du XVe siècle où est montré un chevalier marchant à quatre patte sur une épée géante qui sert de pont pour atteindre un château
Ο Λάνσελοτ διασχίζοντας τη γέφυρα πάνω στο σπαθί

Τρίτη μυθιστορία του αρθουριανού κύκλου ο Λάνσελοτ, γράφτηκε κατά πάσα πιθανότητα ταυτόχρονα με τον Υβαίν ή ο ιππότη με το λιοντάρι. Πράγματι , στη μυθιστορία του Υβαίν γίνονται αναφορές στον Λάνσελοτ. Γράφτηκε ανάμεσα στα 1177 και 1189. Στην εισαγωγή ο Κρετιέν ντε Τρουά εξηγεί ότι το θέμα του το είχε προτείνει η Μαρία της Καμπανίας. Ο Κρετιέν ντε Τρουά άφησε τη μυθιστορία ημιτελή και το έργο το συνέχισε ο Godfrey de Lagny, που ολοκλήρωσε τις περιπέτειες του Λάνσελοτ από το σημείο όπου ο τελευταίος είχε φυλακιστεί στον πύργο, περίπου στο 1/7 του μήκους της μυθιστορίας.

Ο Μάλαγκαντ απήγαγε τη βασίλισσα Γκουίνεβιρ και ο Λάνσελοτ, ένας από τους καλύτερους ιππότες του Αρθούρου, πήγε να την απελευθερώσει αλλά πριν φθάσει στο πύργο του Μάλαγκαντ αναγκάστηκε να περάσει αρκετές δοκιμασίες, ανάμεσα στις οποίες αυτή του επικίνδυνου κρεβατιού και της γέφυρας του σπαθιού. Ο Λάνσελοτ έπρεπε σε κάποιο σημείο να συμφωνήσει να ανεβεί σε ένα κάρο καταδίκων, πράξη ατιμωτική γι’αυτόν. Δίστασε πριν δεχτεί και αυτός ο δισταγμός οδήγησε την Γκουίνεβιρ να παραπονεθεί για την έλλειψη αγάπης του. Ανεβαίνοντας τελικά στο κάρο ατίμασε τον εαυτό του αλλά κατάφερε να σώσει την βασίλισσα, με την οποία ήταν ερωτευμένος, και να σκοτώσει τον απαγωγέα της σε μονομαχία. Η επιλογή να θυσιάσει την τιμή του για να κερδίσει την εκλεκτή της καρδιάς του είναι χαρακτηριστική της αυλικής μυθιστορίας, του ιδεώδους έρωτα.[8]

Υβαίν ή ο Ιππότης με το λιοντάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου, ο Υβαίν ακούει τον εξάδελφό του Καλόγκρεναν να διηγείται πώς κατά τη διάρκεια μιας περιπέτειας είχε ταπεινωθεί. Ο Υβαίν αποφασίζει να τον εκδικηθεί και μάχεται τον φύλακα μιας μαγεμένης κρήνης. Ερωτεύεται τη σύζυγο του ιππότη που μόλις σκότωσε. Χάρη στη βοήθεια της υπηρέτριας Λυνέτ, πείθει τη νεαρή γυναίκα, τη Λωντίν, να τον παντρευτεί. Μόλις παντρεύτηκε, ο Υβαίν αποφάσισε να ακολουθήσει τον ξάδερφό του Γκαγουέν σε ιπποτικούς αγώνες. Η Λωντίν συμφωνεί να τον αφήσει να πάει, αλλά ορίζει μια ημερομηνία για την επιστροφή του. Καθώς ο Υβαίν δεν επιστρέφει την ημέρα που είπε, η Λωντίν τον κυνηγάει. Ο Υβαίν γίνεται περιπλανώμενος ιππότης και πρέπει να κάνει πολλά κατορθώματα. Μεταξύ άλλων, βοηθά ένα λιοντάρι να πολεμήσει ένα δράκο και το λιοντάρι αποφασίζει να τον ακολουθήσει, γεγονός που δίνει στο Yβαίν το παρωνύμιο του ιππότη με το λιοντάρι. Μετά από όλες τις περιπέτειές του, ο Υβαίν βρίσκει, χάρη στη Λυνέτ, την Λωντίν, που τον συγχωρεί.

