Μαυροπελαργός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μαυροπελαργός
Μαυροπελαργοί στο Εθνικό Πάρκο Κρούγκερ, Νότια Αφρική
Μαυροπελαργοί στο Εθνικό Πάρκο Κρούγκερ, Νότια Αφρική
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Αves)
Τάξη: Πελαργόμορφα (Ciconiiformes)
Οικογένεια: Πελαργίδες (Ciconiidae)
Γένος: Πελαργός (Ciconia)
Είδος: C .nigra
Διώνυμο
Ciconia nigra (Πελαργός ο μέλας[1])
(Λινναίος 1758)
Ciconia nigra distr.png
Εξάπλωση του είδους C. nigra Πορτοκαλί = Περιοχές αναπαραγωγής
Πράσινο = Επιδημητικό
Μπλε = Περιοχές διαχείμασης

Ο Μαυροπελαργός είναι πελαργόμορφο αποδημητικό πτηνό της οικογένειας των Πελαργίδων, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Ciconia nigra και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό)[2][3].

  • Ο μαυροπελαργός, σε αντίθεση με τον λευκοπελαργό, είναι είδος πολύ συνεσταλμένο και επιφυλακτικό και έχει την τάση να μένει μακριά από τον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, κατασκευάζει τη φωλιά του σε ερημικές περιοχές που βρίσκονται μακριά από κατοικημένα κέντρα[4].

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άγνωστη ?[5]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Λευκοπελαργός

Ο όρος ciconia στην επιστημονική ονομασία του είδους είναι η ακριβής απόδοση της ελληνικής λέξης πελαργός που, ήδη, καταγράφεται στα συγγράμματα των ποιητών Ορατίου και Οβιδίου. Η λέξη παραπέμπει στο αρχαίο θρακικό φύλο των Κικόνων, οι οποίοι κατοικούσαν, μεταξύ άλλων, κατά μήκος της ακτής από τις εκβολές του ποταμού Έβρου, μέχρι την Βιστωνίδα, όπου υπήρχαν πολλοί πελαργοί και, οι κάτοικοι τούς αντιμετώπιζαν με πολύ σεβασμό.

Η επιστημονική ονομασία nigra είναι λατινικής προέλευσης και σημαίνει "μέλας"[6] (= μαύρος) και όπως η κοινή ονομασία του είδους, μαυροπελαργός, οφείλεται στα μαύρα φτερά του πάνω μέρος του σώματός του.

Συστηματική ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά από το Λινναίο στη 10η έκδοση του Systema Naturae, ως Ardea nigra[7] (Σουηδία, 1758)[8]. Μεταφέρθηκε στο σημερινό του γένος, από τον Γάλλο φυσιοδίφη και ζωολόγο Ματουρέν Μπρισόν (Mathurin Jacques Brisson, 1723-1806) το 1760[9].

Στενότεροι, φυλογενετικά, συγγενείς του μαυροπελαργού είναι το άλλο ευρωπαϊκό είδος ο Λευκοπελαργός, και ο Ανατολικός πελαργός (Ciconia boyciana), ο οποίος είχε προηγουμένως ταξινομηθεί ως υποείδος του λευκοπελαργού. Οι στενές εξελικτικές σχέσεις εντός του γένους στηρίζονται σε ομοιότητες ηθολογικής συμπεριφοράς και, βιοχημικά, μέσω της ανάλυσης γονιδιακών αλληλουχιών μιτοχονδριακού κυτοχρώματος b από τον Μπεθ Σλίκας το 1997. Απολιθώματα έχουν ανακτηθεί από τα Μειόκαινα στρώματα των Νήσων Ρουσίγκα και Μαμπόκο της Κένυας, τα οποία είναι δυσδιάκριτα από τους λευκούς και μαύρους πελαργούς.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός είναι είδος του Παλαιού Κόσμου -ιδιαίτερα στην Ευρώπη και στην Αφρική-, όπου απαντά ως επί το πλείστον μεταναστευτικό πτηνό.

Στην Ευρώπη, εξαπλώνεται κυρίως στην κεντρική ήπειρο. Η εξάπλωσή του αρχίζει από τα βορειοδυτικά της Γαλλίας (όπου φώλιασε πρόσφατα) στα ανατολικά μέχρι τις περιοχές της Ρωσίας, κάτω από το όριο της Σιβηρίας, περνώντας από όλες τις κεντροευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Πολωνία, Τσεχία, Αυστρία, Ουγγαρία, Σλοβακία κλπ.). Επίσης αναπαράγεται στα Βαλκάνια και την Ισπανία (όπου υπάρχει επιδημητικός πληθυσμός), οι οποίες κάποτε αποτελούσαν τις μοναδικές περιοχές φωλιάσματος του είδους στη Μεσόγειο. Όμως το 1994 παρατηρήθηκε το πρώτο φώλιασμα μαυροπελαργού στην Ιταλία στο Πεδεμόντιο, κοντά στον ποταμό Σέζια, στο Φυσικό Πάρκο του όρους Φενέρα.

