Άλμπερτ Μπαντούρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Άλμπερτ Μπαντούρα (γεννημένος 4 Δεκεμβρίου, 1925, στην Αλμπέρτα του Καναδά) είναι ψυχολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ (David Starr Jordan Professor Emeritus of Social Science in Psychology at Stanford University). Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, που κρατάει σχεδόν έξι δεκαετίες, ο Μπαντούρα συνέβαλε σημαντικά σε πολλούς τομείς της ψυχολογίας, όπως τη κοινωνικογνωστική θεωρία, τη θεραπεία και τη ψυχολογία της προσωπικότητας, και επηρέασε τη μετάβαση μεταξύ συμπεριφορισμού και γνωστικής ψυχολογίας. Είναι γνωστός ως ο εισηγητής της θεωρίας κοινωνικής μάθησης και της θεωρίας αυτοαποτελεσματικότητας και είναι υπεύθυνος για το πείραμα του 1961 με τη κούκλα Μπόμπο (Bobo Doll experiment).

Μια έρευνα το 2002 κατέταξε το Μπαντούρα ως το τέταρτο πιο συχνά επικαλούμενο ψυχολόγο όλων των εποχών, πίσω από τον Μπ.Φ.Σκίνερ (B.F.Skinner), τον Σίγκμουντ Φρόυντ(Sigmund Freud) και τον Ζαν Πιαζέ (Jean Piaget), και ως τον πιο επικαλούμενο εν ζωή. Ο Μπαντούρα περιγράφεται ως ο σπουδαιότερος εν ζωή ψυχολόγος και ένας απ’ τους πιο σημαίνοντες ψυχολόγους όλων των εποχών.

Το 2008 ο Μπαντούρα κέρδισε το βραβείο Grawemeyer στη Ψυχολογία.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαντούρα γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη (Μουντάρ) της Αλμπέρτα, με πληθυσμό περίπου τετρακοσίων ανθρώπων. Ήταν το μικρότερο παιδί και ο μόνος γιος σε μια οικογένεια των οχτώ. Ο Μπαντούρα έχει καταγωγή από Ουκρανία και Πολωνία.

Το καλοκαίρι μετά που τέλειωσε το λύκειο, ο Μπαντούρα δούλεψε στο Γιούκον(Yukon) για να προστατεύσει την εθνική οδό της Αλάσκας απ’ το να βυθιστεί. Αργότερα, απέδωσε την αρχή του ενδιαφέροντος του για την ανθρώπινη ψυχοπαθολογία στη δουλειά του στη βόρεια τούντρα.

Ο Μπαντούρα είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.

Εκπαίδευση και ακαδημαϊκή καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη επαφή του Μπαντούρα με την ακαδημαϊκή ψυχολογία έγινε τυχαία. Καθώς είχε λίγα να κάνει ως φοιτητής τα πρωινά, πήρε ένα μάθημα ψυχολογίας για να περνάει την ώρα και στο τέλος το ερωτεύτηκε. Αποφοίτησε σε τρία χρόνια, το 1949, απ’ το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, κερδίζοντας το βραβείο Μπόλοκαν(Bolocan Award) στη ψυχολογία και μετά πήγε στο τότε επίκεντρο της θεωρητικής ψυχολογίας, το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, απ’ όπου πήρε το μεταπτυχιακό του το 1951 και το διδακτορικό του το 1952. Ο Άρθουρ Μπέντον(Arthur Benton) επέβλεψε τη διδακτορική εργασία του Μπαντούρα στην Αϊόβα, ενώ οι Κλαρκ Χαλ(Clark Hull) και Κένεθ Σπενς(Kenneth Spence) υπήρξαν σημαίνοντες συνεργάτες. Κατά τη διάρκεια των χρόνων του στην Αϊόβα, οδηγήθηκε στο να υποστηρίζει ένα είδος ψυχολογίας που επιζητούσε να ερευνήσει ψυχολογικά φαινόμενα μέσω επαναλαμβανόμενων, πειραματικών δοκιμών. Η συμπερίληψη του τέτοιων νοητικών φαινομένων ως εικόνες και αναπαράσταση και η ιδέα του για την αμοιβαία αιτιοκρατία, που προϋπέθετε μια σχέση αμοιβαίας επιρροής μεταξύ ενός παράγοντα και του περιβάλλοντος του, σημάδεψαν μια ριζική απομάκρυνση από το κυρίαρχο συμπεριφορισμό της εποχής. Το επεκταμένο σύνολο των γνωστικών εργαλείων του Μπαντούρα επέτρεψε μια πιο ισχυρή μοντελοποίηση τέτοιων φαινομένων ως μάθηση μέσω παρατήρησης και αυτορύθμιση και προμήθευσε τους ψυχολόγους με ένα πρακτικό τρόπο να θεωρητικολογούν για νοητικές διεργασίες, σε αντίθεση με τις νοητικές κατασκευές της ψυχανάλυσης.

