Ανάχαρσις ή Περί γυμνασίων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
«Οὐκοῦν διὰ βραχέων προακοῦσαι χρή σε ἃ περὶ πόλεως καὶ πολιτῶν ἡμῖν δοκεῖ. Πόλιν γὰρ ἡμεῖς οὐ τὰ οἰκοδομήματα ἡγούμεθα εἶναι, οἷον τείχη καὶ ἱερὰ καὶ νεωσοίκους, ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὥσπερ σῶμά τι ἑδραῖον καὶ ἀκίνητον ὑπάρχειν εἰς ὑποδοχὴν καὶ ἀσφάλειαν τῶν πολιτευομένων, τὸ δὲ πᾶν κῦρος ἐν τοῖς πολίταις τιθέμεθα· τούτους γὰρ εἶναι τοὺς ἀναπληροῦντας καὶ διατάττοντας καὶ ἐπιτελοῦντας ἕκαστα καὶ φυλάττοντας, οἷόν τι ἐν ἡμῖν ἑκάστῳ ἐστὶν ἡ ψυχή. Τοῦτο δὴ τοίνυν κατανοήσαντες ἐπιμελούμεθα μέν, ὡς ὁρᾷς, καὶ τοῦ σώματος τῆς πόλεως, κατακοσμοῦντες αὐτὸ ὡς κάλλιστον ἡμῖν εἴη, ἔνδοθέν τε οἰκοδομήμασιν κατεσκευασμένον καὶ ταῖς ἔκτοσθεν ταύταις περιβολαῖς εἰς τὸ ἀσφαλέστατον πεφραγμένον. μάλιστα δὲ καὶ ἐξ ἅπαντος τοῦτο προνοοῦμεν, ὅπως οἱ πολῖται ἀγαθοὶ μὲν τὰς ψυχάς, ἰσχυροὶ δὲ τὰ σώματα γίγνοιντο· τοὺς γὰρ τοιούτους σφίσι τε αὐτοῖς καλῶς χρήσεσθαι ἐν εἰρήνῃ συμπολιτευομένους καὶ ἐκ πολέμου σώσειν τὴν πόλιν καὶ ἐλευθέραν καὶ εὐδαίμονα διαφυλάξειν».
«Πρέπει λοιπόν να ακούσεις πρώτα εν συντομία τις απόψεις μας για την πόλη και τους πολίτες. Πόλη εμείς δεν θεωρούμε τα οικοδομήματα, όπως για παράδειγμα τα τείχη, τα ιερά και τους νεώσοικους.[1] Αυτά αποτελούν ένα είδος σώματος, σταθερού και ακινήτου, για να δέχονται και να προστατεύουν τους πολίτες.[2] Όλο το βάρος το δίνουμε στους πολίτες, γιατί αυτοί είναι που γεμίζουν την πόλη, σχεδιάζουν και εκτελούν το κάθε τι και την προστατεύουν, όπως περίπου δηλαδή είναι για καθέναν από μας η ψυχή. Έχοντας λοιπόν αυτό κατά νου, φροντίζουμε, καθώς βλέπεις, και για το σώμα της πόλης, στολίζοντάς το όσο καλύτερα μπορούμε, όχι μόνο εφοδιάζοντάς την από μέσα με οικοδομήματα αλλά και περιφράζοντάς την απ' έξω με τείχη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Κυρίως όμως και πάνω απ΄ όλα φροντίζουμε για το πως θα γίνουν οι πολίτες ενάρετοι στην ψυχή και δυνατοί στο σώμα, γιατί πιστεύουμε ότι τέτοιοι άνθρωποι, συμμετέχοντας στον πολιτικό βίο, και καλή χρήση του εαυτού τους θα κάνουν σε καιρό ειρήνης και την πόλη θα σώσουν από τον πόλεμο και θα την κρατήσουν ελεύθερη και ευτυχισμένη».

