Τζον Γουάτσον (ψυχολόγος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Τζον Γουάτσον (John Watson) (γεννήθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1878 και απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1958) ήταν Αμερικανός ψυχολόγος, ο οποίος ίδρυσε τη σχολή του συμπεριφορισμού. Ο Γουάτσον προώθησε μια αλλαγή στην ψυχολογία μέσω της ομιλίας του (Psychology as the Behaviorist Views it) που δόθηκε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια το 1913 [1]. Μέσω της συμπεριφορικής του προσέγγισης, ο Γουάτσον διεξήγαγε έρευνα πάνω στη συμπεριφορά των ζώων, την ανατροφή των παιδιών και τη διαφήμιση. Επιπλέον, διεξήγαγε το αμφιλεγόμενο πείραμα του "Μικρού Άλμπερτ".

Πρώιμη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουάτσον γεννήθηκε στη Νότια Καρολίνα. Η μητέρα του, Έμμα Γουάτσον, ήταν μία πολύ θρησκευόμενη γυναίκα, η οποία ήταν υπέρ της απαγόρευσης του αλκοόλ, του καπνίσματος και του χορού. Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός και εγκατέλειψε την οικογένειά του, όταν ο Γουάτσον ήταν δεκατριών ετών για να ζήσει με δύο άλλες γυναίκες, κάτι το οποίο ο Γουάτσον δεν του συγχώρεσε ποτέ. Στη διάρκεια του Λυκείου συνελήφθη δύο φορές για κακή ακαδημαϊκή εκπαίδευση[ασαφές], αλλά χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις της μητέρας του για να τον αποδεχθούν.

Σπούδασε στο Κολέγιο Furman. Πρώιμος φοιτητής, εισήχθη στο Κολέγιο μόλις δεκαέξι ετών και ολοκλήρωσε με ένα μεταπτυχιακό σε ηλικία είκοσι ενός έτους. Στο Κολέγιο έδειχνε να ακολουθεί τη δική του πορεία με μεγάλη επιτυχία. Αφού αποφοίτησε, πέρασε ένα χρόνο στο Batesburg Institute, και έδωσε το όνομά του σε μία αίθουσα του σχολείου στο Γκρίνβιλ. Ήταν ο διευθυντής, ο επιστάτης και πολυτεχνίτης για ολόκληρο το σχολείο. Μετά από παράκληση του Προέδρου του Πανεπιστημίου του Σικάγο, ο Γουάτσον μπήκε στο πανεπιστήμιο. Ξεκίνησε σπουδάζοντας φιλοσοφία στην ομάδα του John Dewey. [2] Ο συνδυασμός της επιρροής των μελών της ομάδας οδήγησε τον Γουάτσον στην ανάπτυξη μιας άκρως περιγραφικής και αντικειμενικής προσέγγισης για την ανάλυση της συμπεριφοράς, που αργότερα θα αποκαλούσε "συμπεριφορισμό". Αργότερα έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο έργου του Ιβάν Παβλόφ και τελικά συμπεριέλαβε μια απλοποιημένη έκδοση των αρχών του Παβλόφ στα έργα του (Bolles, 1993).

Διατριβή στη συμπεριφορά των ζώων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουάτσον ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο το 1903 (Watson 2011). Η διατριβή του ήταν η εξής: "Εκπαίδευση των ζώων: μια πειραματική μελέτη για την ψυχική ανάπτυξη του λευκού αρουραίου σε σχέση με την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος". (Watson, 1903) Η εκπαίδευση ζώων περιγράφει τη σχέση μεταξύ της μυελίνωσης του εγκεφάλου και της ικανότητας μάθησης των αρουραίων σε διαφορετικές ηλικίες. Ο Γουάτσον έδειξε ότι ο βαθμός μυελίνωσης ήταν σε μεγάλο βαθμό σχετικός με την ικανότητα μάθησης. Έμεινε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο για πέντε χρόνια κάνοντας έρευνα για τη σχέση μεταξύ αισθητηριακών πληροφοριών και της μάθησης. Ανακάλυψε ότι η αίσθηση της κιναισθησίας ελέγχει τη συμπεριφορά των αρουραίων που κινούνται σε λαβύρινθους. Το 1908, του προτάθηκε και έγινε αποδεκτή μια θέση στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου του John Hopkins και αμέσως προήχθη σε Πρόεδρο του τμήματος ψυχολογίας.(Bolles, 1993)


