Κοπερνίκεια επανάσταση (μεταφορά)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η εμφάνιση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου το 1781[1] θεωρείται εν γένει το σημείο έναρξης της σύγχρονης φιλοσοφίας, και οι ιδέες του Καντ βοήθησαν δραστικά στη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου πολιτισμού, καθώς σήμερα τα κείμενά του διαβάζονται και γίνονται αντικείμενο κριτικής σε όλες τις ηπείρους. Η πλέον αυθεντική συμβολή του Εμμάνουελ Καντ στη φιλοσοφία είναι η κοπερνίκεια επανάστασή" ή στροφή όπως ονομάζεται εναλλακτικά, σύμφωνα με την οποία είναι ο νοητικός μας εξοπλισμός που κάνει δυνατό το αντικείμενο, παρά το αντικείμενο που κάνει δυνατή την νοητική απεικόνιση. Τούτη η σύλληψη εισήγαγε τον ανθρώπινο νου ως ενεργό δημιουργό της εμπειρίας παρά ως παθητικό δέκτη της αισθητηριακής αντίληψης. Στη βάση τούτης της στροφής ο Καντ συνέθεσε κατά κάποιον τρόπο τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό σε μια λειτουργική ενότητα που αντιμετωπίζεται κριτικά ακόμη και σήμερα. Ωστόσο, η διαμάχη των ορθολογιστών και των εμπειριστών έπαψε να έχει νόημα και η επιστημολογία στράφηκε σε νέα κατεύθυνση. Μετά τον Καντ δεν είναι δυνατόν να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για τη γνώση και την πραγματικότητα, χωρίς τη συνειδητοποίηση του ρόλου που παίζει ο ανθρώπινος νους στη δόμηση της πραγματικότητας και της γνώσης. Ο όρος Κοπερνίκεια επανάσταση στη μεταφορική, φιλοσοφική του χρήση αντλείται από το παράδειγμα της μετατόπισης των αντιλήψεων της αστρονομίας από το Πτολεμαϊκό σύστημα που έθετε τη Γη στο κέντρο του Σύμπαντος. Οι αντιλήψεις του Κοπέρνικου επί του θέματος θεωρούνται σημείο έναρξης της αποκαλούμενης Επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα.

Εμπειριστές, ορθολογιστές και Καντ: μια σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να κατανοήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί ο Κάντ τη σύνθεση, χρειάζεται μια εικόνα των επιχειρημάτων των αποκαλούμενων ορθολογιστών και των αποκαλούμενων εμπειριστών. Οι ορθολογιστές φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων, ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα και ο Λάιμπνιτζ δεν εμπιστεύονται τις αισθήσεις, γιατί ενίοτε παραπλανούν. Η γνώση συνεπώς που κατέχουν είναι αξιολογικά κατώτερη και μεταβαλλόμενη. Ο λόγος μόνον μπορεί να παρέχει τη γνώση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αληθινής γνώσης τα μαθηματικά. Υπάρχουν έμφυτες ιδέες, όπως οι Ιδέες του Πλάτωνα, ή οι έννοιες που εισήγαγε ο Ντεκάρτ για τον εαυτό, την ουσία και την ταυτότητα. Ο εαυτός είναι πραγματικός και διακριτός μέσω της άμεσης διανοητικής διαίσθησης (cogito ergo sum). Οι ηθικές έννοιες που προκύπτουν από μια τέτοια βασική διατύπωση, στηρίζονται σε αντικειμενικά πρότυπα που βρίσκονται έξω από τον εαυτό, τον θεό ή τις ιδέες.

Οι εμπειριστές φιλόσοφοι με τη σειρά τους, όπως ο Αριστοτέλης, ο Λοκ, ο Μπέρκλεϊ και ο Χιουμ θεωρούν ότι οι αισθήσεις είναι η πρωταρχική, αν όχι η μοναδική πηγή της γνώσης του κόσμου. Για αυτούς τα μαθηματικά διαπραγματεύονται μόνο τις σχέσεις των ιδεών (ταυτολογίες) και δεν παρέχουν καμία γνώση για τον κόσμο. Δεν υπάρχουν εγγενείς ιδέες, παρόλο που ο Μπέρκλεϊ αποδέχεται τον καρτεσιανό Εαυτό, και οι αφηρημένες ή σύνθετες ιδέες προέρχονται αναγωγικά από απλούστερες. Για τον σκεπτικιστή Χιουμ δεν υφίσταται η άμεση διανοητική αντίληψη του εαυτού και η έννοια εαυτός δεν υποστηρίζεται από τις αισθήσεις. Επίσης για τον Χιούμ καμία αίσθηση δεν υποστηρίζει την έννοια των απαραίτητων συνδέσεων μεταξύ των αιτίων και των αιτιατών, ή την αντίληψη ότι το μέλλον θα μοιάσει με το παρελθόν.

Ωστόσο, ο ορθολογισμός και ο εμπειρισμός επιτηδευμένα αγνοούν το γεγονός ότι ο ανθρώπινος νους είναι περιορισμένος -κάτι που δεν κατανούσε μόνον ο Καντ αλλά και εμπειριστές φιλόσοφοι όπως ο Λοκ[2]. Μπορεί να βιώσει και να απεικονίσει μόνον υπό όρους και με συγκεκριμένες προτάσεις. Αυτές οι προτάσεις είναι και συνθετικές και a priori[3]. Όλη η πιθανή εμπειρία μας πρέπει να προσαρμόζεται σε αυτές τις συνθετικές a priori αρχές, που περιλαμβάνουν τη θέση στον χώρο και τον χρόνο, την αιτιότητα, την εμπειρία του Εαυτού, την ταυτότητα και διάφορες μαθηματικές έννοιες[4].

Επομένως, πρέπει να διακρίνουμε τον κόσμο που βιώνουμε περιορισμένοι από τις συνθετικές a priori προτάσεις και τον κόσμο των πραγμάτων έτσι όπως πραγματικά είναι per se. Ο Καντ αποκαλεί αυτούς τους δύο κόσμους φαινομενικό και πραγματικό. Ο φαινομενικός είναι ο κόσμος των παρατηρήσιμων πραγμάτων, περιγράψιμος από την επιστήμη, γνωστός στις αισθήσεις, καθορισμένος από φυσικούς νόμους. Κανένας θεός, καμία ελευθερία, καμία ψυχή, καμία αξία δεν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο. Εάν όλα αυτά υπάρχουν, τότε είναι νοούμενα (noumena) και μη αναγνωρίσιμα με συνηθισμένα μέσα.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σύνθεση που επιχειρεί ο Kant, τόσο ο ορθολογισμός όσο και ο εμπειρισμός λανθάνουν, όταν ισχυρίζονται ότι μπορούν να γνωρίσουν τα πράγματα per se[5]. Επίσης, οι ορθολογιστές λανθάνουν, όταν δεν εμπιστεύονται τις αισθήσεις, γιατί στον φαινομενικό κόσμο οι αισθήσεις είναι κυρίαρχες, δηλαδή προσφέρουν το πρωταρχικό υλικό. Αλλά έχουν δίκιο –αν εξαιρέσουμε τον Πλάτωνα- όταν μιλούν για έμφυτες ιδέες. Ο Χιουμ σφάλλει, όταν ισχυρίζεται ότι η έννοια του εαυτού δε στηρίζεται από τις αισθήσεις και είναι συνεπώς ψευδής. Μάλλον το βίωμα του εαυτού είναι αναγκαία συνθήκη για την βιωματική εμπειρία, γεγονός που δικαιώνει πιθανώς τον Ντεκάρτ. Για τον Καντ η ηθική, πλήρως κατανοητή, παρέχει το κλειδί για τη σύνδεση των νοούμενων και των φαινομενικών κόσμων.

Κοπερνίκεια επανάσταση του Καντ και ανθρωποκεντρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελεί επιχείρημα του Καντ η άποψη πως ο εμπειρικός ιδεαλισμός πάντα οδηγεί σε έναν υπερβατικό ρεαλισμό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ντεκάρτ. Εάν πούμε ότι αυτό που γνωρίζουμε αληθινά είναι οι αναπαραστάσεις των πραγμάτων που έχουμε στο νου μας, τότε ισχυριζόμαστε ότι η πραγματικότητα των αντικειμένων είναι ανεξάρτητη της συνείδησής μας και ότι δεν μπορούμε να τα γνωρίσουμε. Τούτο συνεπάγεται περαιτέρω ότι μόνον ο θεός μπορεί να γνωρίζει την πραγματικότητα, κάτι που προσδίδει θεοκεντρικό χαρακτήρα στον υπερβατικό ρεαλισμό. Από αυτή την άποψη θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την «κοπερνίκεια επανάσταση» του Καντ ως ανθρωποκεντρική. Ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε είναι αυτά που παραμένουν μέσα στα όρια της ανθρώπινης γνώσης, αυτό που μας δίνεται βιωματικά. Το ιδεατό είναι απλά μια μορφή αυτής της εμπειρίας, που η πηγή της είναι η δομή της ανθρώπινης υποκειμενικότητας εν γένει[6].