Η Η μεταναστευτική συμπεριφορά του μαυροπελαργού στις δυτικές περιοχές εξάπλωσης: Κόκκινη γραμμή: Μεταναστευτικά όρια, Πορτοκαλί βέλη: Δυτική Μετανάστευση, Κίτρινα βέλη: Ανατολική Μετανάστευση, Μπλε: Περιοχές διαχείμασης

Η Αφρική αποτελεί πολύ σημαντική επικράτεια διαχείμασης του μαυροπελαργού και είναι η ήπειρος στην οποία μεταναστεύει η συντριπτική πλειονότητα των πληθυσμών κατά την περίοδο του χειμώνα –του Β. ημισφαιρίου. Οι περιοχές διαχείμανσης βρίσκονται στην υποσαχάρια Αφρική, στην δυτική, κεντρική και ανατολική ήπειρο. Επίσης, στη Νότια Αφρική οι μαυροπελαργοί είναι επιδημητικοί.

Στην Ασία, αναπαράγεται στη περιοχή της Ρωσίας κάτω από το όριο της Σιβηρίας, και σε μία μεγάλη περιοχή στα υψίπεδα του Ν. Καζακστάν και των χωρών της Οροσειράς των Αλτάι, ξεκινώντας από τις ακτές της νότιας Κασπίας. Επίσης στη βόρεια Τουρκία και τον ανατολικό Νότιο Καύκασο. Η μόνη επικράτεια διαχείμασης του είδους στην ήπειρο βρίσκεται στη βόρεια Ινδία και τις πολύ βόρειες περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας (πχ. Μπανγκλαντές) και τη νότια Κίνα.

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τη γεωγραφική κατανομή του, ο μαυροπελαργός είναι ένα αποδημητικό είδος που καταλαμβάνει μια περιοχή φωλιάσματος και διαχείμασης που περιλαμβάνει την Ευρασία μέχρι τον 63° βόρειο παράλληλο και τη νότια Αφρική μέχρι τον 35° νότιο παράλληλο[10]

Είναι σημαντικό να διαχωριστεί η περιοχή αναπαραγωγής που περιλαμβάνει την Ευρασία και την νότια Αφρική, από την περιοχή όπου οι ευρασιατικοί πληθυσμοί διαχειμάζουν στη κεντρική Αφρική όσον αφορά τους ευρασιατικούς πληθυσμούς και τη ζώνη που περιλαμβάνει το Πακιστάν, τη βόρεια Ινδία, το Μπανγκλαντές και τη νότια Κίνα όσον αφορά τους ασιατικούς πληθυσμούς.

Ο ευρωπαϊκός πληθυσμός του μαυροπελαργού μπορεί να διαιρεθεί, όπως και αυτός του λευκοπελαργού,σε δύο ομάδες: τους δυτικούς μαυροπελαργούς και τους ανατολικούς μαυροπελαργούς. Οι πρώτοι αποδημούν από τη δυτική Ευρώπη και περνώντας από την Ισπανία, διασχίζουν το πέρασμα του Γιβραλτάρ και πηγαίνουν να διαχειμάσουν στη δυτική Αφρική. Η πλειονότητα των ζευγαριών που φωλιάζουν στη δυτική Ευρώπη βρίσκονται στην Ισπανία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, τη Γαλλία και την Ιταλία. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, αυξάνεται η τάση ορισμένων ατόμων του είδους να επιλέγουν το φθινοπωρινό μεταναστευτικό πέρασμα που εκτείνεται ανατολικά του Γιβραλτάρ έως την Κορσική, τη Σαρδηνία και την Ιταλική χερσόνησο.

Οι ανατολικοί μαυροπελαργοί καταλαμβάνουν, αντίθετα, μια εδαφική ζώνη που εκτείνεται από τη Δανία μέχρι την Ελλάδα και την Τουρκία. Η μεγαλύτερη πυκνότητα ζευγαριών που φωλιάζουν παρατηρείται στη Λευκορωσία, τη Λετονία και τη Πολωνία. Στο αποδημητικό τους ταξίδι περνούν από το Βόσπορο, για να κατευθυνθούν στη συνέχεια προς την ανατολική Αφρική, τόπο όπου αυτά τα πουλιά διαχειμάζουν. Η μεταναστευτική οδός αυτών των πληθυσμών δεν είναι όμως ακόμη ξεκάθαρη, γιατί μαυροπελαργοί που ζουν στη Δανία, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Τσεχία και τη Σλοβακία παρατηρήθηκαν να περνούν πάνω από την Ισπανία, κατά τη διάρκεια της θερινής μετανάστευσης[11].

Ο κύριος όγκος των πληθυσμών αναχωρεί από τα ευρωπαϊκά εδάφη αναπαραγωγής στα μέσα Αυγούστου κατά μεγάλα σμήνη, που καταφθάνουν στην Αφρική από τα μέσα Οκτωβρίου. Την άνοιξη, τα πουλιά επιστρέφουν βόρεια και καταφθάνουν στην Ευρώπη στις αρχές της άνοιξης, συνήθως μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου και εγκαθίστανται αμέσως στα παλιά τους εδάφη.

  • Παρά το γεγονός ότι μπορούν να ταξιδεύουν σε μικρές ομάδες κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης, και μπορούν να σχηματίσουν ομάδες μέχρι 30 ατόμων για τη διαχείμασή του, ο μαυροπελαργός είναι μοναχικός (nester)[12].

Στην Ελλάδα, ο μαυροπελαργός είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος, δηλαδή όλοι οι πληθυσμοί φεύγουν το φθινόπωρο για την Αφρική, για να επανέλθουν την άνοιξη στη χώρα και να φωλιάσουν. Επίσης, ο μαυροπελαργός είναι πιο συχνός από τον λευκοπελαργό στη Ν. Ελλάδα και το Ιόνιο κατά τη μετανάστευση[13].

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

P1470281s Czarny Bocian nad Jurgowem.jpg
Χαρακτηριστικά ενδιαιτήματα των μαυροπελαργών

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθ 'όλη τη διαδεδομένη κατανομή του στις τρεις ηπείρους, ο μαυροπελαργός καταλαμβάνει μια σειρά από διαφορετικούς βιότοπους. Ωστόσο, προτιμά γενικά τα παλιά, ανενόχλητα, ανοιχτά δάση[14][15] και τις δασικές εκτάσεις, σε υψόμετρο έως και 2.000 έως 2.500 μέτρα. Η αναζήτησης τροφής γίνεται σε ρέματα, λίμνες, έλη, όχθες ποταμών, έλη, υγρά λιβάδια και περιστασιακά σε λιβάδια, αλλά ο μαυροπελαργός συνήθως αποφεύγει μεγάλα ποσοστά νερού ή σε περιοχές της πυκνό δάσος[16][17].

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πουλιά συχνά διαχειμάζουν σε εκβολές ποταμών και λιμνοθάλασσες της Νότιας Αφρικής[18], και σε ορυζώνες στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της μη αναπαραγωγικής περιόδου[19] συχνά μαζί με λευκοπελαργούς, ερωδιούς κ.ά. Στην Ελλάδα ο μαυροπελαργός απαντά επίσης σε δασωμένες εκτάσεις.

  • Αποδυκνείεται πάντως πως ο μαυροπελαργός πρόκειται για είδος ευπροσάρμοστο σε διαφορετικά περιβάλλοντα, για παράδειγμα σε απότομες βραχώδης πλαγιές και σπηλιές, χωρίς πάντως να παραβλέπει τους παράγοντες της απομόνωσης και της πιθανής ενόχλησης από τον άνθρωπο[20].

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός είναι μεγάλου μεγέθους πτηνό, λίγο μικρότερο από τον λευκοπελαργό. Το σύνολο του πτερώματος στην άνω επιφάνεια του σώματος είναι μαύρο, με μεταλλικές ανταύγες πράσινες και μωβ, ενώ στην κάτω επιφάνεια του σώματος είναι λευκό, κυρίως στην κοιλιά και τις "μασχάλες". Αυτή η διαφορά είναι φανερή στην πτήση κυρίως. Το ουροπύγιο και τα πηδαλιώδη φτερά της ουράς είναι διαφορετικά, καθώς το ουροπύγιο είναι λευκό και τα τα φτερά της ουράς μαύρα και στις δύο επιφάνειες.

Τα φτερά του στήθους είναι μακρυά και «δασύτριχα» (shaggy), σχηματίζοντας ένα είδος περιλαιμίου που είναι ιδιαίτερα εμφανές κατά τις στιγμές της ανάπαυσης. Οι ίριδες έχουν χρώμα θαμπό καφέ ή γκριζόμαυρο, ενώ το δέρμα της περιοφθαλμικής περιοχής είναι κόκκινο. Οι ενήλικες έχει ταρσοκνήμες και πόδια φωτεινού κόκκινου χρώματος, το ίδιο με το μακρύ, οξύληκτο ράμφος.

  • Ο μαυροπελαργός είναι λιγότερο συνηθισμένος με το υδάτινο περιβάλλον σε σχέση με τον συγγενή του και συχνά περπατάει και σε σκληρά εδάφη, γι'αυτόν το λόγο διαθέτει πιο κοντά νύχια και δάχτυλα που είναι ελάχιστα παλαμοειδή. Το πρώτο δάχτυλο είναι πολύ μικρό και κάνει τα αποτυπώματά του ευκολότερα αναγνωρίσιμα.

