Μάθηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Μάθηση είναι η διαδικασία κατά την οποία ο υποβαλλόμενος στην διαδικασία, μαθητής, αποκτά γνώσεις, δεξιότητες, συμπεριφορές και αξίες μέσα από την παράθεση εκπαιδευτικού υλικού και με την εφαρμογή γνωστικών διαδικασιών. Παρόλο που ο όρος μάθηση υποδηλώνει τη μαθησιακή διαδικασία, ωστόσο συχνά προσδιορίζει και το αποτέλεσμα αυτής. Η σύνδεση με τους όρους ωρίμανση και ανάπτυξη δίνεται από τη σχέση: ωρίμανση x μάθηση = ανάπτυξη. Η μάθηση είναι αντικείμενο της Ψυχολογίας και της Παιδαγωγικής.

Προσέγγιση του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μάθηση από το αρχαίο ρήμα [μανθάνω] αόρ. έμαθα. «Η μάθηση ως ενέργεια δημιουργίας καινούριων δομών και τεκμηρίωσης των παλιών» (Βιγκότσκι 1988). «Είναι η διαδικασία κατά την οποία το παιδί και ο έφηβος με την δική τους δραστηριότητα αποκτούν γνώσεις δεξιότητες και ικανότητες που βοηθούν στην δική του προσωπική ανάπτυξη και στην ένταξη του στο περιβάλλον» (Ξωχέλλης). «Είναι μία πηγαία ενδογενής ανάγκη του ανθρώπου που εκφράζεται μάλλον από την ενδομήτρια ζωή του ανθρώπου» (Stones 1978), «συνεχίζεται υποσυνείδητα με την γέννηση του» (H. Remplein 1967), εξελίσσεται μέχρι το τέλος της ζωής του όπου και τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά επηρεάζονται από τον τρόπο αλληλεπίδρασης του ανθρώπου από το περιβάλλον.

Ανώτερη έννοια: Κοινωνικοποίηση-Εκπαίδευση Συνώνυμοι όροι: πρόσκτηση, συσσώρευση, απόκτηση γνώσεων, εκμάθηση,σπουδή, κατανόηση, εμπέδωση, πείρα Αντίθετοι όροι: αμάθεια, άγνοια, αδαημοσύνη, αμορφωσιά, αγραμματοσύνη,αναλφαβητισμός Όρος 1 που εμπεριέχεται: μάθημα Όρος 2 που εμπεριέχεται: μαθητής Όρος 3 που εμπεριέχεται: αμάθεια

Χαρακτηριστικά του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ποιότητα: Από την οποία εξαρτάται η ποιότητα ζωής. Η ποιότητα χαρακτηρίζεται από το είδος των γνώσεων, των δεξιοτήτων, το ήθος και την ένταση.
  2. Το ποσό: Το σύνολο των εφοδίων των ανθρώπων που τους είναι απαραίτητα, σε σχέση με το χρόνο που διατέθηκε για την απόκτησής τους.
  3. Σταθερότητα: Αφορά τη διάρκεια διατήρησης ή συγκράτησης των γνώσεων.

Προϋποθέσεις μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η ικανότητα του μαθητή για μάθηση.
  2. Δημιουργία κατάλληλων προϋποθέσεων μάθησης.
  3. Επανάληψη και χρήση αυτών που μαθεύτηκαν.

Εσωτερικές διαδικασίες μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διαδικασία επικέντρωσης της προσοχής-επιλεκτική αντίληψη
  2. Διατήρηση των πληροφοριών στη μακροπρόθεσμη μνήμη
  3. Κωδικοποίηση
  4. Συγκέντρωση και διαφύλαξη
  5. Ανάκτηση
  6. Γεννήτρια αντιδράσεων
  7. Επανατροφοδότηση
  8. Διαδικασίες εκτελεστικού ελέγχου

Κίνητρα μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι γνωστές 3 θεωρίες:

  1. Η θεωρία της ζωτικής ορμής (vitalism)
  2. Η θεωρία της συμπεριφοράς (behaviorism)
  3. Η θεωρία της αντιληπτικής ή μορφολογικής ψυχολογίας (ψυχολογία του πεδίου: Field Psychology)

Οργάνωση της μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διδακτικοί αντικειμενική σκοποί
  2. Διδακτικές δραστηριότητες
  3. Αξιολόγηση της πραγμάτωσης

Στόχοι μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την τριμερή διάκριση της ανθρώπινης συμπεριφοράς (άνθρωπος είναι όν που σκέπτεται, αισθάνεται, δρα) διακρίνουμε αντίστοιχα 3 είδη στόχων:

  1. Πνευματικούς-γνωστικούς στόχους
  2. Συναισθηματικούς στόχους
  3. Ψυχοκινητικούς στόχους

Οι πνευματικοί-γνωστικοί στόχοι σχετίζονται με την ανάμνηση και συγκράτηση της γνώσης και την εξέλιξη πνευματικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Οι συναισθηματικοί στόχοι σχετίζονται με την ανάπτυξη αξιολογικής κρίσης και ικανότητα κατάλληλης προσαρμογής. Οι ψυχοκινητικοί στόχοι αναφέρονται σε μυϊκές-κινητικές δραστηριότητες, δεξιότητες του χεριού, νευρομυϊκό συντονισμό, σχέση του υποκειμένου μάθησης με τα υλικά και τα διάφορα εργαλεία.