Ο Καντ προτείνει την άποψη ότι γνωρίζουμε μόνο αυτά που εμείς «δομούμε» με κάποιο τρόπο. Αυτή η δομιστική στη φύση της αντίληψη αποδίδει έναν πρωτεύοντα επιστημολογικό ρόλο στο γνωστικό υποκείμενο, το οποίο, ενώ δε γνωρίζει τη φύση του αντικειμένου και συνεπώς δεν αξιώνει τη γνώση του ανεξάρτητα από τη γνωστική ικανότητα του νου, εντούτοις γνωρίζει τη βιωματικά εγνωσμένη εμπειρία του αντικειμένου, την οποία «δομεί» βάσει δεδομένων αρχών[7]. Με άλλα λόγια ο Καντ προσφέρει μια θεωρία για το πώς μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι που βρίσκεται έξω από μας μέσω μιας αλληλεπίδρασης. Παρόλο που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα για αυτό, μέσω της αλληλεπίδρασης οδηγούμαστε σε γνωστικά και βιωματικά αντικείμενα δομημένα σύμφωνα με τη φύση του ανθρώπινου νου[8].

Η μεταμόρφωση του παλαιού οντολογικού παραδείγματος σε μια νέα υποκειμενοκεντρική -όχι κατ’ ανάγκην υποκειμενική- προοπτική βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της καρτεσιανής επιστημολογίας όσο και στην υπερβατολογική στροφή του Καντ στη νεότερη φιλοσοφία. Η εξέλιξη από την καρτεσιανή επιστημολογική στροφή στην καντιανή υπερβατολογική στροφή περιγράφηκε ως μετάβαση από τον κλασική εποχή του ορθού λόγου προς την εποχή του διαφωτισμού, (Foucault).

Για τον Θ. Πενολίδη ο Καντ μέσω της υπερβατολογικής φιλοσοφίας δημιουργεί μια μεταγλώσσα της μεταφυσικής, με στόχο του να προσδιορίσει τους όρους δυνατότητας της νόησης και να βρει δρόμους που οδηγούν στην αντικειμενική γνώση[9]. Αντίθετα από την προγενέστερη μεταφυσική που έφθανε στο απόλυτο μέσω της αναγωγής, η υπερβατολογική φιλοσοφία του Καντ πραγματοποιεί μια κοπερνίκεια στροφή στην υποκειμενικότητα και «μετατοπίζει το κέντρο βάρος της φιλοσοφίας, από το είναι στο νοείν»[10].

Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός δεν είναι λανθασμένος, αρκεί να μην ξεχνά κανείς τον κοινό παρονομαστή σε ολόκληρη τη διαδικασία, που είναι η ιδέα της υποκειμενικότητας. Το υποκείμενο όχι μόνον παρέχει το εναρκτήριο σημείο της φιλοσοφίας του Ντεκάρτ και του Καντ, αλλά εξασφαλίζει και την αντικειμενικότητα όλων των πιθανών αντικειμένων. Αν και οι a priori αρχές της γνώσης είναι εκ φύσεως υποκειμενικές αποκτούν αντικειμενική εγκυρότητα, γενόμενες οι συνθήκες που οδηγούν σε οποιαδήποτε μορφή αντικειμενικότητας. Συνεπώς, η αληθινή πηγή κάθε αντικειμενικής εμπειρίας αποδεικνύεται η υποκειμενικότητα του ίδιου του υποκειμένου[11]. Για τον Αντόρνο (Th. Adorno), επίσης, το αντικειμενικό περιεχόμενο της υποκειμενικότητας και οι συνθετικές a priori προτάσεις της είναι αναγκαίο συστατικό της υποκειμενικότητας. Η διαρκής κατανόηση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας από μέρους του υποκειμένου χρειάζεται και τα δύο συστατικά, δηλαδή το αντικειμενικό περιεχόμενο της υποκειμενικότητας και τα συνθετικά a priori χαρακτηριστικά, που σχηματίζουν στο σύνολό τους μια οργανική ενότητα[12].

