Σιγισμόνδος Παντόλφο Μαλατέστα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σιγισμόνδος Παντόλφο Μαλατέστα
Piero, ritratto di sigismondo malatesta.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Sigismondo Pandolfo Malatesta (Ιταλικά)
Γέννηση19  Ιουνίου 1417
Μπρέσια[1]
Θάνατος7  Οκτωβρίου 1468[1]
Ρίμινι[1]
Τόπος ταφήςTempio Malatestiano
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙταλικά[2]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακοντοτιέρος
στρατιωτικός ηγέτης[3]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΤζινέβρα των Έστε (1434–1440)
Polyxène Sforza (1442–1449)
Ιζότα ντελι Άττι (από 1456)
ΤέκναΡοβέρτος Μαλατέστα
Giovanna Malatesta
Sallustio Malatesta
Antonia Malatesta[4]
ΓονείςΠαντόλφο Γ΄ Μαλατέστα και Antonia da Barignano
ΑδέλφιαΓκαλεότο Ροβέρτος Μαλατέστα
Μαλατέστα Νοβέλλο
ΟικογένειαΟίκος των Μαλατέστα
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒασιλιάς της Ιταλίας
Θυρεός
Cappella degli angeli o di isotta, putti festanti di agostino di duccio 06,3 stemma malatesta.jpg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Σιγισμόνδος Παντόλφο, ιταλ.: Sigismondo Pandolfo Malatesta (19 Ιουνίου 1417 - 7 Οκτωβρίου 1468) ήταν ιταλός κοντοτιέρο και ευγενής, μέλος του Οίκου των Μαλατέστα και κύριος του Ρίμινι και του Φάνο από το 1432. Θεωρήθηκε ευρέως από τους συγχρόνους του ως ένας από τους πιο τολμηρούς στρατιωτικούς ηγέτες στην Ιταλία, και διοικούσε τις Βενετικές δυνάμεις στην εκστρατεία του 1465 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν επίσης ποιητής και προστάτης των τεχνών.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σιγισμόνδος γεννήθηκε στη Μπρέσια της βόρειας Ιταλίας, ο πρεσβύτερος των δύο νόθων γιων του Παντόλφο Β΄, κοντοτιέρου, κυρίου του Φάνο και της Αντονίας ντα Μπαρινιάνι. Ο μικρότερος αδελφός του Ντομένικο, γνωστός ως Ντομένικο Νοβέλο, γεννήθηκε στη Μπρέσια στις 5 Αυγούστου 1418. Ένας μεγαλύτερος (και επίσης νόθος) αδελφός, ο Γκαλεότο-Ρομπέρτο, γεννημένος το 1411, ήταν το αποτέλεσμα της σχέσης τού πατέρα τους Παντόλφο Γ΄ με την Αλέγκρα ντε' Μόρι.

Ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας, ο Σιγισμόνδο, μετά το τέλος του πατέρα του, έκανε το ξεκίνημά του ως άνδρα των όπλων στην ηλικία των 13 ετών εναντίον του συγγενή του Κάρλο Β΄ Μαλατέστα, κυρίου του Πέζαρο και συμμάχου τού πάπα Μαρτίνου Ε΄, ο οποίος στόχευε να προσαρτήσει το Ρίμινι, τη Τσεζένα και το Φάνο στα εδάφη του. Μετά τη νίκη του, ο Σιγισμόνδος απέκτησε, μαζί με τους αδελφούς του Γκαλεότο-Ρομπέρτο και Ντομένικο, τον τίτλο του παπικού βικάριου γι' αυτές τις πόλεις. Το 1431, αν και είχε κατώτερες δυνάμεις, απέτρεψε μία άλλη εισβολή από τους Μαλατέστα του Πέζαρο. Όταν, αμέσως μετά, ο μεγαλύτερος αδελφός του παραιτήθηκε, ο Σιγισμόνδος έγινε κύριος του Ρίμινι σε ηλικία 15 ετών.

