Θαλασσαετός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θαλασσαετός
Ενήλικος θαλασσσαετός
Ενήλικος θαλασσσαετός
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [1]
Γένος: Αλιαετός (Haliaeetus) (Savigny, 1809)
Είδος: H. albicilla (Θαλασσαετός)
Διώνυμο
Haliaeetus albicilla (Αλιαετός ο λευκόουρος)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Haliaeetus albicilla albicilla
Haliaeetus albicilla groenlandicus

Ο Θαλασσαετός είναι είδος αετού και το μοναδικό είδος θαλασσαετού που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Haliaeetus albicilla και περιλαμβάνει 2 υποείδη.[2]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος H. a. albicilla, που κάποτε φώλιαζε, αλλά σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί (βλ. Αναπαραγωγή και Κατάσταση πληθυσμού).

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική ονομασία του είδους, albicilla, προέρχεται από τη σύνθεση των επί μέρους λέξεων albus (=λευκός) + cillus-a (=έσχατος, σπάνιος, τελευταίος), και σημαίνει «αυτός που έχει λευκό το έσχατο σημείο του, κατ’επέκτασιν και εν προκειμένω, την ουρά του.[3] Η ίδια αναφορά γίνεται και μέσω της αγγλικής ονομασίας White-tailed Eagle (=Ο αετός με την λευκή ουρά). Η ελληνική ονομασία του είδους παραπέμπει σε έναν από τους κυριότερους οικοτόπους του.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θαλασσαετός αποτελεί συγγενικό είδος του Αμερικανικού θαλασσαετού (Haliaeetus leucocephalus). Το ζεύγος αυτό, καλύπτει τον ίδιο οικολογικό θώκο και, φαίνεται να απέκλινε από τα υπόλοιπα είδη αετών στην αρχή του Μειοκαίνου (περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια πριν) , ίσως και πρωτύτερα (αν το αρχαιότερο απολίθωμα που βρέθηκε, σωστά αποδίδεται σε αυτό το γένος), από το πρώιμο ή μέσο Ολιγόκαινο, περίπου 28 εκ. χρόνια πριν.[4] Όπως και σε άλλα ζεύγη ειδών θαλασσαετών, αποτελείται από ένα είδος με λευκό κεφάλι και ένα με σκουρόχρωμο. Πιθανώς διαχωρίστηκαν στην περιοχή του βορείου Ειρηνικού, με ανατολική εξάπλωση για το πρώτο είδος και δυτική για το δεύτερο. Μερικοί ερευνητές κατατάσσουν τα δύο αυτά είδη, σε ένα υπερείδος (superspecies).

Το υποείδος H. a. groenlandicus, έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των ορνιθολόγων στα τελευταία χρόνια. Μικροί, αποκομμένοι μεταξύ τους, πληθυσμοί κατοικούν στη νοτιοδυτική Γροιλανδία και τη δυτική Ισλανδία. Για τη συστηματική του υπάρχουν, ακόμη και σήμερα, δύο αντίθετες απόψεις: Σύμφωνα με την πρώτη, έχει προταθεί ως ένα διακριτό υποείδος, με στοιχεία που βασίζονται στο πολύ μεγάλο τους μέγεθος και τις αναλογίες σώματος.

Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, το είδος θεωρείται μονοτυπικό και η διακύμανση μεγέθους σύμφωνα με τον Κανόνα του Μπέργκμαν (Bergmann’s Rule), αποτελεί, οικολογικά, φυσιολογική προσαρμογή (clinal).[εκκρεμεί παραπομπή] Μια πρόσφατη γενετική μελέτη μιτοχονδριακού DNA είναι συναφής με αυτή την άποψη.[5]. Με άλλα λόγια, ο γροιλανδικός πληθυσμός που, σε εξελικτική κλίμακα γεωλογικού χρόνου, είναι σχετικά πρόσφατος, δεν έχει ακόμη συσσωρεύσει πολλά μοναδικά γενετικά χαρακτηριστικά.[6]

Παρόλ’αυτά, η ITIS εξακολουθεί να θεωρεί ότι υπάρχουν δύο διακριτά υποείδη [7] ασπαζόμενη την πρώτη άποψη.

Έτσι κι αλλιώς, ο συγκεκριμένος πληθυσμός επειδή είναι απομονωμένος γεωγραφικά, αξίζει ιδιαίτερης προστασίας και, αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του θαλασσαετού. Πράσινο σκούρο: Όλο το έτος (επιδημητικός), Πράσινο ανοικτό: καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, Μπλέ: Περιοχές διαχείμασης

Ο θαλασσαετός απαντά στην Ευρασία και ένα τμήμα της Γροιλανδίας , είτε ως μόνιμος κάτοικος, είτε ως καλοκαιρινός ή χειμερινός επισκέπτης. Η ολική επικράτειά του περιλαμβάνει και τις τρεις προαναφερθείσες κατηγορίες σε μια ευρεία ζώνη που εκτείνεται από την Ισλανδία μέχρι την Ιαπωνία. Ειδικά στην Ευρώπη, η περιοχή εξάπλωσης εκτείνεται από τα απώτατα όρια της βόρειας Νορβηγίας, μέχρι τη βόρεια Ελλάδα προς νότον. Στην κεντρική Ασία, η ζώνη περιλαμβάνεται μεταξύ του βορείου ορίου της τάιγκα, και του Ισραήλ, της Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και του Καζακστάν στα νότια.

