Καρλ Πόπερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρλ Ράιμουντ Πόπερ
(Karl Raimund Popper)
Karl Popper.jpg
Ο Καρλ Πόπερ
Γέννηση 28 Ιουλίου 1902
Βιέννη, Αυστροουγγαρία
Θάνατος 17 Σεπτεμβρίου 1994 (92 ετών)
Λονδίνο, Αγγλία
Περίοδος Φιλοσοφία 20ου αιώνα
Περιοχή Δυτική φιλοσοφία
Σχολή Φιλελευθερισμός
Ρασιοναλισμός
Σκεπτικισμός
Επιδράσεις Αριστοτέλης, Σωκράτης, Καντ, Χέγκελ
Επηρέασε Λάκατος, Φρίντμαν, Σόρος, Χάγιεκ

Ο Καρλ Πόπερ (γερμανικά: Karl Raimund Popper, 28 Ιουλίου 1902 - 17 Σεπτεμβρίου 1994) ήταν Αυστριακός φιλόσοφος που, μεταξύ των άλλων, άσκησε κριτική[1] στον ιστορικισμό και στις νεομαρξιστικές τοποθετήσεις. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της επιστήμης του 20ού αιώνα, ενώ άσκησε μεγάλη επιρροή στην πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία. Γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά εγκαταστάθηκε στην Αγγλία το 1946 όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Η οικογένεια του Πόπερ ήταν εβραϊκής καταγωγής που είχε ασπασθεί τον Λουθηρανισμό[2]. Από νεαρή ηλικία είχε αναπτύξει ένα ευρύτατο φάσμα ενδιαφερόντων: μουσική, πολιτική, μαθηματικά, φυσική, ψυχολογία, φιλοσοφία, ακόμα και για ορισμένες πρακτικές τέχνες, όπως εκείνη της επιπλοποιΐας[3]

Ασχολήθηκε επίσης με την επιστημολογία, όπου έκανε μια από τις πιο επιδραστικές τομές στην ιστορία του κλάδου με τη θεωρία του περί διαψευσιμότητας

Αρχικές αναζητήσεις και τοποθετήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ίσως το σημαντικότερο κέντρο πνευματικής δημιουργίας, αλλά και πολιτικής σκέψης και δράσης στην Ευρώπη. Ο αυστριακός μαρξισμός, η Αυστριακή Οικονομική Σχολή, η φροϋδιανή και αντλεριανή ψυχανάλυση καθώς και ο λογικός θετικισμός γεννήθηκαν και ευδοκίμησαν εκεί, τον καιρό που ο Πόπερ ήταν νεαρός φοιτητής. Αναπόφευκτα ενδιαφέρθηκε για όλα αυτά, αλλά και για θέματα φυσικής, σε μια εποχή που η θεωρία της σχετικότητας του Άινσταϊν (αρχικά η ειδική το 1905 και το 1916 η γενική) είχε αποτελέσει πραγματική επιστημονική επανάσταση. Ο Άλμπερτ Άινσταϊν είχε κάνει μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης τον καιρό εκείνο (1919) την οποία παρακολούθησε ο Πόπερ ως φοιτητής μένοντας έκθαμβος με τη θεωρία του μεγάλου φυσικού.[4]

H ιδέα ότι μπορούσε να υπάρχει πηγή βέβαιης, θετικής και αδιάψευστης γνώσης στις εμπειρικές επιστήμες, ήταν κοινή τόσο στον μαρξισμό και στην ψυχανάλυση, όσο και στους οπαδούς του λογικού θετικισμού στη Βιέννη την εποχή εκείνη. Ο νεαρός Πόπερ θεώρησε ότι η θεωρία του Άινσταϊν, διέφερε ριζικά – όχι σε βεβαιότητα, αλλά σε επιστημονικό ήθος: ο Άλμπερτ Άινσταϊν δεν απέφυγε το βασικό ερώτημα όσον αφορά την εγκυρότητα μιας θεωρίας: υπό ποιες συνθήκες θα δεχόταν ο υποστηρικτής της ότι είναι εσφαλμένη;  Αν η θεωρία αυτή δεν δίνει απάντηση, αν θεωρείται εξ ορισμού αδιάψευστη, αν από την ίδια της την δομή και τις αρχές της δεν δίνει τη δυνατότητα αναίρεσής της, τότε δεν πρέπει να θεωρηθεί επιστημονική: σ’ αυτό συνίσταται το κριτήριο οροθέτησης μεταξύ της επιστημονικής και της μη επιστημονικής γνώσης στις εμπειρικές επιστήμες.  Αυτήν τη βασική ιδέα επεξεργάστηκε αργότερα ο Πόπερ στη «Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης» και την προέκτεινε στο υπόλοιπό του έργο. Το μεγάλο του επιστημολογικό έργο είναι το Logik der Forschung (1934) που μεταφράστηκε και συμπληρώθηκε αργότερα από τον ίδιο με τον τίτλο The Logic of Scientific Discovery (1959).

Στο σημείο αυτό της διανοητικής εξέλιξης του Καρλ Πόπερ, το 1919 και σε ηλικία μόλις 17 ετών, αρχίζει να σχηματίζεται και στη συνέχεια να κρυσταλλώνεται η προτίμησή του για τις φυσικές επιστήμες, ενισχυμένη από τη μελέτη των μαθηματικών. Σε όλη του τη ζωή, και παρά το γεγονός ότι καταξιώθηκε αρχικά με ένα έργο του πάνω στην κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία (The Open Society and Its Enemies (1945)), ο Πόπερ θα δείξει αυτήν τη ροπή του προς τη φυσική (και αργότερα προς τη βιολογική) επιστήμη, τη λογική και τα μαθηματικά. Όπως ομολογεί ο ίδιος «οι κοινωνικές επιστήμες ουδέποτε με προσέλκυσαν όσο οι θεωρητικές φυσικές επιστήμες»[5] Ο Πόπερ είχε εκφράσει την αντίθεσή τους στον λογικό θετικισμό και παρά τη φιλία του και τον διάλογο που είχε με ορισμένους από αυτούς, όπως τον Ρούντολφ Κάρναπ, Βίκτορ Κραφτ και άλλους που απάρτιζαν τον  «Κύκλο της Βιέννης» (Wiener Kreis) ποτέ δεν συντάχθηκε μαζί τους, ούτε προσκλήθηκε στις συναντήσεις τους. Ο Ότο Νόιρατ, μάλιστα, είχε δηλώσει ότι ο Πόπερ ήταν «η αξιωματική αντιπολίτευση» στον «Κύκλο».[6]

Η κύρια του διαφωνία του Πόπερ με τους λογικούς θετικιστές εστιάζεται στην λύση που δίνεται στο πρόβλημα της οροθέτησης των επιστημονικών σε σχέση με τις μη επιστημονικές προτάσεις όσον αφορά τις εμπειρικές επιστήμες. Υπάρχει μεταξύ τους μια διαφορά προοπτικής. Για τους λογικούς θετικιστές, επιστημονικές είναι οι προτάσεις (θεωρίες) που είναι επαληθεύσιμες. Για τον Πόπερ, αυτό ισχύει, αντίθετα, για τις προτάσεις (θεωρίες) που είναι διαψεύσιμες. Το κριτήριο οροθέτησης, επομένως, είναι για τον Πόπερ η διαψευσιμότητα και όχι η επαληθευσιμότητα των προτάσεων.[7][8] Η αντίληψή του αυτή στηρίζεται στο ότι υπάρχει ασυμμετρία μεταξύ επαλήθευσης και διάψευσης καθολικών προτάσεων.[9] Για να επαληθευθεί η πρόταση Π «Όλα τα αντικείμενα που ανήκουν στην κατηγορία Α έχουν την ιδιότητα Β» πρέπει να πραγματοποιηθεί άπειρος αριθμός παρατηρήσεων των Α. Αντίθετα, αρκεί μία μόνο παρατήρηση ενός αντικειμένου Α που να μην έχει την ιδιότητα Β αρκεί για να διαψευσθεί η Π. Η θέση αυτή του Πόπερ τον οδηγεί στην ιδέα η οποία συνίσταται στην υποθετική και όχι τη θετική γνώση και επομένως στην αρχή της  σφαλερότητας ή της επισφάλειας της γνώσης (fallibilism), που έχει άμεση σχέση με την ανάγκη κριτικής.[10]

Όμως, η κριτική λειτουργία μπορεί να πάει ακόμα πιο πέρα στην προσπάθεια της να βελτιώσει τη γνώση: να ανακαλύψει και να εκθέσει τα κενά που υπάρχουν σε μια θεωρία, την έλλειψη συνοχής, προβλήματα στη δομή της ή φτωχό πληροφοριακό περιεχόμενο. Η φιλοσοφία που προϋποθέτει αυτή η στάση είναι ο κριτικός ορθολογισμός (critical rationalism). [4]  

Οι κύριες κατευθυντήριες γραμμές της φιλοσοφικής σκέψης του Πόπερ είχαν χαραχθεί από νεαρότατη ηλικία. Η μετέπειτα σταδιοδρομία του θα του επιτρέψει να την αναπτύξει και να την προεκτείνει και σε άλλα πεδία: στο πρόβλημα της σχέσης νου και σώματος (mind-body problem)[11][12], στη σχέση λογικής και μαθηματικών με τον εμπειρικό κόσμο[13], στη σημασία των προσωκρατικών φιλοσόφων για τη σύγχρονη επιστημονική σκέψη[13], καθώς και στην εφαρμογή της κριτικής του μεθόδου στην «κριτική σχολή» της Φρανκφούρτης και γενικότερα στη μαρξιστική θεωρία [14].  

Από την «λογική της επιστημονικής ανακάλυψης στην «Ανοιχτή κοινωνία»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Καρλ Πόπερ, αφού απέκτησε το δίπλωμα που του επέτρεπε να ασκήσει το επάγγελμα του δασκάλου, άρχισε να να σπουδάζει στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Βιέννης που μόλις είχε ιδρυθεί το 1924.

Το 1928 ολοκλήρωσε με επιτυχία τη διδακτορική του διατριβή στην ιστορία της μουσικής, την ψυχολογία και τη φιλοσοφία. Απέκτησε επίσης το δίπλωμα καθηγητή μαθηματικών και φυσικής μέσης εκπαίδευσης, ενώ διορίζεται το 1930 σε σχολείο της μέσης εκπαίδευσης στη Βιέννη. Για μερικά χρόνια, ο Πόπερ ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την επιστήμη στρέφοντας την προσοχή του στον Καντ, το έργο του οποίου τον επηρέασε καθοριστικά[4]. Μελέτησε, όμως και άλλα έργα συγχρόνων του, όπως των Καρλ Μένγκερ, Ρούντολφ Κάρναπ, Κουρτ Γκέντελ, Χανς Χαν, Χανς Ράιχενμπαχ, Ρίχαρντ φον Μίζες, Φρίντριχ Βάισμαν καθώς και του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν[15]. Τον απασχολούν δύο προβλήματα όσον αφορά την επιστήμη, που αποτελούν τον άξονα της φιλοσοφίας της επιστημολογίας του: το πρόβλημα της οροθέτησης της επιστημονικής σε σχέση με τη μη επιστημονική γνώση και το πρόβλημα της επαγωγής με το οποίο αυτό συνδέεται, αν και για πολλά χρόνια ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί τη σύνδεση αυτή.    

Αυτό τον οδήγησε να γράψει μια μεγάλη πραγματεία την οποία περατώνει το 1932: «Τα δύο θεμελιακά προβλήματα στη θεωρία της γνώσης» (Die beiden Grundprobleme der Erkenntnistheorie), που θα αποτελέσει τη βάση του έργου «Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης» (Logik der Forschung).    

Το βιβλίο αυτό δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1934 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία στους φιλοσοφικούς και επιστημονικούς κύκλους.    

Όμως, το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα είχε χειροτερέψει στην Αυστρία με την άνοδο του ναζισμού. Οι δυσκολίες εξεύρεσης απασχόλησης μεγάλωναν μέρα με η μέρα για όποιον ήταν εβραϊκής καταγωγής. Στην προσπάθεια του να ξεφύγει από τον αφόρητο αντισημιτισμό που βασίλευε στην Αυστρία –ακόμα και πριν από την προσάρτηση της Αυστρίας στην Γερμανία, το Μάρτιο του 1938–  ο Πόπερ αναζήτησε την ευκαιρία ένταξής του σε βρετανικό πανεπιστήμιο. Του προσφέρθηκε μια μόνιμη θέση στο πανεπιστήμιο Canterbury College στο Christchurch της Νέας Ζηλανδίας.[4]Εκεί συνέγραψε την «Ανοιχτή κοινωνία» η οποία ολοκληρώθηκε το 1945.[16].

Τον επόμενο χρόνο, επέστρεψε στην Αγγλία, όπου δίδαξε στο τμήμα Λογικής και Επιστημονικής Μεθόδου στο Σχολή Οικονομικών του Λονδίνου έχοντας είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη φήμη.Το 1950 ο Πόπερ επισκέφθηκε τις Η.Π.Α. όπου δίδαξε στο Χάρβαρντ και συνάντησε τον Άινσταϊν στο Πρίνστον συνεχίζοντας ανελλιπώς την ερευνητική και διδακτική του δουλειά, έως το 1969. Το 1965 η Βρετανία τον τίμησε με τον τίτλο του “Sir”.

Η καθοριστική επίδραση του Καντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδέα της κριτικής διατρέχει το σύνολο του φιλοσοφικού έργου του Καρλ Πόπερ. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στην επιρροή του Καντ η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σκέψης του Πόπερ. [4]To γεγονός ότι ο Καντ συνδέει την ανάγκη για ελευθερία με την αναγκαιότητα κριτικής του ίδιου του Λόγου σχετίζεται με την αρχή του Διαφωτισμού, όπως ο Γερμανός φιλόσοφος την εξαγγέλλει στο δοκίμιο του «Απάντηση στο ερώτημα “Τι είναι ο Διαφωτισμός”»[17]. Στο κείμενο αυτό ο Καντ αναπτύσσει τις αρχές της αυτονομίας του ατόμου και της δημοσιότητας (Öffentlichkeit) που είναι βασικές στη σκέψη τόσο τη δική του όσο και του Πόπερ και συνδέονται άμεσα με το Διαφωτισμό, ο οποίος αναγγέλλει την ανάγκη χειραφέτησης του ανθρώπου[18]. Κατά τον Καντ –και όσους άλλους όπως ο Πόπερ ακολουθούν το «πρόγραμμα» του Διαφωτισμού– ο άνθρωπος μπορεί να καθοδηγηθεί από τον Λόγο, αποδεχόμενος ελεύθερα τις αρχές του που δεν επιβάλλονται πια από μια υποτιθέμενα ανώτερη εξουσία. Το άτομο θεωρείται ότι κατέχει τη δυνατότητα ορθολογικής κριτικής, που προϋποθέτει ότι του πνεύμα του είναι αυτενεργό και ότι δεν δέχεται παθητικά κάποιο δόγμα ή οποιοδήποτε πρόσταγμα του δίδεται άνωθεν.

Tόσο στον Καντ όσο και στον Πόπερ, κυριαρχεί ο Λόγος, όχι ως δύναμη που επιβάλλεται εκ των άνω, αλλά λόγω της δυνατότητας να υποβάλει τα πάντα σε κριτική, ακόμα και τον εαυτό του. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει και ανοιχτή  κοινωνία, που είναι η δυνατότητα αυτοθέσπισης της τελευταίας. Ο άνθρωπος γίνεται νομοθέτης του εαυτού του, όπως λέει ο Καντ, και οι αρχές του δεν επιβάλλονται ούτε νομιμοποιούνται με τη χρήση βίας, αλλά στο δικαστήριο του Λόγου[17][18]. Και ο Πόπερ συντάσσεται με το «πρόγραμμα» του Καντ που είναι συνυφασμένο με την ανάγκη δημιουργίας και διατήρησης κατάλληλων θεσμών που επιτρέπουν και προωθούν την κριτική μέσω της δημόσιας συζήτησης. Και η δυνατότητα δημόσιας συζήτησης απαιτεί την θέσπιση κανόνων διεξαγωγής της και την αναγνώριση αρχών που την διέπουν. Η ελεγξιμότητα των πολιτικών αποφάσεων και των επιστημονικών θεωριών προϋποθέτουν την κριτική συζήτηση και τον δημόσιο χαρακτήρα της γνώσης και των πολιτικών αποφάσεων. Οι προϋποθέσεις αυτές της ανοιχτής κοινωνίας συνυφαίνονται τόσο με την επιστημολογία όσο και με την ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Καρλ Πόπερ. Σε τι συνίσταται, όμως, η κριτική ως γενική αρχή; Ο Καντ την ορίζει ως προσπάθεια ανακάλυψης των ορίων του Λόγου, αποδίδοντας στον τελευταίο όχι συγκροτησιακό αλλά ρυθμιστικό ρόλο που συνυφαίνεται με τη δυνατότητα που έχει να υποβληθεί σε ορθολογική κριτική[17]. Από  τη στιγμή που ο Λόγος παίρνει τις αποστάσεις του από το δογματισμό, ολοκληρώνει την πιο δύσκολη αποστολή του που είναι η αυτογνωσία του.[17]Με άλλα λόγια, ο Καντ κληροδοτεί στον Πόπερ ένα φιλοσοφικό και πολιτικό ήθος που σχετίζεται άμεσα με τη σημασία που έχει το κριτικό πνεύμα στο έργο των δύο φιλοσόφων. Η κριτική μπορεί και πρέπει να αντικαταστήσει τη βία ως τρόπος εφαρμογής λύσεων στα προβλήματα του ανθρώπου. Αυτό είναι το μήνυμα του Καντ όσον αφορά τη σχέση του Λόγου και της κριτικής με τις ανθρώπινες επιλογές σε συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνωρίζεται η χειραφέτηση του ανθρώπου ως φορέα Λόγου που έχει επίγνωση αυτής του της ιδιότητας και των συνεπειών της. Αυτό δεν διέφυγε από την προσοχή του Πόπερ ο οποίος τονίζει την ανάγκη αντικατάστασης του εξαλειπτικού ρόλου της βίας με τον εξαλειπτικό ρόλο της ορθολογικής κριτικής[19]. Το τελευταίο τονίζει και συμπυκνώνει όλο το νόημα της «Ανοιχτής κοινωνίας» (1945).

Ο ρόλος της κριτικής: επιστήμη και κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To έργο αυτό καθιέρωσε τον Πόπερ ως σημαντικό στοχαστή κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων, πολύ πριν αναγνωριστεί η αξία της καθαρά επιστημολογικής του συμβολής. Το σημαντικό είναι ότι κεντρικό ρόλο παίζει η ιδέα της κριτικής, τόσο στην επιστημολογία όσο και στην πολιτική και κοινωνική σκέψη του Καρλ Πόπερ. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ακόμα και η «Ανοιχτή κοινωνία», έργο κατ’ εξοχήν πολεμικό κατά της σκέψης που συνδέθηκε κατά τον συγγραφέα της με την έλευση του ολοκληρωτισμού, περιέχει πολλά γνωσιοθεωρητικά στοιχεία. Ασφαλώς, αναγνωρίζει τον κοινωνικό χαρακτήρα της γνώσης και της επιστήμης: όχι με την έννοια ότι οι κοινωνικές ανάγκες καθορίζουν το περιεχόμενο της γνώσης ή ότι η κοινωνία ορίζει τι είναι γνώση, ή οποιαδήποτε από τις αιτιάσεις της «κοινωνιολογίας της γνώσης», αλλά το αντίθετο: η επιστήμη, όπως γράφει ο Ian Jarvis είναι κοινωνική δραστηριότητα με την έννοια των διϋποκειμενικών ελέγχων στους οποίους οι επιστήμονες υποβάλλουν την έρευνά τους και το θεσμικό χαρακτήρα της γενικότερα.[20] Ο Πόπερ αντιλαμβάνεται την κοινωνική φύση της επιστήμης σε σχέση με τον θεσμικό χαρακτήρα των κριτηρίων κριτικής και διάψευσης. Η επιστήμη είναι μια δημιουργική διαδικασία η οποία προϋποθέτει τον διϋποκειμενικό έλεγχο –κριτική– με αντικειμενικά κριτήρια, παραδεγμένες δηλαδή αρχές που σχετίζονται αποκλειστικά με την πρόοδο και την εγκυρότητα της γνώσης, απεμπλεγμένα από το συμφέρον ή το συναίσθημα[21]. Ο θεσμικός χαρακτήρας των κριτηρίων της κριτικής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτά εκτός από αντικειμενικά (απρόσωπα) είναι και αυτόνομα ρυθμιστικά. Γίνονται δηλαδή αποδεκτά χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά κεντρική απόφαση που να επιβάλλει την μονιμοποίηση τους.[13][6] Η προσπάθεια διάψευσης μιας θεωρίας είναι επομένως μια κοινωνική δραστηριότητα που πραγματοποιείται μέσ από τον τιθασευμένο ανταγωνισμό –την κατά τον Πόπερ «φιλική-εχθρική συνεργασία»– των μελών της επιστημονικής κοινότητας[22].

Αυτό που ορθά τονίζει ο Jarvie είναι ότι οι κανόνες της επιστημονικής έρευνας που προκύπτουν από την εφαρμογή ορθολογικών κριτηρίων επιστημονικής εγκυρότητας είναι στη σκέψη του Πόπερ κατά βάσιν κοινωνικοί, για έναν απλό λόγο: ότι προϋποθέτουν την αρχή της διαψευσιμότητας, έναν «υπερκανόνα» που λειτουργεί ως «μετακανόνας» και που υποβάλλεται από τον Πόπερ ως πρόταση στην αρχική του επιστημολογική μελέτη (Logic of Scientific Discovery) [9]Την πρόταση – τη «σύμβαση» –  αυτή τη δέχεται κανείς ή δεν τη δέχεται και είναι θέμα κοινωνικό, αν γίνεται αποδεκτή, διότι ενώ η διαψευσιμότητα είναι ιδιότητα μιας θεωρίας, η διάψευση είναι απόφαση που θα πάρουν τα μέλη μιας κοινότητας εφαρμόζοντας ορισμένα κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι η κοινότητα των επιστημόνων θα εφαρμόσει την αρχή της διαψευσιμότητας επειδή διέπεται από ορισμένες αρχές που την καθιστούν ανοιχτή κοινωνία. Aυτό συμβαίνει από τη στιγμή που η επιστημονική κοινότητα δεν αντιμετωπίζεται ως συλλογική οντότητα, αλλά ως ένα θεσμικό δίκτυο διαδράσεων εντός του οποίου λειτουργούν διϋποκειμενικοί έλεγχοι με αποδεγμένους κανόνες και ορθολογικά κριτήρια αξιολόγησης.

Η εναντίωση στην κλειστή κοινωνία και στον ιστορικισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με αφετηρία το βιβλίο του Πόπερ για την ανοιχτή κοινωνία και την κριτική του στον ιστορικισμό σε άλλο του έργο που δημοσιεύθηκε σε μορφή βιβλίου το 1957[23],[24] ο βιεννέζος φιλόσοφος έγινε ευρύτατα γνωστός παγκόσμια, πριν ακόμα καταξιωθεί ως φιλόσοφος της επιστήμης, τα δύο αυτά έργα έχουν έναν έντονα πολεμικό χαρακτήρα ενώ παράλληλα διατυπώνονται ορισμένες βασικές επιστημολογικές αρχές, όπως εκείνη του μεθοδολογικού ατομισμού[23] [24][16][25]και της ενότητας μεθόδου στις φυσικές και στις κοινωνικές επιστήμες[23][24].

Και στα δύο αυτά έργα του ο Πόπερ τάσσεται κατά των κλειστών μορφών σκέψης και κοινωνικής οργάνωσης. Ο μεθοδολογικός ολισμός παρατηρεί την ιστορική και κοινωνική ολότητα υπό το πρίσμα της εξουσιαστικής αρμοδιότητας που αποδίδει στον εαυτό του. Ο ιστορικισμός βλέπει το ιστορικό γίγνεσθαι ως κλειστό κύκλο, γνωστικά προσβάσιμο στον ιστορικιστή. Ο Πόπερ υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να εξαχθούν επαγωγικά νόμοι ή κανονικότητες από την μελέτης της ιστορίας. Οι στοχαστές που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο δημιουργούν ή υποστηρίζουν κλειστά συστήματα σκέψης πρέπει να λογίζονται εχθροί της ανοιχτής κοινωνίας. Με αυτό το σκεπτικό, επιτίθεται με σφοδρότητα στον Πλάτωνα, τον Χέγκελ και τον Μαρξ, θεωρώντας ότι η σκέψη τους εμπνέει και δικαιολογεί τον ολοκληρωτισμό του κομμουνιστικού καθεστώτος και κυρίως του ναζιστικού, ο οποίος αποτελούσε και τον αμεσότερο κίνδυνο την εποχή που γράφτηκαν η «Ανοιχτή κοινωνία» (1937-1945) και η πρώτη εκδοχή της «Ένδειας του ιστορικισμού» (1944-1945)[5]. Ο ίδιος λέει ότι τα βιβλία αυτά αποτελούν την συμβολή του στον πόλεμο. Αυτό εξηγεί εν μέρει την οξύτητα του ύφους του, ιδιαίτερα όσον αφορά τον Χέγκελ εναντίον του οποίου επιτίθεται με εμπάθεια.

