Μήθυμνα Λέσβου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°22′05″N 26°10′26″E / 39.3681°N 26.1739°E / 39.3681; 26.1739

Μόλυβος

Η Μήθυμνα ή ο Μόλυβος είναι μεγάλος παραδοσιακός οικισμός της Λέσβου με 1.497 κατ. (2001).

Βρίσκεται στη βόρεια βορειοδυτική ακτή του νησιού, 62 χλμ. βορειοδυτικά της Μυτιλήνης και αποτελεί έδρα του Δήμου Μήθυμνας. Είναι πολύ γραφικός οικισμός, στο βόρειο μυχό του ομώνυμου όρμου, πάνω από τον οποίο δεσπόζει το παλιό φρούριο. Έχει μικρό λιμάνι με κίνηση κυρίως αλιευτικών σκαφών και τουριστικών θαλαμηγών.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μόλυβος από ψηλά.

Η πόλη στην αρχαιότητα ονομαζόταν Μήθυμνα, ενώ στα τέλη της Βυζαντινής περιόδου απέκτησε το όνομα Μόλυβος. Το αρχαίο της όνομα οφείλεται στη Μήθυμνα, κόρη του Μακαρέα και σύζυγο του Λεπετύμνου. Στη μακραίωνη πορεία της πόλης μέσα στο χρόνο χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο ονόματα. Σήμερα ισχύουν και τα δύο. Το πρώτο όνομα, Μήθυμνα, έχει προελληνική ρίζα – πελασγική και διατηρήθηκε σ' όλη την αρχαιότητα, μέχρι το 1354 μ.Χ. Ιστορικές πηγές, όπως νομίσματα – επιγραφές, αλλά και ιστορικές αναφορές (Θουκυδίδης: Μηθυμναίων χώρα) μας πληροφορούν ότι ο αιολικός τύπος του ονόματος ήταν «Μάθυμνα», αλλά από τα Ελληνιστικά χρόνια επικρατεί οριστικά ο αττικός τύπος «Μήθυμνα». Από τα χρόνια της κυριαρχίας της δυναστείας των Γατελούζων στο νησί, δηλαδή από το 1355 μ.Χ. επικρατεί το όνομα Μόλυβος. Η προέλευση του είναι πιο πιθανή από την Φράγκικη ονομασία Mont d'olives – το όρος των ελαιόδεντρων, παρά από τα άφθονα πετρώματα μολύβδου που υπάρχουν στην περιοχή. Στο χάρτη της Λέσβου, που σχεδίασε το 1782 ο Γάλλος Ch. Gouffier, έβαλε και Μήθυμνα και Μόλυβος, επιβεβαιώνοντας τη διαδρομή της διπλής ονομασίας μέσα στο χρόνο. Το 1912, όταν απελευθερώθηκε η Λέσβος από την τουρκοκρατία, επανήλθε και πάλι η αρχαία ονομασία ως επίσημη. Έτσι, αναφέρεται ως δήμος Μήθυμνας και ως Μήθυμνα στα έγγραφα των υπηρεσιών, στα λεωφορεία, αλλά την ίδια ονομασία χρησιμοποιούν κι όσοι έλκονται από την ιστορική διάσταση του ονόματος. Παρ' όλα αυτά, οι κάτοικοι, όταν αναφέρονται σήμερα στην πόλη τους, χρησιμοποιούν την ονομασία Μόλυβος. Κατά τη Μυθολογία, η Μήθυμνα, μαζί με τη Μυτιλήνη, την Άντισσα, την Αρίσβη και τον Ερεσό, ήταν παιδιά του βασιλιά Μάκαρα, που εποίκισε τη Λέσβο. Απ' τα παιδιά λοιπόν του βασιλιά πήραν αντίστοιχα και τα ονόματά τους οι συγκεκριμένες πόλεις του νησιού, που χιλιάδες χρόνια τώρα μένουν στις ίδιες θέσεις και διατηρούν τα ίδια ονόματα. Η Μήθυμνα παντρεύτηκε το Θεσσαλό ήρωα Λέσβο, που κι αυτός εποίκισε το νησί. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, παντρεύτηκε το μυθικό ήρωα Λεπέτυμνο, απ' τον οποίο πήρε τ' όνομα της η ομώνυμη οροσειρά.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αρχαία Μήθυμνα, η θέση της οποίας εντοπίζεται στην ίδια θέση με τη σύγχρονη, ήταν πόλη αντίπαλη της Μυτιλήνης και όλων των υπολοίπων πόλεων της νήσου ως μόνη αττικίζουσα.