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται στην Αραβική Θάλασσα, στο βορειοδυτικό Ινδικό και φθάνουν διακεκομμένα μέχρι τις ακτές της ανατολικής Κίνας, της Κορέας και της Ιαπωνίας.

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί αναπαραγωγής του θαλασσαετού βρίσκονται στη βόρεια Ευρώπη και τη βόρεια Ασία. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός στην Ευρώπη βρίσκεται κατά μήκος των ακτών της Νορβηγίας και της Ρωσίας. Είναι ως επί το πλείστον μόνιμοι κάτοικοι (επιδημητικοί) και, μόνο οι πολύ βόρειοι πληθυσμοί, όπως εκείνοι στη βόρεια Σκανδιναβία και ανατολική Σιβηρία, μεταναστεύουν προς το νότο το χειμώνα. Τα άτομα από την ανατολική Ρωσία σπάνια συναντώνται στην Αλάσκα, ως τυχαίοι επισκέπτες (vagrant).

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος θαλασσαετός στον τυπικό του βιότοπο

Ο θαλασσαετός είναι είδος άρρηκτα συνδεδεμένο με το υδάτινο στοιχείο και, έτσι, μπορεί να βρεθεί σε πολλούς και ποικίλους υγροτόπους, πάντοτε όμως χαμηλού υψομέτρου.[8]. Συχνάζουν σε ακτές, ποτάμια ή δέλτα ποταμών και λίμνες (ιδιαίτερα στις μεγάλες δασικές λίμνες της κεντρικής Ευρώπης).

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θαλασσαετός είναι ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός αετός, μεγαλύτερος και βαρύτερος από τον χρυσαετό. Διαθέτει το μεγαλύτερο μέσο άνοιγμα πτερύγων από όλους τους αετούς στον κόσμο και, ένας από τους μεγαλύτερους σε μήκος σώματος και βαρύτερους.[9][10] Ο Αμερικανικός θαλασσαετός έχει ανάλογες διαστάσεις, αλλά ελαφρά μικρότερο ανάπτυγμα πτερύγων και, ελαφρά μεγαλύτερο μήκος λόγω της μακρύτερης ουράς του. Πέρα από τις εντυπωσιακές του διαστάσεις, ένα ακόμη σημαντικό διαγνωστικό στοιχείο αποτελεί το ογκώδες του ράμφος, δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα του.

Οι πληθυσμοί της Γροιλανδίας έχουν,κατά μέσο όρο, μεγαλύτερες διαστάσεις και αυτός είναι και ένας από τους λόγους για να υποστηριχθεί η άποψη του ξεχωριστού υποείδους (βλ. Συστηματική Ταξινομική). Ο θαλασσαετός θεωρείται ο 8ος μεγαλύτερος και ο 4ος βαρύτερος αετός στον κόσμο.[11][12]>[13]

Ενήλικος Θαλασσαετός (κοιλιακή όψη)

Κατά την πτήση και σε κοιλιακή όψη ξεχωρίζουν η, ανοικτή σε σχήμα βεντάλιας, λευκή κυκλική ουρά, οι πολύ πλατιές πτέρυγες σε σχήμα παραλληλογράμμου και ο μακρύς λαιμός, ενώ σε μετωπική όψη (ανφάς), οι πτέρυγες διατηρούνται σχεδόν παράλληλες με το έδαφος ή πολύ λίγο προς τα κάτω. Το φτερούγισμα είναι αργό και «βαθύ».[14]

Οι ενήλικες έχουν, γενικά, χρώμα σκούρο γκρι-καφέ, ενώ το κεφάλι και ο λαιμός είναι ελαφρά πιο ανοιχτόχρωμα, ενώ ξεχωρίζουν τα μαυριδερά πρωτεύοντα φτερά και τα λευκά κάτω πηδαλιώδη φτερά της ουράς. Όλα τα γυμνά μέρη (πόδια, κήρωμα, ράμφος), όπως και η ίριδα είναι κίτρινου χρώματος. Στα νεαρά πουλιά, η ουρά και το ράμφος είναι σκούρα γκρι, ενώ με το πέρασμα της ηλικίας, η ουρά γίνεται όλο και πιο λευκή , με μία χαρακτηριστική μαυριδερή ταινία στην άκρη της.[15]. Τα φτερά που καλύπτουν το λαιμό και τους ώμους, με το πέρασμα των χρόνων, λευκαίνουν ολοένα και περισσότερο.[8]. Αποκτούν το τελικό φτέρωμα των ενηλίκων στα 5 χρόνια, περίπου.

