Βασιλαετός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βασιλαετός
Ενήλικος βασιλαετός
Ενήλικος βασιλαετός
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [2]
Γένος: Αετός (Aquila) (Brisson, 1760) F
Είδος: A. heliaca
Διώνυμο
Aquila heliaca (Αετός ο ηλιακός)
Savigny, 1809

Ο Βασιλαετός είναι είδος αετού που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Κάποτε φώλιαζε στη χώρα, μετά εξαφανίστηκε, αλλά στα 2 τελευταία χρόνια έκανε πάλι την εμφάνισή του, με την προοπτική να ξαναφωλιάσει (βλ. Αναπαραγωγή και Κατάσταση πληθυσμού).Η επιστημονική του ονομασία είναι Aquila heliaca και δεν περιλαμβάνει υποείδη.[3] Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, περιελάμβανε το A. h. adalberti ως υποείδος, όμως νεότερες έρευνες βασισμένες σε χρωμοσωμικά δεδομένα, ενέταξαν το A. h. adalberti ως ξεχωριστό είδος (A. adalberti) (Ισπανικός βασιλαετός).[4]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H λατινική λέξη heliacus-a σημαίνει «ηλιακός», «αυτός που σχετίζεται με, ή ανήκει στον ήλιο».[5] Η αγγλική του ονομασία είναι «Αυτοκρατορικός αετός» (Imperial Eagle ή Eastern Imperial Eagle) και, σχετίζεται πιθανότατα, με την παλαιά Αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας, η οποία τον είχε χρησιμοποιήσει ως έμβλημα κατά την περίοδο της ακμής της.[6][7]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιότερα, ο βασιλαετός (Aquila heliaca),περιελάμβανε δύο υποείδη: το A. h. heliaca, της Α/ΝΑ Ευρώπης και το A. h. adalberti, της Ιβηρικής. Μερικοί ορνιθολόγοι, μάλιστα, θεωρούσαν τα δύο αυτά taxa, όχι ως υποείδη αλλά απλές «μορφές», την ανατολική και τη δυτική, αντίστοιχα.[8] Μετά από μελέτες, που περιελάμβαναν μορφολογικά [9], οικολογικά [10] και χρωμοσωμικά [11][12] δεδομένα, κρίθηκε απαραίτητο να διαχωριστούν μεταξύ τους και να αποτελέσουν ξεχωριστά είδη: Aquila heliaca (Ανατολικός βασιλαετός ή απλά βασιλαετός) και Aquila adalberti (Ισπανικός βασιλαετός).[4][13]

Ο βασιλαετός έχει το είδος Αquila rapax, ως τον πλησιέστερο συγγενή του.[14][15]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Aquila heliaca Πορτοκαλί: Όλο το έτος (επιδημητικός), είτε καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, Μπλέ: Περιοχές διαχείμασης

Ο βασιλαετός είναι μεταναστευτικό είδος που απαντά αποκλειστικά στον Παλαιό Κόσμο και, συγκεκριμένα, στην ανατολική Παλαιαρκτική. Η ζώνη αναπαραγωγής του (μόνιμη ή καλοκαιρινή), έχει τα δυτικά της όρια σε μία γραμμή που ξεκινάει περίπου από την Αυστρία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία και, επεκτείνεται ανατολικότερα προς την Ουκρανία, την ευρύτερη περιοχή των Καρπαθίων, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, μέρος της ΒΑ Ελλάδας, τον Εύξεινο Πόντο, τη Μικρά Ασία, τις χώρες του Καυκάσου και τις δυτικές και νότιες ακτές της Κασπίας, το Καζακστάν, τη Ν. Ρωσία, για να φθάσει μέχρι τη λίμνη Βαϊκάλη, στα βάθη της Σιβηρίας, όπου είναι τα ανατολικά της όρια.[10] Σε όλη αυτή την εκτεταμένη ζώνη, οι περιοχές όπου βρίσκεται ο βασιλαετός είναι πολύ διακεκομμένες και, στην ουσία, απαντά σε μικρούς θύλακες.

