Βασιλική του Αγίου Νικολάου (Μπάρι)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασιλική του Αγίου Νικολάου του Μπάρι
Bari Basilica San Nicola.jpg
Η Βασιλική του Αγίου Νικολάου τη νύχτα
Βασικές πληροφορίες
ΤοποθεσίαΜπάρι, Ιταλία
ΥπαγωγήΡωμαιοκαθολικισμός
ΠολιτείαΙταλία
ΕπαρχίαΑρχιεπισκοπή Μπάρι-Μπιτόντο
ΠεριοχήΑπουλία
ΧώραΙταλία
Έτος αφιέρωσης1197
Καταστατικόλειτουργική
Ιστοσελίδαwww.basilicasannicola.it/
Αρχιτεκτονική περιγραφή
Αρχιτεκτονικός τύποςΝαός
Αρχιτεκτονικός ρυθμόςρωμανικός
Έναρξη ανέγερσης1089
Αποπεράτωση1197
Το εσωτερικό του ναού (κεντρικό κλίτος)

Η Βασιλική του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι της Ιταλίας (ιταλ. Basilica di San Nicola) είναι μεσαιωνικός χριστιανικός ναός με ευρεία θρησκευτική σημασία για τον χριστιανικό κόσμο, ως τόπος προσκυνήματος τόσο για τους Ρωμαιοκαθολικούς, όσο και για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς της Ευρώπης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλική ανεγέρθηκε μεταξύ του 1087 και του 1197, κατά τη διάρκεια της ιταλονορμανδικής κυριαρχίας στην Απουλία, σε έδαφος όπου κυριαρχούσαν ακόμα ο βυζαντινός πολιτισμός και παράδοση, καθώς μέχρι δύο δεκαετίες νωρίτερα ανήκε στο Κατεπανάτο της Ιταλίας, του οποίου έδρα ήταν ακριβώς το Μπάρι (Βάριον). Η θεμελίωση του ναού οφείλεται στην ανάκτηση μέρος του ιερού λειψάνου του Αγίου Νικολάου από το αρχικό ιερό του στα Μύρα της Μικράς Ασίας. Μετά την κατάκτηση των Μύρων από τους Σελτζούκους Τούρκους, το λείψανο αποφασίσθηκε να μεταφερθεί σε ασφαλέστερο μέρος. Σύμφωνα με τον δικαιολογητικό θρύλο, ο Άγιος, περνώντας κάποτε από το Μπάρι σε ταξίδι του προς τη Ρώμη, υποτίθεται ότι είχε επιλέξει το Μπάρι ως τόπο ταφής του. Στην πράξη, υπήρξε λυσσαλέα αντιμαχία για την απόκτηση των λειψάνων ανάμεσα στην ανερχόμενη τότε Βενετία και στο Μπάρι. Αλλά μια μεγάλη ομάδα εμπόρων σιταριού και ναυτικών από το Μπάρι που βρέθηκαν στα Μύρα απέσπασαν από τους Ορθοδόξους μοναχούς με τη συναίνεσή τους τα λείψανα του Αγίου για να τα διαφυλάξουν, κατά άλλη εκδοχή τα έκλεψαν ή ίσως πρόκειται για σκηνοθετημένη κλοπή για την αποφυγή πανικού, λόγω του τουρκικού κινδύνου που ελλόχευε.[1] Τελικώς, στις 9 ή 20 Μαΐου του 1087 το πλοίο με το λείψανο αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Μπάρι. Αμέσως τότε θεμελιώθηκε ένας νέος ναός από τον Νορμανδό Δούκα Ρογήρο για να στεγάσει το λείψανο του Αγίου και ο ίδιος ο Πάπας Ουρβανός Β΄ ήταν παρών στα εγκαίνια της κρύπτης του την 1η Οκτωβρίου 1089. Με την ευκαιρία, ο Αββάς Ηλίας, ηγούμενος της γειτονικής Μονής του Αγίου Βενεδίκτου, ορίσθηκε ως ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος του Μπάρι που θα είχε έδρα τον νέο Ναό. Ο επισκοπικός θρόνος του, ένα αριστουργηματικό καλλιτέχνημα (βλ. παρακάτω) βρίσκεται ακόμα στο εσωτερικό του Ναού. Ωστόσο, το κτήριο ολοκληρώθηκε και εγκαινιάσθηκε μόλις το 1197, με παρόντες τον αντιπρόσωπο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους επίσκοπο Κορράδο του Χίλντεσαϊμ και πολλούς επισκόπους και ευγενείς. Η μεσαιωνική σερβική Δυναστεία των Νέμανιτς υπήρξαν σημαντικοί ευεργέτες για την ανέγερση του Ναού.[2]