Φυσικά η διττή φύση των ανθρώπων ως υποκειμένων και αντικειμένων και η θεώρηση των αντικειμένων στο εννοιολογικό πλαίσιο της αντικειμενικής πραγματικότητας προκάλεσε και μία από τις πλέον κυρίαρχες θεωρίες της ηθικής στην ιστορία της φιλοσοφίας, την οποία παρουσίασε ο Καντ στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου. Ο Καντ υποστήριξε ότι ηθικές απαιτήσεις είναι βασισμένες σε πρότυπα της ορθολογιστικής ικανότητας, την οποία προσδιόρισε ως «κατηγορική προστακτική». Η ανηθικότητα συνιστά ουσιαστικά παραβίαση αυτής της κατηγορικής προστακτικής και είναι συνεπώς μη ορθολογική[13]. Η ηθική του Kant σχετίζεται άμεσα με την εκδοχή της διττής ανθρώπινης φύσης. Αυτή η εκδοχή απαιτεί να «μεταχειρίζεται κανείς την ανθρώπινη φύση, στον εαυτό του ή σε κάποιον άλλο, όχι απλά ως μέσο, αλλά την ίδια στιγμή πάντα ως σκοπό»[14]. Μπορεί να μεταχειριστεί κανείς ένα αντικείμενο απλά ως μέσο για κάποιο σκοπό. Ο άνθρωπος, όμως, διακρίνεται για την υποκειμενικότητά του και για το γεγονός ότι, έχοντας υποκειμενική άποψη, έχει επίσης και ηθικό status σύμφωνα με τον Καντ. Κάθε άτομο πρέπει να θεωρείται ως σκοπός, γιατί κατέχει εγγενή αξία. Φαίνεται, λοιπόν, ότι αυτή η εγγενής αξία ενός ατόμου εξαρτάται ουσιαστικά από το γεγονός ότι το άτομο έχει υποκειμενική συνειδητή ζωή, εκτός από την αντικειμενική του ύπαρξη. Αυτή η ηθική στη φύση της διάκριση αναδεικνύει και μια πτυχή του όρου «αντικείμενο» ως απλού αντικείμενου, σε αντίθεση με την υποκειμενικότητα του ατόμου. Βέβαια, εδώ χρειάζεται να σημειώσουμε ότι παρά τη γενική συμφωνία πως το άτομο με την υποκειμενική του άποψη έχει ένα ιδιαίτερο ηθικό status, υπάρχει μια γενική δυσκολία στο να εξηγήσουμε εάν αυτό το υποτιθέμενο γεγονός, όπως όλα τα υποτιθέμενα ηθικά γεγονότα, είναι αντικειμενικό γεγονός υπό οιανδήποτε έννοια. Είναι, επίσης, δύσκολο να εξηγηθεί πώς μπορεί να γνωρίζει κανείς αν είναι πράγματι αντικειμενικές οι ηθικές αλήθειες.

Οι επιδράσεις στη σύγχρονη φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μια γενική μελέτη του για τη φιλοσοφία ο Μπερνστάιν (R. Bernstein) εξετάζει τη σχέση μεταξύ των κύριων φιλοσοφικών ρευμάτων του εικοστού αιώνα, στα οποία περιλαμβάνει τον πραγματισμό, την αναλυτική φιλοσοφία κ.α. . Παρόλο που για τον ίδιο δικαιολογημένα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον Μαρξισμό και τις μεταμοντέρνες θεωρήσεις, δε λαμβάνει σχεδόν καθόλου υπόψιν του το καντιανό υπόβαθρο της σύγχρονης φιλοσοφίας. Αυτό το υπόβαθρο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, αν θέλει κανείς να κατανοήσει τις νέες θέσεις που προβάλλουν. Αυτές οι νέες θέσεις δεν ξεπετάγονται από το πουθενά, αλλά μάλλον αναδύονται ως αντίδραση σε άλλες καταγεγραμμένες θέσεις. Η επίδραση του Καντ στο συγκεκριμένο θέμα παραμένει αφενός μείζων, αφετέρου μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε συγκριτικά την επιτυχία των πρόσφατων φιλοσοφικών τάσεων, μεταφέροντας ουσιαστικά τη συζήτηση πέρα από σημείο στο οποίο την άφησε ο Kant.