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται στην Αφρική, κυρίως στηνΑιθιοπία, το Σουδάν, την Ουγκάντα, και την Κένυα, αλλά και στην Ασία, κυρίως στη Μέση Ανατολή, το Ιράκ, το Ιράν, την Ινδία, το Πακιστάν, την Ινδοκίνα και την Κίνα, μέχρι τη Σινική Θάλασσα.

Στην Ελλάδα, απαντά είτε ως μόνιμος κάτοικος (επιδημητικός) να φωλιάζει σε εξαιρετικά μικρούς αριθμούς (Β.Μακεδονία, Θράκη),[16] είτε ως μεταναστευτικός, κατά το πέρασμά του στις περιοχές αναπαραγωγής ή διαχείμασης.[17]

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλαετός, γενικά, είναι μεταναστευτικό είδος, υπάρχουν όμως και περιοχές όπου παραμένει όλο το έτος. Η μετανάστευση εξαρτάται από τη θέση των εδαφών αναπαραγωγής και, οι μεταναστευτικές οδοί, έχουν διερευνηθεί διεξοδικά μόλις τα τελευταία 15 χρόνια, με τη χρήση τηλεμετρικών μεθόδων.[18]

Στην Ελλάδα έρχονται πλέον μόνο μεταναστευτικοί πληθυσμοί, κυρίως νεαρών ατόμων, ενώ δεν υπάρχουν πια ενδείξεις φωλιάσματος. Μερικά άτομα ξεχειμωνιάζουν, σε αρκετούς μεγάλους υγροτόπους όπως το Δέλτα του Καλαμά, τη Λίμνη Κερκίνη, τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και τα Δέλτα του Έβρου και του Αξιού αλλά και την Κρήτη. Κατά τη μετανάστευση παρατηρείται, πάντα σε μικρούς αριθμούς, ακόμη και στην Πελοπόννησο αλλά και σε μερικά νησιά.[19]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλαετός, είναι αρπακτικό των ανοικτών περιοχών χαμηλού υψομέτρου, με μεμονωμένα δένδρα ή συστάδες δένδρων, λιβάδια, ξέφωτα, συχνά στις παρυφές υγροτόπων.[16]. Στις ασιατικές περιοχές συχνάζει στη στέπα, ή σε ανάλογες περιοχές σχετικά πτωχές σε βλάστηση. Γενικά, αντίθετα με πολλούς άλλους αετούς, δεν συχνάζει σε ορεινά περιβάλλοντα.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος βασιλαετός

Ο βασιλαετός είναι από τα μεγαλύτερα μέλη του γένους Aquila και, κατ’ουσίαν, μόνον ο χρυσαετός είναι μεγαλύτερος σε μέγεθος από αυτόν, όμως έχει το μεγαλύτερο λαιμό από τους μεγάλους αετούς.[20]

Κατά την πτήση, η φιγούρα του είναι παρόμοια με εκείνη του χρυσαετού, αλλά τα πηδαλιώδη φτερά της ουράς κρατούνται κλειστά, ενώ οι πτέρυγες κρατούνται σε παράλληλη θέση με το έδαφος, δίνοντας το σχήμα σταυρού σε μετωπιαία όψη.[16]

Τα ενήλικα έχουν χρώμα πολύ σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο. Από την κορυφή του κεφαλιού, όμως, ξεκινάει απότομα ένα χαρακτηριστικό μπεζ-χρυσαφί «κάλυμμα» που σκεπάζει μέχρι και τον τράχηλο. Οι ώμοι (scapulars) και η ωμοπλάτη (mantle) καλύπτονται, επίσης, από μία ανοιχτόχρωμη, υπόλευκη λωρίδα. Το σύνολο του σώματος, το μέτωπο και τα καλυπτήρια φτερά είναι επίσης πολύ σκούρα καφέ, σχεδόν μαύρα και, έρχονται σε μικρή αντίθεση με πρωτεύοντα ερετικά φτερά που είναι σκούρα γκρι-καφέ.