Εξαιτίας της συμβολής του στην οικοδόμηση του ναού και των πρωτοβουλιών του κατά την άφιξη των λειψάνων, ο Ηλίας ανακηρύχθηκε κτίτορας του ναού και ενταφιάσθηκε στο εσωτερικό του. Εκεί επίσης ενταφιάσθηκε και ο πλοίαρχος του πλοίου που έφερε το σκήνωμα, Αλβέρτος, και 17 από τους 62 ναυτικούς αυτού και των άλλων δύο πλοίων που το συνόδευαν όταν το μετέφερε.[3]

Τη νύκτα της 5ης προς 6η Μαΐου 1953 ο τάφος του Αγίου Νικολάου στην κρύπτη της Βασιλικής του Μπάρι ανοίχθηκε αναγκαστικά κατά την διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών. Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε επιτροπή από τον Πάπα, με πρόεδρο τον τότε Ρωμαιοκαθολικό Αρχιεπίσκοπο του Μπάρι Ερρίκο Νικόδημο, στην οποία ανατέθηκε η κανονική αναγνώριση των λειψάνων του τάφου. Ο αναγνωριστικός έλεγχος και η καταμέτρηση των οστών ανατέθηκε στον Καθηγητή της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι Λουΐτζι Μαρτίνο. Τρίτη ιστορικά ανακομιδή έγινε τη νύκτα της 7ης προς 8ης Μαΐου 1957, με σκοπό νέα αναγνώριση, καταμέτρηση, ανατομική και ανθρωπολογική μελέτη, πριν την οριστική κατάθεση στη λάρνακα, μετά το πέρας των αναστηλωτικών εργασιών.[4]

Κατά τη δεκαετία του 1960 προστέθηκε στον ρωμαιοκαθολικό ναό και ένα ορθόδοξο παρεκκλήσιο.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επισκοπικός θρόνος του Αρχιεπισκόπου Ηλιού

Η Βασιλική του Αγίου Νικολάου έχει μια μάλλον τετράγωνη εμφάνιση, που θυμίζει περισσότερο κάστρο παρά εκκλησιά. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται από την παρουσία δύο ογκωδών (αν και χαμηλών) πύργων που πλαισιώνουν την πρόσοψη. Και πράγματι χρησίμευσε πολλές φορές ως κάστρο κατά τη διάρκεια της ιστορίας του.

Το εσωτερικό του ναού έχει δύο πλευρικά κλίτη, που ορίζονται από κίονες και πίλιαστρα από γρανίτη. Το Ιερό Βήμα διαχωρίζεται από τον κυρίως ναό με τρία τόξα στηριζόμενα από κίονες βυζαντινού ρυθμού. Πάνω από τα πλάγια κλίτη βρίσκεται ο γυναικωνίτης, ως ζεύγος στοών ανοικτών προς το κέντρο. Η Βασιλική του Αγίου Νικολάου ήταν ο πρώτος ναός με αυτό το σχέδιο και έθεσε ένα προηγούμενο που αργότερα έτυχε μιμήσεων σε πολλές άλλες κατασκευές στην Απουλία.