Ο Ανάχαρσις είναι έργο του συγγραφέα Λουκιανού κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ., το οποίο βασίζεται στην ιστορία του Σκύθη ηγεμόνα Ανάχαρσι ο οποίος έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ. και ταξίδεψε στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Στο διήγημα του ο Λουκιανός τον παρουσιάζει να συζητά με τον νομοθέτη Σόλωνα που δίδει στο Σκύθη Ανάχαρσιν πληροφορίες για τις τότε επικρατούσες αντιλήψεις στην αρχαία Αθήνα σχετικά με τη σημασία της αγωγής του πολίτη σε μια ευνομούμενη πόλη, ιδιαίτερα δε περί των γυμναστικών ασκήσεων των νέων.[3]

Θέμα διαλόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο θέμα του διαλόγου είναι ο τρόπος διαπαιδαγώγησης των νέων και ιδιαίτερα ο αθλητισμός. Για τον ξένο Σκύθη όλες αυτές οι ασχολίες, που ήταν άγνωστες στον λαό του, φαντάζουν άσκοπες και γελοίες. Ο Ανάχαρσις ασκεί την κριτική του με τον τρόπο ενός κυνικού φιλοσόφου. Αμφισβητεί τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής και οι παρατηρήσεις του γελοιοποιούν την ενασχόληση με τον αθλητισμό.[4] Ξεναγείται από τον Σόλωνα στο γυμναστήριο Λύκειο κοντά στο σημερινό Ζάππειο και βλέπουν του νέους που γυμνάζονται ανενόχλητοι μέσα στη λαύρα του καλοκαιρινού μεσημεριού.[5] Ο Ανάχαρσις δεν μπορεί να υποφέρει τον ήλιο και προτού καθίσουν σε σκιερό μέρος ο Σόλων παρατηρεί:« Αυτοί οι μάταιοι κόποι, Ανάχαρσι, οι συνεχείς ανακυβιστήσεις στη λάσπη και οι υπαίθριες ταλαιπωρίες στην άμμο μας εξασφαλίζουν τις άμυνες απέναντι στα βέλη του ήλιου και δεν χρειαζόμαστε πια καπέλο, που να εμποδίζει τις ακτίνες να φτάνουν στα κεφάλια μας».[6]

Η άθληση στην αρχαία Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαία Ελλάδα η άθληση στις απαρχές της απέβλεπε στην προπαρασκευή πολεμιστών που απαιτούσε σωματική ευεξία και συνδυάστηκε με την υγεία, την ομορφιά, την διασκέδαση, τον έμφυτο ανταγωνισμό, την ανδρεία και με την ιδέα ακόμα της καλλιγένειας, της άποψης πως δύο σώματα σφριγηλά και ωραία θα είχαν αναγκαστικά ανάλογους απογόνους.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστορία Πελοπονησιακού πολέμου «ἄνδρες πόλις καί οὐ τείχη οὐδέ νῆες ἀνδρών κεναί» 7.77.7
  2. Ισοκράτης, Αρεοπαγιτικός 13 «καίτοι τὰς εὐπραγίας ἅπαντες ἴσμεν καὶ παραγιγνομένας καὶ παραμενούσας οὐ τοῖς τὰ τείχη κάλλιστα καὶ μέγιστα περιβεβλημένοις, οὐδὲ τοῖς μετὰ πλείστων ἀνθρώπων εἰς τὸν αὐτὸν τόπον συνηθροισμένοις, ἀλλὰ τοῖς ἄριστα καὶ σωφρονέστατα τὴν αὑτῶν πόλιν διοικοῦσιν»
  3. Θέματα αρχαίων ελληνικών, Θέμα: 57, Νικόλαος Τζουγανάτος, εκδ. Εστία 199622η ISBN 960-05-0154-8
  4. Άπαντα Λουκιανού, τόμ. 5 σ. 23 εκδ. Κάκτος ISBN 960-352-273-3
  5. Βάγγος Παπαϊωάννου, Λουκιανός «Ο μεγαλύτερος σατυρικός της αρχαιότητας σ. 70, 1976»
  6. Αυτόθι, § 16 20-24
  7. Αναστάσιος Αρβανιτάκης, Θρησκεία και άθληση στην αρχαία Ελλάδα», Επιστημονική Επετηρίς Α. Π. Θ.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: