Περίκλεια Πέλλας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Περίκλεια Πέλλας
Perikleia 8255234.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Περίκλεια Πέλλας
41°6′4″N 22°15′45″E
ΧώραΕλλάδα
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Αλμωπίας
Πληθυσμός341 (2011)
Ζώνη ώραςUTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)

Η Περίκλεια είναι χωριό της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας, του Δήμου Αλμωπίας και βρίσκεται σε απόσταση 35χλμ. βόρεια της Αριδαίας και 63χλμ. βόρεια της Έδεσσας. Στην κοινότητα Περίκλειας υπάγεται και ο οικισμός της Λαγκαδιάς, ο οποίος βρίσκεται δυτικά σε απόσταση 2χλμ.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Περίκλεια έχει πληθυσμό 341 κατοίκους και ο οικισμός της Λαγκαδιάς από 82 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Όλοι οι κάτοικοι είναι Μογλενίτες Βλάχοι και η ύπαρξη του χωριού είναι μακρααίωνη. Μαζί με τα γειτονικά χωριά της Λαγκαδιάς, της Νότιας, του Αρχαγγέλου αλλά και του Σκρα, της Κούπας και των Μεγάλων Λιβαδίων που βρίσκονται στον νομό Κιλκίς, ανήκουν στην ξεχωριστή φυλή των Μογλενίτων Βλάχων η οποία διαφέρει εξολοκλήρου από τους Βλάχους της υπόλοιπης Ελλάδας. Η γλώσσα τους ανήκει στον ρουμάνικο γλωσσικό σύνδεσμο.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Περίκλεια βρίσκεται χτισμένη σε υψόμετρο 597 μέτρων, στον ορεινό όγκο της Αλμωπίας. Συγκεκριμένα βρίσκεται στη βόρεια και δυτική πλευρά ενός μεγάλου οροπεδίου, στη συμβολή του όρους Τζένα (2.182 μ.) και του όρους Πάικο (1.650 μ.). Την κοινότητα διαρρέουν δύο ποτάμια. Το πρώτο πηγάζει από τους πρόποδες της Τζένας και το δεύτερο από το όρος Πάικο. Και τα δύο ενώνονται και κατηφορίζουν προς τον κάμπο της Καρατζόβας, όπου μαζί με άλλα ποτάμια σχηματίζουν τον ποταμό Μογλενίτσα. Επίσης, η περιοχή διαθέτει άφθονα υπόγεια ύδατα. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της υπεράντλησης των υδάτων, στερεύουν ορισμένες πηγές και η περιοχή κινδυνεύει να αντιμετωπίσει πρόβλημα λειψυδρίας. Στο τέλος του χειμώνα, λιώνουν τα χιόνια από τα όρη Τζένα και Πάικο και σχηματίζουν τους χείμαρρους «Σάλνιτσα» και «Βαλισέκα». Κατά την τοπική παράδοση, η περιοχή παλιά ήταν λίμνη και πήρε τη σημερινή της μορφή από προσχώσεις φερτής ύλης από τα βουνά που την περιβάλλουν σαν πέταλο. Σε αυτό συνηγορούν διάφορα πετρώματα που υπάρχουν στην περιοχή καθώς και άλλα ευρήματα. 

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της περιοχής μπορεί να χαρακτηριστεί ηπειρωτικό με βαρείς χειμώνες και θερμοκρασίες που φτάνουν τους -20 °C και δροσερά καλοκαίρια. Χαρακτηριστικό του χειμώνα είναι το χιόνι και το τσουχτερό κρύο. Τα καλοκαίρια είναι ζεστά με περιόδους ξηρασίας. Τα βράδια πάντως η θερμοκρασία πέφτει. Χαρακτηριστικό της περιοχής ο βόρειος άνεμος, έρχεται στην περιοχή από την «Πόρτα» (το σημείο όπου ενώνονται η Τζένα με το Πίνοβο έχουν μπροστά τους ένα βράχο, σαν πόρτα).

Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μάι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ
Χαμηλότερη (°C) -19,6 -14,2 -7,5 -3,5 0,5 6,2 8,8 8,5 2,1 -1,0 -9,3 -15,8

Σύντομη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική ονομασία του χωριού Περίκλεια ήταν: κοινότης «Μπέρισλαβ» Β.Δ 101919 ΦΕΚ Α 80/1919 που σημαίνει Συνάντηση. Αργότερα, μετονομάστηκε στη σημερινή ονομασία του κοινότητα: «Περικλείας» Β.Δ. 6-6-1925 ΦΕΚ Α 148/1925. Οι κάτοικοι του χωριού, εκτός από την ελληνική γλώσσα, μιλούν και την κουτσοβλάχικη γλώσσα. Οι πρώτοι κάτοικοι κατάγονταν από την Ήπειρο. Στις αρχές του 17ου αιώνα περίπου οι Τούρκοι τους μετέφεραν στην περιοχή λόγω της αντίστασης και των προβλημάτων που δημιουργούσαν εκεί. Η περιοχή ήταν κατάλληλη για εκτροφή αιγοπροβάτων και οι κάτοικοι αμέσως επιδόθηκαν στην κτηνοτροφία. Στα πρώτα χρόνια διέμειναν στις περιοχές «Γκραμόζ» και «Ζαγράδα» νομαδικά. Επειδή όμως στην περιοχή περιφέρονταν ληστές, που συνεχώς τους ενοχλούσαν, αναγκάστηκαν με τον καιρό οι δύο αυτές νομαδικές φυλές να συμπτυχθούν για να αντιμετωπίσουν από κοινού τα προβλήματα. Η σύμπτυξη αυτή έγινε στις αρχές του 18ου αιώνα στην περιοχή όπου είναι χτισμένα τα χωριά Περίκλεια και Λαγκαδιά.   Η πρώτη ομάδα των κατοίκων που έμενε στην περιοχή «Γραμόζ» εκκλησιάζονταν στην «μπουγκουρούντιτσα» στο σημείο όπου υπάρχει σήμερα το εκκλησάκι της Παναγίας. Οι δε κάτοικοι της δεύτερης ομάδας που έμειναν στην περιοχή «Ζαγράδα» εκκλησιάζονταν στην «τανάσιτσα» στο σημείο όπου σήμερα υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου. Στα τέλη του 18ου αιώνα κατέφτασε στην περιοχή και μια τρίτη ομάδα κατοίκων από τη γειτονική Νότια. Οι κάτοικοι αυτοί, μη μπορώντας να αλλαξοπιστήσουν αναγκάστηκαν να φύγουν και να αναζητήσουν καινούργιο τόπο για διαμονή. Μαζί τους μετέφεραν ιερά σκεύη καθώς και εικονίσματα από τον καταπατημένο ναό της Αγίας Παρασκευής που έδρευε στο χωριό Νότια. Οι τρεις αυτές ομάδες των κατοίκων συμπτύχθηκαν στην περιοχή όπου είναι χτισμένο σήμερα το χωριό. Το 1800 έχτισαν και τη σημερινή εκκλησία του χωριού, την ονόμασαν Αγία Παρασκευή σε ανάμνηση της καταπατημένης Αγίας Παρασκευής του χωριού Νότια. Κατά περιόδους βρέθηκαν στην περιοχή χάλκινα νομίσματα που πιθανόν ανάγονται στην εποχή του Μ. Αλεξάνδροu. Επίσης, βρέθηκαν πήλινα αγγεία που έφεραν ευκρινώς την ημερομηνία κατασκευής τους, καθώς και αναπαραστάσεις από την εποχή τους.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι πέρασαν δύσκολες στιγμές. Η τρομοκρατία από τους Τούρκους είχε φτάσει στο ανώτατο σημείο, ο βίαιος εξισλαμισμός, το παιδομάζωμα και ο αποχωρισμός συγγενών, αδερφών, γονέων και φίλων ήταν κάτι το σύνηθες την εποχή αυτή. Ο πιο σκληρός μπέης που πέρασε από το χωριό ήταν ο «Ισίμ Μπέης». Στη νεότερη ιστορία το χωριό δέχτηκε πολλές επιδρομές από Βούλγαρους Κομιτατζήδες. Κατά τον Μακεδονικό αγώνα οι κάτοικοι του χωριού πρόσφεραν τροφές για μεγάλο χρονικό διάστημα στην «εθνική αντάρτικη ομάδα» που κρυβόταν στην περιοχή. Πολλοί κάτοικοι ήταν ένοπλοι και ερχόταν συχνά σε σύγκρουση με τους Τούρκους καταπατητές της περιοχής.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1916) υπήρχε στην περιοχή μέτωπο. Οι Γερμανοί και Βούλγαροι είχαν καταλάβει την οριογραμμή της τότε Σερβίας και είχαν οχυρωθεί στο ύψωμα «Σκρά». Οι δε ελληνικές και γαλλικές δυνάμεις βρίσκονταν στο γειτονικό χωριό Αρχάγγελος. Επειδή οι κάτοικοι του χωριού βρίσκονταν μεταξύ δύο πυρών, έγινε μετοικισμός των κατοίκων στα Γιαννιτσά, όπου και παρέμειναν ως την λήξη του πολέμου (1918) οπότε και επαναπατρίστηκαν. 

Κατά την περίοδο της Κατοχής (1941 – 1945, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) το χωριό βρισκόταν υπό τη γερμανική κατοχή. Στη μεθόριο της τότε Γιουγκοσλαβίας βρίσκονταν βουλγαρικές δυνάμεις οι οποίες συνεχώς έκαναν επιδρομές κατά του άμαχου πληθυσμού. Σε μια από αυτές στις 17 lανουαρίου 1944, εισέβαλε στην περιοχή μια ταξιαρχία βουλγαρικών στρατευμάτων και στη διαδρομή σκότωσε 7 άτομα από τον άμαχο πληθυσμό του χωριού. Στην συνέχεια κινήθηκαν προς το γειτονικό χωριό Λαγκαδιά. Στις 7 Απριλίου του 1944 πραγματοποιήθηκε η «Μάχη της Περίκλειας» από τον Ε.Λ.Α.Σ. κατά των Γερμανών, η οποία ήταν η τελευταία και μεγαλύτερη μάχη της αντίστασης στην Αλμωπία και στοίχισε στους Γερμανούς 30 νεκρούς.

Κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και ύστερα από εντολή των στρατιωτικών το χωριό εκκενώθηκε και οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στο γειτονικό χωριό Αρχάγγελος, στη Θεσσαλονίκη και στην Αριδαία. Μετά τη λήξη του εμφυλίου επαναπατρίστηκαν.

Οικονομική κατάσταση - ασχολίες κατοίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υλοτομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δάσος είναι σημαντικός παράγοντας για την οικονομία του τόπου, μιας και τα 2/3 της περιοχής καλύπτονται από μεγάλα δάση οξιάς και βελανιδιάς. Η εκμετάλλευση του δάσους γίνεται από το δασαρχείο Αριδαίας. Οι αρμόδιοι καθορίζουν τις περιοχές στις οποίες θα γίνει υλοτομία, στη συνέχεια χωρίζουν τις περιοχές αυτές σε συστάδες και μοιράζουν τις συστάδες αυτές στους διάφορους συνεταιρισμούς των υλοτόμων. Οι υλοτόμοι με τη σειρά τους, αφού κόψουν τα δέντρα (σύμφωνα με τις υποδείξεις του δασαρχείου), τα τεμαχίζουν και τα στοιβάζουν ομοιόμορφα (ντάνιασμα). Μερικά από τα ξύλα αυτά τα αγοράζει το δασαρχείο, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του (συνήθως καυσόξυλα). Τα υπόλοιπα τα πουλούν σε εμπόρους με τιμή που διαπραγματεύονται οι ίδιοι. Ανησυχητικό φαινόμενο αποτελεί η αύξηση τα τελευταία χρόνια της λαθρεμπορίας του ξύλου που σε συνδυασμό με την όλο και εντατικότερη εκμετάλλευση του δάσους από τους κρατικούς φορείς, οδηγούν στην ποιοτική υποβάθμιση του.

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γεωργία είναι αρκετά ανεπτυγμένη, παρότι ο κλήρος είναι μικρός (20-30 στρέμματα) και χωρισμένος σε μικρά αγροκτήματα. Τα προϊόντα που παράγονται είναι: η πατάτα, το καλαμπόκι, το στάρι, το κριθάρι, η βρόμη και το τριφύλλι. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο αναπτύσσεται η δεντροκαλλιέργεια (κερασιές κυρίως). Για την παραγωγή τους οι κάτοικοι χρησιμοποιούν υπερσύγχρονα γεωργικά μηχανήματα και οι χειρωνακτικές εργασίες έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο.

Κτηνοτροφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας άλλος πλουτοπαραγωγικός παράγοντας του τόπου, εξίσου σημαντικός με τους δύο προηγούμενους, είναι η κτηνοτροφία. Οι κτηνοτρόφοι της περιοχής χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που εκτρέφουν βοοειδή και σε αυτούς που εκτρέφουν αιγοπρόβατα. Τα βοοειδή εκτρέφονται σε οργανωμένες σταβλικές εγκαταστάσεις (μονάδες), κυρίως για το γάλα αλλά και για το κρέας. Την ποσότητα αυτή του αγελαδινού γάλακτος την απορροφούν μεγάλες γαλακτοκομικές εταιρίες και τοπικά τυροκομεία.