Ατιμία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ατιμία, στερ. α + τιμή έννοια εξ διαμέτρου αντίθετη προς τον επίτιμο, ήταν δικαστική απόφαση ή νόμος ή έθος στην αρχαία Ελλάδα που επέβαλε την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και γενικά προκαλούσε την καταφρόνηση της κοινωνίας προς τον άτιμον.

Στην Αρχαία Αθήνα επιβάλλονταν λόγω μη εκπλήρωσης δημόσιων υποχρεώσεων ή και για άλλες αιτίες κατά προστάξεις ή ενδείξεις,[1] ενώ στο ιδιότυπο ολιγαρχικό πολίτευμα της Σπάρτης -ανώτατος άρχων ήταν ο βασιλεύς, αλλά ελέγχονταν από τους πέντε εφόρους που εκλέγονταν από τον λαό για ένα χρόνο - επιβάλλονταν μόνο στους λιποτάκτες τους εκεί λεγόμενους τ ρ έ σ α ν τ ες και σ΄ εκείνους που προσέβαλλαν τα χρηστά ήθη.[2] Σε ατιμία περιέπιπτε ακόμα κι αυτός που αρνούνταν την ανάληψη καθηκόντων,[3] όπως επί διαιτησίας. Με τη γενική έννοια του όρου νοούνταν η ατιμία του σώματος που σε όποιον επιβάλλονταν αποκλείονταν και της αγοράς και όλων των δημοσίων χώρων καθώς και της εκκλησίας του δήμου, ούτε να καταμηνύσει δικαιούνταν, ούτε στα δικαστήρια να παραστεί και θεωρούνταν γενικά πολιτικά νεκρός.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]