Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (1260)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης του 1260 ήταν η αποτυχημένη προσπάθεια της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, του σημαντικότερου τμήματος της διασπασμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη από τη Λατινική αυτοκρατορία και να αποκαταστήσει την Πόλη ως την πολιτική, πολιτιστική και πνευματική πρωτεύουσα μίας αναζωογονημένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Κωνσταντινούπολη.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τη Δ΄ Σταυροφορία τον Απρίλιο του 1204, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατατμήθηκε: άλλες περιοχές κατακτήθηκαν από τους λατίνους σταυροφόρους και άλλες έμειναν Ρωμαϊκές. Η έδρα της Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στη Νίκαια στη δυτική και βορειοδυτική Μικρά Ασία· στα δυτικά της Αυτοκρατορίας έμεινε Ρωμαϊκή η Ήπειρος και η Αλβανία, στα ανατολικά ο Πόντος (ηγεμονία της Τραπεζούντας). Οι δύο τελευταίες περιοχές ισχυρίστηκαν ότι εκπροσωπούν τη νόμιμη Αυτοκρατορία· μάλιστα ενόψει της αδυναμίας της Λατινικής Αυτοκρατορίας η ηγεμονία της Ηπείρου αγωνίστηκε για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Στην αρχή ο ηγεμόνας της Ηπείρου Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας στέφθηκε "αυτοκράτορας" στη Θεσσαλονίκη το 1225/1227 και φααινόταν ότι η Πόλη θα έπεφτε σε αυτόν. Ωστόσο η Ηπειρωτική ηγεμονία κατέρρευσε στη Μάχη της Κλοκοτνίτσας το 1230, εναντίον της Βουλγαρίας.

Έτσι άνοιξε ο δρόμος, ώστε η Αυτοκρατορία στη Νίκαια, υπό τον Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη (περ. 1221–1254), να επέμβει στην Ευρώπη. Σε συμμαχία με τους Βουλγάρους, ο Ιωάννης Γ΄ κατέλαβε το πρώτο του φρούριο στη Θράκη το 1234. Στη συνέχεια μαζί με τους Βουλγάρους, ανέλαβε μια αποτυχημένη πολιορκία της πόλης το 1235–6. Έπειτα ο Αυτοκράτορας στη Νίκαια άλλαξε τον στόχο του, στο να αυξήσει την επικράτειά του στην Ευρώπη. Υπό τους Βατάτζηδες, η Αυτοκρατορία κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης και της Μακεδονίας, από τη Βουλγαρία και την Ήπειρο και έτσι έγινε το ισχυρότερο κράτος της περιοχής. Η Λατινική αυτοκρατορία, τώρα περιορισμένη στην Κωνσταντινούπολη και την κοντινή περιοχή που την περιβάλλει, περιτριγυρισμένη ανατολικά και δυτικά από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και χωρίς επαρκή κεφάλαια για να προσελκύσει οποιαδήποτε ένοπλη υποστήριξη, φαινόταν ώριμη να πέσει την εποχή του τέλους του Βατάτζη. Ακόμη και ο πάπας φαινόταν πρόθυμος να αποδεχθεί το αναπόφευκτο, με αντάλλαγμα παραχωρήσεων σε θεολογικά θέματα και το ζήτημα της παπικής υπεροχής. Η Λατινική αυτοκρατορία κέρδισε μια σύντομη ανάκαμψη με το τέλος του Ιωάννη Γ΄, καθώς ο γιος και ο διάδοχός του Θεόδωρος Β΄ Βατάτζης (περ. 1254–1258) αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει πολλές επιθέσεις στα εδάφη του στα Βαλκάνια.

Λίγο μετά το θάνατο του Θεόδωρου Β΄, ο φιλόδοξος Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (περ. 1259–1282) ανέβηκε στο θρόνο, στην αρχή φαινομενικά ως φύλακας του βρέφους Ιωάννη Δ΄ Βατάτζη (περίπου 1259–1261). Τότε σχηματίστηκε ένας συνασπισμός των εχθρών της Νίκαιας, που περιελάμβανε την Ήπειρο, το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και το Βασίλειο της Σικελίας. Ωστόσο η συμμαχία αυτή δέχθηκε συντριπτικό πλήγμα στη Μάχη της Πελαγονίας το θέρος του 1259. Με τους κύριους εχθρούς του νεκρούς ή σε αιχμαλωσία ή προσωρινή εξορία μετά τη μάχη της Πελαγονίας, ο Μιχαήλ Η΄ ήταν ελεύθερος να στρέψει το βλέμμα του προς την Κωνσταντινούπολη.

Πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού διαχείμασε στη Λάμψακο, τον Ιανουάριο του 1260 ο Παλαιολόγος διέσχισε τον Ελλήσποντο με τον στρατό του και κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο οι αναφορές των χρονογράφων σχετικά με τα επόμενα γεγονότα διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.

Σύμφωνα με την αναφορά του Γεωργίου Ακροπολίτη, ο Αυτοκράτορας στηρίχθηκε στις υποσχέσεις προδοσίας κάποιου λατίνου ευγενούς «Άσελ» (που ταυτίζεται είτε με τον Ανσέλ ντε Τουσύ είτε με τον Ανσέλ ντε Καγιέ), ο οποίος είχε ένα σπίτι δίπλα στα τείχη της Πόλης και είχε υποσχεθεί να ανοίξει μία πύλη στα στρατεύματα της Νίκαιας. Κατά συνέπεια, η αποστολή δεν ήταν αρκετά μεγάλη για μία σοβαρή επίθεση στην Πόλη. Ο Μιχαήλ Η΄ οδήγησε τους άνδρες του να στρατοπεδεύσουν στον Γαλατά, φαινομενικά ότι ετοιμάζεται να επιτεθεί στο φρούριο του Γαλατά στη βόρεια ακτή του Χρυσού Κέρατος, ενώ περίμενε την προδοσία του Άσελ. Ωστόσο ο Άσελ δεν ενήργησε και ισχυρίστηκε ότι τα κλειδιά του τα είχε πάρει ο κυβερνήτης της Πόλης. Ο Ακροπολίτης λέει τότε ότι ο Μιχαήλ συνήψε εκεχειρία ενός έτους και εγκατέλειψε την πολιορκία.

