Αγωγή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αγωγή είναι το κύριο ένδικο βοήθημα με το οποίο ζητεί κάποιος να υπαχθεί μια διαφορά προς επίλυση στα πολιτικά δικαστήρια. Προβλέπεται και ρυθμίζεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και αφορά κυρίως διαφορές Αστικού και Εμπορικού Δικαίου, δηλαδή ως επί το πλείστον περιουσιακές διαφορές μεταξύ ιδιωτών ή εμπόρων.

Τρόπος άσκησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγωγή ασκείται με κατάθεσή της στο δικαστήριο προς το οποίο απευθύνεται και με επίδοση σε αυτόν κατά του οποίου στρέφεται. Απλή κατάθεσή της χωρίς επίδοση στον αντίδικο δεν αρκεί για να θεωρηθεί η αγωγή ως ασκηθείσα. Αυτός που την ασκεί ονομάζεται ενάγων και αυτός κατά του οποίου στρέφεται ονομάζεται εναγόμενος (ή καθ’ ου).

Η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο γίνεται κατά την Πολιτική Δικονομία με μέριμνα του ενάγοντος: ο τελευταίος, αφού καταθέσει την αγωγή στη Γραμματεία του Δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται και προσδιοριστεί δικάσιμος (ημερομηνία της δίκης), οφείλει να αναθέσει σε δικαστικό επιμελητή της επιλογής του να την επιδώσει στον εναγόμενο μέσα σε ορισμένη προθεσμία πριν τη δικάσιμο.

Είδη αγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διακρίνεται σε τρεις κύριες κατηγορίες, ανάλογα με το είδος του αιτήματος που περιέχει:

  • Καταψηφιστική είναι η αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητά να καταδικαστεί ο εναγόμενος σε πράξη ή παράλειψη, π.χ. να καταδικαστεί να καταβάλει ορισμένο ποσό που οφείλει ή να καταδικαστεί (να διαταχθεί από το δικαστήριο) να σταματήσει να χρησιμοποιεί μια επωνυμία που δημιουργεί σύγχυση με τον ενάγοντα στις συναλλαγές.
  • Αναγνωριστική είναι η αγωγή, με την οποία ο ενάγων ζητά από το δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή ενός δικαιώματος, π.χ. να διαπιστώσει το δικαστήριο ότι ο εναγόμενος οφείλει ορισμένο ποσό στον ενάγοντα (αλλά να μην τον καταδικάσει να το καταβάλει).
  • Διαπλαστική είναι η αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητά από το δικαστήριο να διαπλάσει (διαμορφώσει) μια έννομη σχέση, η οποία κατά τον νόμο διαμορφώνεται μόνο με δικαστική απόφαση, π.χ. με την αγωγή διαζυγίου ζητά ο ενάγων από το δικαστήριο να λυθεί ο γάμος του, ο οποίος μπορεί κατά τον νόμο να λυθεί μόνο με δικαστική απόφαση.

Συνέπειες από την άσκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άσκηση της αγωγής έχει ορισμένες έννομες συνέπειες. Οι κυριώτερες είναι:

  • Η εκκρεμοδικία: η διαφορά, της οποίας ζητείται η επίλυση, δεν μπορεί να υπαχθεί παράλληλα σε άλλο δικαστήριο. Δεν επιτρέπεται (=θα απορριφθεί) δεύτερη αγωγή για την ίδια ιστορική και νομική αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων (ενάγοντος και εναγομένου).
  • Η διακοπή της παραγραφής: με την άσκηση της αγωγής διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Έτσι, αν ο νόμος προβλέπει για μια οφειλή πενταετή παραγραφή και ο δανειστής ασκήσει αγωγή (καταθέσει και επιδώσει) την τελευταία μέρα πριν την παρέλευση της πενταετίας, η παραγραφή διακόπτεται. Ακόμη κι αν η απόφαση του δικαστηρίου βγει μετά από χρόνια, ζήτημα παραγραφής δεν τίθεται. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες διαφορές, για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ότι η προθεσμία της παραγραφής συνεχίζει να τρέχει και μετά την άσκηση της αγωγής («παραγραφή εν επιδικία»).
  • Η τοκοφορία της απαίτησης: ο νόμος προβλέπει ότι ο εναγόμενος οφειλέτης μετά την άσκηση της αγωγής οφείλει στον ενάγοντα δανειστή τόκους για την απαίτησή του, ακόμη κι αν η απαίτηση είχε συμφωνηθεί να είναι άτοκη. Οι τόκοι αυτοί ονομάζονται τόκοι επιδικίας και τι ύψος τους καθορίζεται (αφηρημένα για όλες τις περιπτώσεις) με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Περιεχόμενο της αγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ενάγων στην αγωγή του οφείλει να κατονομάζει το δικαστήριο προς το οποίο απευθύνεται και τον εναγόμενο. Επίσης οφείλει να εκθέτει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αξίωσή του (ιστορική βάση) και το αίτημά του (αιτητικό). Δεν οφείλει να αναφέρει τις διατάξεις νόμου στις οποίες στηρίζεται η αξίωσή του (νομική βάση)· με βάση την αρχή iura novit curia (=ο δικαστής γνωρίζει τους νόμους) το δικαστήριο θα υπαγάγει μόνο του τα πραγματικά περιστατικά στον ορθό κανόνα δικαίου. Στην πράξη πάντως συνήθως αναφέρεται και η νομική διάταξη που θεμελιώνει το δικαίωμα του ενάγοντος. Η αγωγή είναι υποχρεωτικά έγγραφη και υπογράφεται συνήθως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, εκτός από τις περιπτώσεις όπου δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο στο δικαστήριο. Προφορικά μπορεί να ασκηθεί αγωγή μόνο κατ' εξαίρεσιν σε μικρά ειρηνοδικεία.

Διοικητική Δικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγωγή προβλέπεται ως ένδικο βοήθημα και στο Διοικητικό Δίκαιο ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, για τις περιπτώσεις που ο διοικούμενος (ο πολίτης) ζητά από το δικαστήριο να καταδικαστεί το κράτος να του καταβάλει ορισμένο ποσό.