Δεύτερη Σύνοδος της Νίκαιας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δεύτερη Σύνοδος της Νίκαιας
Ημερομηνία 787
Αποδεκτή από Ρωμαιοκαθολικούς, Παλαιοκαθολικούς, Ανατολικούς Ορθόδοξους
Προηγούμενη σύνοδος (Καθολική) Τρίτη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης
(Ορθόδοξη) Πενθέκτη Σύνοδος
Επόμενη σύνοδος (Καθολική) Τέταρτη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (Ρωμαιοκαθολική)
(Ορθόδοξη) Τέταρτη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (Ανατολική Ορθόδοξη)
Συγκλήθηκε από Κωνσταντίνος ΣΤ΄ και Αυτοκράτειρα Ειρήνη (ως αντιβασίλισσα)
Προέδρευσε Πατριάρχης Ταράσιος, λεγάτοι του Πάπα Αδριανού Α΄
Συμμετοχή 350 (δύο παπικοί λεγάτοι)
Θέματα συζήτησης Εικονομαχία
Έγγραφα και δηλώσεις εγκρίθηκε η λατρεία των εικόνων
Χρονολογική λίστα Οικουμενικών συνόδων

Η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος (ονομαζόμενη και Δεύτερη Σύνοδος της Νικαίας) πραγματοποιήθηκε το 787 στην Νίκαια Βιθυνίας από τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και Ειρήνη, την μητέρα του. Με τις αποφάσεις τής συνόδου αυτής αναστηλώθηκαν οι εικόνες και καταδικάστηκε η Εικονομαχία. Είναι η τελευταία σύνοδος που θεωρείται οικουμενική από την Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία. Το κύρος της αναγνωρίζεται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και από ορισμένες Προτεσταντικές.

Από το 754 μέχρι το 787 και από το 815 μέχρι το 842 ως Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος θεωρείτο από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης η εικονομαχική σύνοδος της Ιέρειας.[1]

Η σύνοδος της Ιέρειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 754 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄, γιος του πρωτεργάτη της Εικονομαχίας Λέοντα Γ΄, ένθερμος εικονομάχος ο ίδιος και αποφασισμένος να επιβάλει οπωσδήποτε τις εικονομαχικές του απόψεις, συγκάλεσε οικουμενική σύνοδο στο ανάκτορο της Ιέρειας, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου. Σκοπός του ήταν να περιβάλει με κύρος οικουμενικής συνόδου τα εικονομαχικά δόγματα και να επιβάλει την ολοσχερή κατάργηση των εικόνων, πράγμα που δεν είχε κατορθωθεί από τους πολιτικούς νόμους του πατέρα του και του ίδιου.

Οι εργασίες της συνόδου διήρκεσαν από τον Φεβρουάριο ώς τον Αύγουστο του 754. Παρακάθισαν 348 επίσκοποι[2] και πρόεδρος ήταν ο αρχιεπίσκοπος Εφέσου Θεοδόσιος, γιος του τέως αυτοκράτορα Τιβέριου, δεδομένου ότι πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινούπολης χήρευε. Δεν παρέστησαν εκπρόσωποι του πάπα ούτε των πατριαρχείων της Ανατολής, δεδομένου ότι είχαν διακοπεί οι σχέσεις τους με την σχισματική θεωρούμενη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.[3]

Σώθηκαν αποσπάσματα των πρακτικών της συνόδου, από τα οποία φαίνεται ότι -πλην του ζητήματος των εικόνων- δέχτηκε αυτή κατά πάντα τα μέχρι τότε ισχύοντα στην Εκκλησία και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στην Παναγία και τους αγίους,[4] παρά τα περί του αντιθέτου γραφόμενα του Θεοφάνη.[5]

Ως προς δε τις εικόνες η σύνοδος όρισε : «Ομοφώνως ορίζομεν απόβλητον είναι και αλλοτρίαν και εβδελυγμένην εκ της των χριστιανών εκκλησίας πάσαν εικόνα εκ πάσης ύλης και χρωματουργικής των ζωγράφων κακοτεχνίας πεποιημένην». Και διέτασσε να μη τολμήσει κανείς να εκτελέσει ένα τέτοιο ασεβές και ανόσιο έργο γιατί αυτός που θα τολμούσε στο εξής να ζωγραφίσει εικόνα ή να την προσκυνήσει ή να την τοποθετήσει σε εκκλησία ή σε ιδιωτική οικία ή να την κρύψει, θα καθαιρούνταν αν ήταν ιερωμένος, θα αναθεματιζόταν οπωσδήποτε και θα τιμωρούνταν κατά τους νόμους του κράτους.[6]