Η ουρά είναι ασημογκρίζα καφετιά με μικρές παράλληλες, λεπτές μαυριδερές λωρίδες. Η ίριδα είναι ανοιχτή γκρίζα, το κήρωμα έχει κίτρινη απόχρωση, ενώ το ράμφος είναι γκρίζο με μαύρο άγκιστρο. Οι ταρσοί έχουν πλούσιο φτέρωμα και τα πόδια είναι κίτρινα.

Τα νεαρά άτομα διαφέρουν σημαντικά από τους ενήλικες, είναι πιο ανοιχτόχρωμα, με ένα μπεζ-ξανθωπό χρώμα και αρκετές σκούρες κηλίδες. Αποκτάνε το φτέρωμα των ενηλίκων στα 6-7 χρόνια.[21]

Τα φύλα είναι σχεδόν όμοια στη μορφολογία, αλλά τα θηλυκά είναι λίγο μεγαλύτερα και αρκετά βαρύτερα από τα αρσενικά.

  • Μήκος σώματος: (68-)74 έως 83(-85) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (175-)190 έως 210(-216) εκατοστά.
  • Βάρος: Αρσενικό 2,45-2,72 κιλά, θηλυκό 3,16-4,53 κιλά.[22]

Κυνήγι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλαετός περνάει αρκετή ώρα στο έδαφος και, όταν πετάει, είναι είτε μόνος είτε σε ζευγάρια.[16] Η κίνηση και η συμπεριφορά του γενικότερα, είναι πιο «αργή» και νωχελική (sluggish) από εκείνη του χρυσαετού,[8] ενώ παραμένει στον αέρα λιγότερο χρόνο από αυτόν.[23] Χρησιμοποιεί τρεις μεθόδους κυνηγιού: βάδισμα στο έδαφος, έφοδο από κρυψώνα και έφοδο από αέρα. Την πρώτη μέθοδο χρησιμοποιεί σπάνια ,όταν επιτίθεται σε πολύ μικρή λεία όπως έντομα. Στη δεύτερη περίπτωση, χρησιμοποιεί χαμηλά δένδρα, φράχτες ή θημωνιές και, αποτελεί την προσφιλέστερη μέθοδο, ενώ στην τρίτη πετάει κάνοντας κύκλους (soaring) για να εποπτεύει τη λεία του και επιτίθεται με εφόρμηση -σε μεγάλα κυρίως θηράματα-.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαγόγυρος (Spermophilus citellus) από τα αγαπημένα εδέσματα του Βασιλαετού στην Ελλάδα

Η διατροφή του βασιλαετού περιλαμβάνει μία σχετικά μικρή γκάμα από σπονδυλόζωα του εδάφους και, κυρίως λαγόγυρους (Spermophilus sp., Citellus sp.), λαγούς και χάμστερ. Επίσης επιτίθεται σε μικρά ή και πολύ μεγαλύτερα πουλιά, όπως περιστέρια, φασιανούς, ακόμη και νεαρές γερακίνες ή γερανούς. Τέλος, στη δίαιτά του συμπεριλαμβάνονται -πιο σπάνια- βάτραχοι και μεγάλα έντομα, ενώ συχνά στρέφεται σε θνησιμαία.[24]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλαετός φθάνει στις περιοχές αναπαραγωγής, στις αρχές Μαρτίου με αρχές Απριλίου, περίπου, και η αναζήτηση ταιριού αρχίζει αμέσως. Όταν είναι μόνιμος κάτοικος, η περίοδος φωλιάσματος αρχίζει αρκετά νωρίτερα (Φεβρουάριος). Η φωλιά κατασκευάζεται και από τα δύο φύλα, σε μεμονωμένα φυλλοβόλα δένδρα -οπότε είναι αρκετά εκτεθειμένη- αλλά, αν υπάρχει κοντά ανθρώπινη όχληση, μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα στο δάσος και αρκετά μακριά από την περιοχή αναζήτησης τροφής. Η βάση της φωλιάς είναι κατασκευασμένη από κλαδιά στο πάχος αντίχειρα, ενώ το εσωτερικό της είναι από λεπτά κλαδιά, γούνα και μαλλί παρμένα από τη λεία του και επιστρωμένη με γρασίδι ή φρέσκα φύλλα. Έχει διάμετρο 100 με 130 εκατοστά, περίπου, αλλά συχνά επαναχρησιμοποιείται και αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η γέννα, που μπορεί να ξεκινάει από τα τέλη Φεβρουρίου, αλλά συνήθως πραγματοποιείται στα τέλη Μαρτίου με τέλη Απριλίου, αποτελείται από 2-3 αυγά, σπάνια μόνον 1.