Μεταδιδακτορική δουλειά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατόπιν της αποφοίτησης του, συμμετείχε ως ειδικευόμενος στο Κέντρο Συμβουλευτικής της Γουίτσιτα στο Κάνσας(Wichita Kansas Guidance Center). Τον επόμενο χρόνο, το 1953, δέχτηκε μια θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, την οποία κατέχει μέχρι και σήμερα. Το 1974 η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία τον εξέλεξε ως πρόεδρο.

Έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαντούρα αρχικά επηρεάστηκε από τη δουλειά του Ρόμπερτ Σίαρς(Robert Sears) στο οικογενειακό ιστορικό της κοινωνικής συμπεριφοράς και της αποζημιωτικής μάθησης. Ο Μπαντούρα στην αρχική του έρευνα έδωσε βάση στο ρόλο της κοινωνικής μοντελοποίησης στο κίνητρο, τη σκέψη και τη πράξη. Σε συνεργασία με τον Ρίτσαρντ Γουόλτερς(Richard Walters), το πρώτο μαθητή του για διδακτορικό, προχώρησε σε μελέτες για τη κοινωνική μάθηση και την επιθετικότητα. Οι κοινές προσπάθειες τους ανέδειξαν το σημαντικό ρόλο της μοντελοποίησης στην ανθρώπινη συμπεριφορά και οδήγησαν σε ένα πρόγραμμα για έρευνα των μηχανισμών της μάθησης μέσω παρατήρησης.

Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχική φάση της έρευνας του ο Μπαντούρα ανέλυσε τα θεμέλια της ανθρώπινης μάθησης και τη κλίση των παιδιών και των ενηλίκων να μιμούνται συμπεριφορές που παρατηρούν σε άλλους. (Είναι ένα κοινό λάθος, ακόμα και από ψυχολόγους, να συγχέουν τις λέξεις “μιμούμαι” και “διαμορφώνω”. Για παράδειγμα, ένα παιδί αντιγράφει, αλλά δε διαμορφώνει τη συμπεριφορά του βλέποντας κάποιον άλλο. Εκδηλώνει ή μιμείται μια “νέα” συμπεριφορά παρατηρώντας ένα πρότυπο.)

Ανάλυση της επιθετικότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έρευνα του Μπαντούρα με τον Γουόλτερς οδήγησε στο πρώτο του βιβλίο, Adolescent Aggression το 1959, και σε ένα επακόλουθο βιβλίο, Aggression: A Social Learning Analysis το 1973. Σε μια περίοδο, όπου κυριαρχούσε ο συμπεριφορισμός του Μπ.Φ.Σκίνερ(B.F.Skinner), ο Μπαντούρα πίστευε ότι η υπόθεση ότι η μεταβολή της συμπεριφοράς είναι αποτέλεσμα αμοιβής και τιμωρίας είναι ανεπαρκής και ότι πολλές συμπεριφορές μαθαίνονται από άλλους ανθρώπους. Ο Μπαντούρα ξεκίνησε να αναλύει μέσα μεταχείρισης επιθετικών παιδιών αναγνωρίζοντας τις πηγές βίας στη ζωή τους. Αρχική έρευνα στο τομέα είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του 40’ από τον Νίαλ Μίλερ(Neal Miller) και τον Τζον Ντόλαρντ(John Dollard). Η συνέχεια της έρευνας από τον Μπαντούρα κατέληξε στο πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο και το 1977 στη τρομερά σημαίνουσα θεωρία Κοινωνικής Μάθησης. Πολλές από τις καινοτομίες του Μπαντούρα προήλθαν από την εστίαση του στην εμπειρική και αναπαραγώγιμη διερεύνηση, που ήταν ξένες σε ένα πεδίο της ψυχολογίας, όπου κυριαρχούσαν οι θεωρίες του Φρόυντ.

