Τόξαρις ή Περί φιλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
«ἐν τῇ νήσω Γυάρῳ έμεινεν αὶσχυνόμενος καί τεθνεῶτα ἀπολιπεῖν τόν φίλον».

Ο Τόξαρις ή Περί φιλίας είναι έργο του Λουκιανού που εντάσσεται στους «Σκυθικούς διαλόγους» και γράφτηκε το 163, όπως συνάγεται από την αναφορά του Τόξαρι[1] και αποτελείται από εξήντα τρεις παραγράφους, περ. 2.450 στίχοι. Ο Τόξαρις είναι από τα εκτενέστερα κείμενα του Λουκιανού, είναι ένας μακρόσυρτος διάλογος που απλώς συναρθρώνει και πλαισιώνει, όπως ακριβώς και στο Φιλοψευδής ή Απιστών, τα αυτοτελή μικρά διηγήματα.[2]

Πολιτισμικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα όμως από τις ομοιότητες των ιστοριών υπάρχουν και οι διαφορές. Διαφέρει κατ΄ αρχάς το πολιτισμικό πλαίσιο, γεγονός στο οποίο αναφέρεται και ο Τόξαρις, όταν αρχίζει να παραθέτει τις Σκυθικές ιστορίες φιλίας, που περιλαμβάνουν πολέμους, μονομαχίες και γενικά άγριες καταστάσεις. Από τις ελληνικές ιστορίες απουσιάζει ο πόλεμος· οι Έλληνες φίλοι παρουσιάζονται να συμπαραστέκονται στην εξορία, στη φυλάκιση, στον επικείμενο θάνατο από πνιγμό, στην καταδίκη του φίλου και τη δυστυχία του, στη φτώχεια, στις καθημερινές συμφορές, που μπορούν να βρουν τον άνθρωπο. Η αντιπαράθεση των δύο συνομιλητών για να υπερασπιστούν, εν ονόματι του πολιτισμού του ο καθένας, την σπουδαιότητα της φιλίας δεν οδηγεί πουθενά,[3] όπως εξάλλου παραδέχονται και καταλήγουν να συνάψουν δεσμό φιλίαςα[›] και φιλοξενίας μεταξύ τους, ενώ ο Μνήσιππος υπόσχεται ότι θα επισκεφθεί με τη σειρά του τη μακρινή Σκυθία για να συναντήσει τον, φίλο του πια, Τόξαρι.

