Ελληνική Επανάσταση στη Θράκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ευρύτερη περιοχή της Θράκης
Η σημαία των Θρακών επαναστατών το 1821

Η συμμετοχή της Θράκης στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε ουσιαστική, συνεχής και πολύμορφη, παρά το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες σε σχέση με τις περιοχές της Ρούμελης (Μακεδονία, Θεσσαλία & Στερεά Ελλάδα) και του Μοριά. Η Θράκη βρισκόταν πολύ κοντά στην Κωνσταντινούπολη και η παρουσία του Οθωμανικού στρατού στην περιοχή ήταν ισχυρή, οπότε πολύ εύκολα κάθε εξέγερση θα καταπνιγόταν από τους Τούρκους. Παράλληλα, η ομαλή διαμόρφωση του εδάφους δεν παρείχε δυνατότητα ανάπτυξης κλεφτοπόλεμου και διαφυγής στα βουνά, όπως γινόταν στο ορεινό έδαφος της νότιας Ελλάδας.Η επανάσταση στη Θράκη έχει τη μορφή τοπικών εξεγέρσεων, ενώ πολλοί Θράκες έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, και πολλοί νέοι κυρίως Θρακιώτες υπήρξαν Ιερολοχίτες. Ταυτόχρονα, σημαντική ήταν η συμμετοχή των Θρακών αγωνιστών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις τόσο της ξηράς, όσο και της θάλασσας, ενώ πολλοί από τους αγωνιστές αυτούς συνέχισαν τον αγώνα στη νότια Ελλάδα.

Προετοιμασία του αγώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαλκογραφία του κληρικού λόγιου Θεόκλητου Πολυειδή, Πανδέκτης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών

Μεγάλη ήταν η προσφορά των Θρακών στην οικονομική και πνευματική ζωή των υπόδουλων Ελλήνων, αφού δραστηριοποιήθηκαν στο εμπόριο, έδειξαν ενδιαφέρον για τη μόρφωση και την παιδεία και σφυρηλάτησαν αλληλέγγυο κοινοτικό πνεύμα με την εφαρμογή του συστήματος των κοινοτήτων,  που ευνόησε την κοινωνική και οικονομική ακμή της Θράκης και προετοίμασε το έδαφος για την αφύπνιση του ντόπιου ελληνισμού και τη μελλοντική εξέγερση. Οι θρακικές κοινότητες έδιναν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση ως απαραίτητο παράγοντα για την εθνική αφύπνιση. Γι’ αυτό το λόγο, από πολύ νωρίς, ήδη από τον 15ο αιώνα, οι κοινότητες λειτουργούν σχολεία και ιδρύουν βιβλιοθήκες στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αίνο, στην Καλλίπολη, στο Διδυμότειχο, στα Γανοχώρια, στη Σηλυβρία, στη Σωζόπολη και σε άλλες θρακικές πόλεις, που υπήρξαν αργότερα σημαντικοί πυρήνες τοπικών επαναστατικών κινημάτων. Τα περισσότερα από τα ιδρύματα αυτά συντηρούνται από τις τοπικές συντεχνίες, τις κοινοτικές αρχές και την εκκλησία.[1][2]

Πρωτεργάτης της αφύπνισης του λαού υπήρξε ο Αδριανουπολίτης αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Πολυειδής. Το έργο του «Οι χρησμοί του Αγαθάγγελου», που γράφτηκε περίπου το 1750, είχε τεράστια απήχηση στην αυλή της Αικατερίνης Β’ στην Πετρούπολη και ενίσχυσε σημαντικά το φιλελληνισμό στις ευρωπαϊκές πόλεις, που ο ίδιος επισκέφθηκε. Ταυτόχρονα, «Οι χρησμοί του Αγαθάγγελου», τους οποίους πρώτος εξέδωσε ο Ρήγας Φεραίος, προώθησαν το επαναστατικό πνεύμα των υπόδουλων Ελλήνων, επειδή προέλεγαν τη μελλοντική απελευθέρωση του σκλαβωμένου ελληνισμού.[1][2][3]

Παράλληλα με την ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας της Αθήνας το 1813 και της αντίστοιχης εταιρείας της Βιέννης το 1814 και άλλων παρόμοιων μορφωτικών εταιρειών στις παραμονές της ελληνικής επανάστασης, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η ίδρυση του «Αθήναιον» του Μονάχου, δημιούργημα του Ειρηναίου Θείρσιου (γερμ. Friedrich Thiersch), γερμανού φιλέλληνα, ουμανιστή και καθηγητή κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, στο οποίο φοιτούσαν πολλοί νέοι Θρακιώτες και Μικρασιάτες.[3]

Θρακιώτες στη Φιλική Εταιρεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του για την ιστορία της Φιλικής Εταιρείας αναφέρει 700 ονόματα Φιλικών από τα οποία 31 είναι Θράκες.[4] Χαρακτηριστικά σχολιάζει για τη συμβολή των Θρακών Φιλικών στην Επανάσταση  ότι «αν οι Έλληνες έμποροι της Δύσεως και του Βορρά εκυοφόρησαν την επανάστασιν του 1821 και Έλληνες της Οδησσού την εγέννησαν, Έλληνες της Θράκης την εθήλασαν».[1][2][5]

Προτραίτο του Γρηγόριου Μαρασλή από το περιοδικό Ημερολόγιο Σκόκου του 1893, τσιγκογραφία

Στις παραμονές της Επανάστασης οι θρακικές κοινότητες δραστηριοποιούνται δυναμικά με τη μύηση Θρακών στη Φιλική Εταιρεία. Το 1815 εγγράφεται ως τέταρτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας μαζί με τον Ξάνθο, τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά ο έμπορος Αντώνης Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη. Ο Κομιζόπουλος, που αναφέρεται από τον Ξάνθο στα απομνημονεύματά του ως "χρηστοήθης και έντιμος", σε ολόκληρη τη διάρκεια της επανάστασης συνέχισε να συμβάλλει ηθικά και υλικά για την ευόδωση του αγώνα από τη Μόσχα, που ήταν η έδρα των επιχειρήσεων του.[2][3][6] Το σπίτι του Αντώνη Κομιζόπουλου σώζεται σήμερα στη Φιλιππούπολη και λειτουργεί ως εθνογραφικό μουσείο. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του μεγαλέμπορου Γρηγορίου Μαρασλή από τη Φιλιππούπολη, ο οποίος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μετά την καταστροφή του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία διαβλέποντας την ανάγκη περίθαλψης των προσφύγων.[1] Μετά την εκλογή του στη νέα εφορία της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό αποφάσισαν μαζί με τον Σταμάτη Κουμπάρη να μετονομάσουν τη Φιλική Εταιρεία σε «Φιλανθρωπική Εταιρεία».[2][3] Το σπίτι του στην Οδησσό στην «Κόκκινη πάροδο», γνωστό σήμερα ως το «Κόκκινο Σπίτι», αποτέλεσε έδρα συναντήσεων και συνεδριάσεων των Φιλικών.[3][7] Σήμερα στεγάζει το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού (παράρτημα Οδησσού).[3]

Γνωστά μέλη της Φιλικής Εταιρείας υπήρξαν οι Θρακιώτες αδελφοί Κυριάκος, Σταμάτης και Αλέξανδρος Κουμπάρης από τη Μεσημβρία της Μαύρης θάλασσας, επίσης έμποροι, που δραστηριοποιούνται στην Οδησσό. Μάλιστα, μετά τη σύσταση της νέας εφορίας της Οδησσού από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Αλέξανδρος Κουμπάρης συμμετείχε ενεργά στη δράση της. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, δυσαρεστημένος από την φειδωλή οικονομική υποστήριξη των πλουσίων Φιλικών της Οδησσού, ανέθεσε στον Σταμάτη Κουμπάρη να βρει χρήματα και αυτός άρχισε να μυεί μαζικά και ανεξέλεγκτα τους κατοίκους της Οδησσού στη Φιλική Εταιρεία προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομική υποστήριξη.[2][3]

Ανάμεσα στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας συγκαταλέγονται πλήθος Θρακών, οι οποίοι προέρχονταν από τη Μεσημβρία, την Αγχίαλο, τη Σωζόπολη, τη Βάρνα, τη Φιλιππούπολη και το Στενήμαχο. Ως Φιλικοί αναφέρονται ο ιεροδιάκονος Ιωαννίκιος Μαρώνειας, γνωστός ως Ιωαννίκιος ο Φιλικός, που μυήθηκε από τον Παπαφλέσσα, ο επίσης Μαρωνίτης έμπορος Μηχανίδης, οι Αναγνώστης Αυξεντιάδης και Αναστάσιος Κομνηνός από τη Μεσημβρία, οι Δημήτριος Κώνστας, Αντώνιος και Παναγιώτης Παλαιολόγος, Ζαφείρης και Κωνσταντίνος Νέστωρ και ο Γεώργιος Σγουρός από την Αγχίαλο, ο έμπορος Κωνσταντινίδης από τη Σωζόπολη, οι Αδάμ Κέλκος, Θεόδωρος Αθανασίου και Ιωάννης και Κωνσταντίνος Παπά Νίκογλου όλοι από τη Φιλιπππούπολη, οι Ιωάννης Ελευθερίου, Παρασκευάς Νικολάου από τη Βάρνα και πολλοί άλλοι. Σήμερα σώζονται τα διπλώματα μυήσεως στη Φιλική Εταιρεία του Αινίτη καπετάνιου Χατζή Αντώνη Βισβίζη (στην Εθνική Βιβλιοθήκη), του Αντώνιου Κομιζόπουλου, του Κάρπου Παπαδόπουλου και του Μακάριου Μαλαξού στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας.[2] Χωρίς αμφιβολία οι Φιλικοί Θρακιώτες ήταν πολύ περισσότεροι, καθώς πολλοί από αυτούς που ζούσαν στη Μολδοβλαχία και ανέλαβαν δράση στη Ρωσία και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ήταν μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία.[3][8]

Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε από τα βασικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας στην οργάνωση του παραρτήματος της Αδριανούπολης, όπου πραγματοποιούσε συχνές επισκέψεις ο Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι συναντήσεις των Φιλικών πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Αμιρά, κοντά στην μητρόπολη. Στους σπουδαιότερους Αδριανουπολίτες Φιλικούς συγκαταλέγονται οι Σωτήρης Κώκιας, Δημήτριος Χατζηστάνου και Δημήτριος Λέτζογλου, οι οποίοι μύηθηκαν στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, ο Γεώργιος Παπά ή Κούρτογλους ή Καραγιώργος, ο οποίος πήρε μέρος μαζί με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στη μάχη στο Σκουλένι (16-17 Ιουνίου 1821) και έχασε εκεί τους πέντε αδελφούς του.[2][3]

Θρακιώτες στον Ιερό Λόχο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στους νέους που κατάγονταν από τη Θράκη και είτε σπούδαζαν σε πανεπιστήμια της κεντρικής Ευρώπης και στις Αυθεντικές Ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιάσιου, είτε εργάζονταν σε εμπορικούς οίκους Ελλήνων της νότιας Ρωσίας και των Ρουμανικών χωρών. Αυτοί ήταν από τους πρώτους που πλαισίωσαν τον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη και πήραν μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, όπου έχασαν και τη ζωή τους ηρωικά μαχόμενοι.[8]

