Μάρτυρας (θρησκεία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Χριστιανοί μάρτυρες της Ιαπωνίας σε ιαπωνική ζωγραφιά του 17ου αιώνα

Μάρτυρας (από το αρχ. ελλην. μάρτυς) είναι ένας άνθρωπος που διώκεται και πεθαίνει επειδή υπερασπίζεται, ομολογεί, αποκηρύσσει, αρνείται να αποκηρύξει, ή αρνείται να δεχθεί μία θρησκευτική πίστη όπως απαιτείται από μέλη άλλης θρησκείας ή και άλλου δόγματος της ίδιας θρησκείας. Στην αφήγηση του μαρτυρίου από την ομάδα στην οποία ανήκει ο/η μάρτυρας, αυτή η άρνηση συμμορφώσεως έχει ως αποτέλεσμα την τιμωρία ή την εκτέλεσή του/της. Η ιδιότητα του μάρτυρα μπορεί να θεωρηθεί ως μεταθανάτιος τίτλος, ως ανταμοιβή όσων θεωρούνται άξιοι της έννοιας από τους μετέπειτα, ανεξαρτήτως τυχόν ενεργειών του μάρτυρα, όσο αυτός ζούσε, να ελέγξει εκ των προτέρων το πώς θα τον θυμούνται τα μέλη της ομάδας στο μέλλον, την υστεροφημία του.

Αρχικώς η έννοια του μάρτυρα αφορούσε μόνο πρόσωπα που υπέφεραν εξαιτίας της θρησκευτικής τους πίστεως, ο όρος όμως επεκτάθηκε στη σημερινή εκκοσμικευμένη κοινωνία και σε πρόσωπα που σκοτώθηκαν για εθνικούς (πρβλ. εθνομάρτυρας) ή πολιτικούς λόγους.

Οι περισσότεροι μάρτυρες θεωρούνται ιερά πρόσωπα ή δέχονται τον σεβασμό των ακολούθων των πιστεύω τους, γίνονται σύμβολα εξέχοντος ηρωισμού και παραδείγματα προς μίμηση σε δύσκολες περιστάσεις. Σε αρκετές θρησκείες οι μάρτυρες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.

Εξέλιξη της έννοιας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχική της σημασία η λέξη μάρτυς σήμαινε αυτόν που καταθέτει τη γνώση του για κάτι που είδε ή άκουσε, και με αυτή τη σημασία υπάρχει στα κείμενα γενικού περιεχομένου, όσο και στην Καινή Διαθήκη.[1] Είναι γνωστό από αρχαίους συγγραφείς (όπως τον Ιώσηπο) και από την Καινή Διαθήκη ότι τέτοιοι μάρτυρες πέθαιναν συχνά εξαιτίας των καταθέσεών τους.

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ο όρος απέκτησε κατ' επέκταση τη σημασία του πιστού ή της πιστής που καλούνται να επιμαρτυρήσουν τη θρησκευτική τους πίστη, και ως συνέπεια αυτής της ομολογίας υποφέρει ή πεθαίνει. Ο όρος υιοθετήθηκε με αυτή την επίκτητη σημασία από τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες ως δάνειο. Ο θάνατος των μαρτύρων ή η αξία που του αποδίδεται αποκαλείται μαρτύριο.

Οι πρώτοι Χριστιανοί που χρησιμοποίησαν τον όρο μάρτυς με τη νέα του σημασία αντιλαμβάνονταν τον Ιησού Χριστό ως τον πρώτο και μέγιστο μάρτυρα, εξαιτίας της Σταυρώσεώς του[2], όπως γράφει και ο Ευσέβιος της Καισαρείας.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Π.χ. Alison A. Trites: The New Testament Concept of Witness, ISBN 0-521-60934-8
  2. Frances M. Young: The Use of Sacrificial Ideas in Greek Christian Writers from the New Testament to John Chrysostom, Wipf & Stock, 2004, σελ. 107

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]