Τα φύλα είναι όμοια στη μορφολογία, αλλά τα θηλυκά είναι λίγο βαρύτερα από τα αρσενικά.

  • Μήκος σώματος: (69-) 79 έως 92 (-100) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (180-) 198 έως 234 (-265) εκατοστά.
  • Βάρος: Αρσενικό 3,1 έως 5,4 κιλά, θηλυκό 4,0 έως 6,9 κιλά, κατά μέσον όρο.

Ζωτικός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ζευγάρια που σχηματίζουν οι θαλασσαετοί ζουν μαζί σε μόνιμη βάση και, πολλές φορές, επδεικνύουν εντυπωσιακά «παιχνίδια» στον αέρα ιδιαίτερα στις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες ημέρες με ισχυρούς ανέμους, οπότε η πτητική δραστηριότητα είναι ιδιαίτερα υψηλή. Τα νεαρά και μη πλήρως χρωματισμένα άτομα της εδαφικής επικράτειας, συνήθως αγνοούνται και γίνονται ανεκτά από τα ενήλικα πουλιά, αντίθετα από τα πουλιά με πλήρες φτέρωμα, που αναγνωρίζονται αμέσως και οδηγούνται βίαια έξω από την περιοχή. Μερικές φορές οι επιθέσεις αυτές οδηγούν στο σοβαρό τραυματισμό των γηραιότερων και πιο αδύναμων αετών.

Από την άλλη πλευρά, τα νεαρά και ανώριμα άτομα είναι ιδιαίτερα κοντά μεταξύ τους σε περιοχές πλούσιες σε τροφή και, μοιράζονται ανά ομάδες κοινές θέσεις ύπνου. Για παράδειγμα, σε περιοχές με υψηλή προμήθεια τροφίμων, όπως στα ιχθυοτροφεία ή σφαγεία βρίσκονται συχνά 20 ή περισσότεροι αετοί.

Κυνήγι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θαλασσαετός θεωρείται, γενικά, ένας «βαρύς» κυνηγός, σχετικά «άτσαλος» που προτιμάει να περιμένει για τη λεία του, παρά να επιτίθεται. Αυτό, όμως, είναι η μισή αλήθεια διότι, όταν υπάρξει ανάγκη μετατρέπεται σε έναν επιθετικό αετό που στρέφεται σε διαφόρων ειδών θηράματα.

Ενήλικος Θαλασσαετός σε πτήση (ραχιαία όψη)

Οι κυνηγετικές μέθοδοι του Θαλασσαετού είναι πολύ διαφορετικές. Στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιεί μία χαμηλή θέση κοντά στην επιφάνεια του νερού, από όπου περιμένει ακόμη και ώρες για μια ευκαιρία. Ο ευκολότερος τρόπος είναι η να συλλαμβάνει τα μισοπεθαμένα ή νεκρά ψάρια από την επιφάνεια του νερού, αλλά και τα ζωντανά συλλαμβάνονται με χαμηλές πτήσεις πάνω από το νερό, ενώ τα μεγάλα ψάρια που ζυγίζουν περισσότερο από 2 κιλά, μεταφέρονται στην ακτή όπου και κρατούνται μέχρι να εξαντληθούν.

Όταν συνυπάρχουν άλλα σαρκοβόρα στο πεδίο τροφής, τότε η παρουσία τους συχνά είναι κυρίαρχη, ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα σαρκοφάγα θηλαστικά (λύκους, κλπ). Ωστόσο, αν χρειαστεί ο Θαλασσαετός μπορεί να είναι ένας ισχυρός κυνηγός. Στη Σκωτία, ανταγωνίζεται σκληρά με τον χρυσαετό για τα κουνέλια και τους λαγούς, ενώ στη Νορβηγία, όπου και οι δύο μεγάλοι αετοί συνυπάρχουν, τέτοιος ανταγωνισμός δεν φαίνεται να υπάρχει.[16] Αν και, γενικά, είναι λιγότερο ενεργός κυνηγός από τον χρυσαετό, ο ανταγωνισμός για τα τρόφιμα μπορεί να καταλήξει υπέρ του ενός ή του άλλου, ανάλογα με την ισχύ του εκάστοτε ατόμου. Μπορεί ακόμη, να βρίσκονται σε υψηλότερες πυκνότητες πληθυσμού και να υπερτερούν αριθμητικά των χρυσαετών.