Νωπογραφία του Σιγισμόνδου (αριστερά) με τον Γκαλεάτσο-Μαρία Σφόρτσα (δεξιά). Έργο του Μπενότσο Γκοτσόλι.

Το 1432 ανέλαβε τη διοίκηση ενός παπικού σώματος· νίκησε τον ισπανό κοντοτιέρο Σάντε Τσιρίλο και απέτρεψε την προσπάθεια τού Αντόνιο Α΄ Ορντελάφι να καταλάβει το Φορλί (1435–36). Ωστόσο τον επόμενο χρόνο ο Σιγισμόνδος κατέλαβε την παπική πόλη της Τσέρβια και αφορίστηκε· σύντομα συγχωρήθηκε και έγινε διοικητής του παπικού στρατού. Αργότερα πολέμησε στη Ρομάνια και το Μάρτσε μαζί με τον Φραγκίσκο Α΄ Σφόρτσα. Εν τω μεταξύ πάντρεψε την Τζινέβρα των Έστε, τη νόμιμη κόρη του Νικολό Γ΄ από τη δεύτερη σύζυγό του Παριζίνα Μαλατέστα, πρώτη εξαδέλφη του Σιγισμόνδου. Στις 12 Οκτωβρίου 1440 η Τζινέβρα απεβίωσε και φήμες εξαπλώθηκαν ότι είχε δηλητηριαστεί από τον Σιγισμόνδο. [5] Δύο χρόνια αργότερα νυμφρεύτηκε την Πολισένα Σφόρτσα, τη νόθη κόρη του Φραγκίσκου Α΄· είχαν δύο παιδιά: έναν γιο, τον Γκαλεότο, που γεννήθηκε το 1442 και έζησε μόνο λίγους μήνες, και μία κόρη, τη Τζιοβάννα, που γεννήθηκε το 1444 και αργότερα έγινε με τον γάμο της δούκισσα του Καμερίνο. Σε αυτή την περίοδο πολέμησε πολλές φορές εναντίον του άλλου κοντοτιέρo Νικολό Πιτσίνo: πρώτα το 1437, ως Βενετός διοικητής, ηττήθηκε στο Καλτσινάρα σουλ' Όλιο. Αργότερα, ενώ υπερασπίστηκε τα εδάφη του από τον παπικό στρατό εισβολής με επικεφαλής τους Πιστινίνο, Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο και Ντομένικο Νοβέλο, τους συνέτριψε στο Moντελούρο, καταφέρνοντας να αποκτήσει κάποια εδάφη του Πέζαρο, αν και το τελευταίο ηττήθηκε επιτυχώς από τις δυνάμεις του Φεντερίκο. [6]

Μέσα στην ταραχή του πρόδωσε τον Σφόρτσα δύο φορές, αλλά πρόδωσε επίσης τον στιγμιαίο σύμμαχό του εναντίον εκείνου, τον Νικολό Πιτσίνο. Η εχθρότητα εναντίον του Σφορτσα μετατράπηκε σε αληθινό μίσος, όταν ο πεθερός του αγόρασε την κυριότητα του Πέζαρο από τον Κάρλο Β΄ Μαλατέστα. Έτσι ο Σιγισμόνδος συμμάχησε με τον πάπα Ευγένιο Δ΄ και τον Σφόρτσα δούκα του Μιλάνου. Αργότερα, προσλήφθηκε από τον Αλφόνσος Ε΄ της Αραγωνίας & της Νάπολης, αλλά λίγο αργότερα έλαβε χρήματα για μία κοντότα και τέθηκε στην υπηρεσία της Φλωρεντίας, εναντίον του Αλφόσου. Το 1445 ανάγκασε τους Ναπολιτάνους να ξεκινήσουν την πολιορκία του Πιομπίνο στην Τοσκάνη.