"Κατά τον πόλεμο, η Μήθυμνα, με απόφαση του αρχηγού των Πελασγών Πυλαίου, συμμάχησε με τους Τρώες. Όπως αναφέρει ο Όμηρος, έγινε στόχος επιδρομών των Αχαιών, που ήθελαν να αποκόψουν τους Τρώες από κάθε βοήθεια των συμμάχων τους. Σε μια απ' αυτές τις επιδρομές, ο – κατά τον Όμηρο – Θεόμορφος Αχιλλέας πολιόρκησε στενά τη Μήθυμνα, αλλά συνάντησε μεγάλη αντίσταση κι η πολιορκία τραβούσε σε μάκρος. Τότε η Βασιλοπούλα της Μήθυμνας Πεισιδίκη, παράφορα ερωτευμένη με το μυθικό ήρωα, που φήμη του διέτρεχε από άκρη σε άκρη την Ελλάδα, τον βοήθησε αποφασιστικά να καταλάβει την πόλη. Η προδοσία της Πεισιδίκης προς την πατρίδα της δε βρήκε κατανόηση, έστω κι αν έγινε εξαιτίας ενός απελπισμένου έρωτα. Έτσι ο Αχιλλέας διέταξε να την εκτελέσουν με λιθοβολισμό. Στη συνέχεια, εκτέλεσε στα τείχη της πόλης τους ήρωες Λάμπετον και Ικετάονα, που ήταν γιος του Λεπέτυμνου και της Μήθυμνας, καθώς και τον Τράμβυλο. Την κατάληψη της Μήθυμνας από τον Αχιλλέα ακολούθησε σε λίγο και η άλωση της Τροίας."

Περί τον 5ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρεί ο Ηρόδοτος, είχε επιτεθεί κατά της επίσης σπουδαίας πόλης, μετά τη Μυτιλήνη, της Αρίσβη την οποία και εξανδραπόδισε. Το γεγονός αυτό την είχε απομονώσει απ΄ όλες τις άλλες πόλεις της νήσου.

Στον Πελοποννησιακό πόλεμο ήταν με το μέρος των Αθηναίων. Έτσι δεν πήρε μέρος στην αποστασία της νήσου (428 π.Χ.) από τη συμμαχία των Αθηναίων, όπου και άρχισαν τότε οι επιχειρήσεις μεταξύ αυτής και της Μυτιλήνης. Περιελούσα όμως η Λέσβος στους Αθηναίους από το 411 π.Χ. την πόλη υπεράσπιζε φρουρά των Αθηναίων. Ο Λακεδαιμόνιος όμως ναύαρχος Καλλικρατίδας κατάφερε με έφοδο να καταλάβει την πόλη την οποία στη συνέχεια και λεηλάτησε, το 407 π.Χ.
Το 389 π.Χ. ο Αθηναίος Θρασύβουλος φέρεται να ανακατέλαβε την πόλη, αφού νίκησε το Σπαρτιάτη αρμοστή Θηρίμαχο, οπότε η πόλη έγινε μέλος της συμμαχία. Το 167 π.Χ. επεκτάθηκε με την προσάρτηση της πόλης της Άντισσας.

Σήμερα σώζονται ελάχιστα τμήματα του τείχους και του λιμανιού, ερείπια του υδραγωγείου και μερικών οικοδομημάτων. Με τις ανασκαφές βρέθηκαν τάφοι, όστρακα από αγγεία κ.ά.

Λατρεία και Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Στα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια κυριαρχούσε η ηρωολατρεία. Μεγάλη γιορτή ήταν τα Ηράκλεια προς τιμήν του Ηρακλής και των Μηθυμναίων ηρώων Λάμπετος, Τράμβυλος και άλλων. Αργότερα, οι πιο ξεχωριστές θεότητες για τους Μηθυμναίους ήταν ο Παν, ο Διόνυσος, που λατρευόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, ως την κυριαρχία του Ορφισμός, οπότε η διονυσιακή λατρεία εμπλουτίστηκε με στοιχεία μυστικιστικά και πήρε μιαν άλλη διάσταση. Σημαντικές θεότητες των Μηθυμναίων ήταν ακόμα οι Αμαδρυάδες και οι Νύμφες, η Άρτεμις, ο Ποσειδώνας ο μεσοπόντιος, όπως οι Μηθυμναίοι τον αποκαλούσαν, ο Τρίοπος Ζευς (ο Δίας με τα τρία μάτια) ο Απόλλων, η Αθηνά, αλλά και ο Μέγας Σάραπις, θεότητα που μάλλον ήρθε από την Μικρά Ασία, όπου γιορτάζονταν τα Μεγάλα Σαραπίεια και αργότερα λατρεύτηκε στην Αίγυπτος. Από τις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, η Μήθυμνα ασπάζεται τον Χριστιανισμός."

Το κάστρο της Μήθυμνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λιμάνι και στο βάθος ο οικισμός με το κάστρο στην κορυφή.

Το κάστρο της Μήθυμνας είναι χτισμένο πάνω στα λείψανα της αρχαίας οχύρωσης, στην κορυφή του λόφου. Θεμελιώθηκε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, κατά μία εκδοχή τον 6ο αιώνα επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού, γνωστού για την οικοδομική του δραστηριότητα. Το 1128 κυριεύτηκε από τους Ενετούς και από το 1204 έως το 1287 ήταν υπό την κατοχή του Βαλδουίνου Β΄ της Φλάνδρας. Κατά μια άλλη άποψη, το κάστρο χτίστηκε μετά τα μέσα του 13ου αιώνα με σκοπό να καταστεί δυνατή η αντιμετώπιση των Τούρκων και Φράγκων επιδρομέων. Πάντως, στα τέλη του 13ου αιώνα πέρασε στα χέρια των Καταλανών. Το 1373 ο Γατελούζος Φραγκίσκος Α΄ επέφερε ενισχύσεις και επισκευές στο κάστρο. Η σημερινή μορφή του κάστρου είναι αποτέλεσμα των εργασιών του 14ου αιώνα και των οθωμανικών προσθηκών μετά το 1462.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]