Ύστερα η σύνοδος αναθεμάτισε τον επί Λέοντος Γ΄ πατριάρχη Γερμανό, τον Γεώργιο τον Κύπριο και τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τον «θεωρητικό» της εικονόφιλης παράταξης. Στις 8 Αυγούστου οι πατέρες πέρασαν τον Βόσπορο και ήρθαν στην εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών, απογυμνωμένη από εικόνες. Εκεί επευφήμησαν τον Κωνσταντίνο («σήμερον σωτηρία τω κόσμω, ότι συ, βασιλεύ, ελυτρώσω ημάς εκ των ειδώλων») και χειροτονήθηκε πατριάρχης ο επίσκοπος Συλαίου Κωνσταντίνος.[7]

Η Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Ε΄, «πολύ αποτομώτερος του πατρός»,[8] προχώρησε στην απαρέγκλιτη εφαρμογή των κανόνων της συνόδου. Οι εικονόφιλοι χρονογράφοι (και μόνο αυτών τα έργα σώζονται) διεκτραγωδούν τις διώξεις, τους μαρτυρικούς θανάτους και τα μαρτύρια των οπαδών των εικόνων. Οι μοναχοί ήταν ο κύριος στόχος του βασιλιά και πολλά μοναστήρια έγιναν στρατώνες.

Το 775 ο Κωνσταντίνος πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Λέων Δ΄, εικονομάχος κι αυτός αλλά πολύ ηπιότερος από τον πατέρα του. Στις αρχές του 780 οι εικονόφιλοι πέτυχαν την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο του Παύλου Δ΄, ο οποίος όμως υποχρεώθηκε από τον Λέοντα να καταδικάσει πανηγυρικά την λατρεία των εικόνων.[9] Τον Σεπτέμβριο του 780 ο Λέων πέθανε και η βασιλεία περιήλθε στον δεκάχρονο γιό του Κωνσταντίνο ΣΤ΄, επιτροπευόμενο από την μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία.

Ήταν ήδη γνωστό ότι η Ειρήνη διακατεχόταν από εικονόφιλα αισθήματα. Είχαν βρεθεί εικόνες στα διαμερίσματά της και ο Λέων την είχε επιπλήξει σφοδρότατα και είχε διακόψει κάθε επαφή μαζί της.[10] Τώρα οι εικονόφιλοι αναθάρρησαν, πολλά μοναστήρια επανιδρύθηκαν και οι μοναχοί ενεργούσαν ελεύθερα.[11] Άρχισε να μεθοδεύεται η αναστήλωση των εικόνων.

Το 784 ο πατριάρχης Παύλος παραιτήθηκε επικαλούμενος τύψεις συνειδήσεως γιατί προΐστατο σχισματικής εκκλησίας και γιατί αποκήρυξε τις εικόνες φοβούμενος την οργή των εικονομάχων. Συμβούλευσε οικουμενική σύνοδο κ’ ύστερα από λίγο πέθανε.[9]

Η Ειρήνη κάλεσε τους άρχοντες και τον λαό στο ανάκτορο της Μαγναύρας για την εκλογή του νέου πατριάρχη. «Και όλοι ομόφωνα είπαν ότι δεν είναι άλλος [άξιος] από τον Ταράσιο» ! Η βασίλισσα δήλωσε ότι κι αυτή αυτόν ήθελε αλλά είχε αντιμετωπίσει την άρνησή του, και τον κάλεσε να δώσει εξηγήσεις στο πλήθος. Ο Ταράσιος είπε αρχικά ότι αρνείται λόγω αναξιότητος και τελικά δέχτηκε υπό τον όρο της σύγκλησης οικουμενικής συνόδου η οποία θα επανένωνε τις Εκκλησίες. Πρόσθεσε δε ότι η σύνοδος της Ιερείας δεν κατήργησε τις εικόνες αλλά απλώς τις βρήκε κατηργημένες αυθαίρετα από τον Λέοντα Γ΄, νέα σύνοδος συνεπώς έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα.[12] Και όλοι συμφώνησαν «του γενέσθαι σύνοδον».[13]