Τα αυγά γεννιούνται με διαφορά τριών ημερών μεταξύ τους.[25] Η επώαση, γίνεται και από τους δύο γονείς -με το θηλυκό στον κύριο ρόλο-, ξεκινάει από το πρώτο αυγό και διαρκεί 37 έως 43 ημέρες. Οι νεοσσοί διαφέρουν σε μέγεθος και, ο δεύτερος συνήθως πεθαίνει. Ο Καϊνισμός υφίσταται, αλλά δεν είναι υποχρεωτικός όπως λ.χ. στον κραυγαετό, παρά μόνον όταν υπάρχει έλλειψη τροφής.[26] Το θηλυκό αναλαμβάνει το τάισμα στην αρχή και, μετά από λίγες ημέρες παραμένει κοντά στη φωλιά, μεταφέροντας την τροφή που έχει πιάσει το αρσενικό και έχει αφήσει σε παρακέιμενο δένδρο.[25]

Πορτραίτο νεαρού βασιλαετού

Το πτέρωμα αποκτάται με αργό ρυθμό, ξεκινώντας από τις 14 ημέρες και τελειώνοντας στις 55 ημέρες, περίπου. Τα μικρά μαθαίνουν να στέκονται στα πόδια τους στις 28 ημέρες και, αρχίζουν να τρέφονται μόνα τους, με τροφή που φέρνει το θηλυκό, από τις 40 ημέρες περίπου. Το πρώτο πέταγμα γίνεται στις 60 ημέρες, ενώ τα νεαρά πουλιά παραμένουν κοντά στη φωλιά για 2-3 εβδομάδες ακόμη.[25]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός της Ευρώπης το 2013 υπολογίζεται από την IUCN στα 1.800 – 2.200 ικανά για αναπαραγωγή ζεύγη, δηλαδή 3.600 έως 4.400 άτομα. Με βάση και πρόσφατες εκτιμήσεις από την Ρωσία και το Καζακστάν, ο παγκόσμιος πληθυσμός εκτιμάται (με τους πλέον συντηρητικούς υπολογισμούς) στα 3.500 - 15.000 άτομα.[1]

Ο βασιλαετός, στον 19ο αιώνα, είχε αρχικά επωφεληθεί από την ανθρώπινη δραστηριότητα, κυρίως από το άνοιγμα του τοπίου -επειδή αρέσκεται στις ανοιχτές εκτάσεις-, και επεκτάθηκε προς τα δυτικά, στη λεκάνη των Καρπαθίων, όπου και εγκαταστάθηκε αρχικά περίπου 150 χρόνια πριν. Στον 20ο αιώνα όμως, μειώθηκε δραματικά, τουλάχιστον στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, το είδος στην Ελλάδα είναι στα πρόθυρα της εξαφάνισης,[27] με ελάχιστα καλύτερη την κατάσταση στην Ουγγαρία [28] και στη Βουλγαρία.[29] Σημαντική πτώση προκλήθηκε από την εκτεταμένη εφαρμογή δηλητηριασμένων δολωμάτων για την εξάλειψη λύκων και άλλων αρπακτικών, καθώς και κορακοειδών, αλλά και άμεσες ανθρώπινες διώξεις. Άλλες αιτίες της παρακμής ήταν η μεγάλης κλίμακας υλοτόμηση των δέντρων και μεμονωμένες συστάδων στο αγροτικό τοπίο, το οποίο απέσυρε τον βασιλαετό από το φώλιασμα, καθώς και η αλλαγή της γεωργικής χρήσης, η οποία οδήγησε στην εξαφάνιση σημαντικών ειδών της διατροφής του, όπως είναι τα τρωκτικά.

Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ξεκίνησαν στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία εντατικά προγράμματα διατήρησης για το είδος. Εκτός από την πιο ολοκληρωμένη καταγραφή για όλα τα ζεύγη αναπαραγωγής, τα προγράμματα περιλαμβάνουν συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες για να αποφευχθούν διαταραχές στη φωλιά από τη γεωργία και τη δασοκομία, φύλαξη των φωλιών για την πρόληψη οχλήσεων και την κλοπή των αυγών ή των νεαρών πτηνών και, κατασκευή τεχνητών φωλιών.[26][28]

Τα προγράμματα αυτά ήταν και είναι πολύ επιτυχή, ο πληθυσμός στην Ουγγαρία αυξήθηκε από 14 ζεύγη το 1985, σε 61 με 65 ζεύγη το 2002, στη Σλοβακία από δώδεκα ζεύγη το 1981σε 40 σε 45, το 2004.[26][28][30] Κατά τη διάρκεια της ανάκαμψης, το είδος έχει επεκταθεί επίσης προς τα δυτικά, στην Τσεχία και την Αυστρία.[31]

Στο ασιατικό τμήμα της επικράτειας του βασιλαετού, είναι διαφορετικά τα δεδομένα σχετικά με τις τάσεις του πληθυσμού. Ο πληθυσμός στα ανατολικά όρια, στην περιοχή της λίμνης Βαϊκάλης, έχει μειωθεί από το 1982/83 έως το 1998/99 κατά περισσότερο από 40 τοις εκατό, αλλά οι λόγοι για την πτώση παραμένουν ασαφείς.[32]

Νεαρός βασιλαετός σε πτήση (κοιλιακή όψη)

Για την Ελλάδα, τα πράγματα είναι πολύ πιο άσχημα. Μάλλον σήμερα, δεν φωλιάζει σε όλη την επικράτεια αλλά, ακόμη και οι παρατηρήσεις του είναι εξαιρετικά σπάνιες. Συνεχίζει, πάντως να φωλιάζει σε μικρούς αριθμούς στα γειτονικά κράτη (Αλβανία, Βουλγαρία, Τουρκία).

Ο βασιλαετός ήταν παλιότερα πολύ πιο διαδεδομένος σαν αναπαραγόμενο είδος στην Ελλάδα. Κατά τον προπερασμένο αιώνα, οι Reiser, Kruper, Lilford, Lindermayer, Erhard και άλλοι ερευνητές, έβλεπαν το είδος να αναπαράγεται στις πεδινές περιοχές της βόρειας και κεντρικής χώρας, συμπεριλαμβανομένων της Αττικής, της Ακαρνανίας και της Θεσσαλίας. Την ίδια εποχή επίσης υπάρχουν παρατηρήσεις του είδους στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και στα Ιόνια Νησιά, αν και φώλιασμα σ’ αυτές τις περιοχές δεν αποδείχτηκε ποτέ. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ο Βασιλαετός διατηρούσε καλούς πληθυσμούς φωλιάζοντας στις παρυφές των πεδιάδων της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας, ευνοημένος από τις παραδοσιακές χρήσεις γης και ιδιαίτερα την κτηνοτροφία στις πεδινές και ημιορεινές περιοχές. Αυτή η κατάσταση επικράτησε έως και τη δεκαετία του ‘40, κατά τη διάρκεια της οποίας, μόνο γύρω από τη Θεσσαλονίκη, όπως αναφέρει ο Makatsch, υπήρχαν 25 ζευγάρια, κυρίως στην περιοχή του τριπλού Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα.[19]

Μέτρα προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλαετός φυσικά προστατεύεται αυστηρά από το νόμο (Απόφαση 414985/1985 ΥΠΓΕ),[33] αλλά η πραγματικότητα αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Το γεγονός ότι συχνάζει σε πεδινές, ευκολοπρόσιτες περιοχές, τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στο κυνήγι. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Αγρίων Ζώων (ΕΚΠΑΖ), λαμβάνει σχεδόν κάθε χρόνο από έναν πυροβολημένο νεαρό Βασιλαετό, φτάνοντας τα 10 άτομα στα 15 χρόνια λειτουργίας του, αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος για ένα τόσο σπάνιο πουλί.[19]

Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη, βάσει του Σχέδιου Δράσης (Action Plan), να προβεί σε:

1. επέκταση του δικτύου προστατευόμενων περιοχών και στη διαχείριση των βασικών θέσεων του είδους,
2. προώθηση ενός σχεδίου αποκατάστασης του βασιλαετού,
3. χαρακτηρισμό των περιοχών στις οποίες εμφανίζεται (αναπαράγεται ή ξεχειμωνιζει) ο Βασιλαετός ως Περιοχές Ειδικής Προστασίας (SPA) βάσει της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ,
4. εφαρμογή της απαγόρευσης χρήσης των δηλητηριασμένων δολωμάτων,
5. έρευνα της παλιάς κατανομής του είδους,
6. στενή παρακολούθηση (monitoring) της αναπαραγωγής του Βασιλαετού και
7. δράση για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού, ειδικά για το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το είδος με το κυνήγι.[19]

Το είδος είναι ενταγμένο, ειδικά στον ελλαδικό χώρο, στην κατηγορία Κινδυνεύοντα (Endangered E1).[33]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλαετός απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες, Αυτοκρατορικός αετός, Ηλιάετος, Χελωνιάρης ή Χελωνάρης (Λακωνία) και Γεράκα (Κύπρος).[34]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 BirdLife International (2013). Aquila heliaca στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 4 Ιαν. 2014.
  2. Thiollay, 1994
  3. Howard and Moore, p. 113
  4. 4,0 4,1 Howard and Moore, p. 113, note 2
  5. http://artflx.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.7:286.lewisandshort
  6. βλ. λήμμα Eastern Imperial Eagle της αγγλικής Βικιπαιδείας
  7. χρειάζεται παραπομπή (citation needed)
  8. 8,0 8,1 Bruun, p. 74
  9. Cramp, S. & Simmons, K. E. L. (1980)
  10. 10,0 10,1 Meyburg, B. U. (1994)
  11. Padilla, J. A. et al
  12. Seibold, I. et al
  13. Sangster, George et al
  14. H. R. L. Lerner et al
  15. M. Wink et al
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 108
  17. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 185
  18. S. Danko
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Α. Σακούλης
  20. Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, p. 96
  21. D. Forsman
  22. J. Ferguson-Lees, D. A. Christie
  23. Κιόρτσης
  24. Horváth M et al. 2010
  25. 25,0 25,1 25,2 Harrison,p. 103
  26. 26,0 26,1 26,2 S. Danko und J. Chavko
  27. B. Hallmann
  28. 28,0 28,1 28,2 L. Haraszthy, J. et al
  29. T. Petrov et al
  30. T. Mebs & D. Schmidt
  31. A. Ranner
  32. V. V. Rybatsev und T. E. Katzner
  33. 33,0 33,1 «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 184
  34. Απαλοδήμος, σ. 20