Το 1449 η δεύτερη σύζυγός του Πολισένα πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Ο Φραντσέσκο Σφόρτσα ισχυρίστηκε ότι ο Σιγισμόνδος την είχε πνίξει με έναν από τους υπηρέτες του, αλλά αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί. Κατά τη διάρκεια των δύο γάμων του, είχε πολλές ερωμένες, αλλά μόνο δύο είναι γνωστές: η Βανέτα ντεϊ Τόσκι, που του γέννησε τον Ρομπέρτο το 1441 και η Ιζότα ντέλι Άττι, που του γέννησε τον Τζιοβάννι (απεβ. νήπιο), τη Μαργαρίτα (έπειτα σύζυγο του Κάρλο ντε Φοντεμπράτσιο), τον Σαλούστιο και την Αντωνία/Άννα, (αργότερα πρώτη σύζυγο του Ροντόλφο Γκοντζάγκα κυρίου του Καστιλιόνε ντελε Στιβιέρε, ο οποίος την αποκεφάλισε το 1483, όταν την ανακάλυψε σε μοιχεία).

Μετά το 1449 ο Μαλατέστα υπηρέτησε σε διαφορετικούς κυρίους: υπό τη Βενετία, τη Φλωρεντία, τη Σιένα, τη Νάπολη και τον ίδιο τον Σφόρτσα. Η Ειρήνη του Λόντι (1454) από την οποία αποκλείστηκε, ώθησε τις μεγάλες ιταλικές δυνάμεις εναντίον του. Στα εδάφη του εισέβαλαν επανειλημμένα στρατεύματα από Αραγονέζους, Βενετούς και Παπικούς. Το 1456 ο Σιγισμόνδος νυμφεύτηκε την Ιζότα ντελι Άττι, την μακροχρόνια ερωμένη του και νομιμοποίησε τα τρία επιζώντα παιδιά τους. ο μόνος γιος Σαλούστιος ανακηρύχθηκε διάδοχός του. Στις 25 Δεκεμβρίου 1460 στη Ρώμη πραγματοποιήθηκε μία διάσημη δίκη εναντίον του Σιγισμόνδου εν απουσία του. Ο πάπας Πίος Β΄, που τον θεωρούσε ένοχο για προδοσία κατά της Σιένα, που προέκυψε από τη μακροχρόνια διαμάχη του με τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο δούκα του Ουρμπίνο, τον αφόρισε, τον κήρυξε αιρετικό και απέδωσε στον Σιγισμόνδο μία σειρά αμαρτιών (αιμομιξία, σοδομισμό εναντίον του γιου του Ροβέρτου και άλλα), που αμαύρωσαν τη φήμη του για αιώνες. Σε μία ιδιαίτερη τελετή, καταδικάστηκε από την Εκκλησία στην Κόλαση με την κατάρα: "κανένας θνητός μέχρι σήμερα δεν έχει κατεβεί στην Κόλαση με τελετή της Εκκλησίας· ο Σιγισμόνδος να είναι ο πρώτος, καθώς θεωρείται άξιος αυτής της τιμής". Ο κριτικός τής τέχνης και ιστορικός Ρόμπερτ Χιούζ αντιπαραθέτει την προστασία στην τέχνη, που επέδειξε ο Σιγισμόνδος, με την ιστορία ότι ο αφορισμός του ήταν «μία διάκριση, που υλοποιήθηκε από έναν παπικό απεσταλμένο, του 15ετούς επισκόπου του Φάνο και που δημόσια ευτελίστηκε εμπρός από τον στρατό του, που επιδοκίμαζε στην κεντρική πλατεία του Ρίμινι". [7]