Πέρσιβαλ ή η ιστορία του Άγιου Δισκοπότηρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Enluminure du roman de Perceval datant du XIIe siècle où est montré Perceval recevant une épée du roi Pêcheur
Ο Πέρσιβαλ λαμβάνει το σπαθί του βασιλιά Ψαρά

Ο Πέρσιβαλ ή η ιστορία του του Άγιου Δισκοπότηρου (ιερό Graal) είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Chrétien de Troyes που το άφησε ημιτελές, πιθανώς γιατί πέθανε πριν τελειώσει. Ήταν αφιερωμένο στον Φίλιππο της Αλσατίας, κόμη της Φλάνδρας, ο οποίος πέθανε το 1191, γεγονός που επιτρέπει τους ερευνητές να συνάγουν ότι το έργο αυτό και ο θάνατος του Κρετιέν συνέβησαν πριν από αυτή την ημερομηνία. Σύμφωνα με τους ερευνητές το μυθιστόρημα γράφτηκε γύρω στο 1180 ή 1190. Ένας νεαρός ευγενής, ο Πέρσιβαλ, αγνοεί τα πάντα για την ιπποσύνη. Όταν συνάντησε περαστικούς ιππότες θαμπώθηκε και άφησε τη μητέρα του για την αυλή του βασιλιά Αρθούρου. Ενώ στην αρχή εμφανίζεται αδέξιος, τελικά έγινε ένας τέλειος ιππότης. Μια μέρα έφθασε στο κάστρο του Βασιλιά-Ψαρά και είδε το Άγιο Δισκοπότηρο που το μετέφερε μια λαμπρή πομπή. Δεν τόλμησε όμως να ρωτήσει το βασιλιά γι' αυτό το αντικείμενο, και έτσι δεν έσπασε τα μάγια που εμπόδιζαν τη θεραπεία του άρρωστου βασιλιά-Ψαρά.[9] Αυτό το πληροφορήθηκε όταν επέστρεψε στην αυλή του Αρθούρου, όπου δέχτηκε επίθεση από μια φρικτή γυναίκα που τον κατηγόρησε για την ολιγωρία του να ρωτήσει το βασιλιά σχετικά με το Δισκοπότηρο, διότι η ερώτηση θα είχε τη δύναμη να θεραπεύσει τον πληγωμένο βασιλιά και ταυτόχρονα να απομακρύνει την κατάρα που βάραινε τα εδάφη του. Αποφάσισε τότε να ψάξει για το Άγιο Δισκοπότηρο.[10] Στην υπόθεση εμφανίζεται έπειτα ένας δεύτερος ιππότης, ο Γκάγουεν, του οποίου οι περιπέτειες τον οδηγούν σε ένα κάστρο όπου ζουν τρεις γυναίκες και όπου επιτυγχάνει τη δοκιμασία του επικίνδυνου κρεβατιού. Στη συνέχεια η υπόθεση επιστρέφει στον Πέρσιβαλ, ο οποίος μαθαίνει από έναν ερημίτη ότι το Άγιο Δισκοπότηρο περιέχει ένα θαυματουργό υγρό που επιτρέπει στον βασιλιά των ψαράδων να παραμείνει ζωντανός. Η ιστορία των περιπετειών των δύο ιπποτών σταματά εκεί, επειδή το μυθιστόρημα είναι ημιτελές.

Μια παραλλαγή του Πέρσιβαλ του Κρετιέν ντε Τρουά ενέπνευσε το Ρίχαρντ Βάγκνερ και συνέθεσε την όπερα Πάρσιφαλ.