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Β. Κιόρτσης, Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 3 , λήμμα «Αετός»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Α. Σακούλης, άρθρο της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, από http://grevena-fauna.blogspot.gr/2011/10/blog-post_1641.html, retrieved 3/2013
  • Cramp, S. & Simmons, K. E. L. (1980) Birds of the Western Palearctic, Vol. 2. Oxford University Press, Oxford.
  • S. Danko: Beringungsergebnisse am Kaiseradler Aquila heliaca im Nordwesten des Brutareals. In: Meyburg, B.-U. & Chancellor, R. D. (eds): Eagle Studies. WWGBP, Berlin, London, Paris, 1996 ISBN 3-9801961-1-9: S. 389–403
  • S. Danko und J. Chavko: Breeding of the Imperial Eagle Aquila heliaca in Slovakia. In: Meyburg, B.-U. & Chancellor, R. D. (eds): Eagle Studies. WWGBP, Berlin, London, Paris, 1996 ISBN 3-9801961-1-9: S. 415–423
  • J. Ferguson-Lees, D. A. Christie: Raptors of the World. Christopher Helm, London, 2001. ISBN 0-7136-8026-1: S. 740
  • D. Forsman: The Raptors of Europe and the Middle East – A Handbook of Field Identification. T & A D Poyser, London, 1999: S. 378–382
  • B. Hallmann: The decline of the Imperial Eagle Aquila heliaca in Greece. In: Meyburg, B.-U. & Chancellor, R. D. (eds): Eagle Studies. WWGBP, Berlin, London, Paris, 1996 ISBN 3-9801961-1-9: S. 439–442
  • L. Haraszthy, J. Bagyura, T. Szitta, Z. Petrovits und L. Viszló: Biology, Status and Conservation of the Imperial Eagle Aquila heliaca in Hungary. In: Meyburg, B.-U. & Chancellor, R. D. (eds): Eagle Studies. WWGBP, Berlin, London, Paris, 1996 ISBN 3-9801961-1-9: S. 425–428
  • Horváth M et al. 2010. Spatial variation in prey composition and its possible effect on reproductive success in an expanding eastern imperial eagle (Aquila heliaca) population. Acta Zoologica Academiae Scientiarum Hungaricae, 56, 187–200.
  • H. R. L. Lerner, D. P. Mindell: Phylogeny of eagles, Old World vultures and other Accipitridae based on nuclear and mitochondrial DNA. Molecular Phylogenetics and Evolution 37; 2005: S. 327-346.
  • T. Mebs & D. Schmidt: Die Greifvögel Europas, Nordafrikas und Vorderasiens. Franckh-Kosmos, Stuttgart 2006, ISBN 3-440-09585-1: S. 240-241
  • Meyburg, B. U. (1994). Eastern Imperial Eagle (Aquila heliaca). pp. 194–195 in: del Hoyo, Elliott & Sargatal. eds. (1994). Handbook of the Birds of the World, vol. 2. ISBN 84-87334-15-6
  • Padilla, J. A.; Martinez-Trancón, M.; Rabasco, A. & Fernández-García, J. L. (1999) The karyotype of the Iberian imperial eagle (Aquila adalberti) analyzed by classical and DNA replication banding. Cytogenetics and Cell Genetics 84: 61–66. doi:10.1159/000015216 (HTML abstract)
  • T. Petrov, P. Iankov, A. Darakchiev, K. Nikolov, T. Michev, L. Profirov und B. Milchev: Status of the Imperial Eagle Aquila heliaca in Bulgaria in the period between 1980 and 1993. In: Meyburg, B.-U. & Chancellor, R. D. (eds): Eagle Studies. WWGBP, Berlin, London, Paris, 1996 ISBN 3-9801961-1-9: S. 429–438
  • A. Ranner: Die aktuelle Situation des Kaiseradlers (Aquila heliaca) in Österreich. In: A. Gamauf und H.-M. Berg (Hrsg.): Greifvögel und Eulen in Österreich. Wien, 2006. ISBN 3-902421-15-0: S. 27-35
  • V. V. Rybatsev und T. E. Katzner: Severe declines of Eastern Imperial Eagle Aquila heliaca populations in the Baikal region, Russia: a modern and historical perspective. Bird Conservation International 17, 2007: S. 197–209. Volltext als pdf
  • Sangster, George; Knox, Alan G.; Helbig, Andreas J. & Parkin, David T. (2002) Taxonomic recommendations for European birds. Ibis 144(1): 153–159. doi:10.1046/j.0019-1019.2001.00026.x PDF fulltext
  • Seibold, I.; Helbig, A. J.; Meyburg, B. U.; Negro, J. J. & Wink, M. (1996): Genetic differentiation and molecular phylogeny of European Aquila eagles (Aves: Falconiformes) according to cytochrome-b nucleotide sequences. In: Meyburg, B. U. & Chancellor, R. D. (eds): Eagle Studies: 1–15. Berlin: World Working Group on Birds of Prey.
  • M. Wink, H. Sauer-Gürth: Phylogenetic Relationships in Diurnal Raptors based on nucleotide sequences of mitochondrial and nuclear marker genes. In: R. D. Chancellor, B.-U. Meyburg (Hrsg.): Raptors Worldwide. Berlin, Budapest, 2004: S. 483-498.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Östliche Kaiseradler της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).