Η εικόνα του Μαλατέστα κάηκε δημόσια στη Ρώμη και στη συνέχεια ξεκίνησε μία de facto σταυροφορία εναντίον του, από μία συμμαχία που περιλάμβανε τον πάπα, τον βασιλιά της Νάπολης, τον δούκα του Μιλάνου και τον Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο. O Σιγισμόνδος νίκησε το πρώτο σώμα των παπικών στρατευμάτων, με επικεφαλής τον Ναπολεόνε Ορσίνι, στις 2 Ιουλίου 1461 στο Καστελεόνε ντι Σουάζα. Το 1462 μπόρεσε να πάρει τη Σενιγκάλλια, αλλά αναγκάστηκε να φύγει στο Φάνο μετά την άφιξη του Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο. Ο τελευταίος τον ακολούθησε και τον συνέτριψε βαριά στις 12 Αυγούστου 1462 κοντά στη Σενιγκάλλια στο στόμιο του Τσεζάνο. Ο πόλεμος τελείωσε το 1463 λόγω της επέμβασης της Βενετίας, [6] με την απώλεια όλων των εδαφών του Σιγισμόνδου, εκτός από το Ρίμινι και μία περιοχή περίπου 8 χιλιομέτρων γύρω από αυτό: ωστόσο και για τα δύο δεσμεύτηκε να επιστραφούν έπειτα από το τέλος του στο Παπικό Κράτος. Στη συνέχεια αναζήτησε καλύτερη τύχη ως στρατηγός της Βενετίας στον Πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, ως διοικητής σώματος στην Πελοπόννησο (1464–1466). Οι Ενετοί του έδωσαν ένα σώμα 150 ανδρών, για να υπερασπιστεί τον Ρίμινι και τα άλλα εδάφη του κατά τη διάρκεια της απουσίας του.

Σε μία προσπάθεια να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση, ο Σιγισμόνδος φαίνεται ότι σκόπευε να δολοφονήσει τον διάδοχο του Πίου, τον πάπα Παύλο Β΄ (ο οποίος του είχε ζητήσει να ανταλλάξει το Ρίμινι με το Σπολέτο και το Καμερίνο) το 1468, αλλά έχασε το θάρρος του και επέστρεψε στο Ρίμινι. Απεβίωσε στην κατοικία του, το Καστέλ Σιγισμόνδο, λίγους μήνες αργότερα.

Τον διαδέχθηκε ο νόμιμος γιος και κληρονόμος του Σαλούστιο, υπό την επιτροπεία της μητέρας του Ιζότας· αλλά ένα χρόνο αργότερα (1469) ο νόθος γιος του Ρομπέρτο, επίσης επιδέξιος κοντοτιέρο, κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο του Ρίμινι.

Η φήμη του. Προστάτης της τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σιγισμόνδος Μαλατέστα, νωπογραφία του Πιέρο ντελα Φραντσέσκα.

Η γενναιότητα και η ικανότητα του Σιγισμόνδου αναγνωρίστηκαν ευρέως από τους συγχρόνους του. Σύμφωνα με την Καθολική Εγκυκλοπαίδεια: [8]"Από την παιδική του ηλικία ήταν επιδέξιος και τολμηρός στρατιώτης και σε όλη του τη ζωή θεωρήθηκε σχεδόν ο πρώτος καπιτάνο (διοικητής) στην Ιταλία". Δεν ήταν θρησκευόμενος και το Τέμπιο Μαλατεστιάνο, γνωστό και ως Σαν Φραντσέσκο -που κτίστηκε στο Ρίμινι από τον Λέον Μπαττίστα Αλμπέρτι και διακοσμήθηκε από καλλιτέχνες όπως ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα και ο Αγκοστίνο ντι Ντούτσο- ήταν ουσιαστικά ένα κοσμικό μνημείο για την Iζόλτα ντελι Άττι, ερωμένη του και τρίτη σύζυγός του. Ήταν ένα σημαντικό για την Αναγέννηση κτήριο, καθώς ήταν η πρώτη εκκλησία, που χρησιμοποίησε τη ρωμαϊκή θριαμβική αψίδα ως μέρος της δομής της. Ο Σιγισμούνδος δημιούργησε επίσης μία αξιοσημείωτη σειρά οχυρώσεων στις ιδιοκτησίες του στη Ρομάνια, συμπεριλαμβανομένου των Ρόκκε ("Κάστρων") του Ρίμινι και του Φάνο.