Οι άλλοι χρονογράφοι (Γιώργος Παχυμέρης, Νικηφόρος Γρηγοράς και λοιποί) παρουσιάζουν την αποστολή με πολύ διαφορετική άποψη, ως επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, με αποφασιστική και παρατεταμένη προσπάθεια ενάντια στην ίδια την Πόλη. Περιελάμβανε μία προκαταρκτική εκστρατεία για την απομόνωση της Πόλης, καταλαμβάνοντας τα απομακρυσμένα οχυρά και τους οικισμούς που ελέγχουν τα περάσματα, μέχρι τη Σηλυ(μ)βρία (περίπου 60 χλμ. δυτικά της Πόλης), καθώς και μία άμεση επίθεση στον Γαλατά. Ήταν μία υπόθεση μεγάλης κλίμακας, που εποπτευόταν προσωπικά από τον Μιχαήλ Η΄ από ένα υπερυψωμένο μέρος, με μηχανές πολιορκίας και προσπάθειες υπονόμευσης των τειχών. Ωστόσο ο Γαλατάς κράτησε, λόγω της αποφασιστικής αντίστασης των κατοίκων του και των ενισχύσεων, που μεταφέρθηκαν από την Πόλη με λέμβους. Αντιμέτωποι με αυτό, και ανησυχώντας από τα νέα μίας επικείμενης ενίσχυσης για ανακούφιση των πολιορκημένων, ο Μιχαήλ Η΄ έλυσε την πολιορκία.

Η διαφορά στις δύο αναφορές αποδίδεται από τους σύγχρονους μελετητές στη γνωστή τάση του Ακροπολίτη να ελαχιστοποιεί τις αποτυχίες του Μιχαήλ Η΄. Οι δύο αφηγήσεις, που και οι δύο χαρακτηρίζουν μία απόπειρα εναντίον του Γαλατά, αναφέρονται σαφώς στο ίδιο γεγονός, και η εμπλοκή του Άσελ μπορεί πράγματι να αντικατοπτρίζει ένα γνήσιο επεισόδιο της πολιορκίας, στο οποίο δόθηκε υπερβολική προβολή από τον Ακροπολίτη.

Συνέπεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1260 υπογράφηκε μία ανακωχή μεταξύ του Μιχαήλ Η΄ και του Βαλδουίνου Β΄ με διάρκεια ενός έτους (μέχρι τον Αύγουστο του 1261). Αν και η πολιορκία απέτυχε, ο Μιχαήλ Η΄ ξεκίνησε να κάνει σχέδια για μία νέα προσπάθεια. Τον Μάρτιο του 1261 διαπραγματεύτηκε με τη Δημοκρατία της Γένοβας και συνήψε τη Συνθήκη του Νυμφαίου, η οποία του έδωσε πρόσβαση στον πολεμικό στόλο τους με αντάλλαγμα εμπορικά δικαιώματα στους Γενουάτες. Η συνθήκη λειτούργησε επίσης ως αμυντικό σύμφωνο μεταξύ των δύο κρατών ενάντια στη Δημοκρατία της Βενετίας, τον κύριο ανταγωνιστή της Γένοβας και τον σημαντικότερο υποστηρικτή της Λατινικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο οι προετοιμασίες του Μιχαήλ Η΄ καταστάθηκαν περιττές, καθώς στις 25 Ιουλίου 1261 μία προωθητική δύναμη, που στάλθηκε για να κατοπτεύσει τα γύρω από την Πόλη μέρη με επικεφαλής τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο, κατάφερε να διεισδύσει στην Πόλη κάτω από την κάλυψη του σκοταδιού και να την αναλάβει από τους Λατίνους.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Angold, Michael (1999), "Byzantium in exile", in Abulafia, David (ed.), The New Cambridge Medieval History: Volume V, c. 1198–c. 1300, Cambridge University Press, pp. 543–568, ISBN 0-521-36289-X
  • Bartusis, Mark C. (1997), The Late Byzantine Army: Arms and Society 1204–1453, University of Pennsylvania Press, ISBN 0-8122-1620-2
  • Fine, John Van Antwerp (1994) [1987]. The Late Medieval Balkans: A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest. Ann Arbor, Michigan: University of Michigan Press. ISBN 0-472-08260-4.
  • Geanakoplos, Deno John (1959). Emperor Michael Palaeologus and the West, 1258–1282: A Study in Byzantine-Latin Relations. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. OCLC 1011763434.
  • Jacoby, David (1999), "The Latin empire of Constantinople and the Frankish states in Greece", in Abulafia, David (ed.), The New Cambridge Medieval History: Volume V, c. 1198–c. 1300, Cambridge University Press, pp. 525–542, ISBN 0-521-36289-X
  • Kazhdan, Alexander, ed. (1991). Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-504652-6.
  • Macrides, Ruth (2007), George Akropolites: The History - Introduction, translation and commentary, Oxford University Press, ISBN 978-0-19-921067-1
  • Nicol, Donald M. (1993). The Last Centuries of Byzantium, 1261–1453 (Second ed.). Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-43991-6.
  • George Ostrogorsky, History of the Byzantine State, Rutgers University Press, 1968.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]