Σελινούντας Σικελίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πολεοδομική ρυμοτομία του αρχαίου Σελινούντα (αρχαιολογική αναπαράσταση)
Ο ναός της Ήρας στον Σελινούντα

Ο Σελινούντας ήταν αρχαία ελληνική αποικία στη Σικελία. Βρισκόταν στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού και αποτελούσε τη δυτικότερη ελληνική αποικία σε αυτό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση και πρώιμη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σελινούντας ήταν αποικία της επίσης σικελικής πόλης Μέγαρα Υβλαία[1]. Η πόλη ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα π.Χ. Η ημερομηνία ίδρυσής της δεν μπορεί να προσδιοριστεί σήμερα με ακρίβεια. Με βάση αναφορά του Θουκυδίδη φαίνεται πως η πόλη ιδρύθηκε το 622 π.Χ. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης τοποθετεί την ίδρυση της πόλης το 650 π.Χ. ενώ ο ιστορικός Ιερώνυμος ακόμα νωρίτερα το 654 π.Χ.[2] Η πόλη, αν και συνόρευε με τις καρχηδονιακές αποικίες, διατηρούσε καλή σχέση με την Καρχηδόνα.

6ος και 5ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακρόπολη της πόλης

Από τις πληροφορίες που έχουμε για την επικράτεια της πόλης, φαίνεται πως, κατά τη διάρκεια του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ., γνώριζε ακμή και ευημερία. Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως, πριν την αποστολή των Αθηναίων στη Σικελία, ο Σελινούντας ήταν ευημερούσα και ισχυρή πόλη που διέθετε συσσωρευμένο πλούτο στους ναούς της. Ο Διόδωρος αναφέρει πως λίγο πριν την τελική επιδρομή των Καρχηδονίων η πόλη διένυε μακρά περίοδο ηρεμίας και ο πληθυσμός της είχε αυξηθεί σημαντικά[3].

Α΄Καρχηδονιακός πόλεμος και καταστροφή της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότερες αρχαίες ελληνικές αποικίες στην Σικελία

Η κύρια αντίπαλος των Σελινουντίων ήταν η σικελική πόλη Έγεστα, η οποία βρισκόταν βορειότερά τους. Οι δύο πόλεις είχαν συγκρουστεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Νέα διαμάχη τους, το 416 π.Χ., αποτέλεσε μία από τις βασικές αιτίες της μεγάλης αθηναϊκής εκστρατείας στη Σικελία καθώς ο Σελινούντας ζήτησε τη βοήθεια των Συρακουσών με αποτέλεσμα η Έγεστα να απευθυνθεί στους Αθηναίους για βοήθεια. Μετά την πανωλεθρία της αθηναϊκής αποστολής στη Σικελία, η Έγεστα έμεινε απροστάτευτη και αναγκάστηκε να παραχωρήσει στους Σελινουντίους τα εδάφη που ζητούσαν, ώστε να αποφύγει την επέμβαση των Συρακουσών, συμμάχου του Σελινούντα. Ωστόσο οι Σελινούντιοι, εκμεταλλευόμενοι τη δύσκολη θέση της Έγεστας, αφαίρεσαν κι άλλα εδάφη από αυτήν. Απότέλεσμα ήταν να αναγκαστεί η τελευταία να προσφύγει στους Καρχηδόνιους για βοήθεια (410 π.Χ.). Στη σχετική συζήτηση στη βουλή των Καρχηδονίων, πρωτοστάτησε ο Αννίβας, εγγονός του Αμίλκα ο οποίος είχε ηττηθεί από τους συνασπισμένους Έλληνες στη μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ.. Ο Αννίβας αναφέρεται πως μισούσε τους Έλληνες και ήθελε να εκδικηθεί την ντροπή των προγόνων του. Έτσι έπεισε τους συμπατριώτες του να βοηθήσουν τους Εγεσταίους και να τον διορίσουν αρχηγό της εκστρατείας, σε περίπτωση που ξεσπούσε πόλεμος. Εξ άλλου, η Καρχηδόνα ήθελε να εκμεταλλευθεί την εξασθένιση των ελληνικών πόλεων της Σικελίας, λόγω των εσωτερικών τους διενέξεων και του πολέμου με την Αθήνα.[4]

Μετ ά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με τους Σελινουντίους, οι Καρχηδόνιοι έστειλαν 5.800 συμμάχους τους, Λίβυες και Καμπανούς, σε βοήθεια των Εγεσταίων οι οποίοι όμως στην αρχή νικήθηκαν. Στη συνέχεια όμως, με μια αιφνιδιαστική επίθεση κατάφεραν να νικήσουν τους Σελινουντίους σε μάχη όπου οι δεύτεροι έχασαν 1.000 άνδρες. Αποτέλεσμα αυτής της μάχης ήταν να προσφύγουν για βοήθεια, ο μεν Σελινούντας στις Συρακούσες και η δε Έγεστα στους Καρχηδονίους. Έτσι ξέσπασε ο Α΄ Καρχηδονιακός πόλεμος μεταξύ Καρχηδόνας και Συρακουσών.[5]

Το 410 π.Χ. οι Καρχηδόνιοι προετοίμασαν εντατικά την εκστρατεία, συγκεντρώνοντας ισχυρότατη δύναμη από μισθοφόρους Ίβηρες και Λίβυες αλλά και πολλούς Καρχηδονίους, τους οποίους έθεσαν υπό τον Αννίβα. Το επόμενο έτος επιβίβασαν αυτή τη δύναμη σε στόλο από 60 τριήρεις και 1.500 μεταγωγικά και αποβιβάστηκαν στη Σικελία. στη ναυτική τους βάση Λιλύβαιο. Αυτό συνέβη την άνοιξη του 409 π.Χ. Στο Λιλύβαιο ενώθηκαν μαζί τους οι Εγεσταίοι και άλλοι σύμμαχοι, ανεβάζοντας τις δυνάμεις του Αννίβα σε 100.000 πεζούς και 4.000 ιππείς. Από εκεί κατευθύνθηκαν στον Σελινούντα τον οποίο πολιόρκησαν χρησιμοποιώντας διάφορες πολιορκητικές μηχανές. Εν τω μεταξύ οι Σελινούντιοι είχαν ζητήσει τη βοήθεια των Συρακουσών.[6] Αιχμή της επίθεσης εναντίον των τειχών της πόλης ήταν έξη πανύψηλοι πολιορκητικοί πύργοι εφοδιασμένοι με αντίστοιχο αριθμό κριών. Την επίθεση υποστήριζαν τοξότες και σφενδονήτες που χτυπούσαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Αρχικά οι έφοδοι αυτές έφεραν σε απόγνωση τους Σελινουντίους, καθώς αυτοί δεν είχαν πείρα από πολιορκίες. Στη συνέχεια αναθάρρησαν, με τη σκέψη ότι σύντομα θα έφτανε η βοήθεια από τις Συρακούσες.[6] Ωστόσο, παρά τη γενναία αντίσταση όλου του πληθυσμού της πόλης (ακόμη και οι γέροι, οι γυναίκες και τα παιδιά συμμετείχαν στον εφοδιασμό των υπερασπιστών με τρόφιμα και βέλη), η παραμέληση των τειχών, ο συνεχής βομβαρδισμός από τους πύργους και η χρήση των κριών έδωσαν τη δυνατότητα στους Καμπανούς μισθοφόρους των Καρχηδονίων να μπουν στην πόλη. Παρόλα αυτά, οι υπερασπιστές κατάφεραν, με συντονισμένη προσπάθεια να τους εκδιώξουν. Μέσα στην απόγνωσή τους, τη νύχτα, οι Σελινούντιοι έστειλαν ιππείς στον Ακράγαντα, τη Γέλα και τις Συρακούσες, για να ζητήσουν ξανά βοήθεια.[7]

Ωστόσο, οι Συρακόσιοι, νομίζοντας πως ο Σελινούντας μπορούσε να υποκύψει μόνο με μακρόχρονη πολιορκία, καθυστέρησαν να καταφθάσουν, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν ισχυρές δυνάμεις. Τις επόμενες 9 ημέρες, οι Καρχηδόνιοι και οι σύμμαχοί τους ενέτειναν τις επιθέσεις τους στο ρήγμα που είχε δημιουργηθεί και το οποίο διεύρυναν οι πολιορκητικές μηχανές. Στο τέλος, οι Ίβηρες μισθοφόροι πέτυχαν να μπουν στην πόλη όπου οι πολιορκημένοι προσπάθησαν αν τους αποκρούσουν στήνοντας οδοφράγματα ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έριχναν πέτρες και κεραμίδια από τις στέγες. Με τη δύση του ήλιου σταμάτησε κάθε αντίσταση και ακολούθησε ανελέητη σφαγή όλων σχεδόν των κατοίκων (16.000 νεκροί). Από τους επιζώντες, 5.000 ήταν οι αιχμάλωτοι, οι οποίοι πουλήθηκαν ως δούλοι ενώ 2.600 κατάφεραν να διαφύγουν στον Ακράγαντα. Λίγο αργότερα έφτασε στον Ακράγαντα η βοήθεια από τις Συρακούσες, μόλις 3.000 άνδρες, οι οποίοι το μόνο που μπόρεσαν να κάνουν ήταν να ζητήσουν από τον Αννίβα να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους. Ο Αννίβας όμως δεν δέχτηκε το αίτημά τους και, αφού κατεδάφισε τα τείχη, επέτρεψε μόνο στους φιλοκαρχηδόνιους κατοίκους να επιστρέψουν, με τον όρο να πληρώνουν φόρο στην Καρχηδόνα.[7] Ωστόσο η πόλη ποτέ δεν ανλέκαμψε από αυτή την καταστροφή.

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σελινούντας έμεινε υποτελής στους Καρχηδονίους μέχρι το 383 π.Χ. οπότε, με συνθήκη ειρήνης μεταξύ των Καρχηδονίων και του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου,ο Σελινούντας πέρασε στον έλεγχο των Συρακουσών[8]. Κατά τη διάρκεια του πρώτου Καρχηδονιακού πολέμου με τους Ρωμαίους, ο Σελινούντας βρέθηκε στην καρδιά των πολεμικών συγκρούσεων στην περιοχή. Λίγο πριν το τέλος του πολέμου οι Καρχηδόνιοι κατέστρεψαν ολοσχερώς την πόλη, ώστε να περιορίσουν τα σημεία που έπρεπε να υπερασπιστούν, και μετέφεραν τους κατοίκους της στο Λιλύβαιο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. Θουκυδίδης vi. 4, vii. 57; Σκύμνος 292; Στράβων vi. p. 272.
  2. Θουκυδίδης vi. 4; Διόδωρος xiii. 59; ΙερώνυμςChron. ad ann. 1362; Clinton, Fast. Hell. vol. i. p. 208.
  3. Θουκυδίδης vi. 6; Διόδωρος Σικελιώτης xii. 82.
  4. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 100
  5. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σσ. 100-101.
  6. 6,0 6,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 101.
  7. 7,0 7,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σ. 102.
  8. Διόδωρος Σικελιώτης xv. 73

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Γ2, 1972