Η κακή φήμη του Σιγισμόνδου δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αντίληψη του Πίου Β΄ γι' αυτόν, αν και πολλά χρονικά της εποχής του τον περιέγραψαν ως τύραννο και γυναικά: έπεσε σε «βιασμό, μοιχεία και αιμομιξία». [9] Ο Ιταλός Αναγεννησιακός ιστορικός Φραντσέσκο Γκουιτσαρντίνι τον ονόμασε «εχθρό κάθε ειρήνης και ευημερίας». [10] Τα έργα του και οι πολιτικοί ελιγμοί του χαρακτηρίζονται από όλο το σύνηθες θέατρο "βίας, δολοπλοκίας και ευγένειας", τυπικό της Αναγεννησιακής Ιταλίας. Ωστόσο ο Σιγισμόνδος γνώριζε πολύ καλά τις αμαρτίες του και προσπάθησε να τις δικαιολογήσει με μία σειρά από σονέτα αγάπης, αφιερωμένα στην Iζότα.

Υστεροφημία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1906 ο Έντουαρντ Χάτον δημοσίευσε το ιστορικό μυθιστόρημα Σιγισμόνδος Μαλατέστα, όπου αποδίδει με συμπάθεια τον ήρωά του. Αναθεωρήθηκε ελαφρώς και επανεκτυπώθηκε με τον τίτλο Το μαντρόσκυλο του Ρίμινι το 1926. Ο τίτλος αυτού του βιβλίου μπορεί να είναι εν μέρει υπεύθυνος για την αντίληψη, ότι ο Σιγισμόνδος ήταν γνωστός ως «ο λύκος του Ρίμινι» από τους συγχρόνους του ή από τους μεταγενέστερους, καθώς ως τον 21ο αι. το παρωνύμιο αυτό είχε επικρατήσει. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποδείξεις για τη χρήση του στη διάρκεια της ζωής του και δεν μπορεί να βρεθεί σε κανένα γενικό ιστορικό ή βιογραφικό κείμενο για τον Σιγισμόνδο, που προηγείται του Διαδικτύου. [11] Το παρωνύμιο εμφανίζεται στο 4ο κεφάλαιο τού βιβλίου τού ιστορικού τέχνης Κένεθ Κλαρκ "Πολιτισμός" ("στη γειτονική πολιτεία ήταν ο Σιγισμόνδος Μαλατέστα, ο λύκος του Ρίμινι, ο οποίος έκανε πράγματα που ακόμη και ο πιο αντισυμβατικός θεατρικός παραγωγός, θα δίσταζε να βάλει στη σκηνή", Κλαρκ, 1969, σελ. 112). Το βιβλίο κυκλοφόρησε για να συνοδεύσει την 13η σειρά BBC με το ίδιο όνομα.

Το παραπάνω μυθιστόρημα του Χάτον και το Ένας κοντοτιέρος του 15ου αι. του Σαρλ-Εμίλ Yριάρτ (1882) ήταν από τις κύριες πηγές του Αμερικανού ποιητή Έζρα Πάουντ στα Malatesta Cantos (τραγούδια 8-11), που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1923. Πρόκειται για έναν θαυμαστό, αν και αποσπασματικό απολογισμό, της σταδιοδρομίας του Μαλατέστα ως πολεμιστή, εραστή και προστάτη.

Με μεγάλη επιρροή από τον Πάουντ, καθώς και από τον Γιουνγκ, ο κριτικός Έιντριαν Στόουκς αφιέρωσε μία μελέτη, Οι λίθοι του Ρίμινι (1934), στην τέχνη που δημιουργήθηκε στην Αυλή του Σιγισμόνδου.

