Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κατά σιτοπωλών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Το Κατά Σιτοπωλών είναι ρητορικός δικανικός λόγος του Λυσία που ανήκει στην κατηγορία των καταγγελτικών λόγων του. Γράφτηκε για λογαριασμό κατηγόρου περίπου το 386 π.Χ. και εκφωνήθηκε ενώπιον της Ηλιαίας εναντίον κυρίως των σιτοπωλών και λιγότερο των σιτεμπόρων για λαθραία εισαγωγή σίτου και αισχροκέρδεια.[1]

Στην αρχαία Αθήνα η εισαγωγή και, στη συνέχεια, η διάθεση στην αγορά σιταριού τελούσε κάτω από αυστηρό έλεγχο. Υπήρχαν οι σιτέμποροι, που όφειλαν να ξεφορτώνουν όλα τα φορτία με τα σιταγωγά τους πλοία στο λιμάνι του Πειραιά, και οι σιτοπώλες που θα πουλούσαν στη λιανική το σιτάρι κυρίως εισαγόμενο από τους σιτοβολώνες της Θράκης, της Αιγύπτου, της Σικελίας κ.λ.π. Στους σιτεμπόρους δινόταν άδεια για συγκεκριμένες ποσότητες εισαγωγής σιταριού 50 μέδιμνοι και το επιτρεπόμενο κέρδος ήταν ένας οβολός ανά μέδιμνο.

Ενώ οι δέκα αγορανόμοι, ένας από κάθε φυλή, ήταν επόπτες εμπορίου για όλα τα άλλα διακινούμενα αγαθά πλήν σίτου, ήλεγχαν την ποιότητα των διακινουμένων αγαθών και τις τιμές τους, οι σιτοφύλακες ήταν ειδικό σώμα αρχόντων, που εκλέγονταν με κλήρο κάθε χρόνο και ασκούσε την εποπτεία για την εξασφάλιση, διακίνηση και εμπορία του σιταριού.

  1. Λυσίας, «Καταγγελτικοί Λόγοι, σ. 507 εκδ. Ζήτρος 2003»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]