Μάχη του Κρίμησου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη του Κρίμησου
Phalanx.png
Σύγχρονη ζωγραφική αναπαράσταση αρχαιοελληνικής φάλαγγας κατά τη στιγμή επίθεσης.
Ημερομηνία Αρχές καλοκαιριού, 341 π.Χ.
Τόπος Κρίμησος ποταμός
Έκβαση Ήττα των Καρχηδονίων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Έλληνες (Σικελιώτες και μισθοφόροι)
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
6.000 με 12.000
70.000
Απώλειες
Άγνωστες
Τουλάχιστον 10.000 νεκροί, 15.000 αιχμάλωτοι

Η μάχη του Κρίμησου έγινε αρχές καλοκαιριού (τέλη Θαργηλιώνος) του 341 π.Χ. μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων του Τιμολέοντα στις όχθες του ομώνυμου ποταμού της δυτικής Σικελίας. Ήταν η μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ των δύο "αιώνιων" αντιπάλων από την Μάχη της Ιμέρας. Αν και οι Έλληνες ήταν συντριπτικά λιγότεροι των πολεμίων τους, κέρδισαν μια περιφανή νίκη που συνέπεια είχε την διατήρηση της ελληνικής παρουσίας στη Σικελία.

Το ιστορικό πλαίσιο της σύγκρουσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αρχαιότητα, η Σικελία αποτέλεσε πεδίο σφοδρής αντιπαράθεσης μεταξύ Καρχηδονίων και Σικελιωτών Ελλήνων. Ούσα μεγάλη, πλούσια και κοντά στις βορειοαφρικανικές ακτές, η νήσος αποτελούσε άμεσο στόχο της εξωτερικής πολιτικής των Καρχηδονίων, αλλά οι επιδιώξεις τους προσέκρουαν στην έντονη και πολυπληθή ελληνική παρουσία. Όσο το ελληνικό στοιχείο εκυβερνάτο από ισχυρές προσωπικότητες, όπως ο Γέλων και ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος, οι Καρχηδόνιοι περιορίζονταν στο βορειοδυτικό άκρο της Σικελίας, όπου βρίσκονταν και οι περισσότερες φοινικικές αποικίες. Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. όμως, στη Σικελία ανθούσαν οι τυραννίες, με αποτέλεσμα συνεχείς συγκρούσεις να μαίνονται είτε μεταξύ των πόλεων είτε μεταξύ αντιθέτων παρατάξεων στο εσωτερικό των πόλεων. Επίσης, η ύπαιθρος βρισκόταν στο έλεος ομάδων μισθοφόρων που είχαν έρθει αρχικά κατόπιν πρόσκλησης κάποιου τυράννου, έπειτα όμως εκμεταλλευόμενοι την αστάθεια της περιοχής, δρούσαν ανεξάρτητα προς ίδιον όφελος. Οι Καρχηδόνιοι, λοιπόν, προσπάθησαν ξανά να επιβληθούν στην ευάλωτη πλέον νήσο, συνάπτοντας ευκαιριακές συμμαχίες με τυράννους, καθώς η κατάληψη ολόκληρης της Σικελίας φαινόταν εφικτή.

Η έλευση όμως του Τιμολέοντα το 344 π.Χ. ανέτρεψε άρδην την κατάσταση. Μέσα σε έναν χρόνο και με ελάχιστες δυνάμεις ελευθέρωσε τις Συρακούσες τόσο από την τυραννία του Διονυσίου Β' όσο και από την επιβουλή του Ικέτα, τυράννου των Λεοντίνων και συμμάχου των Καρχηδονίων.

Προς τη σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εξελίξεις αυτές δεν πτόησαν τους Καρχηδονίους. Άλλωστε ο Τιμολέων, παρά τις επιτυχίες του, διέθετε δραματικά ολιγάριθμες δυνάμεις σε σχέση με τα στρατεύματα που μπορούσε να κινητοποιήσει η φοινικική πολιτεία. Πράγματι, οι δυνάμεις που απέστειλαν οι Καρχηδόνιοι στην Σικελία ήταν τεράστιες: 70.000 στρατιώτες (Κέλτες, Ίβηρες, Λιβύοι κ. ά. μισθοφόροι εκ των οποίων 10000 Καρχηδόνιοι πολίτες), 10.000 άλογα για το ιππικό και τα πολεμικά άρματα και αρκετές πολεμικές μηχανές. Όλα αυτά χρειαζόταν 200 πολεμικά πλοία και 1000 μεταγωγικά για να διεκπεραιωθούν στην Σικελία. Η παρουσία του Ιερού Λόχου των Καρχηδονίων, δύναμης 2.500 ανδρών δείχνει την σπουδαιότητα που απέδιδε η Καρχηδόνα στην εκστρατεία αυτή. Επικεφαλής της εκστρατευτικής δύναμης ψηφίστηκαν οι στρατηγοί Ασδρούβας και Αμίλκας, καθώς ο προηγούμενος διοικητής που είχε συμμαχήσει με τον Ικέτα, γύρισε άπραγος στην Καρχηδόνα, όπου και θανατώθηκε.

Από την άλλη, ο Τιμολέων διέθετε 12.000 άνδρες κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη ή 6.000 κατά τον Πλούταρχο, μεταξύ των οποίων μόνον 3.000 Συρακούσιοι. Η λιποψυχία, που έσπειραν τα νέα για την τεράστια εκστρατεία των Καρχηδονίων, εμπόδισε την στρατολόγιση περισσότερων. Δεν δίστασε όμως να βαδίσει κατά των Καρχηδονίων για να προστατέψει τις συμμαχικές περιοχές και να μεταφέρει τον πόλεμο στην καρχηδονιακή επικράτεια. Ωστόσο κατά την διάρκεια της πορείας οι μισθοφόροι του, υπό την παρότρυνση κάποιου Θράσιου που εκμεταλλεύτηκε τον φόβο τους για το μέγεθος του καρχηδονιακού στρατού, στασίασαν. Αν και τελικά ο Τιμολέων κατάφερε με πολύ κόπο να κατευνάσει τα πνεύματα , 1000 μισθοφόροι υπό τον Θράσιο αποχώρησαν με πρόσχημα την μη καταβολή των μισθών. Οι Καρχηδόνιοι εν τω μεταξύ είχαν στρατοπεδεύσει στον Κρίμησο ποταμό και ο Τιμολέων με τους υπόλοιπους μισθοφόρους του έσπευσε να τους συναντήσει πριν περάσουν τον ποταμό.

Η Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική δύναμη έφτασε, με σύντομες πορείες, στον Κρίμησο και ανέβηκε σ’ έναν λόφο για να κατοπτεύσει την περιοχή. Η πρωινή ομίχλη, όμως, δεν επέτρεπε την θέαση της αντίπερα όχθης. Τότε εμφανίστηκαν κάποιοι οιωνοί που προκάλεσαν ανησυχία στο στράτευμα. Συγκεκριμένα εθεάθησαν ημίονοι φορτωμένοι με πετροσέλινο το οποίο χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες στα ταφικά έθιμα. Οι δεισιδαίμονες μισθοφόροι ερμήνευσαν το γεγονός αυτό ως προοίμιο της επερχόμενης καταστροφής τους, αλλά ο Τιμολέων τους θύμισε ότι από το φυτό αυτό οι Κορίνθιοι στεφάνωναν τους συμπατριώτες τους νικητές των Ισθμίων. Μάλιστα, έφτιαξε ένα στεφάνι από πετροσέλινο και το φόρεσε παροτρύνοντας τους στρατιώτες του να κάνουν το ίδιο. Ακολούθως, δύο αετοί φάνηκαν στον αέρα, ο ένας κρατώντας ένα φίδι στα πόδια του και ο άλλος πετώντας ψηλά και κράζοντας δυνατά. Οι μάντεις ερμήνευσαν ευνοϊκά και αυτόν τον οιωνό με αποτέλεσμα οι Έλληνες να αναθαρρήσουν και να αναμένουν τα εχθρικά στρατεύματα στεφανωμένοι.

Η Σικελία το 380 π.Χ. Στα χρόνια του Τιμολέοντα οι Καρχηδόνιοι είχαν προωθηθεί αρκετά προς τα ανατολικά, καταλαμβάνοντας και καταστρέφοντας σημαντικές ελληνικές πόλεις. Στον χάρτη φαίνεται και ο ποταμός Κρίμησος, αν και η ακριβής τοποθεσία της μάχης είναι άγνωστη.

Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά και διαλύθηκε η ομίχλη, φάνηκε στην απέναντι όχθη ο πολυπληθής καρχηδονιακός στρατός που προσπαθούσε να διαβεί τον ποταμό. Τα πολεμικά άρματα είχαν ήδη περάσει την κοίτη, ακολουθούσαν οι 10.000 «λευκάσπιδες» Καρχηδόνιοι οπλίτες (συμπεριλαμβανομένου και του Ιερού Λόχου) και έπειτα οι «βάρβαροι» μισθοφόροι. Ο Τιμολέων έστειλε αρχικά το ιππικό του (1.000 άνδρες) υπό τον Δημάρετο για να παρεμποδίσει την ανασύνταξη της αντίπαλης εμπροσθοφυλακής που είχε διεκπεραιωθεί. Τα πολεμικά άρματα όμως εμπόδισαν την αποτελεσματική δράση του ιππικού και οι Καρχηδόνιοι συνέχιζαν να διασχίζουν τον ποταμό. Έτσι ο Κορίνθιος στρατηγός έριξε στην μάχη και το πεζικό του. Οι Σικελιώτες και οι περισσότεροι μισθοφόροι τοποθετήθηκαν στα δύο κέρατα της ελληνικής παράταξης, ενώ ο ίδιος επικεφαλής των επίλεκτων μισθοφόρων του και των Συρακουσίων κατέλαβε το κέντρο. Το πεζικό επέπεσε κατά μέτωπο στην καρχηδονιακή φάλαγγα των «λευκάσπιδων» με το ιππικό να την προσβάλει πλαγίως. Αρχικά οι Καρχηδόνιοι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση χάρη στον βαρύτερο οπλισμό τους και απέκρουσαν την επίθεση. Τότε ο Τιμολέων διέταξε τους στρατιώτες του να αφήσουν τα δόρατα και να σύρουν τα σπαθιά τους. Οι Έλληνες, πιο έμπειροι και επιδέξιοι στην χρήση του ξίφους, άρχισαν σταθερά να υπερτερούν των Καρχηδονίων, παρά την γενναιότητα και το θάρρος που επέδειξαν οι τελευταίοι. Εκείνη τη στιγμή, ξέσπασε μια καλοκαιρινή καταιγίδα με χαλάζι, η οποία έπληττε τους Έλληνες στην πλάτη, ενώ τους Καρχηδονίους κατά πρόσωπο. Οι τελευταίοι, βαλλόμενοι μετωπικά από τους εχθρούς τους, παγιδευμένοι στον φουσκωμένο Κρίμησο και στο λασπωμένο έδαφος και με τις βαριές πανοπλίες να δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τις κινήσεις τους, κατέρρευσαν και υποχώρησαν άτακτα προς την απέναντι όχθη. Αρκετοί έχασαν τη ζωή τους καταδιωκόμενοι από τους άνδρες του Τιμολέοντα, αλλά δεν ήταν λίγοι και αυτοί που παρασύρθηκαν από το δυνατό ρεύμα και πνίγηκαν στον ποταμό.

Απώλειες και λάφυρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απώλειες της καρχηδονιακής παράταξης ήταν μεγάλες: 10.000 νεκροί, αρκετοί ακόμη πνίγηκαν στον Κρίμησο, και 15.000 αιχμάλωτοι κατά τον Πλούταρχο. 3.000 Καρχηδόνιοι πολίτες, μεταξύ των οποίων και το σύνολο σχεδόν του Ιερού Λόχου, συμπεριλαμβάνονταν στους νεκρούς. Από τα πολεμοφόδια, 200 άρματα και πολλές μηχανές καταστράφηκαν. Για τις απώλειες των Ελλήνων δεν έχουμε στοιχεία. Δεν πρέπει πάντως να ήταν μεγάλες, αφού αλλιώς δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τούς 15.000 αιχμαλώτους.

Τα λάφυρα που αποκόμισαν οι Έλληνες ήταν ανεκτίμητης αξίας: 10.000 ασπίδες, και χίλιοι βαρύτιμοι θώρακες, ενώ μετά την κατάληψη του αντίπαλου στρατοπέδου που βρισκόταν στην απέναντι όχθη, περιήλθαν στην κατοχή τους και οι πλουσιώτατες σε χρυσό και άργυρο αποσκευές. Μεγάλο μέρος των λαφύρων στάλθηκε ως αναθήματα σε ναούς της Σικελίας και της Ελλάδας. Τα ωραιότερα, όμως, κόσμησαν τους ναούς της Κορίνθου, ώστε σε μια εποχή που η μητροπολιτική Ελλάδα σπαρασσόταν ξανά από σφοδρές εμφύλιες διενέξεις, μόνον η Κόρινθος να καυχιέται ότι φέρει αναθήματα-τρόπαια από μάχες εναντίον βαρβάρων.[1]

Σημασία της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημασία της μάχης στον Κρίμησο ποταμό ήταν καίρια για την συνέχεια της ελληνικής παρουσίας στην Σικελία. Μαζί με την μάχη της Ιμέρας αποτελούν τις μεγαλύτερες συγκρούσεις των Σικελιωτών Ελλήνων με τους Καρχηδόνιους. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της περιφανούς νίκης του Τιμολέοντα δεν φάνηκαν αμέσως. Τον επόμενο χρόνο οι Καρχηδόνιοι ξαναέστειλαν έναν μεγάλο στόλο στη Σικελία και συνέπραξαν με τους ισχυρότερους Έλληνες τυράννους της νήσου. Μια νέα συντριπτική νίκη του Τιμολέντα (στις όχθες κάποιου άλλου ποταμού) ήταν αυτή που τελικώς οδήγησε την Καρχηδόνα σε διαπραγματεύσεις. Η αντίστροφη μέτρηση όμως, είχε αρχίσει από την μάχη του Κριμήσου. Τότε φάνηκε καθαρά ότι ο Τιμολέων δεν ήταν απλώς ένας ακόμα από τους πολλούς μισθοφόρους στρατιωτικούς που είχαν επισκεφτεί την Σικελία για να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα ή να ικανοποιήσουν την φιλαργυρία τους. Κέρδισε την αμέριστη συμπαράσταση των Σικελιωτών (αλλά και των γηγενών Σικελών), που μετά την αποχώρηση των Καρχηδονίων στράφηκαν εναντίον των τυράννων τους, διευκολύνοντας σημαντικά το έργο του Κορινθίου ηγέτη. Η παράταση του πολέμου έγινε οικονομικά ασύμφορη για την Καρχηδόνα, ενώ ο δυσβάστακτος φόρος αίματος (ο μεγαλύτερος μέχρι εκείνη την στιγμή) που είχαν πληρώσει οι πολίτες της, οδήγησε σε ηττοπάθεια. Με άλλα λόγια, ο χαμός του άνθους των πολιτών της, έκανε την πάντοτε επίμονη φοινικική πολιτεία να παραιτηθεί λίγο αργότερα από τον αγώνα, προτείνοντας ευνοϊκούς για τους Έλληνες όρους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. μετὰ τὴν μάχην […] ὁ Τιμολέων εἰς Κόρινθον ἔπεμψε τὰ κάλλιστα τῶν αἰχμαλώτων ὅπλων, βουλόμενος αὐτοῦ τὴν πατρίδα πᾶσιν ἀνθρώποις ζηλωτὴν εἶναι, θεωμένοις ἐν ἐκείνῃ μόνῃ τῶν Ἑλληνικῶν πόλεων τοὺς ἐπιφανεστάτους ναοὺς οὐχ Ἑλληνικοῖς κεκοσμημένους λαφύροις, οὐδ' ἀπὸ συγγενῶν φόνου καὶ ὁμοφύλων [ ἀναθημάτων] μνήμας ἀτερπεῖς ἔχοντας. ἀλλὰ βαρβαρικὰ σκῦλα, καλλίσταις ἐπιγραφαῖς δηλοῦντα μετὰ τῆς ἀνδρείας τῶν νενικηκότων τὴν δικαιοσύνην, ὅτι "Κορίνθιοι καὶ Τιμολέων ὁ στρατηγός, ἐλευθερώσαντες τοὺς Σικελίαν οἰκοῦντας Ἕλληνας ἀπὸ Καρχηδονίων, χαριστήρια θεοῖς ἀνέθηκαν." Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Τιμολέων 29, 5-6

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", Τόμος Γ'2 (Κλασσικοί Χρόνοι), Εκδοτική Αθηνών
  • Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι - Τιμολέων