Το 2012 ένα σύνολο δεδομένων από ραντάρ διείσδυσης εδάφους και ηχητική (σόναρ) τομογραφία εντόπισαν την παρουσία διεισδύσεων νερού σε δυο περιοχές των τοιχωμάτων της κρύπτης, που είχαν αναστηλωθεί το 1950, πιθανώς εξαιτίας της συσσωρεύσεως υγρασίας.[5]

Καλλιτεχνικοί θησαυροί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσκυνητές στον τάφο του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι, έργο του Τζεντίλε ντα Φαμπριάνο, περ. 1425, Εθνική Πινακοθήκη (Ουάσινγκτον)

Ο ναός στεγάζει ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα έργα ρωμανικής γλυπτικής σε όλη τη νότια Ιταλία: τον επισκοπικό θρόνο («καθέδρα») του αρχιεπισκόπου Ηλιού από τον ύστερο 11ο αιώνα. Υπάρχουν επίσης πολύτιμα ψηφιδωτά δάπεδα στην κρύπτη και στο ιερό. Το κιβώριο, το αρχαιότερο της Απουλίας, είναι επίσης διακοσμημένο με ψηφιδωτά και οι 4 κίονές του φέρουν ανάγλυφα φυλλωμάτων, ζώων και μυθολογικών μορφών. Η κρύπτη έχει 26 κίονες σε βυζαντινό και ρωμανικό ρυθμό, και στεγάζει τα λείψανα του Αγίου Νικολάου.

Ο τάφος του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική του στο Μπάρι, όπως είναι σήμερα.

Στον ναό υπάρχει επίσης ο μαρμάρινος αναγεννησιακός τάφος (16ος αιώνας) της Βασίλισσας της Πολωνίας Μπόνα Σφόρτσα. Υπάρχει και μουσείο της Βασιλικής, με πολύτιμα έργα τέχνης, μεταξύ των οποίων μια συλλογή από μανουάλια του 12ου αιώνα, δωρεά του Βασιλιά Κάρολου του Ανδεγαυού.

Ο ναός αποκαταστάθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα, το 1456 και κατά τον 17ο αιώνα. Κατά τις εργασίες του 20ού αιώνα, οι περισσότερες από τις μπαρόκ προσθήκες αφαιρέθηκαν, εκτός από την επίχρυση ξύλινη οροφή, που ενσωματώνει ζωγραφικούς πίνακας (σε καμβά) του Κάρλο Ντε Ρόζα (Carlo De Rosa).

Εορτασμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η 6η Δεκεμβρίου είναι η κυρίως εορτή του Αγίου Νικολάου. Αυτή την ημέρα οι κληρικοί της Βασιλικής του στο Μπάρι βυθίζουν ένα δοχείο μέσα στον υπόγειο τάφο του, ώστε να αφαιρέσουν λίγο από το άγιο μύρο που πιστεύεται ότι αναβλύζει από τα λείψανά του. Φιαλίδια με αυτό το μύρο αποστέλλονται σε όλο τον κόσμο και πιστοί έχουν αναφέρει πολλά θαύματα όταν χρίονται με αυτό. Για όσες Ορθόδοξες Εκκλησίες ακολουθούν το παραδοσιακό Ιουλιανό ημερολόγιο («παλαιό»), η 6η Δεκεμβρίου πέφτει στις 19 Δεκεμβρίου του νέου ημερολογίου, Αμφότερες οι ημερομηνίες εορτάζονται με την ίδια μεγαλοπρέπεια στο Μπάρι, καθώς είναι τεραστιοι πλέον οι αριθμοί Ορθοδόξων Χριστιανών από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που συρρέουν για προσκύνημα κάθε χρόνο, και μάλιστα σε άλλες εποχές του έτους.

Η 9η Μαΐου (22 Μαΐου) εορτάζεται επίσης στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως ημέρα μνείας της «Ανακομιδής του ιερού σκηνώματος του Αγίου Νικολάου από τα Μύρα στο Μπάρι».

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]