Το πείραμα με τη κούκλα Μπόμππο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1961 ο Μπαντούρα διεξήγαγε ένα αμφιλεγόμενο πείραμα, γνωστό ως το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο, για να μελετήσει μοντέλα συμπεριφοράς, μέσω της θεωρίας κοινωνικής μάθησης, και ότι παρόμοιες συμπεριφορές έχουν αποκομισθεί από άτομα μορφοποιώντας τη δική τους συμπεριφορά με βάση πράξεις κάποιων προτύπων. Το πείραμα επικρίθηκε από κάποιους για ηθικούς λόγους, όπως το ότι εκπαιδεύει τα παιδιά προς την επιθετικότητα. Τα αποτελέσματα του Μπαντούρα από το πείραμα άλλαξαν τη πορεία της σύγχρονης ψυχολογίας και τους αποδόθηκε ευρέως ότι βοήθησαν να αλλάξει η εστίαση στην ακαδημαϊκή ψυχολογία από το συμπεριφορισμό στη γνωστική ψυχολογία. Το πείραμα είναι μεταξύ των πιο εγκωμιασμένων ψυχολογικών πειραμάτων.

Κοινωνικογνωστική θεωρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα της δεκαετίας του 80’, η έρευνα του Μπαντούρα πήρε μια πιο ολιστική κλίση και οι αναλύσεις του έτειναν να δίνουν μια πιο κατανοητή επισκόπηση της ανθρώπινης νόησης στο πλαίσιο της κοινωνικής μάθησης. Η θεωρία, την οποία επέκτεινε από τη θεωρία κοινωνικής μάθησης έγινε σύντομα γνωστή ως κοινωνικογνωστική θεωρία.

Κοινωνικά θεμέλια Σκέψης και Πράξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1986 ο Μπαντούρα εξέδωσε το Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory, στο οποίο αναθεώρησε ότι τα άτομα οργανώνονται μόνα τους, παίρνουν μέτρα εκ των προτέρων, προβληματίζονται και θέτουν κανόνες στον εαυτό τους, σε αντίθεση με τις ανορθόδοξες απόψεις ότι οι άνθρωποι κυβερνούνται από εξωτερικές δυνάμεις. Ο Μπαντούρα ανέπτυξε ιδέες για τριαδική αμοιβαιότητα, η οποία καθορίζει τις συνδέσεις μεταξύ ανθρώπινης συμπεριφοράς, περιβαλλοντικούς παράγοντες και προσωπικούς παράγοντες, όπως γνωστικά, συναισθηματικά και βιολογικά συμβάντα, και για αμοιβαία αιτιοκρατία, η οποία καθορίζει τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ αυτών των παραγόντων. Η έμφαση του Μπαντούρα στην ικανότητα των ατόμων να οργανώνονται και να θέτουν κανόνες στον εαυτό τους θα οδηγούσε τελικά στο αργότερο έργο του για την αυτοαποτελεσματικότητα.

Αυτοαποτελεσματικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1963 ο Μπαντούρα εξέδωσε το Social Learning and Personality Development. Το 1974 το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ τον βράβευσε με μια προικισμένη θέση και έγινε David Starr Jordan Professor of Social Science στη ψυχολογία. Το 1977 εξέδωσε το φιλόδοξο βιβλίο του, Social Learning Theory, το οποίο άλλαξε τη κατεύθυνση της ψυχολογίας στη δεκαετία του 80’.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας του για τις διαδικασίες με τις οποίες η μοντελοποίηση αμβλύνει φοβικές διαταραχές σε άτομα που φοβούνται τα φίδια, ανακάλυψε ότι οι αντιλήψεις τους περί αυτοαποτελεσματικότητας(την οποία τα άτομα είχαν στις δικές τους ικανότητες για να αμβλύνουν τη φοβία τους) προκάλεσαν αλλαγές στη συμπεριφορά και στη διέγερση του φόβου. Στη συνέχεια, ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα έρευνας εξετάζοντας τον σημαίνοντα ρόλο της αυτό-αναφερόμενης σκέψης στη ψυχολογική λειτουργία. Αν και συνέχισε να διερευνά και να γράφει για θεωρητικά προβλήματα που αφορούν μυριάδες θέματα, απ’ τα τέλη της δεκαετίας το 70’ αφοσίωσε τη προσοχή του στο ρόλο που οι αντιλήψεις αυτοαποτελεσματικότητας παίζουν στην ανθρώπινη λειτουργία.

Το 1997 ο Μπαντούρα εξέδωσε Self-efficacy: The exercise of control.