Κατά την επίθεση σε υδροβατικά πουλιά που δεν φωλιάζουν, πετούν κατ 'επανάληψη εναντίον τους, αναγκάζοντάς τα να καταδύονται ξανά και ξανά, μέχρι που εξαντλούνται και πιάνονται εύκολα. Η μέθοδος αυτή είναι ιδιαίτερα αποδοτική, όταν παίρνουν μέρος τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό, που εναλλάσσονται στις επιθέσεις.[16] Όταν το θήραμα που σκοτώνεται είναι πολύ μεγάλο, όπως οι κύκνοι, μπορεί να συρθεί από την επιφάνεια του νερού στην ακτή για να καταναλωθεί.

Στην ενήλικη ζωή του ο θαλασσαετός δεν έχει φυσικούς εχθρούς και ως εκ τούτου θεωρείται ένα αρπακτικό στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θαλασσαετοί , έχουν ποικίλη διατροφή, ευκαιριακή και εποχική, δίνοντάς τους τον χαρακτηρισμό του «διατροφικού οπορτουνιστή». Δείγματα από την τροφή τους περιλαμβάνει συχνά ψάρια, αλλά και πουλιά ή θηλαστικά. Πολλά πουλιά ζουν σε μεγάλο βαθμό ως «καθαριστές» ή «πειρατές», κλέβοντας τακτικά τη λεία από βίδρες και άλλα πουλιά όπως κορμοράνους, γλάρους, ψαραετούς και από διάφορα άλλα αρπακτικά.[17] Γενικά, το είδος που απαντά περισσότερο στην περιοχή του θαλασσαετού, αποτελεί και το κυριότερο θήραμα για τη συγκεκριμένη περιοχή.

Τα θνησιμαία είναι συχνά η κύρια πηγή τροφής για τους δύσκολους μήνες του χειμώνα, με τα ψάρια και τα οπληφόρα (ελάφια, αγριογούρουνα) θηλαστικά να προτιμώνται, αλλά τα πάντα, από κητοειδή μέχρι και οι ανθρώπινοι σωροί να τρώγονται όταν υπάρχει έλλειψη τροφής.[17][18] Πολλές φορές έχουν παρατηρηθεί, να επιτηρούν τις περιοχές με σδηροδρομικές γραμμές, όπου υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρεθούν νεκρά ή τραυματισμένα θηράματα.

Η καθημερινή απαίτηση τροφής είναι της τάξης των 500-600 γραμμαρίων.[19] Φαίνεται ότι, λόγω της μακρύτερου εντέρου τους και του πιο αποτελεσματικού πεπτικού τους συστήματος, είναι σε θέση να ζήσουν ομαλά με λιγότερο φαγητό.[20] Σχεδόν κάθε ψάρι, που μπορεί να βρεθεί κοντά στην επιφάνεια, αποτελεί λεία για τον θαλασσαετό, ενώ και οι υπαίθριες ιχθυαγορές και τα ιχθυοτροφεία, εύκολα γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αετούς όταν είναι διαθέσιμα.[16] Παρόλο που περιστασιακά σκοτώνουν ή παρενοχλούν πουλιά της ξηράς, αντίθετα, όταν τους δίνεται η ευκαιρία επιτίθενται σε καλοβατικά πτηνά ή γενικότερα σε πουλιά που έχουν ως βάση το νερό. Έτσι, στη Βαλτική, η διατροφή αυτού του είδους αποτελείται κυρίως από θαλάσσια πτηνά, ενώ πρόσφατα έχει αναφερθεί να έχουν επιτεθεί και να τρώνε Κορμοράνους και, σε ορισμένες περιπτώσεις να καταστρέφουν ολόκληρες αποικίες.[21] Στο νησί της Εσθονίας Hiiumaa, τουλάχιστον 25 ζεύγη θaλασσαετών και, έως 26 μεμονωμένα άτομα έχουν παρατηρηθεί να λυμαίνονται μια ολόκληρη αποικία κορμοράνων.[22] Στη Γερμανία, το 73% της λείας είναι ψάρια και το 24% υδρόβια πουλιά (φαλαρίδες, χήνες και πάπιες), ενώ το υπόλοιπο 3% είναι θηλαστικά, κυρίως κουνέλια και λαγοί.[17]. Ακόμη και στα απώτατα ανατολικά όρια της επικράτειάς του, ο θαλασσαετός έχει ως βασικό στοιχείο της δίαιτάς του τα ψάρια.[23]