Στη σύγχρονη φιλοσοφική συζήτηση ο Καντ κατέχει έναν κεντρικό ρόλο. Η κριτική φιλοσοφία του φέρνει στο προσκήνιο τη ζωτική ιδέα της αποκαλούμενης κοπερνίκειας στροφής. Φυσικά δε στρέφεται η φιλοσοφία -συνολικά θεωρούμενη- στο γνωσιολογικό πρόβλημα. Αλλά όταν στρέφεται, τότε θεμέλιο και κριτήριο πιθανώς του διαχωρισμού οποιασδήποτε φιλοσοφικής συζήτησης σε προκαντιανό και μετακαντιανό εννοιολογικό πλαίσιο είναι η κοπερνίκεια επανάσταση του Καντ. Η ορθή εκτίμηση και ανάλυση αυτής της στροφής -στην οποία δεν έχει δοθεί μάλλον η δέουσα προσοχή- στη φιλοσοφική σκέψη είναι πιθανώς σημαντική όχι μόνο για την κατανόηση της φιλοσοφίας του Καντ, αλλά και για την κατανόηση της συζήτησης και της αλληλεπίδρασης των φιλοσοφικών ρευμάτων της αποκαλούμενης σύγχρονης ή νεότερης φιλοσοφίας.

Αν και η νεότερη φιλοσοφία πριν τον Καντ είναι για μας κατανοητή καλύτερα ως διαμάχη μεταξύ εμπειριστών και ορθολογιστών, ο χάρτης της μετακαντιανής εποχής, ο χάρτης μετά τη στροφή δηλαδή, είναι μάλλον περίπλοκος. Η ηπειρωτική παράδοση απλώθηκε σε αρκετά σημαντικά κύρια ρεύματα, τα οποία άρχισαν να αλληλοεπικαλύπτονται, για να ανακατευτούν τελικά με τις αγγλοαμερικανικές σχολές της αναλυτικής φιλοσοφίας, που ως διάδοχοι του βρετανικού εμπειρισμού ήγειραν τις δικές τους αντιρρήσεις στις απόψεις του Καντ. Οπωσδήποτε κάθε θέση παράγει μία αντίθεση, ιδιαίτερα στον κόσμο των ιδεών και των διανοητικών ρευμάτων. Ο Καντ επιχείρησε -αντίθετα από άλλους φιλόσοφους της εποχής του, προγενέστερους και μεταγενέστερους- τη σύνθεση.