Τα φύλα είναι παρόμοια, με το αρσενικό να είναι λίγο μεγαλύτερο από το θηλυκό. Τα δε νεαρά άτομα αρχίζουν να αποκτούν το πτέρωμα των γονιών τους 30 μέρες μετά τη γέννησή τους. Πριν όμως, τα φτερά των νεαρών είναι λευκά και μοιάζουν με νεαρούς λευκοπελαργούς. Επίσης, τα πόδια τους είναι πρασινωπά και το ράμφος δεν είναι φωτεινό κόκκινο, αλλά κιτρινωπό (το ράμφος αρχίζει να σκουραίνει όσο μεγαλώνει), και το δέρμα της περιοφθαλμικής περιοχής είναι μαύρο. Το πτέρωμα των ενηλίκων αποκτάται ολοκληρωτικά σε ηλικία 3 ετών, μετά το 2ο καλοκαίρι.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (90-) 95 έως 100 (-105) εκατοστά
  • Ύψος μέχρι τον ώμο: 95 έως 100 εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (144-) 155 έως 173 (-205) εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: 16 έως 18 εκατοστά
  • Βάρος: 2,5 έως 3 εκατοστά

(Πηγές: [21][22])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός τρέφεται κατά βάση με βατράχια, ψάρια (Misgurnus ,Esox lucius)[23], οστρακοειδή και έντομα[24]. Σπάνια, η δίαιτά του μπορεί να συμπεριλάβει και σαλαμάνδρες, τρίτωνες, σαύρες και μικρά θηλαστικά, και ακόμη πιο σπάνια μικρά πτηνά[25].

Ενήλικος μαυροπελαργός

Γενικά, για να ψαρέψει, ο μαυροπελαργός δεν χρησιμοποιεί ιδιαίτερα έξυπνες τακτικές. Συνήθως δεν ψαρεύει στήνοντας ενέδρα, όπως κάνουν γενικά οι ερωδιοί, αλλά κινείται συνέχεια σε ρηχές υδάτινες εκτάσεις και πιάνει τα θηράματά του με αστραπιαία τινάγματα του λαιμού του, που είναι εφοδιασμένος με ένα ιδιαίτερο αιχμηρό ράμφος, ή ψάχνει με το ράμφος του για μικρά θηλαστικά στο βυθό, στη βλάστηση και, σπάνια, στο έδαφος κάτω από τις πέτρες. Αφού πιάσει το θήραμα, το καταπίνει ή το βάζει στο πρόλοβο (μια διεύρυνση του οισοφάγου), απ' όπου θα το βγάλει στη φωλιά για να ταΐσει τους νεοσσούς.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός είναι ένα είδος ιδιαίτερα ντροπαλό και επιφυλακτικό, σε αντίθεση με τον συγγενή του τον λευκοπελαργό, που φωλιάζει κοντά σε ανθρώπινες κατασκευές και δεν φαίνεται να ενοχλείται καθόλου από την ανθρώπινη παρουσία. Οι μαυροπελαργοί αποφεύγουν εντελώς τον άνθρωπο και προτιμάει να ζει και να φωλιάζει σε ερημικές περιοχές, όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι περιορισμένη στο ελάχιστο. Επίσης, σε αντίθεση με τον λευκοπελαργό, δεν ζει σε αποικίες, και εκτός της περιόδου μετανάστευσης, οι μαυροπελαργοί δεν πετούν σε σχηματισμό ή σε σμήνη.

Η ζωή στη φωλιά είναι ιδιαίτερα ήσυχη, εκτός από την περίοδο επώασης, κατά την οποία η εναλλαγή των γονέων ζωντανεύει κάπως τα πράγματα. Μετά την εκκόλαψη των αυγών, οι μοναδικές στιγμές που συμβαίνει κάτι είναι εκείνες κατά τις οποίες ο ενήλικος έρχεται στη φωλιά, βγάζει από το στόμα του τη τροφή που έπιασε για τα μικρά και ξαναφεύγει αμέσως. Όλοι τη μέρα, οι κάτοικοι της φωλιάς κάνουν περιορισμένες πράξεις, όπως ο αλληλοκαθαρισμός του πτερώματος (allopreening) και ο ύπνος[26].

Παράσιτα και ασθένειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο J. Sitko και ο P. Heneberg πρότειναν ότι οι μαυροπελαργοί φιλοξενούν πάνω από 12 είδη ελμινθικής. Τα παράσιτα Cathaemasia hians και Dicheilonema ciconiae θεωρούνται τα κυριότερα. Οι νεαροί μαυροπελαργοί έδειξαν να έχουν λιγότερα είδη, αλλά η ένταση της λοίμωξης ήταν υψηλότερη στα νεαρά άτομα από ότι στα ενήλικα[27].

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός είναι απαραγνώριστος όταν φαίνεται η κοιλιακή του όψη στο πέταγμα

Όπως και στους άλλους πελαργούς, οι πτέρυγες των μαυροπελαργών είναι μακριές και πλατιές, βοηθώντας τα πουλιά να αποκτούν μεγάλο ύψος όταν πετούν. Οι μαυροπελαργοί είναι άριστοι στην πτήση, αλλά για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν τις μετακινήσεις τους, χρησιμοποιούν ανοδικά ρεύματα θερμού αέρα.

Ο μαυροπελαργός πετά όπως όλοι οι αυθεντικοί πελαργοί με τεντωμένο το λαιμό τους κάτω από τη γραμμή του σώματός τους, που εκτείνεται από το λαιμό και τα πόδια απλωμένα, με την η ουρά υπερυψωμένη, και με το κεφάλι και το ράμφος να είναι ελαφρώς καμπυλωτά. Τα φτερά είναι ελαφρώς στενότερα από αυτά του λευκοπελαργού.