Ο πολεμιστής του Ιερού Λόχου και ευεργέτης, Κωνσταντίνος Ξενοκράτης, σε ώριμη ηλικία (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Πολλοί από Θράκες του Ιερού Λόχου που διασώθηκαν στράφηκαν στη Ρωσία, στην Οδησσό, όπου τους περιέθαλψαν Φιλικοί, ενώ άλλοι κατέφυγαν στη Νότια Ελλάδα για να συνδράμουν τις εκεί πολεμικές επιχειρήσεις, όπως οι αδελφοί Θεόδωρος, Πασχάλης, Αθανάσιος και Κωνσταντίνος Ξενοκράτης. Μεταξύ αυτών που επέζησαν ήταν και ο Κωνσταντίνος Ξενοκράτης από το Σαμάκοβο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για την ίδρυση σχολείων στη γενέτειρά του, στη Βιζυή, αλλά και στο Μεσολόγγι (Ξενοκράτειο Παρθεναγωγείο). Παράλληλα, μαζί με τον αδελφό του είχε μετατρέψει το σπίτι του στο Βουκουρέστι σε νοσοκομείο για την περίθαλψη των Ελλήνων.[1][2][3]

Ενεργή συμμετοχή στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας είχε και ο Αδριανουπολίτης Γεώργιος Παπά (ή Καραγιώργος ή Κούρτογλους), ο οποίος διασώθηκε βαριά τραυματισμένος από τη μάχη στο Σκουλένι και στη συνέχεια συγκρότησε δικό του εκστρατευτικό σώμα, για να κινητοποιήσει τον ελληνισμό της βόρειας Ελλάδας. Το εγχείρημα του κατέληξε άδοξα, αφού προδόθηκε στις τουρκικές αρχές και αναγκάστηκε να διαφύγει από τη Ρωσία για την επαναστατημένη Ελλάδα.[2][3][5]

Στην επανάσταση στη Μολδοβλαχία συμμετείχε και ο Θανάσης Καραμπελιάς ή Μπελιάς από την Κορνοφωλιά του Έβρου. Αρχικά, είχε σχηματίσει δικό του αντάρτικο σώμα στο Σουφλί, αλλά αργότερα, αφού το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία , τάχθηκε στο πλευρό του Αλέξανδρου Υψηλάντη, τον οποίο και ακολούθησε σε πολλές μάχες. Όταν ο Υψηλάντης διέφυγε στην Αυστρία, ο Καραμπελιάς κατευθύνθηκε προς το νότο, αλλά διασχίζοντας την οροσειρά της Ροδόπης, έπεσε σε τουρκική ενέδρα, συνελήφθη και απαγχονίστηκε στην Αδριανούπολη.[2] Κατά μία άλλη εκδοχή, που στηρίζεται σε προφορική παράδοση, διασώθηκε και συνέχισε τον αγώνα στη νότια Ελλάδα. Η ηρωική μορφή του Καραμπελιά απαθανατίστηκε σε δημοτικά τραγούδια.[2] Μαζί με τον Καραμπελιά στη Μολδοβλαχία πολέμησε και ο Kαρά-Γιάννης ή κατά κόσμον Γιάννης Καραφυλίδης ή Καρυοφυλάκης , από το χωριό Σίδιον ή Σαχίνκιοϊ των Μαλγάρων. Συμμετείχε σε πολλές μάχες, στην έναρξη της επανάστασης από το 1818 . Σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Τούρκων και ετάφη στην περιοχή της Οδησσού. Σύμφωνα με μια προφορική παράδοση οι δυο τους οδήγησαν σώμα 1500 ανδρών από τη Θράκη στη Μολδοβλαχία. Από την Κορνοφωλιά καταγόταν και ο Γεώργιος Γιαννακούδης, ο οποίος πολέμησε στη Μολδοβλαχία και στη νότια Ελλάδα και στη συνέχεια επέστρεψε σώος στην πατρίδα του.[2][3][7][8]

Θρακιώτες Αγωνιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμμετοχή των Θρακών μαχητών υπήρξε πολύτιμη στους αγώνες για την απελευθέρωση του γένους τόσο στη στεριά, όσο και στη θάλασσα, ενώ οι Θράκες δεν έπαψαν ποτέ να ξεσηκώνονται και κατά την μετεπαναστατική περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας 1904-1908).[3]

Από τα ενεργά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας ο μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος δραστηριοποιήθηκε στη Θάσο, όπως αναφέρει ο Αυστριακός διπλωμάτης και ιστορικός Prokesche von Osten, και συνέβαλε με τις ενέργειές του και με τη συνεργασία του προέδρου του νησιού Χατζη Γιώργη, ο οποίος είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία από τον συμπατριώτη του αγωνιστή Αρχιμανδρίτη Καλλίνικο Σταματιάδη, να επαναστατήσουν οι Θασίτες την άνοιξη του 1821.[9] Έτσι ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος ξεκίνησε από την Θάσο μαζί με Μαρωνίτες, κατοίκους της Μάκρης και μερικούς Θασίτες για το Άγιο Όρος προκειμένου να συναντηθεί με τον Εμμανουήλ Παπά, ο οποίος ήδη από διμήνου βρισκόταν στη Μονή Εσφιγμένου. Στο Πρωτάτο των Καρυών το Μάιο του 1821,  μαζί με τον Εμμανουήλ Παπά, ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος ευλόγησε τα όπλα των επαναστατών της Χαλκιδικής. Σύμφωνα με το έργο του Ιωάννη Φιλήμονος «υπερμεσούντος του Μαΐου… υπέρ δε της εσωτερικής διοικήσεως και του οικονομικού μέρους του πολέμου συνεστήθη, εφορεία γενική παρ’ όλων των μοναστηρίων, και εις τα όπλα προσεκλήθησαν πάντες οι δυνάμενοι εκ των μοναχών του Όρους. Ούτω, τελετής εκκλησιαστικής γενομένης, και του Μητροπολίτου Μαρωνείας Κωνσταντίου ευλογήσαντος, επανέστη ο Άθως υπό τον Εμμανουήλ Παπά».[4] Την 1η Ιουνίου του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς με 5.900 πολεμιστές εκ των οποίων οι 1000, ίσως και περισσότεροι, ήταν αγιορείτες μοναχοί, εκστράτευσε στην Χαλκιδική κατά των Οθωμανών της περιοχής της Ιερισσού.[10] Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του μοναχού Δοσίθεου Κωνσταμονίτη, ο οποίος ως αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει την πορεία του Μητροπολίτη Κωνστάντιου, του Παπά και του γιατρού Ευάγγελου προς τα Στάγειρα: «Εξεστράτευσε, λοιπόν, τότε ο εκλαμπρότατος εκείνος άρχων Μανωλάκης μετά των στρατευμάτων αυτού, πεζούς και καββαλαραίους και με φλάμπουρα ..... και ήταν με τη συνοδείαν αυτού τότε ζηλωτής υπέρμαχος πρώτος από τους άλλους, ο άγιος Μαρωνείας, Κωνστάντιος λεγόμενος. Είτα ο εξοχότατος άρχων ιατρός Ευάγγελος, με τους στρατιώτας αυτού, και με πατιέρας, ως έθος είναι εις τα στρατεύματα». Ο μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος της Μακεδονίας, πιθανότατα στη μάχη της Ρεντίνας, ενώ ο Εμμανουήλ Παπάς αναχώρησε για την Ύδρα μαζί με άλλους συμπολεμιστές του με το καράβι του Αινίτη Χατζή-Αντώνη Βισβίζη Δοντά, πάνω στο οποίο και ξεψύχησε.[3][10]

Άλλοι Θράκες, που διακρίθηκαν στον Αγώνα για την ανεξαρτησία, ήταν οι Βασίλειος Χριστοφόρου, Αθηναίος Κυνηγός, Κωνσταντίνος Καζαζόγλου, Κώστας Δεληολάνης, Σταύρος Σταμούλης, Χριστόφορος Σταυράκης, Κοσμάς Κουκκίδης και, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Γεώργιος Παπάς (Κούρτογλους ή Καραγιώργος), ο Θανάσης Μπελιάς ή Καραμπελιάς και ο Γιαννακούδης.[3][8]