Ενήλικος θαλασσαετός

Επιπλέον, βουτηχτάρια, πάπιες, φαλαρίδες, γλάροι, χήνες και κύκνοι έχουν καταγραφεί στη λεία τους.[16] Νεοσσοί και αυγά άλλων πουλιών, επίσης καταναλώνονται τακτικά. Τα θηλαστικά που θηρεύονται κυμαίνονται σε μέγεθος από χωραφοποντικούς, μέχρι μικρά αρνιά και ελάφια, με τα τελευταία, πιθανόν να έχουν το ίδιο μέγεθος με εκείνα που θηρεύονται στη βόρεια Αμερική από τον Αμερικανικό θαλασσαετό.[16]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι θαλασσαετοί είναι σεξουαλικά ώριμα στα τέσσερα ή πέντε χρόνια της ηλικίας τους. Ζευγάρώνουν εφ’όρου ζωής, αλλά αν κάποιος από το ζευγάρι χαθεί, τότε μπορεί γρήγορα να υπάρξει αντικατάστασή του. Ο δεσμός οριστικοποιείται όταν επιλεγεί η μόνιμη «κατοικία» του ζεύγους και, τότε αρχίζουν οι ερωτοτροπίες που περιλαμβάνουν χαρακτηριστικές εναέριες επιδείξεις, οι οποίες κορυφώνονται με κλείδωμα των νυχιών στον αέρα, στροβιλισμούς και κραυγές.

Η φωλιά είναι ένα τεράστιο οικοδόμημα από χοντρά ξερόκλαδα πάνω σε ένα ψηλό δένδρο, ή αν δεν υπάρχει, σε χαμηλά δένδρα ή σε ψηλούς θάμνους, πιο σπάνια σε ένα παράκτιο βράχο. Όπως συμβαίνει και με άλλους αετούς, η φωλιά κτίζεται σιγά-σιγά και, κερδίζει όγκο και ύψος με τα χρόνια. Το υλικό επίστρωσης είναι φυλλοφόρα κλαδιά, γρασίδι και, ενίοτε, μαλλί από θηράματα. Η κατασκευή γίνεται και από τους δύο γονείς, με το αρσενικό να προμηθεύει το περισσότερο υλικό και το θηλυκό να αναλαμβάνει την τακτοποίησή του.[24]

Όντας πιστός στην αναπαραγωγική του επικράτεια κατασκευάζει περισσότερες από μία, φωλιές, που συχνά επαναχρησιμοποιούνται, μερικές φορές επί δεκαετίες από διαδοχικές επιτυχημένες αναπαραγωγικά γενιές. Μία φωλιά στην Ισλανδία ήταν σε χρήση για πάνω από 150 χρόνια [25] ενώ στη Σκανδιναβία, πολλά δένδρα, είναι γνωστό ότι έχουν καταρρεύσει υπό το βάρος των τεράστιων, από καιρό χρησιμοποιημένων, φωλιών.

  • Οι καινούργιες φωλιές έχουν συνήθως διάμετρο 120-150 εκατοστά και ύψος 50-80 εκατοστά. Με τα χρόνια, όμως, οι φωλιές μπορεί να φθάσουν σε διάμετρο τα 2 μέτρα και ύψος τα 5 μέτρα, ενώ έχουν βρεθεί φωλιές με βάρος 600 κιλά (!) [26]

Το έδαφος που υπερaσπίζονται οι θαλασσαετοί, όταν φωλιάζουν, κυμαίνεται μεταξύ 30 και 70 τ. χμ ², συνήθως σε προφυλαγμένα παράκτια σημεία. Μερικές φορές βρίσκονται στην ενδοχώρα κοντά σε λίμνες ή κατά μήκος ποταμών. Η αναπαραγωγική επικράτειά τους, μπορεί να συμπίπτει με εκείνη των Χρυσαετών, αλλά ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο ειδών είναι περιορισμένος διότι ο Χρυσαετός προτιμάει τα βουνά και τις βαλτώδεις περιοχές, ενώ ο Θαλασσαετός την ακτή και τη θάλασσα.

Νεαρός θαλασσαετός στη φωλιά του

Η γέννα αποτελείται από 1 έως 3 αυγά που εναποτίθενται σε διάστημα δύο έως πέντε ημερών, μεταξύ τους, τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και, επωάζονται για 38 ημέρες και από τους δύο γονείς, ή μόνο από το θηλυκό. Μόλις εκκολαφθούν, οι νεοσσοί είναι αρκετά ανεκτικοί ο ένας με τον άλλο, αν και η πρώτος νεοσσός είναι πιο μεγάλος και κυρίαρχος στη σίτιση. Το θηλυκό αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του ταΐσματος, με το αρσενικό να αναλαμβάνει πού και πού. Οι νεοσσοί είναι σε θέση να τραφούν μόνοι τους στις 35-40 ημέρες, ενώ μετακινούνται έξω από τη φωλιά στις 56 ημέρες, περίπου. Πετάνε στις 70 ημέρες, παραμένουν όμως στην περιοχή της φωλιάς, εξαρτημένοι από τους γονείς τους για, περαιτέρω 35-40 ημέρες.[27]

Ειδικά στην Ελλάδα, το θηλυκό γεννάει 2 συνήθως αυγά και, όταν υπάρχει έλλειψη τροφής μόνον 1, στα τέλη Φεβρουαρίου.[8]