Στις 25 Δεκεμβρίου ο μέχρι τότε λαϊκός και γραμματέας των ανακτόρων (ασηκρήτις) Ταράσιος χειροτονήθηκε πατριάρχης. Οι σχέσεις με τον πάπα και τα πατριαρχεία της Ανατολής αποκαταστάθηκαν αμέσως και ορίστηκαν εκπρόσωποί τους στη νέα σύνοδο.[14]

Στις αρχές του 786 άρχισαν να καταφτάνουν στην Κωνσταντινούπολη όσοι θα συμμετείχαν στην σύνοδο. Οι εικονομάχοι επίσκοποι, σε συναντήσεις που είχαν, εξέταζαν πώς θ’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση, με αποτέλεσμα να προκληθεί αναταραχή στην πόλη. Ο Ταράσιος, ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, απαγόρευσε επί πονή αφορισμού τις συναθροίσεις αυτές ως παρ’ ενορίαν.[15]

Η νέα σύνοδος ορίστηκε ν’ αρχίσει τις συνεδριάσεις της στις 17 Αυγούστου του 786 στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Αλλά ο στρατός, που εμφορούνταν από εικονομαχικό πνεύμα και είχε πρόσφατο το προηγούμενο της πραξικοπηματικής εκλογής του Ταράσιου, είχε περικυκλώσει από νωρίς την εκκλησία. Όταν ήρθαν κ’ οι βασιλείς για να παρακολουθήσουν την συνεδρίαση, ο Ταράσιος διέταξε να κλείσουν οι πύλες και κήρυξε την έναρξη. Αλλά τότε τα τάγματα εξεγέρθηκαν και απείλησαν να σπάσουν τις πύλες αν δεν τους επέτρεπαν την είσοδο στο ναό. Ο Ταράσιος υποχώρησε. Μόλις άρχισε η συνεδρίαση οι εικονόφιλοι επίσκοποι προσέβαλαν το κύρος της συνόδου της Ιερείας επειδή δεν είχαν παραστεί σ’ αυτήν εκπρόσωποι του πάπα και των πατριαρχείων της Ανατολής. Οι εικονομάχοι απάντησαν ότι εν τοιαύτη περιπτώσει ούτε η παρούσα σύνοδος ήταν κανονική δεδομένου ότι από τα τρία πατριαρχεία της Ανατολής ήρθαν μόνο δύο μοναχοί, από δε την Ρώμη ήρθαν δύο κατώτεροι κληρικοί ως πρεσβευτές απλώς του πάπα, χωρίς έγγραφα ειδικής πληρεξουσιότητος.[16] Οι στρατιώτες επικροτούσαν θορυβωδώς τις απόψεις των εικονοφίλων και, προ του αδιεξόδου, η Ειρήνη παρήγγειλε στον Ταράσιο να λύσει την συνεδρίαση. Οι εικονόφιλοι έφυγαν από την εκκλησία κ’ οι εικονομάχοι, αφού εγκωμίασαν την σύνοδο της Ιερείας επικύρωσαν, και πάλι τα πρακτικά της. Αρκέστηκαν όμως στην εύκολη και αναίμακτη νίκη τους και δεν φρόντισαν να την εκμεταλλευτούν καθαιρώντας τον Ταράσιο και ανακηρύσσοντας τις αποφάσεις τους αποφάσεις οικουμενικής συνόδου. Κέρδισαν την μάχη αλλά έχασαν μετά τον πόλεμο.[17]

Για να κατανικηθεί η αντίδραση του στρατού[18] η Ειρήνη έστειλε τον στενότερο συνεργάτη της ευνούχο Σταυράκιο στην Θράκη για να στρατολογήσει νέο στρατό, από εικονόφιλους. Σκηνοθέτησε μετά εισβολή των Αράβων και διακήρυξε την ανάγκη εκστρατείας εναντίον τους. Πήρε μαζί της τα καλύτερα τάγματα της βασιλικής φρουράς που είχε εκπαιδεύσει και οδηγήσει σε νίκες ο Κωνσταντίνος Ε΄, και βγήκε από την Πόλη για να περάσουν δήθεν στην Ασία, αυτή, η αυλή και τα τάγματα. Εκεί τα αφόπλισε με διάφορες προφάσεις ενώ ο στρατός του Σταυράκιου έμπαινε στην Πόλη από τις πύλες της Θράκης. Τα πιστά στην εικονομαχία τάγματα διατάχτηκαν να διαλυθούν και συγχρόνως τα πλοία μετέφεραν τις οικογένειες των στρατιωτών στην ασιατική ακτή. Ο εικονομαχικός στρατός της Κωνσταντινούπολης έπαψε να υπάρχει.[19]