  • Ο μαυροπελαργός είναι ικανός για μακρές περιόδους παρατεταμένης πτήσης, και μπορεί να κάνει μεταναστεύσεις μέχρι 7.000 χιλιομέτρων και άνω, συχνά πραγματοποιώντας μεγάλες θαλάσσιες διαβάσεις όπου άλλα είδη αποφεύγουν[28][29].

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός σπάνια ακούγεται, λόγω του απομακρυσμένου βιότοπου και της διακριτικής του συμπεριφοράς. Στη φωλιά βγάζει σαν ξύσιμο σειρές «σι-λουου σι-λουου σι-λουου…», με την πρώτη συλλαβή βραχνή, τη δεύτερη καθαρή. Λέγεται ότι έχει και νιαούρισμα (meow) «πιου» σαν της γερακίνας. Επίσης, το κροτάλισμα του ράμφους (bill clattering) είναι ήσυχο και σπάνιο[30].

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο οι αρσενικοί όσο και οι θηλυκοί μαυροπελαργοί ωριμάζουν σεξουαλικά, όταν γίνουν περίπου 2 έως 3 ετών. Τα ενήλικα φτάνουν στις περιοχές αναπαραγωγής τους Πρώτα έρχεται το αρσενικό και ακολουθείται μέσα σε σύντομο διάστημα από το θηλυκό.

Ζωτικός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Schwarzstorchnest, Ostbelgien.jpg
Τυπικές θέσεις φωλιάσματος του μαυροπελαργού

Γύρω από τη φωλιά, οι μαυροπελαργοί καθορίζουν στρατηγικά σημεία όπου κουρνιάζουν και ελέγχουν την περιοχή. Δέντρα και βράχια που βρίσκονται σε δεσπόζουσες θέσεις αποδεικνύεται ότι έχουν θεμελιώδη σημασία για τον έλεγχο και την ενδεχόμενη υπεράσπιση της πρόσβασης στη φωλιά απέναντι σε πιθανούς θηρευτές. Έτσι, είναι πολύ συνηθισμένο να παρατηρήσει κανείς πελαργούς κουρνιασμένους σε αυτά τα σημεία, ακόμη και για ώρες, να κοιτάζουν γύρω ενώ στρώνουν τα φτερά τους, προτού μπουν με κάθετη εφόρμηση στην κρυμμένη φωλιά.

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τόπος που επιλέγεται για το φώλιασμα μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιοχές και την ενόχληση από τον άνθρωπο. Καθώς ο μαυροπελαργός είναι ιδιαίτερα συνεσταλμένο είδος έχει την τάση να επιλέγει σημεία κρυμμένα, που εντοπίζονται με δυσκολία. Γι' αυτό τον λόγο, είναι δυνατόν να βρούμε τις φωλιές ανάμεσα στα κλαριά μεγάλων δέντρων που συνήθως δεσπόζουν στη γύρω βλάστηση και βρίσκονται πάνω σε λόφους ή σε μέτριο υψόμετρο πάνω σε ανοιχτές βουνοπλαγιές.

Οι φωλιές κατασκευάζονται γενικά στο πάνω μέρος του δέντρου, αλλά ποτέ στην κορυφή. Γενικά φτιάχνονται πάνω σε ένα πλαϊνό κλαδί και μάλιστα έχοντας κάποια απόσταση από τον κορμό, έτσι ώστε να διευκολύνεται η είδος και η έξοδος.

  • Στις περιοχές της κεντρικής Ευρώπης, για παράδειγμα, οι περισσότερες φωλιές κατασκευάζονται σε δασώδεις περιοχές, πεδινές κατά κύριο λόγο, ή σε χαμηλούς λόφους, που βρίσκονται στο κέντρο μεγάλων κοιλάδων, τις οποίες διατρέχουν χείμαρροι πλούσιοι σε ψάρια.

Η φωλιά είναι δυνατόν επίσης να κατασκευάζεται σε προεξοχές, σε απότομες βραχώδεις πλαγιές και σπηλιές όχι πολύ βαθιές, τοποθεσίες που επιλέγονται λόγο της άνεσης της πρόσβασης και της ασφάλειας των νεοσσών. Συνήθως οι μαυροπελαργοί δεν φτιάχνουν τις φωλιές τους σε αποικίες[31].

Υλικά φωλιάς και διαστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μαυροπελαργοί έχουν την τάση να αλλάζουν συχνά στο πέρασμα των χρόνων τον τόπο φωλιάσματος για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους είναι η ενόχληση από τον άνθρωπο ή κάποιο θηρευτή ή η πτώση και η καταστροφή της φωλιάς. Δεν είναι σπάνιες πάντως οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μια φωλιά χρησιμοποιείται ξανά και ξανά επί πολλά χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση μιας φωλιάς στην Ουγγαρία που χρησιμοποιήθηκε χωρίς διακοπή από το 1987 έως το 2000 (13 χρόνια) με επιτυχία σε όλες τις αναπαραγωγικές περιόδους[32].

Νεαρός μαυροπελαργός κατά την αναζήτηση της τροφής του

Για την κατασκευή της φωλιάς χρησιμοποιούνται ξερά κλαδιά με διαφορετική διάμετρο και από διαφορετικά είδη δέντρων. Ο εσωτερικός χώρος καλύπτεται με βρύα, τούφες χόρτου και φύλλα[33].

Οι φωλιές που κατασκευάζονται από την αρχή είναι σχετικά μικρές, με διάμετρο 50 εκ. και πάχος 20 με 25 εκ., ενώ εκείνες που ξαναχρησιμοποιούνται και ανακαινίζονται μπορούν να φτάσουν σε διάμετρο το 1,5 μ. και σε πάχος τα 50 με 115 εκ.

Ωοτοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απόθεση των αυγών γίνεται από τα μέσα Απριλίου ως τα μέσα Ιουνίου. Γενικά, η επώαση είναι μόνο μία, αλλά σε περίπτωση αποτυχίας, είναι πιθανή αντικατάσταση των αυγών. Ο αριθμός των αυγών κυμαίνεται από 3 έως 5[34] και κατ'εξαίρεση μπορεί να φτάσει τα 6. Τα αυγά έχουν σχήμα σχεδόν ωοειδές ή ελλειπτικό, είναι λεία και έχουν λευκό χρώμα, διαστάσεων 65 Χ 49 χιλιοστά, πάχος 0,35-0,45 χιλιοστά και βάρος 81-94 κιλά. Τα αυγά αποτίθενται με διαλείμματα δύο ημερών το ένα από το άλλο και η επώαση διαρκεί 28-46 μέρες, και γίνεται και από τους δύο γονείς.

Η εκκόλαψη των αυγών είναι ασύγχρονη. Οι νεοσσοί καλύπτονται από ένα θερμομονωτικό λευκό πτίλωμα και έχουν κιτρινοπράσινα πόδια και ράμφος. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι (δηλαδή μένουν πάντοτε στη φωλιά), είναι σχεδόν αδύναμοι, και έχουν ανοιχτά τα μάτια. Οι γονείς εναλλάσσονται στη φωλιά, έτσι ώστε να βγαίνουν εναλλάξ και να προμηθεύονται τροφή για να μεγαλώσουν τους νεοσσούς. Στην αρχή οι ενήλικοι βγάζουν την τροφή από το στόμα τους και τη βάζουν κατευθείαν μέσα στο λαιμό των μικρών και στη συνέχεια την αφήνουν στο βάθος της φωλιάς, απ' όπου την παίρνουν τα μικρά.

Η ανάπτυξη των μικρών είναι ταχύτατη – έτσι, έπειτα από λίγες μέρες εμφανίζονται τα στελέχη των φτερών και σε τριάντα μέρες περίπου από τη γέννησή τους εμφανίζονται τα πρώτα μαύρα φτερά. Μέσα σε 63-71 μέρες ζωής, η ανάπτυξή τους ουσιαστικά έχει ολοκληρωθεί και έπειτα από λίγο, τα νεαρά πουλιά γίνονται ανεξάρτητα. Στην αρχή, οι ενήλικοι ακολουθούν τα νεαρά για να τους μάθους τις τεχνικές πτήσης και κυνηγιού και στη συνέχεια τα εγκαταλείπουν – εκείνα πρέπει να αντιμετωπίσουν μόνα τους την πρώτη μεγάλη πτήση προς την Αφρική[35].

Προσδόκιμο ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μαυροπελαργοί έχουν καταγραφεί να ζουν έως και 18 χρόνια στην άγρια φύση, ενώ ζουν περισσότερο, 31 χρόνια, σε αιχμαλωσία[36].

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κύρια απειλή για τον μαυροπελαργό είναι η απώλεια ενδιαιτημάτων, αλλά και η αποψίλωση των δασών, η ανάπτυξη της γεωργίας, η αποστράγγιση και μετατροπή των υγροτόπων, η ρύπανση και η σύγκρουση με ηλεκτροφόρα καλώδια κ.ά.. Η χρήση των φυτοφαρμάκων πιστεύεται ότι έχει επιδεινώσει την κατάσταση, και την κατασκευή φραγμάτων και την αποστράγγιση των λιμνών για άρδευση και υδροηλεκτρική συστήματα έχουν μειωθεί περαιτέρω τα ενδιαιτήματα του είδους[37][38]. Για παράδειγμα, η κατασκευή του φράγματος του Alqueva στην Πορτογαλία εκτιμάται ότι έχει βυθίσει τις φωλιές του 10% των αναπαραγωγικών ζευγαριών της χώρας των μαυροπελαργών[39].

Το είδος επίσης περιστασιακά σκοτώνονται από συγκρούσεις με αερογραμμές και εναέρια καλώδια[40], και το κυνήγι στη Νότια Ευρώπη και την τροπική Ασία (ειδικά κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης) έχει προκαλέσει μείωση του πληθυσμού[41].

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ο μαυροπελαργός δεν θεωρείται παγκοσμίως απειλούμενο είδος, και εξακολουθεί να έχει ευρεία εξάπλωση και μεγάλο παγκόσμιο πληθυσμό, έχει γενικά μειωθεί σε όλη την εξάπλωσή του, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη[42][43]. Το είδος εξαφανίστηκε από το Βέλγιο, τη Δανία, τη Σουηδία και τμήματα της Γερμανίας κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα[44], αν και πιο πρόσφατα έχει επιστρέψει σε περιοχές της προηγούμενης κατανομής του[45].

Ο παγκόσμιος πληθυσμός υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα 24.000-44.000 άτομα[46], ενώ η εθνικές εκτιμήσεις του πληθυσμού περιλαμβάνουν: <100.000 αναπαραγωγικά ζεύγη και <1.000 άτομα κατά τη μετανάστευση στην Κίνα: <50 άτομα για τη μετανάστευση και <50 άτομα που ξεχειμωνιάζουν στην Ταϊβάν: <100,000 αναπαραγωγικά ζεύγη, <.1,000 άτομα κατά τη μετανάστευση και <.50 άτομα που ξεχειμωνιάζουν στην Κορέα και <100,000 αναπαραγωγικά ζεύγη και <1,000 άτομα κατά τη μετανάστευση στη Ρωσία ([47]). Κατά τη περίοδο 2000-2009, κατά την χειμερινή μετανάστευση από την Ευρώπη έχουν καταγραφεί 3.000-4.000 άτομα στο Γιβραλτάρ, 150-200 άτομα στη Μεσσήνη, 7.000-9.000 άτομα στα στενά του Βοσπόρου και 17.000-19.000 άτομα στο Ισραήλ[48].

Η γενική τάση του πληθυσμού είναι αβέβαιη, καθώς ορισμένοι πληθυσμοί μειώνονται, ενώ άλλοι αυξάνονται, σταθερές ή έχουν άγνωστες τάσεις[49].

Κατάσταση πληθυσμού στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πρόκειται για είδος που δεν έχει μελετηθεί επαρκώς στην Ελλάδα[50].

Αν και μάλλον δεν ήταν ποτέ κοινό είδος ούτε και στο παρελθόν, σήμερα αναπαράγεται στη βόρεια Ελλάδα και κυρίως στη Θράκη (ιδιαίτερα στο Ν. Έβρου), στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, τοπικά στη Θεσσαλία, καθώς και στη Λέσβο (6-8 ζευγ.). Ο συνολικός πληθυσμός του στην Ελλάδα εκτιμάται σε 70-100 ζευγ. (εκ των οποίων περίπου 50 ζευγ. αναπαράγονται στον Ν. Έβρου), με σταθερές τάσεις.

Κατά τη μετανάστευση έχει ευρύτερη κατανομή αλλά παραμένει σπάνιος. Δεν υπάρχουν καταμετρήσεις από την περίοδο της μετανάστευσης, αν και η παρουσία μικρού ή μεσαίου μεγέθους κοπαδιών δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στη Β.Α. Ελλάδα. Η μέγιστη καταμέτρηση στην Ελλάδα αφορούσε περί τα 400 άτομα στο Δέλτα Έβρου (15-9-2006, [51]), ενώ το φθινόπωρο μικρά σμήνη ή μεμονωμένα πουλιά κατευθύνονται νότια πάνω από την Πελοπόννησο (μέγιστη καταμέτρηση σμήνος 11 ατόμων πάνω από τη Λίμνη Καϊάφα, 8-9-1984) ή την Κρήτη[52]. Δύο άτομα δακτυλιωμένα στην Κροατία και στην Τσεχία βρέθηκαν στο Μεσολόγγι και στο Ηράκλειο Κρήτης αντίστοιχα[53].

Μαυροπελαργός στη Λέσβο

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαυροπελαργός είναι εισηγμένος στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES), που σημαίνει ότι το διεθνές εμπόριο των ειδών θα πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά[54]. Είναι επίσης, στο προσάρτημα ΙΙ της σύμβασης για τα αποδημητικά είδη (CMS), το οποίο αποσκοπεί στη διατήρηση των αποδημητικών ειδών σε όλη την περιοχή τους[55], και είναι εισηγμένος στο πλαίσιο της συμφωνίας της Αφρικής και της Ευρασίας υδρόβιων πτηνών (AEWA), η οποία καλεί τα μέρη αυτά να αναλάβουν τη διατήρηση της δράσης για την προστασία και τη διατήρηση των ειδών πουλιών που εξαρτώνται από τους υγρότοπους για τουλάχιστον μέρος του ετήσιου κύκλου τους[56].