Η σχέση και ο γάμος με τη Ροζαλί Ρέινερ (Rosalie Rayner)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 1920 το Πανεπιστήμιο John Hopkins ζήτησε από τον Γουάτσον να εγκαταλείψει τη θέση του εξαιτίας της δημοσιότητας της φήμης περί σχέσης με τη μεταπτυχιακή του φοιτήτρια Ροζαλί Ρέινερ. Η σχέση του Γουάτσον είχε γίνει πρωτοσέλιδο, κατά τη διάρκεια του διαζυγίου, στις εφημερίδες της Βαλτιμόρης. (Fancher, 1990) Η σύζυγος του Γουάτσον ανακάλυψε ερωτικές επιστολές του προς την Ρέινερ. Μετά από αυτή την ανακάλυψη πίστευε πως ο Γουάτσον θα εγκατέλειπε τη Ρέινερ [3]. Μετά το διαζύγιο ο Γουάτσον και η Ρέινερ παντρεύτηκαν το 1921 και έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό της το 1935. (Murray, 1988)

Διατριβή στη συμπεριφορά των ζώων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουάτσον ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο το 1903 (Watson 2011). Η διατριβή του ήταν η εξής: "Εκπαίδευση των ζώων: μια πειραματική μελέτη για την ψυχική ανάπτυξη του λευκού αρουραίου σε σχέση με την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος". (Watson, 1903) Η εκπαίδευση ζώων περιγράφει τη σχέση μεταξύ της μυελίνωσης του εγκεφάλου και της ικανότητας μάθησης των αρουραίων σε διαφορετικές ηλικίες. Ο Γουάτσον έδειξε ότι ο βαθμός μυελίνωσης ήταν σε μεγάλο βαθμό σχετικός με την ικανότητα μάθησης. Έμεινε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο για πέντε χρόνια κάνοντας έρευνα για τη σχέση μεταξύ αισθητηριακών πληροφοριών και της μάθησης. Ανακάλυψε ότι η αίσθηση της κιναισθησίας ελέγχει τη συμπεριφορά των αρουραίων που κινούνται σε λαβύρινθους. Το 1908, του προτάθηκε και έγινε αποδεκτή μια θέση στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου του John Hopkins και αμέσως προήχθη σε Πρόεδρο του τμήματος ψυχολογίας.(Bolles, 1993)

Η σχέση και ο γάμος με τη Ροζαλί Ρέινερ (Rosalie Rayner)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 1920 το Πανεπιστήμιο John Hopkins ζήτησε από τον Γουάτσον να εγκαταλείψει τη θέση του εξαιτίας της δημοσιότητας της φήμης περί σχέσης με τη μεταπτυχιακή του φοιτήτρια Ροζαλί Ρέινερ. Η σχέση του Γουάτσον είχε γίνει πρωτοσέλιδο, κατά τη διάρκεια του διαζυγίου, στις εφημερίδες της Βαλτιμόρης. (Fancher, 1990) Η σύζυγος του Γουάτσον ανακάλυψε ερωτικές επιστολές του προς την Ρέινερ. Μετά από αυτή την ανακάλυψη πίστευε πως ο Γουάτσον θα εγκατέλειπε τη Ρέινερ [3]. Μετά το διαζύγιο ο Γουάτσον και η Ρέινερ παντρεύτηκαν το 1921 και έζησαν μαζί μέχρι το θάνατό της το 1935. (Murray, 1988)

Συμπεριφορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1913, ο Γουάτσον δημοσίευσε το άρθρο "Psychology as the Behaviorist Views it", που είναι γνωστό και ως το μανιφέστο του συμπεριφορισμού. (Watson, 1913) Σε αυτό το άρθρο ο Γουάτσον υπογράμμισε τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας του φιλοσοφίας για τη ψυχολογία, που ονομάζεται συμπεριφορισμός. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου περιγράφει τη θέση του Γουάτσον: η ψυχολογία στα μάτια του συμπεριφοριστή πρόκειται για έναν κλάδο των φυσικών επιστημών, καθαρά αντικειμενικό. Ο θεωρητικός του στόχος είναι η πρόβλεψη και ο έλεγχος της συμπεριφοράς. Η ενδοσκόπηση δεν αποτελεί μέρος των μεθόδων του, ούτε και η επιστημονική αξία των δεδομένων του εξαρτάται από την προθυμία με την οποία επιδέχονται ερμηνεία από άποψη συνείδησης. Ο συμπεριφοριστής στην προσπάθειά του να λάβει ένα οργανωμένο σύστημα απόκρισης των ζώων, δεν αναγνωρίζει καμία διαχωριστική γραμμή μεταξύ ανθρώπου και κτήνους. Η συμπεριφορά του ανθρώπου, με όλη τη λεπτότητα και την πολυπλοκότητά της, αποτελεί ένα μόνο μέρος του συνολικού συστήματος της έρευνας της συμπεριφοράς. (Watson, 1913)

Το 1913, ο Γουάτσον εξέτασε τις συνθήκες αντίδρασης του Ιβάν Παβλόφ κυρίως ως φυσιολογικό μηχανισμό που ελέγχει εκκρίσεις των αδένων. Είχε ήδη απορρίψει το νόμο της ενίσχυσης του Έντουαρντ Θορντάικ (Edward Thorndike) -προάγγελος της αρχής της ενίσχυσης του Σκίνερ- εξαιτίας της πεποίθησης του ότι τα υποκειμενικά στοιχεία ήταν περιττά. Μέχρι το 1916 ο Γουάτσον αναγνώρισε τη γενικότερη σημασία της διατύπωσης του Παβλώφ και την κατέστησε ως θέμα της προεδρικής του ομιλίας στην Αμερικανική Ψυχολογική Ένωση. (Bolles, 1993) Το άρθρο είναι αξιοσημείωτο για την ισχυρή υπεράσπιση της αντικειμενικής επιστημονικής θέσης της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, που εκείνη την εποχή θεωρήθηκε πολύ κατώτερη από την καθιερωμένη στρουκτουραλιστική πειραματική ψυχολογία.

Με το συμπεριφορισμό του, ο Γουάτσον έδωσε έμφαση στην εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων και τις αντιδράσεις σε δεδομένες καταστάσεις παρά την εξωτερική ψυχική κατάσταση των ανθρώπων αυτών. Κατά την άποψή του, η ανάλυση των συμπεριφορών και ενεργειών ήταν η μόνη αντικειμενική μέθοδος για την κατανόηση της ανθρώπινης δράσης. Αυτή η προοπτική σε συνδυασμό με τις συμπληρωματικές ιδέες του ντετερμινισμού, την εξελικτική συνέχεια και τον εμπειρισμό που έχουν συμβάλλει σ' αυτό που σήμερα ονομάζεται ριζικός συμπεριφορισμός. Αυτή η προοπτική που υποστήριξε ο Γουάτσον θα οδηγούσε την ψυχολογία σε μια νέα εποχή. Υποστήριξε ότι πριν τον Βίλχεμ Βουντ (Wundt) δεν υπήρχε ψυχολογία και ότι μετά τον Βουντ υπήρχε μόνο σύγχυση και αναρχία. Ο νέος συμπεριφορισμός του Γουάτσον ήταν αυτός που θα άνοιγε το δρόμο για περαιτέρω εξελίξεις στη ψυχολογία [3]

Ο συμπεριφορισμός του Γουάτσον απέρριψε τη μελέτη της συνείδησης. Ήταν πεπεισμένος ότι δεν θα μπορούσε να μελετηθεί και ότι οι προσπάθειες μελέτης που είχαν γίνει στο παρελθόν το μόνο που κατάφεραν ήταν να εμποδίσουν την πρόοδο των ψυχολογικών θεωριών. Ένοιωθε ότι η ενδοσκόπηση ήταν στην καλύτερη περίπτωση ελαττωματική και οι βραβευμένοι ερευνητές τίποτα περισσότερο από μερικά θέματα. Αυτός κατάφερε να μη θεωρείται πλέον η ψυχολογία επιστήμη του "μυαλού". Αντ' αυτού δήλωσε ότι η ψυχολογία πρέπει να επικεντρωθεί στη συμπεριφορά του ατόμου, όχι της συνείδησής του [3].