Νόμοι μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νόμος άσκησης: αναπτύσσεται μεταξύ ερεθίσματος και αντίδρασης, ισχυροποιείται με την επανάληψη, η έλλειψη της άσκησης επιφέρει τη λήθη.
  2. Νόμος του αποτελέσματος: συμπληρώνει το νόμο της άσκησης, ισχυροποιεί το δεσμό ερεθίσματος-αντίδρασης.
  3. Νόμος της αφομοίωσης: εξαιρεί τη σημασία της πάγιας σχετικής εμπειρίας στην κατάκτηση του αντικειμένου διδασκαλίας.

Ιστορική τοποθέτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψυχολογικές θεωρίες της μάθησης βρίσκονται στην ιστορία της φιλοσοφίας από την εποχή του Αριστοτέλη. Ισχυρότερες ωθήσεις ξεκίνησαν με τον Lock από τους Άγγλους εμπειριστές. Η εμπειρική ψυχολογική έρευνα των νόμων της μάθησης άρχισε στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. και για πολύ χρόνο εξελίχθηκε.

Οι μεγάλοι πρόδρομοι:

  • Ο Eddinghaus (1850-1909) καταπιάστηκε με την από στήθους μάθηση γλωσσικού υλικού.
  • Ο Thorndike (1874-1949) εξερεύνησε τον σχηματισμό στοιχειωδών έξεων(συνηθειών) και θεμελίωσε την Αμερικανική παράδοση δράσης στην έρευνα της μάθησης.
  • Ο Pavlov (1849-1936) εξερεύνησε τη διαμόρφωση των εξαρτημένων ανακλαστικών κινήσεων.

Η μάθηση αποτέλεσε μια τεράστια περιοχή έρευνας που περιλαμβάνει θεωρίες και μοντέλα που αφορούν τμήματά της. Διακρίνονται διάφορες κατηγορίες που έχουν τη δική τους νομοτέλεια και διαμορφώνονται ανάλογα με το αντικείμενο της μάθησης όπου είναι δυνατό να προστεθεί και η άποψη της πολυπλοκότητας κάτι που έκανε ο Gagne (1969) για να προκύψει μια ιεραρχική σειρά, ακολουθώντας την οποία οδηγούμαστε στην επίλυση προβλημάτων.

Δημιουργία ενός εννοιολογικού συμπλέγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εμπέδωση: η, ουσιαστικό, το να γίνεται κάτι σταθερό, αμετάβλητο.
  2. Πρόσκτηση: η, ουσιαστικό, το να αποκτά κανείς κάτι επιπλέον.
  3. Κοινωνικοποίηση: η, ουσιαστικό, 1) (ψυχ.) διαδικασία με την οποία ένα άτομο εντάσσεται και ενσωματώνεται σε ένα κοινωνικό σύνολο, καθώς οι ιδέες και η συμπεριφορά του προσανατολίζονται σ’ εκείνες τις ομάδες όπου ανήκει (οικογένεια, εθνότητα), 2) (κοιν.- οικόν.) μετατροπή των μέσων παραγωγής ή των φυσικών πόρων από αγαθά ατομικής ιδιοκτησίας σε κοινά αγαθά.
  4. Αδαημοσύνη: η, ουσιαστικό, απειρία, άγνοια, αμάθεια.
  5. Αναλφαβητισμός: ο, ουσιαστικό, το να μην ξέρει κανείς να γράφει και να διαβάζει.
  6. Αγραμματοσύνη: η, ουσιαστικό, έλλειψη γραμμάτων, γνώσεων, ανεπαρκείς παίδευση (συνών. :αμάθεια, αμορφωσιά, αντίθ. :καλλιέργεια, μόρφωση, παιδεία).
  7. Αμάθεια: η, ουσιαστικό, έλλειψη μάθησης, άγνοια (συνών. :αμορφωσιά, αγραμματοσύνη, αντίθ.: πολυμάθεια).

Θεωρητική τοποθέτηση της προσέγγισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εξαρτημένη αντανακλαστική μάθηση (Pawlov): Ορίζεται ως αντίδραση του οργανισμού σε κάποιο ερέθισμα του περιβάλλοντος.
  2. Συντελεστική μάθηση (Skinner): Προσανατολίζεται στο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς και όχι τόσο στο ερέθισμα.
  3. Γνωστικές θεωρίες μάθησης: Επικεντρώνονται στη σχέση των πνευματικών λειτουργιών (αντίληψη, σκέψη, γλώσσα) και στις μεταβολές που συμβαίνουν στο αναπτυσσόμενο άτομο(Piaget: αισθησιοκινητική περίοδος, προεννοιολογική περίοδος συγκεκριμένων λογικών ενεργειών, περίοδος αφηρημένων λογικών ενεργειών).
  4. Θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών: Ο άνθρωπος ως πολύπλοκη μηχανή δέχεται και επεξεργάζεται τις πληροφορίες.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές - Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιωάννη Β. Κογκούλη, Εισαγωγή στην παιδαγωγική, έκδοση Ε’, Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη.
  • Νεοελληνικό Λεξικό, Εμμ. Κριαρά, Λεξικό της σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής γλώσσης, Εκδοτική Αθηνών.
  • Νίκος Σταθόπουλος, Λεξικό Συνώνυμων & Αντώνυμων, εκδ. Σαββάλας.
  • Λεξικό Σχολικής Παιδαγωγικής, Herder, Παιδαγωγική και Εκπαίδευση I, Εκδ. Α/φών Κυριακίδη.
  • Α.Κ. Δανάσσης-Αφεντάκης, Εισαγωγή στην Παιδαγωγική, Τόμος Γ’, Μάθηση και Ανάπτυξη.
  • Μετοχιανάκης, Εισαγωγή στην Παιδαγωγική.