Στην Ελλάδα, ο μαυροπελαργός αποτελεί προστατευόμενο είδος, το μεγαλύτερο μέρος του αναπαραγόμενου στην Ελλάδα πληθυσμού απαντάται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000. Επίσης απαιτείται διαχείριση και προστασία τόσο των περιοχών φωλιάσματος όσο και των ενδιαιτημάτων τροφοληψίας (λήψη και εφαρμογή αγροπεριβαλλοντικών μέτρων, διατήρηση υγροτοπικών εκτάσεων κ.ά.), συστηματική απογραφή του αναπαραγόμενου στην Ελλάδα πληθυσμού και μελέτη της βιολογίας και οικολογίας του είδους, καθώς και των μεταναστευτικών κινήσεών του στην Ελλάδα[57].

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Μαυροπελαργός απαντά και με τις ονομασίες Μαυρολελέκι, Μαύρο Λελέκι και Μαυρολέλεκας[58].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Austin, p. 97
  2. Howard and Moore, p. 81
  3. https://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=174909#null
  4. Fereti, p. 81
  5. http://www.iucnredlist.org/details/22697669/0
  6. Austin, p. 97
  7. Linnaeus
  8. http://www.hbw.com/species/black-stork-ciconia-nigra#Taxonomy
  9. Brisson
  10. Mainarnti & Fereti, p. 44
  11. Mainarnti & Fereti, p. 47
  12. delHoyo, et al., 1992
  13. Mullarney et al, p. 84
  14. del Hoyo et al. 1992
  15. Snow and Perrins 1998
  16. del Hoyo, J., Elliott, A. and Sargatal, J., 1992
  17. http://www.birdlife.org/datazone/speciesfactsheet.php?id=3830
  18. Sinclair, I. and Davidson, I., 2006
  19. Cano Alonso, L.S., 2006
  20. Mainarnti & Fereti, p. 47
  21. Mainarnti & Fereti, p. 81
  22. Mullarney et al, p. 84
  23. http://www.hbw.com/species/black-stork-ciconia-nigra#Taxonomy
  24. del Hoyo et al.1992
  25. Ακριώτης & Χανδρινός, 2004
  26. Fereti, p. 57
  27. Sitko, J. Heneberg
  28. Bobek
  29. Elphick, J. 2007
  30. Mullarney et al, p. 84
  31. Mainarnti & Fereti, p. 53
  32. Mainarnti & Fereti, p. 53
  33. Chris Johns
  34. http://animaldiversity.org/accounts/Ciconia_nigra/
  35. Mainarnti & Fereti, p. 54
  36. delHoyo, et al., 1992
  37. delHoyo, et al., 1992
  38. http://www.birdlife.org/datazone/speciesfactsheet.php?id=3830
  39. Alonso, 2006
  40. Hockey et al., 2005
  41. Hancock et al., 1992
  42. delHoyo, et al., 1992
  43. http://www.birdlife.org/datazone/speciesfactsheet.php?id=3830
  44. delHoyo, et al., 1992
  45. http://www.independent.co.uk/news/world/europe/after-70-years-in-exile-the-black-stork-returns-to-europes-forests-703185.html
  46. Wetlands International, 2006
  47. Brazil, 2009
  48. http://schwarzstorchberingung.de/page11.php
  49. Wetlands International, 2006
  50. Handrinos & Akriotis 1997
  51. Βασιλειάδης
  52. Handrinos & Akriotis, 1997
  53. Ακριώτης & Χανδρινός, 2004
  54. CITES, February 2009 
  55. http://www.cms.int/
  56. http://www.unep-aewa.org/
  57. Χανδρινός & Κακαλής, 1997
  58. Δομή, τόμος 13, p. 4
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Black stork videos, photos and facts - Ciconia nigra | ARKive
  • Black Stork Protection Germany (Schwarzstorchschutz Deutschland), March 2010
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
  • Bobek, M., Hampl, R., Peške, L., Pojer, F., Šimek, J. and Bureš, S. (2008) African Odyssey project - satellite tracking of black storks Ciconia nigra breeding at a migratory divide. Journal of Avian Biology, 39(5): 500-506.
  • Brisson, Mathurin Jacques (1760). Ornithologie ou, Méthode contenant la division des oiseaux en ordres, sections, genres, espéces & leurs variétés (in French) 1. Paris, France: C. J. B. Bauche. p. 48.
  • Convention on the Conservation of Migratory Species of Wild Animals, February 2009
  • Danilo Mainardi, Gianluca Fereti, RCS La Cicogna e gli uccelli migratori, 2008
  • Elizabeth S. Austin. Ο Κόσμος των Φυτών και των Ζώων. Αθήνα 1962
  • Elphick, J. (2007) The Atlas of Bird Migration. Struik, Cape Town.
  • Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμος 13, Αθήνα 1999
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2015 (2η Έκδοση)
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii). p. 142.
  • Sitko, J.; Heneberg, P. (2015). "Composition, structure and pattern of helminth assemblages associated with central European storks (Ciconiidae)". Parasitology International. 64: 130–134. doi:10.1016/j.parint.2014.11.004.
  • The Independent: After 70 years in exile, the black stork returns to Europe’s forests (February, 2009)