Ερωτικά άσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέντε τραγούδια έχουν αποδοθεί στο Chrétien de Troyes, αυτά στα οποία συμφωνούν όλοι οι ερευνητές είναι μόνο δύο. Πηγή έμπνευσής του ήταν οι τροβαδούροι του νότου, επέλεξε δε ως ρυθμικό μοτίβο τα coblas doblas, χαρακτηριστικό της ποίησης του νότου. Στα δύο αυτά έργα ο ποιητής απευθύνεται στον Έρωτα (προσωποποιημένο σε γυναικεία μορφή) και διαμαρτύρεται ότι του συμπεριφέρεται άσχημα, ενώ αυτός παραμένει πιστός. Αυτό το θέμα και η χρήση αυτής της οξιτανικής ποιητικής μορφής τον συνδέει με δύο τροβαδούρους, τον Bernart de Ventadour και τον Raimbaut d' Aurenga που συνέθεσαν τα ποιήματά τους κατά το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα. Με αυτή την επιλογή του να μιμηθεί τους τροβαδούρους είναι ο πρώτος γνωστός τρουβέρος[11] που εμπνεύστηκε από τις οξιτανικές ποιητικές μορφές.

Ο Γουλιέλμος της Αγγλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Guillaume d'Angleterre είναι μια μυθιστορία εμπνευσμένη από τον μύθο του Αγίου Ευσταθίου που διηγείται την ιστορία του χωρισμού των μελών μιας οικογένειας και της επανένωσης τους μετά από πολλές περιπέτειες. Αυτή η μυθιστορία έχει σκοπό τη διαπαιδαγώγηση του ακροατή, επειδή ο χωρισμός έχει την προέλευσή του από μια θεία κλήση. Εδώ, ο θρύλος μεταφέρεται σε ένα περιβάλλον πιο κοσμικό. Ο χωρισμός του βασιλιά Γουλιέλμου της Αγγλίας, της συζύγου του και των δύο γιων τους προέρχεται από τη θεία θέληση, αλλά αργότερα, ο βασιλιάς και η σύζυγός του δεν περιγράφονται πλέον ως ευσεβείς χαρακτήρες. Οι παράλληλες ιστορίες δείχνουν ότι ο βασιλιάς έγινε φτωχός και αγωνίζεται μέχρι να ξαναβρεί το θρόνο του, η δε βασίλισσα που στην αρχή του μυθιστορήματος ήταν ευσεβέστατη, γίνεται ψεύτρα και άπληστη γυναίκα. Η δοκιμασία διαρκεί μόνο για λίγο και η οικογένεια βρίσκεται όπως στην αρχή της διήγησης.

Αυτή η μυθιστορία, της οποίας σώθηκαν δύο χειρόγραφα, είναι απλά υπογεγραμμένη "Crestiiens" που θα μπορούσε να υποβάλλει την ιδέα ότι ο συγγραφέας ήταν ο Κρετιέν ντε Τρουά. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι κοντά σε εκείνη του Κρετιέν ντε Τρουά και το έργο χρονολογείται από τον 12ο αιώνα, τη χρονική περίοδο κατά την οποία έζησε ο συγγραφέας. Ωστόσο, η πατρότητα του έργου παραμένει αμφιλεγόμενη καθώς οι γνώμες των ερευνητών διίστανται.