Όμως, η αντίθεσή του στους στοχαστές αυτούς είναι πολύ βαθύτερη και, σε ορισμένα σημεία, κατά πολλούς επικριτές του, τους αδικεί[26]. Ο συγγραφέας της «Ανοιχτής κοινωνίας» αναγνωρίζει την αξία του Πλάτωνα, ως μεγάλου φιλοσόφου[13][27][10], όπως και του Μαρξ ως σημαντικού αναλυτή της οικονομίας και της κοινωνίας. Δεν έχει, όμως, ένα καλό λόγο για τον Χέγκελ, την σκέψη του σε κανένα από τα κείμενά του. Ο βαθύτερος λόγος για αυτό είναι το ότι ο Καρλ Πόπερ αντιλαμβάνεται την αναστροφή που πραγματοποιεί ο Xέγκελ στο Διαφωτιστικό πρόγραμμα που ευαγγελίζεται ο Καντ και με το οποίο ταυτίζεται ολοκληρωτικά ο βιεννέζος φίλόσοφός από τα νεανικά του χρόνια.Ο Καντ τονίζει την αλληλουχία ανάμεσα στο είδος της κοινωνίας που επιτρέπει ή εμποδίζει τη δημόσια συζήτηση και τη δημοσιότητα της γνώσης και το είδος λόγου που είναι κατάλληλος ή ακατάλληλος για ανοιχτή, δημόσια συζήτηση την βλέπουμε διατυπωμένη με σαφήνεια στον Καντ και κυρίως στο δοκίμιό του πάνω στο νόημα του Διαφωτισμού (1785). Με συμμετρικά αντίστοιχο τρόπο διατυπώνεται και από τον Χέγκελ, ο οποίος αναζητεί ακριβώς το αντίθετο, όταν σ’ ένα από τα πρώτα του έργα μιλάει για «εξουσιάζουσα καθολικότητα» (machthabende Allgemeinheit). Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό, ότι στο κείμενο αυτό λέει ότι στη Γερμανία εκείνης της περιόδου το κράτος δεν έχει αυτήν την «εξουσιάζουσα καθολικότητα» ως πηγή δικαίου, και η καθολικόητα αυτή «υπάρχει στη σκέψη, όχι στην πραγματικότητα»[28]. Η σκέψη οφείλει να δημιουργήσει έννοιες που θα έχουν  «εξουσιάζουσα καθολικότητα». Ο χαρακτηριστικά εγελιανός τρόπος παρατήρησης του κόσμου sub specie auctoritatis, («υπό το πρίσμα της εξουσίας») ενυπάρχει σ’ αυτό το νεανικό κείμενο και εκφράζει την αλληλουχία ανάμεσα στην κλειστή κοινωνία και την φιλοσοφική παντοψία του συγγραφέα της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Για τον Πόπερ, η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει την ελεγξιμότητα των αποφάνσεών μας, άρα τη δυνατότητα κριτικής συζήτησης και την ύπαρξη θεσμών που να επιτρέπουν αυτή την κριτική. Ένας τέτοιος θεσμός είναι η γλώσσα, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται σε αποδεκτά κριτήρια σαφήνειας που έχουν εισηχθεί από τους μεγάλους συγγραφείς σε κάθε γλώσσα[25]. Και φυσικά, η γλώσσα του Χέγκελ απέχει πολύ από τα απαιτούμενα μέτρα σαφήνειας, τα οποία επιτρέπουν τον κριτικό έλεγχο και την κριτική συζήτηση. Άλλος «θεσμός» σχετικός με την κριτική είναι η παράδοση ανοιχτής συζήτησης που έχει θεσμική ισχύ σε μια δημοκρατία – ή σε ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο. Το σύνολο αυτών των θεσμών και παραδόσεων συνιστά την ανοιχτή κοινωνία: αυτή που κινδύνεψε να χαθεί σε παγκόσμια – ίσως – κλίμακα την εποχή του ολοκληρωτισμού, δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, και ειδικότερα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως, οι θεωρητικές τάσεις της ανοιχτής κοινωνίας υπονομεύονται, κατά τον Πόπερ, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, δηλαδή από τον Χέγκελ και τους επιγόνους του.

Η ανάπτυξη της γνώσης και η θεωρία των τριών κόσμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο μέλημα του Πόπερόσον αφορά την επιστήμη είναι η ανάπτυξή της. Έχει σημασία ο τίτλος του μείζονος επιστημολογικού του έργου, όπως ο ίδιος τον έδωσε στην αναθεωρημένη και συμπληρωμένη από τον ίδιο μετάφραση του πρωτότυπου έργου του 1934, και που είναι η λογική της επιστημονικής ανακάλυψης. Δεν είναι ένας «οδηγός» για να ανακαλύπτει κανείς νέες επιστημονικές θεωρίες, αλλά μια αναζήτηση της εσωτερικής λογικής μιας συνεχούς διαδικασίας διαδοχικών ανακαλύψεων που συνιστούν την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης[29]. Δεν είναι μια ανασκόπηση της ιστορίας της επιστήμης ή μια διερεύνηση του συνήθους τρόπου με τον οποίο πραγματοποιούν οι επιστήμονες την έρευνά τους. Σ’ αυτό είναι εντελώς διαφορετική η προοπτική του Πόπερ από εκείνου του Τόμας Κουν, ο οποίος του ασκεί κριτική[30]. Ο Πόπερ αναφέρεται στις αρχές που διέπουν την επιστημονική έρευνα αποκαλύπτοντας την δυναμική της. Δεν περιγράφει μια πρακτική των επιστημόνων ή της «επιστημονικής κοινότητας», όπως κάνει ο Κουν στο έργο του για τις επιστημονικές επαναστάσεις[31]. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο νομπελίστες επιστήμονες, όπως ο Τζον Εκλς, o Πίτερ Μένταουαρ, o Χέρμαν Μπόντι, ο Κόνραντ Λόρεντς, ο Ζακ Μονόντ o Φρίντριχ Χάγιεκ και άλλοι  μελέτησαν και σχολίασαν θετικά το έργο του Πόπερ[32].

Ο Πόπερ θα εντάξει την επιστημονική του μεθοδολογία σε ένα ευρύτερο μεταφυσικό σχήμα που συνδέεται με την εξελικτική επιστημολογία και την θεωρία των «τριών κόσμων»[33]. Σύμφωνα με τον Καρλ Πόπερ ο επιτήμονας όπως και ένας έμβιος οργανισμός καλείται να λύσει κάποιο πρόβλημα. Ως επιλύτης προβλημάτων, κάθε έμβιος οργανισμός κατέχει γνώση Μπορεί να μαθαίνει από τα λάθη του, από τις ματαιωμένες προσδοκίες του δημιουργώντας νέες «θεωρίες». Μπορεί, όμως, και να μην μάθει και να πεθάνει με το λάθος του. Η αναίρεση του λάθους παίρνει τη μορφή εξάλειψης του ίδιου του φορέα δράσης, του ίδιου του γνωστικού υποκειμένου. Το περιβάλλον αναιρεί την αφετηριακή «υπόθεση» εξαλείφοντας τον φορέα.

Ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να αυτονομεί τις υποθέσεις του  με την χρήση της γλώσσας. Διατυπώνει μια θεωρία ή μια πρόθεση γλωσσικά και την συζητάει, με σκοπό να κάνει μια ορθολογική επιλογή της καταλληλότερης λύσης στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Είναι σαν να λέει «Ας πεθάνουν μια θεωρία στη θέση μου» [33]. Η κριτική έρχεται να αντικαταστήσει την εξάλειψη δια της καταστροφής.

Αυτή η θεωρία του Πόπερ συνδέεται με την ύστερη επιστημολογία του Καρλ Πόπερ που συνίσταται στην θεωρία των «τριών κόσμων» και την εξελικτική επιστημολογία.

Οι «τρεις κόσμοι»  του Πόπερ είναι (1) ο κόσμος των υλικών αντικειμένων (2) ο κόσμος υποκειμενικών σκέψεων και συναισθημάτων (3), ο κόσμος των αντικειμενικών οντοτήτων Ο κόσμος αυτός υφίσταται ανεξάρτητα από τους υποκειμενικούς φορείς που τον δημιούργησαν και από εκείνους που τον αντιλαμβάνονται. Η «αντικειμενική γνώση» που ανήκει σε αυτόν καταγράφεται ανεξάρτητα ως αποσυνδεδεμένο από το γνωστικό υποκείμενο. Ας σημειωθεί, όμως, ότι ο «κόσμος 3» των αντικειμενικών γνώσεων, όσο και αν αποτελεί αφαίρεση, είναι ανθρώπινο δημιούργημα και προϊόν της αέναης προσπάθειας του ανθρώπου να λύσει τα προβλήματα του. Είναι προβλήματα επιβίωσης, προσαρμογής στο περιβάλλον. Ως τέτοια εντάσσονται σε ένα βιολογικό πλαίσιο. Εδώ είναι που η ύστερη επιστημολογία του Καρλ Πόπερ συνδέεται με τη βιολογία και τη θεωρία της εξέλιξης. Όλοι οι έμβιοι οργανισμοί είναι υποχρεωμένοι να λύσουν προβλήματα  για αν επιβιώσουν, όπως ο επιστήμονας αποκτά γνώση λύνοντας τα εκάστοτε προβλήματα που προκύπτουν αντικειμενικά δηλαδή από την ίδια την πορεία της έρευνας και την κριτική αποτίμηση των εκάστοτε ανακαλύψεών της στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας. Η σύγκριση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα εκλεκτικής συγγένειας μεταξύ προσαρμογής των ειδών στο περιβάλλον τους και επιστημονικής εργασίας. Έχει βαθύτερο χαρακτήρα. Οι έμβιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν «θεωρίες» δηλαδή δοκιμαστικές λύσεις στο πρόβλημα προσαρμογής τους, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως εικόνες που σχηματίζει ο οργανισμός για το περιβάλλον του, για τον κόσμο του. Οι επιστημονικές θεωρίες διαφέρουν κατά το γεγονός ότι δεν είναι γενετικά προκατασκευασμένες και δεν σχηματίζονται φυλογενετικά αλλά συνειδητά.

Αν δεχθούμε τον παραδοσιακό ορισμό της γνώσης ως δικαιολογημένης ή θεμελιωμένης αληθινής πίστης, είναι σαφές αφορά το υποκείμενο: δεν υφίσταται χωρίς το τελευταίο. Επειδή πρέπει να είναι «θεμελιωμένη», θα πρέπει να ανάγεται σε θεωρητικές προτάσεις που να είναι έγκυρες. Ο «κόσμος 3» ,όμως, της αντικειμενικής γνώσης, περιλαμβάνει κάθε μορφή πληροφόρησης, που είναι απρόσωπη, αποθηκευμένη, καταγραμμένη σε πίνακες, βιβλία, υπολογιστές, έργα τέχνης κλπ. Δεν προϋποθέτει γνωστικά υποκείμενα[33]. Ακριβέστερα, υπάρχει ανεξάρτητα από τα γνωστικά υποκείμενα. Συνεχίζει να υπάρχει και όταν δεν υπάρχουν τα γνωστικά υποκείμενα. Το status τους είναι αντικειμενικό. Επιπλέον, είναι κατασκευασμένος από τον άνθρωπο στην προσπάθεια προσαρμογής του στο περιβάλλον του. Ανάλογη προσπάθεια καταβάλλουν όλοι οι έμβιοι οργανισμοί. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίζουν «γνώση» δηλαδή αποκτούν πληροφόρηση μέσα από σήματα στα οποία έχει μάθει ο γενετικός τους κώδικας να αντιδρά φυλογενετικά – δηλαδή από γενιά σε γενιά δια της εξελίξεως.

Τα ανώτερα βιολογικά είδη – αυτά που συνήθως αποκαλούμε «ευφυή ζώα», όπως τα τετράποδα, ορισμένα πτηνά και τα ανθρωποειδή – μαθαίνουν και οντογενετικά, δηλαδή το καθένα στη διάρκεια της ζωής του.

Αυτό που έχει κατορθώσει ο άνθρωπος είναι να αυτονομήσει την γνώση του και να την αποσυνδέσει όχι μόνον από το γενετικό του κώδικα, αλλά από διαφορετικά περιβάλλοντα, διαφορετικές καταστάσεις.

Μπορούμε να πούμε ότι  ο «κόσμος 3» είναι το σύνολο του πολιτισμού μας και η επέκταση του «κόσμου 3» ισοδυναμεί με την πολιτιστική πρόοδο. Αλλά και ο πολιτισμός έχει βιολογική βάση: αποτελεί την ανθρώπινη απάντηση στην πρόκληση του περιβάλλοντος. Όσο πιο πολιτισμένη είναι μια κοινωνία, τόσο καλύτερη, τόσο πιο δυνατή για το καθένα από τα μέλη της, η ζωή, δηλαδή η προσαρμογή σε περιβάλλον.

Η εξελικτική επιστημολογία αντικαθιστά την καντιανή υπερβατικότητα με τη βιολογική αναγκαιότητα. Τα όργανα του ανθρώπου είναι ενσαρκωμένες θεωρίες που είναι σε μεγάλο ποσοστό «ορθές», αλλιώς θα του έδιναν λανθασμένη πληροφόρηση και δεν θα είχε επιβιώσει το ανθρώπινο είδος.

Το καντιανό a priori αντικαθίσταται από το γενετικό a priori που κληρονομεί ο οργανισμός. Αλλά και αυτό το a priori στον άνθρωπο αποσυνδέεται  από τους φορείς του και τροποποιείται μετά από κριτική συζήτηση. Και η  καταγραφή του τροποποιημένου a priori στον «κόσμο 3» λειτουργεί ανατροφοδοτικά τόσο στο πολιτιστικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο – τόσο στις τέχνες και τα γράμματα, όσο και στους νόμους και την πολιτική παράδοση.

Η δυνατότητα κριτικής και η ανοιχτή κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεντρικό ρόλο παίζει η δυνατότητα αποσύνδεσης της θεωρίας (ή της υπόθεσης) από τους φορείς της, διότι μόνο έτσι μπορεί να γίνει κριτική: δηλαδή, προσπάθεια εξάλειψης της θεωρίας, χωρίς να εξαλειφθούν οι φορείς της. Στην κοινωνική ζωή του ανθρώπου, αυτή η αποσύνδεση προϋποθέτει την επικράτηση συγκεκριμένων θεσμικών προϋποθέσεων που υπάρχουν στην ανοιχτή κοινωνία. Οι θεσμικές αυτές προϋποθέσεις κατά τον Πόπερ περιλαμβάνουν τον πολιτισμό, τους νόμους και τα ήθη. Φυσικά, περιλαμβάνουν και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιμετωπίζει τη γνώση, τη θέση που αποδίδει στην αλήθεια, και τις προϋποθέσεις λογοδοσίας της εξουσίας, αλλά και των «θεωριών» που κυκλοφορούν με το κοινωνικό σύνολο.

Εκείνο που διασφαλίζει την ύπαρξη κριτικής σκέψης σε μια κοινωνία είναι η ανοιχτή και ερευνητική –σε αντίθεση με την δογματική και παθητική– στάση που τηρούν τα μέλη της απέναντι σ' αυτό που θεωρείται έγκυρη γνώση. Κάθε κοινότητα ερευνητών και γενικότερα πνευματικών δημιουργών λειτουργεί επομένως ανοιχτά και δημόσια, επικοινωνώντας με άλλες αντίστοιχες κοινότητες και με βάση ορισμένες γνωστικές αρχές (κι αυτές ερευνητές και αναθεωρήσιμες)

Λόγω του ότι κάθε επιστημονική κοινότητα είναι «να αναζητά» την αλήθεια, ένα είδος κατηγορικής προστακτικής την ωθεί (δεν την εξαναγκάζει) να δεχθεί μια διάψευση. Έχει δίκιο, επομένως ο Jarvie, όταν αναζητεί στο κοινωνείν υπό ανοιχτές συνθήκες, την κοινή ρίζα μεταξύ ανοιχτής κοινωνίας και της δυνατότητας κριτικής με την ισχυρή έννοια της τελευταίας, που σημαίνει προσπάθεια διάψευσης. Διότι είναι θέμα αποδεκτής δεοντολογίας και όχι ιδιότητας των προτάσεων, μορφής ή περιεχομένου της θεωρίας, αν θα γίνει αποδεκτή μια διάψευση ή όχι. Η κριτική στάση μιας ανοιχτής κοινωνίας επιστημόνων δεν είναι επομένως θέμα ατομικής ψυχολογίας (του «κόσμου 2»  στην ύστερη επιστημολογία του Πόπερ αλλά αποτέλεσμα του θεσμικού της χαρακτήρα. Η ίδια η λογική ενός θεσμού ή ενός πλέγματος θεσμών προβλέπει έναν τρόπο αναμενόμενων διαδράσεων ανάμεσα σε άτομα που λειτουργούν μέσα σ’ ένα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο. Η άσκηση κριτικής, ή η αναγνώριση διαψεύσεων είναι ζήτημα βούλησης και όχι επιβολής. Τίποτα δεν εξαναγκάζει τον επιστήμονα να δεχθεί μια πρόταση ως αληθή, ακόμη κι αν την πιστεύει, εφόσον δίνει προτεραιότητα σε άλλες σκοπιμότητες που τις ανάγει σε αξίες σημαντικότερες από την αλήθεια.

Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι με τον όρο «κριτική» εννοούμε ένα διάλογο κατά τον οποίο μια πρόταση ή μια θεωρία υποβάλλεται σε έλεγχο που αποσκοπεί στην ενδεχόμενη διάψευση ή τροποποίηση (δηλαδή διάψευση μέρους) της. Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο διάλογος πρέπει να συντρέχουν δύο απαραίτητοι όροι. Κατά πρώτο λόγο, οι μετέχοντες πρέπει να δέχονται μια διάψευση όταν είναι έγκυρη, που σημαίνει ότι δέχονται και αναγνωρίζουν ως αληθές ένα σύνολο προτάσεων που αναιρούν άλλες. Κατά δεύτερο λόγο, οι συνδιαλεγόμενοι πρέπει να  αισθάνονται επαρκώς ασφαλείς ώστε να μην εκλαμβάνουν τις επιπτώσεις της κριτικής ως επιζήμιες για τους ίδιους, εφόσον η κριτική δεν στρέφεται κατά των κατά περίπτωση «φορέων» μιας θεωρίας που κρίνεται λανθασμένη αλλά επιτελείται απρόσωπα και ανεξάρτητα από αυτούς.

Η ανοιχτή κοινωνία έχει κυρίως θεσμικές προϋποθέσεις, οι οποίες, όμως βασίζονται στην εξέλιξη της γνώσης και την κοινωνική πείρα των μελών της. Μόνο όταν συνειδητοποιείται ότι οι θεσμοί μιας οργανωμένης κοινωνίας δεν έχουν μυθική ή θεϊκή προέλευση, αλλά τουναντίον αποτελούν ανθρώπινα δημιουργήματα που παράγονται μέσα από τη διαδικασία της ορθολογικής κριτικής και δεν υπαγορεύονται από αυθεντίες, μπορεί να γίνει μετάβαση από την κλειστή στην ανοιχτή κοινωνία. Μόνο με τη χρήση ορθολογικών επιχειρημάτων μπορεί να διεξαχθεί δημόσια συζήτηση για το κατά πόσον ο ένας ή ο άλλος θεσμός είναι κατάλληλος σε σχέση με τους σκοπούς του.

Ο Πόπερ προτάσσει, όπως είδαμε, την ιδέα της σφαλερότητας της γνώσης ως κεντρική αρχή, ως γνωστικό υπόβαθρο της διαψευσιμότητας και αυτή η ιδέα τον εμπνέει όχι μόνο στην επεξεργασία της επιστημολογίας του ήδη από το 1934, αλλά και στην πολεμική του εναντίον των δογμάτων και των καθεστώτων που αυτοανακηρύσσονται αλάνθαστα εκ των προτέρων. Η «Ανοιχτή κοινωνία» απαγγέλλει ένα δριμύτατο «κατηγορώ» εναντίον τους. Αν δεχθεί κανείς ότι υπάρχουν δόγματα αλάνθαστα, τότε δεν είναι δυνατή η ορθολογική συνεργασία μεταξύ ίσων όσον αφορά τη λογική ιδιότητα ατόμων για την ανακάλυψη της αλήθειας. Όπως αναφέρεται στην «Ανοιχτή κοινωνία», ο ορθολογισμός συνίσταται στην υιοθέτηση μιας στάσης που συνοψίζεται σε μια απλή πρόταση: «Ίσως εγώ να έχω λάθος κι εσύ δίκιο και ίσως με μια κοινή προσπάθεια να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε περισσότερο την αλήθεια»[25]. Αυτή η στάση προϋποθέτει την υιοθέτηση της αρχής της σφαλερότητας, αλλιώς το αίτημα δεν θα γίνει αποδεκτό.

Με την έννοια αυτή, η αρχή της σφαλερότητας αποτελεί κριτήριο διασφάλισης της πολιτικής και όχι μόνο της επιστημονικής ισότητας μεταξύ ατόμων, ομάδων και ιδεών. Αφ’ ενός γιατί η παραδοχή της λογικής ιδιότητας των ατόμων δημοσιοποιεί τρόπον τινά την ορθολογικότητα και την μετατρέπει από κτήση της οποιασδήποτε αυθεντίας σε χαρακτηριστικό των μελών της ανοιχτής κοινωνίας. Αφ’ ετέρου δε, διότι ανάγει την ορθολογικότητα σε τελικό κριτήριο απόφασης και επιλογής αφαιρώντας τη δυνατότητα επιβολής ενός δόγματος από μια εξουσία με αυθαίρετο τρόπο.

Η έννοια της ορθολογικής κριτικής σε συνδυασμό με την αρχή της σφαλερότητας μετατοπίζει το βάρος από την επιβολή στη βούληση και από τη βία στο θεσμικό διάλογο που διεξάγεται αποκλειστικά μεταξύ «χειραφετημένων» ατόμων και με μοναδικό σκοπό την προσέγγιση της αλήθειας. Όλο το νόημα της «Ανοιχτής κοινωνίας» βρίσκεται στη στάση αυτή και στην πολεμική εναντίον εξουσιών και καθεστώτων που εμπνέονται από φιλοσοφίες οι οποίες στηρίζουν δογματικές στάσεις.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναρωτηθούμε γιατί η κριτική παίζει τόσο κεντρικό ρόλο στο σύστημα ιδεών του Πόπερ και γιατί η ανοιχτή κοινωνία ως οικολογική της εστία συνδέεται με την νεωτερικότητα και τον Διαφωτισμό.

Η σημασία της κριτικής για τον Πόπερ έγκειται σε μια πολύ απλή αρχή, η οποία όμως, όπως αποδείχθηκε, έχει μεγάλη δύναμη. Η αρχή περιέχεται σε μια φράση: «Ας πεθάνουν οι θεωρίες στη θέση των ανθρώπων»[27]. Η κριτική νοείται ως θεσμική εφεύρεση για να διαχωρίζει ο (άνθρωπος) φορέας μιας θεωρίας (ιδεολογίας, προτεινόμενης λύσης κλπ.) από την ίδια τη θεωρία. Αν μέσω της κριτικής εξέτασης θεωρηθεί λανθασμένη, εγκαταλείπεται (αναιρείται) χωρίς να θυσιασθεί ο φορέας ή οι φορείς της.

Η αποδοχή αυτής της αρχής σημαίνει – πέρα από ό,τιδήποτε άλλο –μια μεγάλη εξοικονόμηση δυνάμεων. Διότι δεν συνεπάγεται μόνον την επιβίωση των φορέων μιας (θεωρούμενης ως) λανθασμένης υπόθεσης, αλλά και την αντικατάσταση της πρακτικής εφαρμογής της με την κριτική συζήτηση. Η θεωρία καλείται να αποδείξει την ισχύ της, όχι θέτοντας σε δοκιμασία τον φορέα της, ούτε εφαρμόζοντάς την απευθείας και μετρώντας το κόστος της ενδεχόμενης αποτυχίας της, αλλά συζητώντας κριτικά πάνω σ’ αυτήν.