Προσδόκιμο ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θνησιμότητα των θαλασσαετών κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, είναι χαμηλή σε σχέση με άλλα αρπακτικά πτηνά. Σε έρευνα στη Νορβηγία, με χρήση δορυφορικών αναμεταδοτών, τουλάχιστον το 86% των νεοσσών έφθασε τα δύο χρόνια ζωής.[28] Επίσης, όπως φαίνεται από έρευνα στη Φινλανδία, βασισμένη σε μέτρηση δακτυλιωμένων πουλιών στις περιοχές σίτισής τους, η θνησιμότητα από τη γέννηση μέχρι τον 1ο χειμώνα ήταν 14%, από τον 1ο στον 2ο χειμώνα ήταν 7% και, από τον 2ο στον τρίτο, 4%.[29]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή θνησιμότητα του θαλασσαετού στην κεντρική Ευρώπη, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ανθρώπινο παράγοντα. Οι πιο σημαντικές αιτίες είναι η δηλητηρίαση από την κατάποση κυνηγετικών σκαγίων που φέρουν μόλυβδο και οι συγκρούσεις με τεχνητές δομές όπως είναι οι σιδηρόδρομοι, τα ηλεκτροφόρα καλώδια και οι ανεμογεννήτριες.

Ο πρώτος όμως, χρονολογικά, μεγάλος κίνδυνος για τον θαλασσαετό προήλθε στη δεκαετία ’50 και ’60, από την εκτεταμένη χρήση DDT, που οδήγησε στην παραγωγή αυγών με λεπτό κέλυφος , με αποτέλεσμα να μην επωάζονται με φυσιολογικό τρόπο. Μετά την απαγόρευση της χημικής ουσίας, οι πληθυσμοί άρχισαν να ανακάμπτουν. Έτσι στη Γερμανία, τα ζευγάρια αναπαραγωγής, από 185 το 1990, αυξήθηκαν σε 470 το 2004 και 575 το 2007, ενώ παρόμοιες αυξήσεις είχαν και η Τσεχία, η Δανία και η Αυστρία.

Κατά την περίοδο 1998 – 2006, από τα 87 πτηνά που βρέθηκαν νεκρά ή τραυματισμένα στη Γερμανία, το 33% είχε δηλητηρίαση από μόλυβδο, το 12% είχε σύγκρουση με ανθρωπογενείς δομές, ενώ 5% ήταν θύματα ηλεκτροπληξίας. Ένα άλλο 22% παρουσίασε τραυματισμούς, -όπως σπασμένα κόκαλα- χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί η αιτία, διότι πολλά από αυτά τα πουλιά για μέρες ή εβδομάδες, δεν μπορούσαν να πετάξουν και, μεγάλες αποστάσεις καλύφθηκαν με τα πόδια.

Ενήλικος θαλασσαετός

Ειδικά, η δηλητηρίαση από μόλυβδο αποτελεί πολύ σοβαρό πρόβλημα, διότι η βρώση των πυροβολημένων πουλιών από τους θαλασσαετούς, δεν έχει πάντοτε ως αποτέλεσμα τον άμεσο θάνατο του αρπακτικού, αλλά η μόλυνση είανι σταδιακή και βασανιστική. Τα όξινα γαστρικά υγρά διαλύουν σταδιακά το μέταλλο, τα τοξικά προϊόντα περνάνε στην κυκλοφορία του αίματος και βλάπτεται το κεντρικό νευρικό σύστημα που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οδηγεί σε ολική τύφλωση. Επίσης η αλλαγμένη δομή των συστατικών του αίματος οδηγεί σε έλλειψη οξυγόνου, με αποτέλεσμα πολλοί από τους αετός να πεθαίνουν βασανιστικά από ασφυξία.[30] Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ερευνητές που πιστεύουν ότι, οι συγκρούσεις με τεχνητές δομές, όπως τα τρένα ή οι ανεμογεννήτριες προκαλούνται από τη δηλητηρίαση από μόλυβδο και τις επακόλουθες διαταραχές στη συμπεριφορά των πτηνών.[31]

Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1800-1970 οι θαλασσαετοί, στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης υπέστησαν δραματική μείωση και εξαφανίστηκαν σε πολλές περιοχές της , ενώ η Νορβηγία, η Γερμανία, η Πολωνία και η Ισλανδία κατάφεραν να διατηρήσουν κάποιους πληθυσμούς.[32] Έντονες δράσεις διατήρησης του είδους (νομική προστασία για να μειωθεί το κυνήγι, προστασία των τόπων αναπαραγωγής , σίτιση κατά το χειμώνα), οδήγησαν στην ανάκαμψη πολλών τοπικών πληθυσμών. Από το 1980, ο θαλασσαετός έχει ανακάμψει σταθερά, και εξαπλώνεται προς τα δυτικά. Έχει επαναποικήσει αρκετές παραδοσιακές περιοχές αναπαραγωγής στην Ευρώπη και η ανάκαμψη είναι ακόμη σε εξέλιξη. Μάλιστα, μελέτες μιτοχονδριακού DNA από τη βόρεια και κεντρική Ευρώπη έχουν δείξει ότι η ανάκτηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού έχει διατηρήσει σημαντικές ποσότητες της γενετικής ποικιλότητας, γεγονός που συνεπάγεται χαμηλό κίνδυνο ενδογαμίας (μια σοβαρή επιπλοκή σε είδη με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού). Ως εκ τούτου, η επιστροφή του εν λόγω πρώην απειλουμένου είδους αποτελεί μια αληθινή επιτυχία στην προσπάθεια διατήρησης της Φύσης. Η ιστορία δείχνει επίσης, με ποιο τρόπο, οι τοπικές προστασία ενός είδους μπορεί να είναι επιτυχείς και σημαντικές για τη διατήρηση της εξελικτικής δυνατότητας των ειδών.[32][33][34]