Παρά την διάλυση αυτή του εικονομαχικού στρατού, ο τόπος και ο χρόνος δεν θεωρήθηκαν κατάλληλοι για τις εργασίες της συνόδου και τόπος μεν ορίστηκε η Νίκαια της Βιθυνίας, όπου είχε γίνει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το 325, χρόνος δε ο Μάιος του 787. Συμμετείχαν περί τους 350 σύνεδροι εκ των οποίων οι 132 μοναχοί κι ανάμεσά τους ο χρονογράφος Θεοφάνης.[7]

Οι συνεδριάσεις άρχισαν στις 24 Σεπτεμβρίου, φρουρούμενες από τον νέο στρατό του Σταυράκιου. Προήδρευαν οι δύο αντιπρόσωποι του πάπα, τυπικά όμως μόνο γιατί ουσιαστικά οι συζητήσεις διευθύνονταν από τον Ταράσιο. Οι εικονομάχοι επίσκοποι που είχαν δηλώσει μετάνοια, είχαν αποκλειστεί παρά το ότι μέχρι στιγμής οι διατάξεις της συνόδου της Ιερείας είχαν ισχύν διατάξεων οικουμενικής συνόδου και ότι τίποτα δεν είχε ακόμη συζητηθεί, το δε αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι -θεωρητικά- υπέρ των εικονομαχικών απόψεων. Αλλά τόσο από την μέχρι τώρα πορεία των γεγονότων όσο και από την επιστολή της Ειρήνης που διαβάστηκε στην σύνοδο, φαίνεται ότι το αποτέλεσμα ήταν προαποφασισμένο.

Στην πρώτες συνεδριάσεις προτάθηκε να χορηγηθεί συγγνώμη σε δέκα επισκόπους που είπαν ότι μετανοούσαν κι ότι δεν έφταιγαν αυτοί που είχαν ανατραφεί και εκπαιδευτεί με τα εικονομαχικά δόγματα. Οι ακραίοι εικονόφιλοι αντιτάχθηκαν αλλά ο Ταράσιος, επί κεφαλής των μετριοπαθών εικονόφιλων, πέτυχε να γίνουν δεκτοί οι μετανοήσαντες στην σύνοδο, αν και κάποιοι απ’ αυτούς υποχρεώθηκαν σε ταπεινωτική αυτοκριτική.[20] Διαβάστηκαν επίσης οι υπέρ των εικόνων επιστολές του πάπα Αδριανού προς την σύνοδο, τις οποίες ο Ταράσιος φρόντισε να ακρωτηριάσει, παραλείποντας την επίπληξη για την αθρόα εκ λαϊκών χειροτονία του, τις απαιτήσεις για απόδοση κτημάτων, εισοδημάτων και δικαιοδοσίας που του αφαιρέθηκαν από τον Λέοντα Γ΄, την αμφισβήτηση του τίτλου του τού οικουμενικού και τους επαίνους για τον Καρλομάγνο.

Επί της ουσία συζήτηση έγινε στην πέμπτη, έκτη και έβδομη συνεδριάσεις, κατά τις οποίες : αναγνώσθηκαν χωρία της Γραφής και των πατέρων της Εκκλησίας που συνηγορούσαν, κατά τους εικονόφιλους, υπέρ της προσκύνησης των εικόνων • καταργήθηκαν οι αποφάσεις της συνόδου της Ιερείας • αποκαταστάθηκε η μνήμη των αναθεματισμένων από την σύνοδο εκείνη πατριάρχη Γερμανού και Γεωργίου του Κυπρίου • αναθεματίστηκαν οι επί Κωνσταντίνου Ε΄ πατριάρχες Αναστάσιος, Κωνσταντίνος και Νικήτας • και διατυπώθηκε ο περί εικόνων όρος : «παραπλησίως του τύπου του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις...και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησιν απονέμειν, ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, η πρέπει μόνη τη θεία φύσει, αλλ’ ον τρόπον του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και τοις αγίοις ευαγγελίοις...Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν».[7]

Με τον όρο λοιπόν αυτόν θεσπίζεται ότι στις εικόνες απονέμεται τιμή μόνο (ασπασμοί, προσκύνησις, θυμιαμάτων και φώτων προσαγωγή) και όχι λατρεία, η οποία οφείλεται μόνο στο θείον.