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kant I., (1781, 1787) (1954), Kritik der reinen Vernunft, ed. R. Schmidt, Felix Meiner, Hamburg.
  2. Βλ. Μολύβας Γρ., «Ο Locke και η ιδιομορφία του αγγλικού ριζοσπαστισμού», στο Cogito, 02, (Ιανουάριος 2005), 69, περί της υποδοχής των ιδεών του Locke σε Γαλλία και Αγγλία και την έμφαση που δόθηκε στον πεπερασμένο χαρακτήρα της γνώσης. Βλ. επίσης για το ίδιο θέμα Ζήκα Φ., «John Locke, (1632-1704)», στο Cogito, 02, (Ιανουάριος 2005), 65, τις απόψεις της συγγραφέως, σύμφωνα με τις οποίες ο Locke είναι αφετηρία πολλών απόψεων που αποδίδονται σε άλλους φιλόσοφους –μεταξύ αυτών και η ανατροπή της παραδοσιακής μεταφυσικής.
  3. Βλ. Μολύβας Γρ., 2000, Φιλοσοφία στην Ευρώπη: η εποχή του Διαφωτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα, 69, για την οργάνωση των εμπειρικών δεδομένων από τις νοητικές μας δυνάμεις.
  4. Βαλλιάνος Π., 2000, Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, ΕΑΠ, Πάτρα, 34, περί της συνθετικής εκ των προτέρων γνώσης.
  5. Βλ. Kant Ι., 1982, Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, (μτφρ. Γ. Τζαβάρα), Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 64, για την αδυναμία αντίληψης των πραγμάτων per se.
  6. Οι όροι αντικειμενικότητα και υποκειμενικότητα στο σύγχρονο εννοιολογικό τους πλαίσιο, συνδέονται γενικά με ένα υποκείμενο που αντιλαμβάνεται (γενικά ένα άτομο) και ένα αντιληπτό ή μη αντιληπτό αντικείμενο. Το αντικείμενο είναι κάτι που πιθανώς υπάρχει ανεξάρτητα της αντίληψης του υποκειμένου για αυτό. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο «υπάρχει» pes se, ακόμα και αν δεν υπάρχει υποκείμενο να το αντιληφθεί. Ως εκ τούτου η αντικειμενικότητα, σε αντίθεση με την υποκειμενικότητα, συνδέεται χαρακτηριστικά με ιδέες όπως η πραγματικότητα, η αλήθεια και η αξιοπιστία.
  7. Βλ. Πελεγρίνης Θ., 2004, Λεξικό της φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 599, όπου αναφέρεται ότι «η εμπειρία δεν είναι μια συμπτωματική συσσώρευση παραστάσεων, τις οποίες σχηματίζομε εντός μας μέσω των αισθήσεων, αλλά ένα οργανωμένο σύνολο παραστάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι γίνεται βάσει ορισμένων αρχών»
  8. Εδώ βρίσκεται και το θεμέλιο της υπερβατολογικής γνώσης, η οποία δεν ασχολείται με τα αντικείμενα τόσο, όσο με τον τρόπο που τα γνωρίζουμε. Βλ. επίσης, Cassirer Ernst, 2001, Καντ: η ζωή και το έργο του, (μτφρ. Σ. Γερογιωργάκης), Ίνδικτος, (Αθήνα, 233.
  9. Για τον καντιανό ορισμό εννοιών και η υπερβατολογική φιλοσοφία πραγματεύεται τις διαφορες μορφές του αντικειμενικού. Βλ. σχετικά στο Cassirer Ernst, ό.π., 237.
  10. Πενολίδης Θ., «Η Κριτική του καθαρού λόγου του Immanuel Kant», υπερκείμενο στο: isagogi_sti_metaphysiki.doc Εισαγωγή στη Μεταφυσική, (300305), 4.
  11. Για τον Καντ βέβαια δεν έχει σημασία η προέλευση της εμπειρίας, αλλά το τι υπάρχει μέσα σε αυτήν. Βλ. Μολύβας Γρ., 2000, ό.π., 68.
  12. Adorno Th., 2001, Kant’s ‘Critique of Pure Reason’, Stanford University Press, 23-34.
  13. Βλ. Johnson, R., «Kant's Moral Philosophy», The Stanford Encyclopedia of Philosophy (Spring 2004 Edition), υπερκείμενο στο ant's Moral Philosophy 300305
  14. Kant, I., 1964, Groundwork of the Metaphysic of Morals, (trans. H. J. Paton), Harper Torchbooks, (New York, 95-96.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Adorno Th., 2001, Kant’s ‘Critique of Pure Reason’, Stanford University Press.
  • Βαλλιάνος Π., 2000Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Bernstein, R., 1971, Praxis and Action, University of Pennsylvania Press, Philadelphia.
  • Cassirer Ernst, 2001, Καντ: η ζωή και το έργο του, (μτφρ. Σ. Γερογιωργάκης), Ίνδικτος, Αθήνα.
  • Ζήκα Φ., «John Locke, (1632-1704)», στο Cogito, 02, (Ιανουάριος, 2005).
  • Johnson, R., «Kant's Moral Philosophy», The Stanford Encyclopedia of Philosophy, (Spring 2004 Edition), υπερκείμενο στο Kant's Moral Philosophy ανακτήθηκε 300305
  • Kant, I., 1964, Groundwork of the Metaphysic of Morals, (trans. H. J. Paton), Harper Torchbooks, New York.
  • Μολύβας Γρ., 2000, Φιλοσοφία στην Ευρώπη: η εποχή του Διαφωτισμού, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Μολύβας Γρ., «Ο Locke και η ιδιομορφία του αγγλικού ριζοσπαστισμού», στο Cogito, 02, (Ιανουάριος, 2005)
  • Πελεγρίνης Θ., Λεξικό της φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, (Αθήνα, 2004)
  • Πενολίδης Θ., «Η Κριτική του καθαρού λόγου του Immanuel Kant», υπερκείμενο στο: Εισαγωγή στη Μεταφυσική