Το χωρίο των "δώδεκα βρεφών"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    Δώστε μου μία ντουζίνα υγιή βρέφη, καλοσχηματισμένα, να τα αναθρέψω στο δικό μου καθορισμένο κόσμο και εγγυώμαι να αναλάβω οποιοδήποτε από αυτά τυχαία και να το εκπαιδεύσω ώστε να γίνει οποιουδήποτε τύπου ειδικός -ιατρός, δικηγόρος, καλλιτέχνης- ακόμη και ζητιάνος, ανεξάρτητα από τα ταλέντα, τις προτιμήσεις, τις τάσεις, τις δυνατότητες, τις κλίσεις και τη φυλή των προγόνων του. Είμαι πέρα από τα γεγονότα μου και το παραδέχομαι, αλλά έτσι είναι οι υπέρμαχοι της αντίθεσης και το κάνουν εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια.    

Το απόσπασμα εμφανίζεται συχνά παραλείποντας την τελευταία πρόταση κάνοντας τη θέση του Γουάτσον να φαίνεται πιο ριζοσπαστική απ' όσο πραγματικά ήταν. Ο Γουάτσον είχε στην πραγματικότητα κάνει εκτενείς ηθολογικές μελέτες για την ενστικτώδη συμπεριφορά των ζώων νωρίς στη σταδιοδρομία του, ιδιαίτερα σε θαλάσσια πτηνά. Παρ' όλα αυτά ο Γουάτσον τάχθηκε υπέρ της ανατροφής στη φύση κόντρα στην ανατροφή μέσω της συζήτησης [3].

Το πείραμα του "Μικρού Άλμπερτ" (1920)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πείραμα του Γουάτσον και της βοηθού του Ρέινερ που πραγματοποιήθηκε το 1920 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τον καθένα αμφιλεγόμενο. Έχει μείνει γνωστό στα εισαγωγικά εγχειρίδια της ψυχολογίας ως το πείραμα του "μικρού Άλμπερτ". Ο στόχος του πειράματος ήταν να δείξει πως από κανονική κατάσταση μπορούσε να μετατραπεί σε κατάσταση φόβου ένας λευκός αρουραίος για τον "μικρό Άλμπερτ", ένα έντεκα μηνών αγόρι.

Ο Γουάτσον και η Ρέινερ εξέτασαν το "μικρό Άλμπερτ" χτυπώντας μια σιδερένια βέργα όταν του παρουσίαζαν έναν λευκό αρουραίο. Πρώτα παρουσιάστηκε στο αγόρι ένας λευκός αρουραίος και παρατηρήθηκε ότι δεν φοβόταν τα τρωκτικά. Στη συνέχεια παρουσίασε ένα λευκό αρουραίο και έπειτα ακούστηκε ο ήχος μιας σιδερένιας βέργας. Ο "μικρός Άλμπερτ" άρχισε να κλαίει. Αυτή η δεύτερη παρουσίαση επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Τέλος ο Γουάτσον και η Ρέινερ παρουσίασαν μόνο του το λευκό αρουραίο και το αγόρι έδειξε να φοβάται [4].