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε κι η συμμετοχή των Θρακών στον τακτικό στρατό. Ο Θρακιώτης ιστορικός του τακτικού στρατού συνταγματάρχης Χρίστος Βυζάντιος μας πληροφορεί ότι οι νέοι αγωνιστές προέρχονταν από τις κατεστραμμένες από τους Τούρκους πόλεις της Θράκης, της Μακεδονίας και της Μικρά Ασίας. Οι αγωνιστές, που διακατέχονταν από πνεύμα πατριωτισμού, ήρθαν στην Ελλάδα για να υπηρετήσουν την πατρίδα τους.[11] Στον πυρήνα του τακτικού στρατού στρατολογήθηκαν Έλληνες από όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία προσδίδοντας στο σώμα μια πανεθνική χροιά. Θρακιώτες και Βούλγαροι ιπποκόμοι των πασάδων, που ήταν κλεισμένοι μέσα στην Τριπολιτσά, δραπέτευαν με κάθε ευκαιρία προς το ελληνικό στρατόπεδο, για να σχηματίσουν τον πυρήνα του πρώτου άτακτου ελληνικού ιππικού. Στο σώμα αυτό, υπό την αρχηγία του Νικήτα Σταματελόπουλου, εντάχθηκαν πολυάριθμοι Έλληνες από την Τουρκία και την Ευρώπη. Το ανομοιογενές και πολυσύνθετο, όμως, αυτό σώμα δεν διέθετε συνοχή και ενότητα με αποτέλεσμα να διαλυθεί γρήγορα κυρίως εξαιτίας του μισθού, που δινόταν στα υπόλοιπα σώματα.[3][11]

Ανάμεσα στους Θρακιώτες αγωνιστές του τακτικού στρατού ξεχωρίζει ο λόγιος και συγγραφέας του «Απανθίσματος του Ιστορικού αγώνος της Ελλάδος» Κάρπος (Πολύκαρπος) Παπαδόπουλος από την Αδριανούπολη, που αγωνίστηκε για το γένος ως το θάνατό του το 1871 με τα στρατιωτικά σώματα του Γεωργίου Βαρνακιώτη, του Μεταξά και του Οδυσσέα Ανδρούτσου με το βαθμό του χιλίαρχου, από τον οποίο παραιτήθηκε το 1824 και συνέχισε να αγωνίζεται ως απλός στρατιώτης. Με το βαθμό του λοχαγού συμμετείχε στις μάχες των Μύλων, της Καρύστου και του Πειραιά, καθώς και στη δεύτερη εκστρατεία της Χίου με το Φαβιέρο και έφτασε μέχρι το βαθμό του αντισυνταγματάρχη.[3] Στον τακτικό στρατό συμμετείχαν ενεργά οι Αδριανουπολίτες Παναγιώτης Μπάχαρης και Χατζηγιώργης Δημητρίου. Ο πρώτος υπηρέτησε ως λοχίας και αργότερα ως υπολοχαγός του πρώτου συντάγματος και πήρε μέρος στις μάχες στο Κομπότι και στο Πέτα. Ο δεύτερος συμμετείχε στην πολιορκία της Κορίνθου και πολέμησε μαζί με τον αδελφό του κατά του Ιμπραήμ στην Αργολίδα.[3]

