Στατήρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στατήρας της αρχαίας Κορίνθου με τον Πήγασο και από την άλλη πλευρά την Αθηνά να φορά κορινθιακή περικεφαλαία. Το γράμμα Κόππα που διακρίνεται κάτω από τα μπροστινά πόδια του Πήγασου ήταν η δωρική προφορά και γραφή του γράμματος Κάππα και συμβόλιζε το πρώτο γράμμα της λέξης Κόρινθος

Ο στατήρας είναι γνωστός διεθνώς κυρίως ως νόμισμα της βόρειας Ελλάδας και, συγκεκριμένα, της Μακεδονίας. Ομως στατήρες κόβονταν και κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα από τον 8ο αιώνα π.Χ. σε πολλές περιοχές της, με ευρύτερα γνωστούς τον αιγινητικό στατήρα, τον αττικό, τον ευβοϊκό, τον κορινθιακό και πολύ αργότερα -επειδή η Μακεδονία δεν είχε αρχικά ιδιαίτερα αναπτυγμένο εμπόριο- τον μακεδονικό. Στατήρες κυκλοφόρησαν στη συνέχεια και στην δυτική Ευρώπη από τους Κέλτες, όταν αυτοί μιμήθηκαν τον μακεδονικό στατήρα, τον οποιο γνώρισαν υπηρετώντας ως μισθοφόροι στο στρατό του Φίλιππου Β΄. Στατήρας στην Ελλάδα ονομάζεται επίσης ένα είδος ζυγαριάς, το στατσέρι ή καντάρι. Τέλος, ο στατήρας εκτός από νόμισμα ήταν και μονάδα βάρους ή μάζας. Τον περασμένο αιώνα στην Ελλάδα ένας στατήρας ή καντάρι αναλογούσε σε 44 οκάδες.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη στατήρας (αρχαία ελληνικά, στατήρ, γεν. στατήρος) είναι ομόρριζη των λέξεων σταθμίζω και σταθμά και αποτελεί μετάφραση της φοινικικής λέξης σέκελ (schequel) που σήμαινε σταθμημένο ή ζυγισμένο και σταθερό βάρος. Το σέκελ ήταν νόμισμα των λαών της Μέσης Ανατολής. Οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με αυτό όταν άρχισαν να συναλλάσσονται με τους Φοίνικες εμπόρους και κάθε περιοχή της Ελλάδας έκοψε στατήρες διαφορετικού βάρους, ανάλογα με τις εμπορικές επαφές της. Όσες π.χ. πόλεις πρωτογνώρισαν τους στατήρες από τους Πέρσες ή είχαν περισσότερες συναλλαγές με αυτούς, υιοθέτησαν και έκοψαν στατήρες ανάλογους των περσικών -δηλαδή νομίσματα βάρους ίδιου με των περσικών στατήρων, που ζύγιζαν 11,50 γραμμάρια. Όσες πόλεις είχαν περισσότερες συναλλαγές με τους Βαβυλώνιους, έκοψαν στατήρες ανάλογους με τους βαβυλωνιακούς, βάρους περίπου 10 γραμμαρίων. Η Μακεδονία επηρεάστηκε περισσότερο από το φοινικικό στατήρα και έκοψε βαρύτερους στατήρες, των 14,50 γραμμαρίων.

Σε άλλες περιοχές της κυρίως Ελλάδας και της Ιωνίας ο στατήρας αντιστοιχούσε κατά την αρχαιότητα σε ένα αττικό τετράδραχμο ενώ σε άλλες, σε δίδραχμο. Κάποιες πηγές[1] αναφέρουν ότι οι πρώτοι Έλληνες που δανείστηκαν τον στατήρα ως νόμισμα από το εξωτερικό ήταν οι Ευβοείς, οι οποίοι πρωτομιμήθηκαν το φοινικικό σέκελ –νόμισμα που αντιστοιχούσε πιθανόν στο ένα πεντηκοστό της μνας.

Αλλες πηγές[2] αναφέρουν ότι ταυτόχρονα με την Εύβοια ήρθαν σε επαφή με τα φοινικικά νομίσματα και άλλες πόλεις και ότι την ίδια εποχή κόπηκαν στατήρες στην Αίγινα -ότι δηλαδή οι πρώτοι που έκοψαν τέτοια νομίσματα στο ελλαδικό έδαφος ήταν οι Ευβοείς και ταυτόχρονα οι Αιγινήτες. Τους Αιγινήτες ακολούθησαν στην κοπή στατήρων οι κάτοικοι της Νάξου, της Σίφνου, της Κρήτης και της Πελοποννήσου, της Θεσσαλίας, της Φωκίδας, Βοιωτίας, Κέρκυρας και Θράκης. Αυτές οι πόλεις εξέδωσαν στατήρες βάρους 12,60 έως 11,90 γραμμαρίων. Ο πρώτος ελληνοποιημένος στατήρας ονομάστηκε "αιγινητικός στατήρας" για όσους πρωτογνώρισαν το νόμισμα από την Αίγινα. Οσοι όμως επηρεάστηκαν από το νόμισμα των Ευβοέων ονόμασαν τον στατήρα "ευβοϊκό στατήρα" και αργότερα "αττικό στατήρα" (όταν έκοψε στατήρες και η Αθήνα) και "κορινθιακό στατήρα" (όταν έκοψε στατήρες και η Κόρινθος). Οι στατήρες που μιμήθηκαν τους ευβοϊκούς ήταν πιο ελαφρείς από τους αιγινητικούς -οι αττικοί και οι κορινθιακοί στατήρες είχαν βάρος γύρω στα 8 γραμμάρια.

Κάθε πόλη που εξέδιδε στατήρες, έδινε σε αυτούς το όνομά της αλλά συχνά στις συναλλαγές κυριαρχούσε ο όρος "ευβοϊκός" ή "αιγινητικός στατήρας" ακόμα κι αν το νόμισμα ήταν άλλης πόλης, επειδή το βάρος του νομίσματος ήταν ίδιο με των΄"πρωτοτύπων" και η λέξη "ευβοϊκός" ή "αιγινητικός" χρήσιμευε ως σημείο αναφοράς και σύγκρισης στην αξία του νομίσματος.

Ο στατήρας είχε και πολλαπλάσια αλλά και υποπολλαπλάσια. Πολλαπλάσιά του ήταν ο διστατήρας και ο τετραστατήρας. Υποπολλαπλάσιά του ήταν ο ημιστατήρας και η τρίτη (δηλαδή το ένα τρίτο του στατήρα), η τετάρτη (το ένα τέταρτο), η πέμπτη, η έκτη, αλλά και η ημιέκτη (το ένα δωδέκατο του στατήρα δηλαδή).

Αιγινητικοί στατήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηταν ουσιαστικά σαν τα αττικά δίδραχμα και ζύζιζαν 12,57 γραμμάρια. Από τη μία πλευρά το νόμισμα της Αίγινας έφερε μια χελώνα και από την άλλη ένα τετράγωνο στο οποίο ήταν εγκεγραμμένα τα αρχικά ΑΙΓ. Οταν έκοψαν και άλλες πόλεις στατήρες παρομοίου βάρους, τους έλεγαν "αιγινητικούς στατήρες". Με το αιγινητικό σύστημα κόπηκαν στατήρες και στη Βοιωτία. Αυτοί αναλογούσαν επίσης στο αργυρό αττικό δίδραχμο και έφεραν στη μία πλευρά βοιωτικό κράνος

Ιωνικοί στατήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εφέσιοι στατήρες ήταν ανάλογοι μάλλον των αττικών τετράδραχμων γιατί είχαν μεγαλύτερο βάρος -στην Έφεσο ακολουθούσαν το σύστημα κοπής της Ρόδου Οι Λαμψακηνοί στατήρες ήταν χρυσοί και ζύγιζαν 8,36 έως 8,49 γραμμάρια κατά το αττικό σύστημα. Έφεραν από την μία πλευρά φτερωτό ιππόκαμπο και από την άλλη απεικόνιση του Ηρακλή ως παιδιού ή της Θέτιδας που έφερε τα όπλα στον Αχιλλέα Οι στατήρες της Φώκαιας ήταν από ήλεκτρο και πρωτοεκδόθηκαν γύρω στο 550 π.Χ. -κυκλοφορούσαν μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ζύγιζαν 15,90 γραμμάρια και υποπολλαπλάσιό τους ήταν η "έκτη" που ζύγιζε 2,65 γραμμάρια. Είχαν ως σύμβολο από τη μια πλευρά τους μια φώκια, αλλά από την άλλη παρουσίαζαν εξαιρετική ποικιλία στις απεικονίσεις.

Κορινθιακοί στατήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοί αναλογούσαν σε αργυρά δίδραχμα και είχαν βάρος περίπου 8,60 γραμμαρίων. Στη μία πλευρά είχαν τον πτερωτό ίππο (πήγασο) και για αυτό ονομάζονταν "πώλοι". Υποδιαίρεσή τους ήταν ο ημιστατήρας, τα "έκτα" και άλλες, που απεικόνιζαν τον Πήγασο μισό. Από τις υποδιαιρέσεις προήλθε η κορινθιακή δραχμή, βάρους 2,91 γραμμαρίων.

Αττικοί στατήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ετσι ονομάζονταν οι χρυσοί στατήρες των Αθηναίων τους οποίους χρησιμοποίησε και ο Μέγας Αλέξανδρος. Αυτοί ήταν χρυσοί και είχαν βάρος από 8,60 έως 8,75 γραμμάρια. Επονομάστηκαν και "αλεξανδρινοί στατήρες" και χρησιμοποιηθηκαν και από τους διαδόχους του Αλέξανδρου, εκτός από τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου. Εκεί οι στατήρες κόπηκαν σε άλλα βάρη χρυσού και ονομάστηκαν "πτολεμαϊκοί στατήρες"

Κρήτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στατήρες χρησιμοποιούνταν επίσης στην Κρήτη[3] και συγκεκριμένα βρέθηκαν στατήρες στην Κυδωνία, (σημερινά Χανιά). Ένα νόμισμα της Κυδωνίας έφερε από την μία πλευρά την κρητική (μινωϊκή) θεότητα του κυνηγιού και του ψαρέματος Βριτομάρτιδος

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Robin Lane Fox, “Travelling Heroes: Greeks and Their Myths in the Epic Age of Homer”, σελ. 94
  2. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη, ο λημματογράφος της οποίας Β.Δ. Θεοφανείδης, επιμελητής τότε του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται στα έργα "Grieschische und Romische Metrologie" Fr. Hultsh, "Historia Numorum", Bakclay Head και "Stater" F. Lenormant
  3. William Smith, A Dictionary of Greek and Roman Antiquities, 1881, J. Murray
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Stater της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα statère της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).