Δείγματα φιλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σκύθης φιλόσοφος Τόξαρις απευθυνόμενος στο Αθηναίο Μνήσιππο αναφέρει ότι οι Έλληνες αποδίδουν μόνο θεωρητική σπουδαιότητα στη φιλία και υπολείπονται των Σκυθών στην πρακτική εφαρμογή τους. Απαντώντας ο Μνήσιππος προτείνει να αναφέρει ο καθένας τους από πέντε πραγματικά περιστατικά. Ο Τόξαρις αφηγείται ένα περιστατικό περίθαλψης Σκύθη που είχε τραυματιστεί από βέλος στο μηρό και φιλοξενείτο από το φίλο του στο πάνω πάτωμα της οικίας του. Όταν ξαφνικά το σπίτι πήρε φωτιά ο Σκύθης ανέβηκε στο πάνω πάτωμα για να σώσει πρώτα το φίλο του χωρίς να δώσει προτεραιότητα στην γυναίκα του και τα δυο παιδιά του που μισοκαμμένα μόλις που πρόφτασαν να βγουν πηδώντας μέσα από τη φωτιά. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν σκέφτηκε πρώτα την οικογένειά του εκείνος είπε: «Παιδιά μπορώ να κάνω και πάλι εύκολα, εξάλλου είναι άγνωστο αν θα μου βγουν κι αυτά καλά. Πραγματικό φίλο όμως θα έκανα πολύ καιρό για να βρω». Ο Μνήσιππος διηγείται την ιστορία δύο φίλων τού Δεινία από την Έφεσο και του Αγαθοκλή από τη Σάμο. Όταν ο Δεινίας κληρονόμησε μεγάλη περιουσία με την πάροδο του χρόνου απομάκρυνε το φίλο του γιατί περιτριγυρίστηκε από πολλούς κόλακες.[4] Όταν όμως στο κόλπο μπήκε και η Χαρίκλεια γυναίκα χαριτωμένη, αλλά δαιμονισμένη και αμοραλίστρια παγίδευσε με τον υποτιθέμενο σύζυγό της το Δεινία σε κάποιες τρυφερές στιγμές με αποτέλεσμα να επακολουθήσει συμπλοκή και ο Δεινίας να φονεύσει τον Δημώνακτα. Σύμφωνα με το τότε Αττικό Δίκαιο, αν κατά το πρώτο μέρος της δίκης δεχόσουν την αυτοεξορία η διαδικασία κηρύσσονταν περαιωθείσα. Η εξορία θεωρούνταν χειρότερη και από τη θανατική καταδίκη. Έτσι ο Δεινίας άφραγκος πλέον και εγκαταλειμμένος από όλους εξορίστηκε στην Γυάρο (εἰ ις Γύαρον νῆσον τῶν Κυκλάδων). Ο Αγαθοκλής μόνος απ΄ όλους τους φίλους, του συμπαραστάθηκε, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και δεν τον εγκατέλειψε στιγμή,[5] αφού μοιράστηκε μαζί του και την εξορία. Επιπλέον, όταν εκείνος πέθανε δεν θέλησε να επιστρέψει στην πατρίδα του, αλλά έμεινε στο νησί αισχυνόμενος και πεθαμένο να εγκαταλείψει (απολιπείν) τον φίλον του.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Ο Αριστοτέλης διακρίνει τρία είδη φιλίας. «Tῆς φιλίας τρία εἴδη ἐστίν· ἡ μὲν γὰρ αὐτῆς ἐστι φυσική͵ ἡ δὲ ἑταιρική͵ ἡ δὲ ξενική.φυσικὴν μὲν οὖν ταύτην λέγομεν͵ ἣν οἱ γονεῖς πρὸς τὰ ἔκγονα ἔχουσι καὶ οἱ συγγενεῖς πρὸς ἀλλήλους·ταύτην δὲ κεκλήρωται καὶ τἆλλα ζῷα. ἑταιρικὴν δὲ καλοῦμεν τὴν ἀπὸ συνηθείας γινομένην καὶ μηδὲν προσήκουσαν γένει͵ ἀλλ΄ οἷον ἡ Πυλάδου πρὸς Ὀρέστην. ἡ δὲ ξενικὴ φιλία ἡ ἀπὸ συστάσεως καὶ διὰ γραμμάτων γινομένη πρὸς τοὺς ξένους. τῆς ἄρα φιλίας ἡ μέν ἐστι φυσική͵ ἡ δὲ ἑταιρική͵ ἡ δὲ ξενική· προστιθέασι δέ τινες τετάρτην ἐρωτικήν».[6]
Μνημειώδη έργα έγραψαν ο Κικέρων περί φιλίας (De amicitia) και ο πολυγραφότατος Πλούταρχος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άπαντα Λουκιανούς, τόμ. 5 αριθ. 261, σ. 92 εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1994 ISBN 960-352-273-3
  2. Croiset Maurice, Essai sur la vie et les oeuvres e Lucien, σ.53 Paris 1882
  3. Βάγγος Παπαϊωάννου, «Ο μεγαλύτερος σατυρικός της αρχαιότητας», Θεσσαλονίκη 1976, σ. 141
  4. Πλούταρχος Πως αν τις διακρίνει τον κόλακα του φίλου.
  5. Λιβάνιος, Λιβάνιος (Fragmenta) «Φίλον γνήσιον ἐν κακοῖς μὴ φοβοῦ. Ψευδόμενος οὐδεὶς λανθάνει χρονίσας»
  6. Αριστοτέλης Περί διαιρέσεων (Divisiones)