Νωρίς στη σταδιοδρομία του, ο Ε. Μ. Φώστερ επιχείρησε ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τον Σιγισμόνδο Μαλατέστα και τον Γεώργιο Γεμιστό, αλλά δεν ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και δεν το δημοσίευσε ποτέ, ωστόσο κράτησε το χειρόγραφο και αργότερα το έδειξε στη Ναόμι Μίτσινσον. [12]

Το θεατρικό έργο Malatesta του Ανρί ντε Μοντερλάν (1946) αφορά το τέλος της ζωής τού Σιγισμόνδου και τις δολοπλοκίες του με τον Παύλο Β΄. [13]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε πρώτα το 1434 την εξαδέλφη του Τζινέβρα των Έστε, κόρη του Νικολό Γ΄ μαρκησίου της Φερράρα. Όταν απεβίωσε το 1440, φήμες έλεγαν ότι τη δηλητηρίασε.

Το 1442 ο Σιγισμόνδος έκανε 2ο γάμο, με την Πολισένα/Πολυξένη Σφόρτσα (απεβ. 1449), νόθη κόρη του Φραγκίσκου Α΄ δούκα του Μιλάνου και είχε τέκνα:

  • Γκαλεότο 1442, απεβ. νήπιο.
  • Τζιοβάννα 1444, παντρεύτηκε τον δούκα του Καμερίνο.

Ο Σιγισμόνδος το 1456 νυμφεύτηκε για 3η φορά με την ως τότε ερωμένη του Ιζότα ντελι Άττι. Έτσι νομιμοποίησε τα τέκνα του από αυτήν:

  • Τζιοβάννι, απεβ. νήπιο.
  • Μαργαρίτα, παντρεύτηκε τον Κάρλο ντι Φορτεμπράτσιο.
  • Σαλούστιο, κύριος του Ρίμινι.
  • Αντωνία/Άννα, παντρεύτηκε τον Ροδόλφο Γκοντζάγκα, κύριο του Καστιλιόνε ντελε Στιβιέρε.

Από την ερωμένη του Βανέτα ντεϊ Τόσκι είχε τέκνο:

  • (νόθος) Ροβέρτος π.1441/2-1482, κοντιτιέρο (μισθοφόρος διοικητής), κύριος του Ρίμινι.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 διάφοροι συγγραφείς: «Dizionario Biografico degli Italiani». (Ιταλικά) Dizionario Biografico degli Italiani. 1960.
  2. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb119394880. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. www.treccani.it/enciclopedia/malatesta-sigismondo-pandolfo-signore-di-rimini/. Ανακτήθηκε στις 3  Μαρτίου 2022.
  4. Leo van de Pas: (Αγγλικά) Genealogics. 2003.
  5. This accusation was probably groundless, as both the Pope and the Estes maintained good relationships with him later.
  6. 6,0 6,1 «MALATESTA (de Malatestis), Sigismondo Pandolfo». Dizionario Biografico degli Italiani. Enciclopedia Italiana. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2011. 
  7. The Spectator, 7 August 2012
  8. Catholic Encyclopedia New Advent
  9. Erotic Love through the ages , Sardi. P. 119
  10. Rendina, p. 181
  11. G. Rimondini, 'Il lupo di Rimini', in M. Masini (ed.), Sigismondo Pandolfo Malatesta signore di Rimini (Rimini: Pandozzo, 2017), pp. 99-100.
  12. Mentioned in a 1925 letter to Mitchison, quoted in her autobiography You May Well Ask: A Memoir 1920-1940Mitchison, Naomi (1986) [1979]. «11: Morgan Comes to Tea». You May Well Ask: A Memoir 1920-1940. London: Fontana Paperbacks. ISBN 978-0-00654-193-6. 
  13. Norrish 1988, pp. 53–54

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]