Αυτό, όμως, σημαίνει πάνω απ’ όλα την αποδοχή της αλήθειας ως τελικού κριτηρίου για την αποδοχή ή την απόρριψη μιας θεωρίας ή ιδεολογίας ή προτεινόμενης λύσης σε κάποιο πρόβλημα. Αυτό δεν συνειδητοποιείται πάντα, ίσως διότι η κριτική έχει ευρύτερο πεδίο δράσης από την διάψευση, εφόσον ασκείται όχι μόνο με μέτρο την αλήθεια, αλλά την εγκυρότητα, την απλότητα, το πληροφοριακό περιεχόμενο, τη σαφήνεια διατύπωσης, τη χρησιμότητα κλπ. μιας πρότασης ή μιας θεωρίας.

Η αντίσταση στην κριτική και στην ανοιχτή κοινωνία είναι φυσιολογική αντίδραση του ανθρώπου και παρατηρείται συχνά στην ιστορία, αλλά και στις καθημερινές του εμπειρίες. Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας κριτικής, δηλαδή η εγκαθίδρυση της ανοιχτής κοινωνίας, είναι εκείνο που δημιουργεί πολιτικό και συγχρόνως πολιτιστικό πρόβλημα. Και η αντίσταση σ’ αυτήν ισοδυναμεί με καταπολέμηση ενός ανορθολογιστικού προτύπου οργάνωσης της κοινωνίας που επιτρέπει την εναλλακτικότητα των λύσεων, των θεσμών, των πεποιθήσεων, των γνώσεων και επομένως, τη δυνατότητα αμφισβήτησης, την κινητικότητα και αντικαταστασιμότητα των υποθέσεων.

Ο Πόπερ τιμήθηκε με αναρίθμητα βραβεία σε πολλές χώρες και του απενεμήθη ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα σε δεκάδες πανεπιστήμια.(‘Ένα από αυτά ήταν και το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993). Τα έργα του μεταφράστηκαν σε σαράντα γλώσσες. Και πολλοί είναι οι ηγέτες που τον συνάντησαν με δική τους πρωτοβουλία: οι γερμανοί καγκελάριοι Χέλμουτ Σμιτ και Χέλμουτ Κολ, όπως και ο γερμανός πρόεδρος Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ, ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Ακιχίτο, o πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Μάριο Σουάρες, καθώς και ο πρωθυπουργός της Τσεχικής Δημοκρατίας Βάτσλαβ Χάβελ.

Ο Καρλ Πόπερ πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου του 1994. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο Λάνιτσερ της Βιέννης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 24, σ. 438 ISBN 960-8177-74-X
  2. Hacohen, Malachai Haim (2000). Karl Popper - The Formative Years, 1902-1945: Politics and Philosophy in Interwar Vienna. New York: Cambridge University Press. σελ. 103. ISBN 978-0521890557. 
  3. Hacohen, Malachi Haim (2000). Karl Popper - The Formative Years, 1902-1945: Politics and Philosophy in Interwar Vienna. New York: Cambridge University Press. σελ. 99-107. ISBN 978-0521890557. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Popper, Karl R. (1976). Unended Quest: An Intellectual Autobiography. Glasgow: Fontana-Collins. σελ. 82-3. ISBN 9780875483436. 
  5. 5,0 5,1 Popper, Karl R. (1976). Unended Quest: An Intellectual Autobiography. Glasgow: Fontana-Collins. σελ. 115. ISBN 9780875483436. 
  6. 6,0 6,1 Schilpp, Paul Arthur (1974). The Philosophy of Karl Popper. La Salle, Illinois: Open Court Publishing Co. σελ. 1116. ISBN 9780875481418. 
  7. Popper, Karl R (1983). Realism and the Aim of Science. London: Hutchison. σελ. 181-89. ISBN 0-09-151450-9. 
  8. Popper, Karl R. (1959). The Logic of Scientific Discovery. London: Routledge. σελ. 40-43. ISBN 0415278449. 
  9. 9,0 9,1 Popper, Karl R. (1959). The Logic of Scientific Discovery. London: Routledge. σελ. 54. ISBN 0-415-27844-9. 
  10. 10,0 10,1 Popper, Karl (1983). Realism and the Aim of Science. London: Hutchison. σελ. xxi. ISBN 0-09-151450-9. 
  11. Popper, Karl R.; Eccles, John C. (1977). The Self and Its Brain: An Argument for Interactionism. Berlin: Springer Verlag. ISBN 0415058988. 
  12. Popper, Karl R. (1994). Notturno, Mark A.. επιμ. Knowledge and the Body-Mind Problem: In Defence of Interaction. London: Routledge. ISBN 0415135567. 
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 Popper, Karl R. (1963). Conjectures and Refutations. The Growth of Scientific Knowledge. London: Routledge and Kegan Paul. σελ. 89. 
  14. Βλ. τις συμβολές του Karl Popper στο Theodor Adorno (επιμ.) (1969) (α) ‘Die Logik der Sozialwissenschaften. Referat bei der Tübinger Arbeitstagung der Deutschen Gesellschaft für Soziologie’ (1961). (β) Στην αγγλική έκδοση του (1969) The Positivist Dispute in German Sociology. London: Heinemann, 1976 περιέχεται η συμβολή του Karl Popper ‘The Logic of the Social Sciences’ σ. 87-104 και ένα πρόσθετο κείμενό του ‘Reason or Revolution?’σ. 288-300.
  15. Watkins, John W. N. (1994). «“Karl R.Popper 1902-1994”». Proceedings of the British Academy: 645-684. 
  16. 16,0 16,1 Popper, Karl R. (1982, 2003) [1945, 1966]. Παπαδάκη, Ειρήνη. επιμ. Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της (Παπαζήση έκδοση). Αθήνα: London: Routledge and Kegan Paul. σελ. 157. ISBN 9789600216141. 
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 «Spiegel Online: "Immanuel Kant: Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung? - Kapitel 1"». http://gutenberg.spiegel.de/buch/-3505/1. 
  18. 18,0 18,1 «Spiegel Online: Immanuel Kant: Kritik der reinen Vernunft - 2. Auflage - Kapitel 4». http://gutenberg.spiegel.de/buch/kritik-der-reinen-vernunft-2-auflage-3502/4. 
  19. Στο 'Reason or Revolution?' Βλ.  T. Adorno et al (1977). The Positivist Dispute in German Sociology. London: Heinemann σ. 292
  20. «I.C. Jarvie “Popper’s Republic of Science”». http://www.law.keio.ac.jp/popper/v7n1jarvie.html. 
  21. Ο αντικειμενικές αυτές αρχές σχετίζονται με τον αντικειμενικό χαρακτήρα της γνώσης όπως διατυπώνεται στη θεωρία των «τριών κόσμων» που ανέπτυξε ο Πόπερ στην ύστερη επιστημολογία του. Ο Πόπερ διαιρεί τον πραγματικό κόσμο σε τρεις διαφορετικές σφαίρες: τον "Κόσμο 1" των εξωτερικών αντικειμένων, τον "Κόσμο 2" που αντιπροσωπεύει τις υποκειμενικές σκέψεις και τα συναισθήματα του καθενός και τον "Κόσμο 3" που αποτελείται από αντικειμενικευμένες δημιουργίες του ανθρώπινου νου και που είναι ενσωματωμένες σε αντικείμενα-βιβλία, μουσεία, αρχεία, εργαλεία κλπ. Βλ. Popper (1972) και Popper (1976 a) σ. 180-96 και το τελευταίο ενδιαφέρει κυρίως ως προς το αφηρημένο περιεχόμενο αυτών των αντικειμένων
  22. Η επιστημονική δραστηριότητα είναι ανταγωνιστική, εφόσον προϋποθέτει συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών θεωριών και την άμιλλα μεταξύ των επιστημόνων, ενώ συγχρόνως είναι συνεργατική, εφόσον όχι μόνο συνεργάζονται μεταξύ τους οι επιστήμονες, αλλά ο ελεγχόμενος ανταγωνισμός τους απολήγει στην ανάπτυξη της γνώσης, που είναι ο κοινός τους στόχος. Η ιδέα αυτή της "friendly-hostile co-operation" απαντάται στην «Ανοιχτή κοινωνία» (τομ. 2 κεφ. 23 σ. 321) και στο 'The Rationality of Scientific Revolutions" του ίδιου στο Rom Harré (επιμ.) Problems of Scientific Revolutions. (σ. 319).
  23. 23,0 23,1 23,2 Popper, Karl R. (1944-1945). «‘The Poverty of Historicism’ I, II & III.». Economica: 80. 
  24. 24,0 24,1 24,2 Popper, Karl R. (2005) [1957]. Σαμαρτζής, Αθανάσιος. επιμ. The Poverty of Historicism (Ευρασία έκδοση). Αθήνα: London: Routledge and Kegan Paul. σελ. 198-214. ISBN 978-0415278461. 
  25. 25,0 25,1 25,2 Popper, Karl R. (1945). written at London. Παπαδάκη, Είρηνη. επιμ. The Open Society and Its Enemies. ΙΙ (Παπαζήσης έκδοση). Αθήνα: Routledge and Kegan Paul. σελ. Τομ. 2, κεφ. 24, σ.225 – ελλ. Έκδ. 332. ISBN 978-960-02-1615-8. 
  26. Μεταξύ άλλων, ο John Wild (1964, 1974)  ασκεί αυστηρή κριτική στον Popper όσον αφορά την τρόπο που αντιμετωπίζει τον Πλάτωνα. O Sidney Hook (1951) επικρίνει τον Πόπερ για λανθασμένη ερμηνεία των προθέσεων και των εννοιών του Πλάτωνα, και για απαράδεχτα εχθρική στάση απέναντι στον Χέγκελ καθώς και εντελώς λανθασμένη την παρουσίαση του έργου του. Από μαρξιστική σκοπιά, κριτική στην εικόνα που παρουσιάζει ο Πόπερ για τις ιδέες του Μαρξ άσκησε ο Maurice Cornforth στο Cornforth, Maurice (1968). Επίσης ο Göran Therborn (1976)
  27. 27,0 27,1 Popper, Karl R. (1972). Objective Knowledge. An Evolutionary Approach. Oxford: Clarendon Press.. σελ. 248. ISBN Objective Knowledge. An Evolutionary Approach. Oxford: Clarendon Press.. 
  28. Πρόκειται για ένα δοκίμιο πάνω στο κράτος της καταγωγής του, τη Βυρτεμβέργη, το 1789. Schriften zur Politik und Rechtsphilosophie. G. Lasson σ. 14. Αναφέρεται στο S. Avineri (1972) σ. 35.
  29. Ο αρχικός τίτλος στα γερμανικά είναι Logik der Forschung, δηλαδή, λογική της έρευνας. Η αγγλική μετάφραση είναι Logic of Scientific Discovery.
  30. Kuhn (1970)
  31. Kuhn (1962, 1970)
  32. Magee (1973) σ. 9 Ο Jacques Monod έγραψε τηην εισαγωγή στη Γαλλική έκδοση του Popper (1934, 1958) La logique de la découverte scientifique. Paris, Payot (1973). Peter Medawar στο Medawar (1990) σ. 91-101. Με τους Eccles και Lorenz ο Popper είχε γονιμο διάλογο. Βλ.Karl Popper & John Eccles (1977)
  33. 33,0 33,1 33,2 Popper, Karl, R. (1972, 1979). Objective Knowledge: An Evolutionary Approach. Oxford: Clarendon Press. σελ. κεφ. 3 & 4. ISBN 0198750242. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Adorno, Theodor (επιμ.) (1969) Der Positivismusstreit in der Deutschen Soziologie, Berlin: Neuwied Verlag -αγγλ. μετάφρ. (1976) The Positivist Dispute in German Sociology. London: Heinemann
  • Aviner, Shlomo i (1972) Hegel’s Theory of the Modern State Cambridge: Cambridge University Press
  • Cornforth, Maurice (1968). The Open Philosophy and the Open Society: A Reply to Dr. Karl Popper's Refutations of Marxism. New York: International Publishers.
  • Hacohen, Malachai Haim, (2000) Karl Popper. The Formative Years 1902-1945. New York: Cambridge University Press.
  • Hook, Sidney (1951) ‘From Plato to Hegel to Marx’. New York Times 22-7 1951
  • Jarvie, Ι.C. (2001) “Popper’s Republic of Science” http://www.law.keio.ac.jp/popper/v7n1jarvie.html
  • Kant, Ιmmanuel (1781, 1787) Kritik der reinen Vernunft. http://gutenberg.spiegel.de/buch/kritik-der-reinen-vernunft-2-auflage-3502/4
  • Kant, Immanuel (1784) “Beantwortung der Frage: ‘Was ist Aufklärung?’ http://gutenberg.spiegel.de/buch/-3505/1
  • Kraft, Victor ‘Popper and the Vienna Circle’ στο Schilpp (1974) σ. 185-204
  • Kuhn, Thomas S.(1962, 1970) The Structure of Scientific Revolutions. Chicago: The University of Chicago Press
  • Kuhn, Thomas S.(1970) ‘Logic of Discovery or Psychology of Research?’ στο Lakatos & Musgrave (1970) σ. 1-24σ
  • Lakatos, Imre & Musgrave, Alan (επιμ.) (1970) Criticism and the Growth of Knowledge. Cambridge: Cambridge University Press
  • Medawar, Peter (1990) The Threat and the Glory. Oxford: Oxford University Press
  • Popper, Karl (1930-33, 1979) Die beiden Grundprobleme der Erkenntnistheorie Tübingen: J.C.B.Mohr (Paul Siebeck).
  • Popper, Karl R.(1934) Logik der Forschung. Zur Erkenntnistheorie der modernen Naturwissenschaft (1934). Wien : Julius Springer.- (1971) Tübingen: J.C.B.Mohr (Paul Siebeck).
  • Popper, Karl R.(1944-45) ‘The Poverty of Historicism’ I, II & III. Economica σ. 80-103, 119-137, 69-89.
  • Popper, Karl R.(1945, 1966) The Open Society and Its Enemies. (2 τόμοι) London: Routledge and Kegan Paul .Ελλ. Μετάφραση Ειρήνης Παπαδάκη Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της (2 τόμοι) (1982, 2003) Αθήνα: Παπαζήσης
  • Popper, Karl R.(1957) The Poverty of Historicism. London: Routledge and |Kegan Paul.- Ελλ. Μετάφρ. (2005) Αθανάσιος Σαμαρτζής Η Ένδεια του ιστορικισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Ευρασία.
  • Popper, Karl R.(1959) The Logic of Scientific Discovery. London: Hutchinson
  • Popper, Karl R.(1963) Conjectures and Refutations. The Growth of Scientific Knowledge. London: Routledge and Kegan Paul.
  • Popper, Karl R.(1970) ‘Normal Science and Its Dangers’ στο Lakatos & Musgrave (1970) σ. 51-58
  • Popper, Karl R.(1974) ‘Replies to my Critics’ στο Schilpp (1974) σ. 961-1197
  • Popper, Karl R. (1972, 1979) Objective Knowledge. An Evolutionary Approach. Oxford: Clarendon Press.
  • Popper, Karl R. (1976 a) Unended Quest. An Intellectual Biography. Glasgow: Fontana-Collins.
  • Popper, Karl R.(1976 b) ‘The Logic of the Social Sciences’ σ. 87-104 στο Adorno (1969, 1976) σ. 87-104.
  • Popper, Karl R.(1976 c) ‘Reason or Revolution?’ στο Adorno (1969, 1976) σ. 288-300.
  • Popper, Karl R.(1976 d) ‘The Logic of the Social Sciences’ στο Adorno (επιμ. ) σ. 87-104
  • Popper, Karl R. (1983) Realism and the Aim of Science London: Hutchinson
  • Popper, Karl R. (1994) M.A.Notturno (Ed.) Knowledge and the Body-Mind Problem. London: Routledge
  • Popper, Karl R (1988, 1996), ‘Bemerkungen zur Theorie und Praxis des demokratischen Staates’ στο Popper, Karl R.(1996, 2009)
  • Popper, Karl R.(1996, 2009) Alles Leben ist Problemlösen. Über Erkenntnis, Geschichte und Politik München: Piper, pp. 215‐238.
  • Popper, Karl R. & Eccles John C. (1977) The Self and its Brain: An Argument for Indeterminism. Berlin: Springer Verlag. 3η έκδ. (1983) London: Routledge & Kegan Paul. Part I & Part II.
  • Popper, Karl R. & Lorenz, Konrad. (1985) Die Zukunft ist offen. München. Piper
  • Schilpp, Paul A. (επιμ.) (1974) The Philosophy of Karl Popper. La Salle, Illinois: Open Court.
  • Therborn Göran (1976) Science, Class and Society. On the Formation of Sociology and Historical Materialism. London: NLB.
  • Watkins J.W.N. (1994) “Karl R.Popper 1902-1994”. Proceedings of the British Academy 94, σ. 645-684.
  • Wild, John (1964, 1974) ‘Popper’s Interpretation of Plato’ στο Schilpp (1974) σ. 843-858.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα