Πρώτη Σύνοδος του Βατικανού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πρώτη Σύνοδος του Βατικανού


Η Πρώτη Σύνοδος του Βατικανού, είναι η εικοστή Οικουμενική Σύνοδος της Καθολικής Εκκλησίας και ξεκίνησε στις 8 Δεκεμβρίου, 1869 και έληξε στις 20 Οκτωβρίου, 1870. Συγκλήθηκε τριακόσια χρόνια μετά την Σύνοδο του Τρέντο.

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για πρώτη φορά ο Πάπας Πίος Θ' εμπιστέυθηκε την πρόθεσή του να συγκαλέσει σύνοδο στις 6 Δεκεμβρίου του 1853 σε μια από τις συνεδριάσεις των καρδιναλίων για την εξεταση των ιερών θεσμών. Δεκατρείς εξαυτών συμφώνησαν, δύο διατύπωσαν τις επιφυλάξεις τους και οι υπόλοιποι πως δεν ήταν αναγκαία. Τον Μάρτιο του 1865 ο Πάπας όρισε μια προπαρασκευαστική επιτροπή και τέθηκε ζήτημα αν θα έπρεπε να προσκληθούν και οι ηγέτες της Ευρώπής: θα έπρεπε να προσκληθεί και ο τότε Βασιλιάς της Ιταλίας. Τελικά ο Πάπας αποφάνθηκε αρνητικώς επί του ζητήματος[1]. Αρχικά η σύφκληση της Συνόδου αποφασίστηκε να συγκληθεί για τον Ιούνιο του 1866, όμως ο πόλεμος ανάμεσα σε Πρωσσία και Αυστρία έκανε τονΠάπα να αναβάλει την έναρξη των εργασιών της Συνόδου. Τελικά στις 29 Ιουνίου 1868 δημοσιέυθηκε το διάταγμα για τη σύγκληση της Συνόδου τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους.[2]

Οι εργασίες της Συνόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 8 Δεκεμβρίου 1869 ξεκίνησαν οι εργασίες της Συνόδου σε μια αίθουσα στο δεξιό τμήμα της βασιλικής του Βατικανού. Παρόντες ήταν 700 συνοδικοί πατέρες και 74 επρόκειτο να έλθουν αργότερα. Από τους 1050 καλεσμένους, οι 276 δεν ήλθαν ποτέ. Επίσης πάνω από το 1/3 ήταν Ιταλικής υπηκοότητας. Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Πάπας άσκησε κριτική στη νέα κοινωνία την ελέυθερη σκέψη, στους εκκοσμικευμένους θεσμούς καιτις ορθολογιστικές φιλοσοφίες. Από την τελετή έναρξης έως την δεύτερη επίσημη συνδρίαση πέρασε ένας μήνας.[3]

Το θέμα του Αλάθητου και η Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα του Αλάθητου τέθηκε με την πρόταση Περί της Εκκλησίας του Χριστού: η πρόταση αφορούσε την Εκκλησία σαν σώμα, τον αρχηγό της επί της Γης και τις σχέσεις της με τον υπόλοιπο κόσμο. Με αυτό ο Πάπας επιθυμούσε την «[...]εκμηδένιση του γαλλικανισμού, του οποίου ήθελε να εξαφανίση κάθεκάθεπολιτική και εκκλησιαστική ρίζα. Από πολιτική άποψη κηρύχθηκε αντίθετοςμε τον περιορισμό της Εκκλησίας στις υποθέσειςτου Κράτους.Από εκκλησιαστική δε, απέρριψε την εξάρτηση της παπικής εξουσίας από τους πατέρες συνοδικούς.[...]»[4] Τοσχέδιο πρότασης ανέφερε την ανάγκη σταθεροποιήσεως της παπικής εξουσίας,χωρίς να γίνεται ειδική μνεία στο αλάθητο. Οι βιογράφοι του Πίου Θ' επιχειρούν να διαψεύσουν πως αντικειμενικός σκοπός της συνόδου ήταν το δόγμα του αλάθητου[5] Στην πραγματικότητα το ζήτημα ανεφύει όταν οι συζητήσεις είχαν προχωρήσει,μετά από μια πρόταση ομάδας ιεραρχών. Εξήντα πατέρες έκαναν την εισήγηση να δηλώσει καθαρά η Σύνοδος την υπέρτατη και αλάθητη εξουσία του Πάπα[6]

Οι Αντιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γάλλοι και Γερμανοί επίσκοποι αντέδρασαν στη Σύνοδο αλλά και θεολόγοι σε Γαλλία και Γερμανία όπως ο καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Ινιάζ φον Ντέλλινγκερ: το δόγμα του αλάθητου εξασθένιζε τη θέση των Επισκόπων ως διαδόχων των Αποστόλων. Μεγάλο τμήμα από τοποίμνιό τους,ισχυρίζονταν άλλοι θα εντάσσονταν στον Προτεσταντισμό. Αντέδρασαν,επίσης και εκπρόσωποι των Δομινικανών: αυτοί υποστήριξαν πως ναι μεν ο Πάπας είναι αλάθητος,αλλά μόνο εφόσον εκφράζει τη γνώμη των Επισκόπων και όχι όταν ενεργεί με προσωπική έμπνευση.[7]

Η αποδοχή του Αλάθητου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 18 Ιουλίου 1870 έγινε η ψηφοφορία: 535 συμφώνησαν και δύο διαφώνισαν: οι επίσκοποι του Καγιάτσο και του Λίτλ Ροκ. Αλλά και εξήντα άλλοι δεν προσήλθαν στην ψηφοφορία και πολλοί είχαν αποχωρήσει.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομάδα διαφωνούντων οι Παλαιοκαθολικοί,σχημάτισε στην Γερμανία,στην Ελβετία και στην Ολλανδία μια ξεχωριστή Εκκλησία Η σύνοδος διέκοψε τις εργασίες της στις 20 Οκτωβρίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.115
  2. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.116
  3. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.116
  4. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.117
  5. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.117
  6. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.117
  7. Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.118

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alberto Macchiavelo, «Το Αλάθητο του Πάπα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.17 (Νοέμβριος 1969), σελ.114-119

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Catholic Encyclopedia