Αυτή η μελέτη έδειξε ότι τα συναισθήματα θα μπορούσαν να γίνουν εξαρτημένες απαντήσεις. (Watson, J. B., & Rayner, 1920) Καθώς η ιστορία του "μικρού Άλμπερτ" έγινε ευρέως γνωστή, ανακρίβειες και αντιφάσεις παρείσφρησαν σε κάποιους, ακόμα και στον ίδιο τον Γουάτσον. Τέθηκε θέμα για το πόσο ηθικό ήταν το πείραμα του Γουάτσον και της Ρέινερ. (Harris, 1979) Το 2009 οι Beck, Levinson, and Irons αναζήτησαν τον "μικρό Άλμπερτ" για να δουν πώς η μελέτη του Γουάτσον επηρέασε τη ζωή του. Δυστυχώς, έμαθαν ότι πέθανε από υδροκεφαλία στη νεαρή ηλικία των έξι (6) ετών. Έτσι, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε σε ποιο βαθμό αυτή η μελέτη είχε επιδράσει στη ζωή του "μικρού Άλμπερτ" (Beck, Levinson, Irons,2009).

Μετέπειτα πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουάτσον φαίνεται να ήταν η αιτία για τα ψυχολογικά θέματα της εγγονής του, Mariette Hartley. Όπως φαίνεται, η ανατροφή της μικρής σύμφωνα με τις θεωρίες του Γουάτσον δεν είχε και τα καλύτερα αποτελέσματα. (Hartley & Commire, 1990) Η Ροζαλί Ρέινερ πέθανε το 1935 σε ηλικία 36 ετών. Ο Γουάτσον έζησε στη φάρμα τους μέχρι το θάνατό του το 1958 σε ηλικία 80 ετών. Ακριβώς πριν το θάνατό του το 1957, έλαβε ένα χρυσό μετάλλιο από την Αμερικανική Ψυχολογική Ένωση για τη συμβολή του στη ψυχολογία. ( Hergenhahn, 1992) Ο ιστορικός John Burnham σε συνέντευξή του με τον Γουάτσον τον απεικόνισε ως έναν άνθρωπο με ισχυρές (ακόμα) απόψεις και κάποια πικρία προς τους επικριτές του. Εκτός από ένα σύνολο αντιτύπων των ακαδημαϊκών έργων του, ο Γουάτσον έκαψε πολύ μεγάλη συλλογή από επιστολές και προσωπικά έγγραφα, στερώντας έτσι από τους ιστορικούς μια πολύτιμη πηγή για την κατανόηση της πρώιμης ιστορίας του συμπεριφορισμού αλλά και του ίδιου του Γουάτσον [3].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hergenhahn, B. R. (1992).An introduction to the history of psychology. California: Wadsworth Publishing Company.
  • Fancher, R. E. (1990) Pioneers of Psychology.New York: W.W. Norton & Company.
  • Bolles, R. C. (1993). The story of psychology: A thematic history. California: Brooks/Cole Publishing Company.
  • Watson, J. B. (2011). In Encyclopædia Britannica. Retrieved from
  • Watson, J.B. (1903). Animal Education. Chicago: University of Chicago Press.
  • Murray, D. J. (1988). A history of western psychology. New Jersey: Prentice Hall.
  • Watson, J. B. (1930). Behaviorism (Revised edition). Chicago: University of Chicago Press.
  • Watson, J. B., & Rayner, R. (1920). Conditioned emotional reactions. Journal of Experimental Psychology, 3, 1-14.
  • Harris, B. (1979). Whatever happened to Little Albert?. American Psychologists, 34, 151-160.
  • Beck, H. P., Levinson, S., & Irons, G. (2009) Finding Little Albert: A journey to John B. Watson's infant laboratory. American Psychologist, 64, 605-614. doi: 10.1037/a0017234
  • Hartley, M. & Commire, A. (1990). Breaking the Silence. New York: G.P. Putnam's Sons.
  • Burnham, J. C. (1994). "John B. Watson: Interviewee, professional figure, symbol." Modern Perspectives on John B. Watson and Classical Behaviorism. Greenwood Press.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Watson, J. B. (1913). Psychology as the Behaviorist Views it. Psychological Review, 20, 158-177.
  2. Hergenhahn, B. R. 1992
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Hothersall, D. (2004). History of psychology. Boston: McGraw Hill.
  4. Βίντεο στο Youtube με το πείραμα του Γουάτσον

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]