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπαντούρα έχει λάβει πάνω από δεκαέξι τιμητικά διπλώματα, περιλαμβανομένων αυτών από το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, το Πανεπιστήμιο του Άλφρεντ, το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, το Πανεπιστήμιο του Λέθμπριτζ, το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα στην Ισπανία, το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, το Πανεπιστήμιο του Νέου Μπρούνσουικ, το Πανεπιστήμιο Πεν Στέιτ, το Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, το ανοιχτό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το Πανεπιστήμιο Τζέιμς Ι στην Ισπανία, το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο της Κατάνια. Εκλέχθηκε ως συνεργάτης(Fellow) της Αμερικανής Ακαδημίας των Τεχνών και Επιστημών το 1980. Το 1999 έλαβε το βραβείο Θορνντάικ για Διακεκριμένες Συνεισφορές της Ψυχολογίας(Thorndike Award for Distinguished Contributions of Psychology) στην Εκπαίδευση από τον Αμερικανικό Ψυχολογικό Οργανισμό και το 2001 έλαβε το βραβείο Επιτεύγματος Ζωής(Lifetime Achievement Award) από την Εταιρεία για τη Προώθηση της Θεραπείας της Συμπεριφοράς(Association for the Advancement of Behavior Therapy). Έλαβε επίσης το βραβείο Εξαιρετικής Συμβολής Ζωής στη Ψυχολογία από την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, το βραβείο Επιτεύγματος Ζωής από τη Δυτική Ψυχολογική Εταιρεία, το βραβείο Τζέιμς Μακίν Κατέλ(James McKeen Cattell Award) από την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, και το βραβείο Χρυσού Μεταλλίου για Εξαιρετική Συμβολή Ζωής(Gold Medal Award for Distinguished Lifetime Contribution) στη Ψυχολογική Επιστήμη από το Αμερικανικό Ψυχολογικό Ίδρυμα.

Λίστα Σημαντικών Έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Υποδείγματα: Πάνω από 5000 παραπομπές στο Google Scholar
  • Υπερκλασσικά: Πάνω από 2500 παραπομπές στο Google Scholar
  • Κλασσικά: Πάνω από 1000 παραπομπές στο Google Scholar
  • Σπουδαία Έργα: Πάνω από 500 παραπομπές στο Google Scholar
  • Έργα Σημασίας: Πάνω από 250 παραπομπές στο Google Scholar

Υποδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bandura, A. (1997). Self-efficacy : the exercise of control. New York: W.H. Freeman.
  • Bandura, A. (1986). Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.

Άλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bandura, A., & Walters, R.H. (1959). Adolescent Aggression. Ronald Press: New York.
  • Bandura, A. (1962). Social Learning through Imitation. University of Nebraska Press: Lincoln, NE.
  • Bandura, A. (1969). Principles of behavior modification. New York: Holt, Rinehart and Winston.
  • Bandura, A. (1971). Psychological modeling: conflicting theories. Chicago: Aldine·Atherton.
  • Bandura, A. (1973). Aggression: a social learning analysis. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.
  • Bandura, A. (1975). Social Learning & Personality Development. Holt, Rinehart & Winston, INC: NJ.
  • Bandura, A., & Ribes-Inesta, Emilio. (1976). Analysis of Delinquency and Aggression. Lawrence Erlbaum Associates, INC: New Jersey
  • Bandura, A. (1977). Social Learning Theory. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bandura, A. (1973). Aggression: A social learning analysis. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.
  • Bandura, A. (1977). Social learning theory. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.
  • Bandura, A. (1986). Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall. ISBN 0-13-815614-X
  • Bandura, A. (2006). "Toward a Psychology of Human Agency" Perspectives on Psychological Science, Volume 1 Issue 2.
  • Bandura, A. (1989). Social cognitive theory. In R. Vasta (Ed.), Annals of Child Development, 6. Six theories of child development (pp. 1–60). Greenwich, CT: JAI Press.
  • Bandura, Albert (1997). Self-efficacy: The exercise of control. New York: Freeman. p. 604. ISBN 978-0-7167-2626-5
  • Bandura, Albert (1999). "Moral disengagement in the perpetration of inhumanities". Personality & Social Psychology Review 3 (3): 193–209. doi:10.1207/s15327957pspr0303_3. PMID 15661671
  • Bandura, A., & Walters. Richard H. (1959). Adolescent aggression; a study of the influence of child-training practices and family interrelationships. New York: Ronald Press.
  • Bandura, A., & Walters, R. H. (1963). Social learning and personality development. New York: Holt, Rinehart, & Winston.
  • Evans, R. I. (1989). Albert Bandura: The man and his ideas: A dialogue. New York: Praeger.
  • Haggbloom, S. J., Warnick, R., et al. (2002). The 100 most eminent psychologists of the 20th century. Review of General Psychology, 6(2), 139–152.
  • Zimmerman, Barry J., & Schunk, Dale H. (Eds.)(2003). Educational psychology: A century of contributions. Mahwah, NJ, US: Erlbaum. ISBN 0-8058-3681-0