Τα μετέπειτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύρος της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου διατηρήθηκε επί των διάδοχων της Ειρήνης Νικηφόρου Α΄, που έκλινε μάλλον προς την εικονομαχική παράταξη, και του εικονόφιλου Μιχαήλ Α'. Αλλά το 815 ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων Ε΄ συγκρότησε σύνοδο στην εκκλησία των Βλαχερνών, με την οποία καταργήθηκαν οι αποφάσεις της συνόδου της Νικαίας και ανακηρύχθηκε πάλι ως Εβδόμη Οικουμενική η σύνοδος της Ιερείας. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων παρέμεινε και επί του θρησκευτικά αδιάφορου Μιχαήλ Β΄ -που δεν ήθελε αναστατώσεις- και βέβαια επί του ένθερμου εικονομάχου Θεόφιλου. Μετά τον θάνατο του τελευταίου, η χήρα του Θεοδώρα, επίτροπος του ανηλίκου γιου τους Μιχαήλ Γ΄, συγκάλεσε σύνοδο εικονόφιλων, με απόφαση της οποίας αναστηλώθηκαν οι εικόνες και ανορθώθηκε το κύρος της συνόδου της Νικαίας ως Εβδόμης Οικουμενικής.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Gibbon, (Έντουαρντ Γκίμπον) vol. V, ch. XLIX, part I : «This Byzantine synod assumed the rank and powers of the seventh general council». Παπαρρηγόπουλος, βιβλίον δέκατον, κεφ. ΣΤ΄, υποκεφ. 5
  2. Θεοφάνης σ. 659. Κατά τον πατριάρχη Νικηφόρο (σ. 154) οι συμμετέχοντες ήταν 338
  3. Θεοφάνης 659, 708, 712
  4. εις Παπαρρηγόπουλον, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ. 6 : «Είτις ουχ ομολογεί την αειπάρθενον Μαρίαν κυρίως και αληθώς Θεοτόκον...και μετά ειλικρινούς πίστεως τας αυτής ουκ εξαιτείται πρεσβείας...ανάθεμα». «Είτις ουχ ομολογεί άπαντας τους απ’ αιώνος και μέχρι του νυν αγίους...και τας τούτων ουκ εξαιτείται προσευχάς...ανάθεμα»
  5. Θεοφάνης 678 : «τας πρεσβείας της αγίας παρθένου και θεοτόκου και πάντων των αγίων...αποκηρύττων»
  6. εις Παπαρρηγόπουλον, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ. 6
  7. 7,0 7,1 7,2 Παπαρρηγόπουλος, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ. 7
  8. Παπαρρηγόπουλος, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ. 6
  9. 9,0 9,1 Θεοφάνης 708
  10. Κεδρηνός 901
  11. Θεοφάνης 704
  12. Θεοφάνης 713 και Παπαρρηγόπουλος, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ 6
  13. Θεοφάνης 713
  14. Θεοφάνης 713-714
  15. Παπαρρηγόπουλος, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ 6
  16. Gibbon, vol. V, ch. XLIX, part III, σημ. 79. Για την νομιμοποίηση ειδικά των τελευταίων μέχρι και το τέλος της συνόδου, ο Gibbon έχει πολύ πιο έντονες επιφυλάξεις από τον Παπαρρηγόπουλο
  17. Θεοφάνης 715 και Παπαρρηγόπουλος, βιβλίον δέκατον, κεφ. Γ΄, υποκεφ 6 και υποκεφ. 7
  18. Θεοφάνης 715 : «...ο λαός των σχολαρίων τε και των εξκουβιτόρων και των λοιπών ταγμάτων υποβληθείς εκ των οικείων αρχόντων, έχοντες και την διδασκαλίαν του πονηρού αυτών διδασκάλου...» (του Κωνσταντίνου Ε΄)
  19. Θεοφάνης 715-716
  20. Σχετικές αναφορές στον Gibbon, vol. V, ch. XLIX, part III και στον Norwich, 378