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η κατάσταση παραμένει πολύ κακή. Είναι το σπανιότερο αρπακτικό πτηνό στη χώρα, που βρίσκεται στα όρια της εξαφάνισης.[8]. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μόνο 2 έως 4 ζευγάρια φώλιαζαν στη χώρα,[35] σε θέσεις που παρέμεναν μυστικές, αλλά το πιθανότερο είναι ότι, σήμερα δεν φωλιάζει πλέον. Η καταστροφή των βιοτόπων του (αποξηράνσεις, δασική εκμετάλλευση κ.ο.κ.), τα δηλητηριασμένα δολώματα, η λαθροθηρία και η συλλογή αυγών, αποτελούσαν τα βασικά αίτια. Γι' αυτό και ειδικά στην Ελλάδα, ο θαλασσαετός κατατάσσεται στα Κινδυνεύοντα είδη (EN, E1)[36] αν και, πιθανότατα η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θαλασσαετός απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες Πύγαργος, Ασπροκέφαλος, Ασπρονούρης (Ικαρία).[37]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περίφημο έχει μείνει το μόνο επιβεβαιωμένο «κρούσμα» αετού εναντίον ανθρώπου, που αφορούσε σε ένα θαλασσαετό (καταγραμμένο στο Βιβλίο Γκίνες). Στις 5 Ιουνίου 1932, η Svanhild Hansen, ένα 4-χρονο κορίτσι, έπαιζε δίπλα στο αγροτόσπιτο των γονιών της στη Νορβηγία, όταν ένας θαλασσαετός την άρπαξε από το πίσω μέρος του φορέματος της και την μετέφερε μέχρι την αετοφωλιά του (eyrie). Η φωλιά ήταν 800 μέτρα ψηλά στην ορθοπλαγιά του κοντινού βουνού και περίπου 1,6 χιλιόμετρα μακρύτερα από το σπίτι. Ο αετός έριξε το κοριτσάκι σε ένα στενό περβάζι περίπου 15,2 μέτρα κάτω από τη φωλιά. Μια ομάδα αναζήτησης που συστάθηκε γρήγορα, βρήκε το νήπιο που δεν είχε σοβαρούς τραυματισμούς, παρά μόνον το κατατρυπημένο από τους γαμψώνυχες φόρεμά της.[38]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thiollay, 1994
  2. Howard and Moore, p. 101
  3. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=cilla
  4. Wink, M. et al
  5. del Hoyo et al
  6. F. Hailer et al
  7. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt, retrieved 30/03/13
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 70
  9. Ferguson-Lees, J.; Christie, D. (2001).
  10. National Geographic Field Guide To The Birds Of North America, 4th Edition. Washington, D.C.: National Geographic. 2002. ISBN 978-0792268772
  11. The Nature of Scotland
  12. Ferguson-Lees
  13. Handbook of the Birds of the World
  14. Bruun, p. 72
  15. Snow, David W.; Perrins, Christopher M. (1998)
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 Ferguson-Lees et al
  17. 17,0 17,1 17,2 B. Struwe-Juhl 2003
  18. "White-tailed eagle: Feeding". RSPB. Retrieved 3 February 2012.
  19. Cramp, Stanley, ed. (1980)
  20. Halley, D. J.
  21. "Turun Sanomat: Merikotkat oppineet syömään aikuisiakin merimetsoja" (in Finnish). Retrieved 3 February 2012
  22. "Kormoraniküttidel läheb hästi." Hiiu Leht, 4-13-2012. (Estonian)
  23. V. B. Masterov
  24. Harrison, p. 93
  25. Snow, David W.; Perrins, Christopher M.
  26. http://de.wikipedia.org/wiki/Seeadler_(Art)
  27. Harrison, p. 94
  28. T. Nygård, R. E. Kenward, K. Einvik
  29. Saurola et al
  30. T. Langgemach et al
  31. Kenntner et al
  32. 32,0 32,1 Hailer et al
  33. Hailer (2006)
  34. Hailer (2005)
  35. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 178
  36. «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 177-8
  37. Απαλοδήμος, σ. 21
  38. Wood, Gerald (1983). The Guinness Book of Animal Facts and Feats. ISBN 978-0-85112-235-9

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Β. Κιόρτσης, Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 3 , λήμμα «Αετός»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Cramp, Stanley, ed. (1980). The Birds of the Western Palearctic 2. Oxford University Press. ISBN 0-19-857505-X.
  • Ferguson-Lees, Christie, Franklin, Mead & Burton. Houghton Mifflin (2001), Raptors of the World by ISBN 0-618-12762-3
  • Hailer, Frank (2006). Conservation genetics of the white-tailed eagle (Haliaeetus albicilla). PhD thesis. Sweden: Uppsala University. ISBN 978-91-554-6581-0. OCLC 185328184. Retrieved 2011-05-30.
  • Hailer, Frank; Gautschi, Barbara; Helander, Björn (2005). "Development and multiplex PCR amplification of novel microsatellite markers in the White-tailed Sea Eagle, Haliaeetus albicilla (Aves: Falconiformes, Accipitridae)". Molecular Ecology Notes 5 (4): 938–940. doi:10.1111/j.1471-8286.2005.01122.x. edit
  • F. Hailer, B. Helander, A. O. Folkestad, S. A. Ganusevich, S. Garstad, P. Hauff, C. Koren, V. B. Masterov, T. Nygård, J. A. Rudnick, S. Saiko, K. Skarphedinsson, V. Volke, F. Wille und C. Vilà 2007: Phylogeography of the white-tailed eagle, a generalist with large dispersal capacity. Journal of Biogeography 34, Heft 7: S. 1193–1206. doi:10.1111/j.1365-2699.2007.01697.x Abstract, engl.
  • Handbook of the Birds of the World Lynx Edicions, Barcelona
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J., eds. (1994). Handbook of the Birds of the World 2. Barcelona: Lynx Edicions. ISBN 84-87334-15-6.
  • Kenntner, Norbert, Frida Tartaruch und Oliver Krone: Heavy metals in soft tissue of white-tailed eagles found dead or moribund in Germany and Austria from 1993 to 2000, in: Environmental Toxicology and Chemistry 20 (8) 2001, S. 1831-1837.
  • T. Langgemach, N. Kenntner, O. Krone, K. Müller, P. Sömmer 2006: Anmerkungen zur Bleivergiftung von Seeadlern (Haliaeetus albicilla). Natur und Landschaft 81, Heft 6: S. 320-325 (Volltext als PDF)
  • V. B. Masterov 2003: Resource consumption and energy expenses of Steller's and White-tailed Sea Eagles in the mixed settlements of the far east of Russia. In: B. Helander, M. Marquiss & W. Bowerman (eds.): Sea Eagle 2000. Proceedings from an international Sea Eagle Conference at Björko, Sweden, 13-17 September 2000. Swedish Society for Nature Conservation/SNF & Atta. 45 Tryckeri AB. Stockholm: S. 327-339. ISBN 91-558-1551-0
  • T. Nygård, R. E. Kenward, K. Einvik: Radio telemetry studies of dispersal and survival in juvenile white-tailed sea eagles Haliaeetus albicilla in Norway. In: R. D. Chancellor und B.-U. Meyburg: Raptors at risk. 2000: S. 487-497
  • P. Saurola, T. Stjernberg, J. Högmander, J. Koivusaari, H. Ekblom und B. Helander 2003: Survival of juvenile and sub-adult Finnish white-tailed eagles in 1991-1999: a preliminary analysis based on resightings of colour-ringed individuals. In: Sea Eagle 2000: S. 155-167
  • Scottish Natural Heritage (Spring 2009). The Nature of Scotland. OCLC 310094759
  • Snow, David W.; Perrins, Christopher M. (1998). The Birds of the Western Palearctic (Consise ed.). Oxford University Press. ISBN 0-19-854099-X.
  • B. Struwe-Juhl 2003: Why do White-tailed Eagles prefer coots? In: B. Helander, M. Marquiss & W. Bowerman (eds.): Sea Eagle 2000. Proceedings from an international Sea Eagle Conference at Björko, Sweden, 13-17 September 2000. Swedish Society for Nature Conservation/SNF & Atta. 45 Tryckeri AB. Stockholm: S. 317-325. ISBN 91-558-1551-0
  • Wink, M.; Heidrich, P.; Fentzloff, C. (1996). "A mtDNA phylogeny of sea eagles (genus Haliaeetus) based on nucleotide sequences of the cytochrome b gene" (PDF). Biochemical Systematics and Ecology 24 (7–8): 783–791. doi:10.1016/S0305-1978(96)00049-X. edit. The authors' reservations about using the generalised "2%" rate of molecular evolution have since proven to be well founded
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα White-tailed Eagle της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Seeadler (Art) της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).