Πηγές και έμπνευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκπαίδευση του Κρετιέν ντε Τρουά του επέτρεπε να γνωρίζει τους κλασικούς Λατίνους συγγραφείς, τη μυθολογία και την ιστορία του ελληνο-ρωμαϊκού κόσμου. Γι 'αυτό γνωρίζει την Αινειάδα του Βιργίλιου, τη Θηβαΐδα του Στάτιου, το Μέγα Αλέξανδρο και άλλα έργα. Επί πλέον, καθώς οι πρώτες γαλλικές μυθιστορίες ήταν διασκευές των θρύλων της αρχαιότητας, ο ποιητής μπορούσε να γνωρίζει και να επηρεάζεται από τη μυθιστορία των Θηβών, τη μυθιστορία του Αινεία, τη μυθιστορία της Τροίας και άλλα. Είχε και γνώσεις των σύγχρονων συγγραφέων, που είναι ανιχνεύσιμες από αναφορές σε χαρακτήρες μεσαιωνικών ιστοριών, όπως το Άσμα του Ρολάνδου, ή η πτώση της Οράγγης. Έχει επίσης μια θρησκευτική καλλιέργεια που τον οδηγεί να κάνει αναφορές στον Σαμψών, τον Σολομώντα κ.α. Επιπλέον, το στυλ του έχει επηρεασθεί από τις αναγνώσεις αρχαίων συγγραφέων, όπως ο Οβίδιος ή ο Μακρόβιος, των οποίων το ύφος συχνά μιμείται.

Η κύρια πηγή έμπνευσης για τις μυθιστορίες του αρθουριανού κύκλου είναι η κελτική παράδοση και οι θρύλοι της Βρετανίας (αρθουριανός κύκλος ή το θέμα της Βρετανίας) που είχαν ήδη μεταγραφεί από τον Τζέφρεϊ του Μονμάουθ στο έργο του Historia Regum Britanniae και τον Γουέις στο έργο του μυθιστορία του Βρούτου. Αυτές οι ιστορίες, που γεννήθηκαν στη Βρετανία, έφτασαν ως τον Κρετιέν χάρη σε ταξιδιώτες από τη Βρετανία και χάρη στους μενεστρέλους που πήγαιναν από πόλη σε πόλη. Το ύφος του είναι έντονα επηρεασμένο από το επικό άσμα στη γλώσσα oïl του δεύτερου μισού του 12ου αιώνα και του ιδανικού του αυλικού έρωτα των τροβαδούρων.

Αποδοχή και κοινό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Κρετιέν ντε Τρουά γνώρισε άμεση επιτυχία και αποδοχή στην κοινωνία της εποχής του. Οι τροβαδούροι που γύριζαν από πύργο σε πύργο απάγγελλαν τις πέντε μυθιστορίες του με τους θρύλους των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Απευθύνονταν όμως, όπως και πολλές μυθιστορίες αυτής της περιόδου, μόνο στους ευγενείς, στην αριστοκρατία. Οι αστοί και οι αγρότες δεν καλούνταν να εκτιμήσουν αυτά τα έργα επειδή ακριβώς κρίνονταν ανίκανοι να απολαύσουν τη λογοτεχνική τέχνη και τα ηθικά ζητήματα που έθετε ο συγγραφέας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρομανικές γλώσσες ονομάζονται οι γλώσσες που προήλθαν από τα λατινικά
  2. το όνομα Φιλομήλα μετατράπηκε σε Φιλομένα
  3. «Πρόκνη-Τηρέας-Φιλομήλα». 
  4. «O μύθος του βασιλιά Αρθούρου και της στρογγυλής τραπέζης». 
  5. «The craft of Chrétien de Troys». 
  6. «Η ιδέα του ευγενούς έρωτα». 
  7. «A companion to Chrétien de Troys». 
  8. «Κρετιέν ντε Τρουά-Λάνσελοτ». 
  9. Σύμφωνα με την παράδοση, το Δισκοπότηρο και τα άλλα Άγια Αντικείμενα φυλάσσονταν στο Κάστρο του Δισκοπότηρου από το Βασιλιά-Ψαρά. Αυτός είχε μια βαθιά πληγή, μια αναπηρία, που θα θεραπευόταν μόνο με την εμφάνιση του Τέλειου Ιππότη και την Ανάληψη του Δισκοπότηρου.
  10. «Ο μύθος του Αγίου Δισκοπότηρου». 
  11. Οι συνθέτες-τραγουδιστές του Μεσαίωνα ονομάζονταν τροβαδούροι στο νότο της Γαλλίας και τρουβέροι στο βορρά.