Κάποιος Ξανθιώτης με το όνομα Γιώργης Δημητρίου συγκρότησε δικό του σώμα επανδρωμένο από Θρακιώτες και το Σεπτέμβριο του 1824 ήταν επικεφαλής σώματος 49 ανδρών στη φρουρά της Ύδρας. Θράκας από τη Ραιδεστό, ήταν και ο λόγιος Ιωάννης Τατλίκαρης, ο οποίος στη συνέχεια διετέλεσε μέλος του Αρείου Πάγου. Πλήθος Βαρναίων, των οποίων τα ονόματα χάθηκαν σχεδόν όλα, αγωνίστηκαν για την ελευθερία της Ελλάδας σε διάφορες τοποθεσίες. Επιπλέον, είναι γνωστό το στρατιωτικό σώμα των Θρακομακεδόνων, που αποτελούταν από Θράκες, Μακεδόνες και Θεσσαλούς με επικεφαλής το Στέφο Βούλγαρη. Αξίζει να σημειωθεί πως στις αρχές του 1827 στο στρατόπεδο που συγκροτήθηκε έξω από την Ακρόπολη, οι 9.500 από τους 11.000 αγωνιστές ήταν Θρακομακεδόνες, καθώς και νησιώτες. Αξιοσημείωτη είναι η γυναικεία συμβολή στον αγώνα με τη μορφή της Κωνσταντινουπολίτισσας Μαριγώς Ζαραφοπούλα, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που αγωνίστηκε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στην Πελοπόννησο (Ιούνιος 1821).[3]

Οι θρακικοί ναυτικοί συνεταιρισμοί συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα για την ελευθερία όχι μόνο στο Θρακικό πέλαγος, αλλά σε ολόκληρο το Αιγαίο, στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο. Σημαντική βοήθεια στις επιχειρήσεις στη θάλασσα προσέφερε η Αίνος, μεγάλη ναυτική δύναμη της εποχής, που διέθετε περίπου 300 καράβια, όταν εκδηλώθηκε η εξέγερση της πόλης. (Μακεδονία) Ταξιδεύοντας σε μακρινές αποστάσεις, ενισχύοντας επαναστάσεις στη Μακεδονία και λαμβάνοντας μέρος σε ναυμαχίες, ενέδρες και εκστρατείες οι Αινίτες ναυτικοί συνέβαλαν σημαντικά στον αγώνα. Σημαντικό ρόλο στους ναυτικούς αγώνες διαδραμάτισαν οι Χατζή Φρατζής Κούταβος, ο γιος του Μαργαρίτης Κούταβος και ο ανιψιός του Κωνσταντίνος Κούταβος, όλοι από την Αίνο. Ο Χατζή Φρατζής Κούταβος διακρίθηκε για τη γενναιότητά του σε πολλές μάχες και άφησε σημαντικές μαρτυρίες για τον αγώνα στην αλληλογραφία του και στα επίσημα έγγραφα που αντάλλασσε με την τότε ελληνική διοίκηση. Ο γιος του Μαργαρίτης Κούταβος με το πλοίο τους «Ποσειδών» συμμετείχε  στην εκστρατεία του Ολύμπου και της Χαλκίδας, ενώ έσωσε πολλές ζωές συμπατριωτών του στην καταστροφή της Χίου και στην Εύβοια κατά την εκστρατεία του Δράμαλη.[3]

Σπουδαία συμβολή στις ναυτικές επιχειρήσεις  ήταν αυτή του Χατζή Αντώνη Βισβίζη, ο οποίος με τη γυναίκα του αγωνίστρια Δόμνα Βισβίζη και τα παιδιά του, με πλήρωμα 140 ναύτες και το μπρίκι του, την «Καλομοίρα», συμμετείχε στις ναυμαχίες του Άθω, της Λέσβου, της Σάμου, βοήθησε στις πολεμικές επιχειρήσεις του Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και συνέβαλε στη διάσωσή τους από τις επερχόμενες στρατιές του Δράμαλη. Μετά τον θάνατό του, το έργο του συνέχισε η γυναίκα του, Δόμνα Βισβίζη, συμμετέχοντας στην πολιορκία του Ευρίπου, όπου και διακρίθηκε στο πεδίο της μάχης. Έγινε γνωστή στην Ευρωπαϊκή Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού, που ανέλαβε να περιθάλψει τον γιο της.[3]

Άλλοι σπουδαίοι Αινίτες αγωνιστές στη θάλασσα ήταν ο Στρατής Σκάρδος, που συμμετείχε σε ναυμαχία κοντά στη Λέσβο, ο Γιάννης Καραβέλας με τον «Άγιο Σπυρίδωνα», ο Λευτέρης Παλιός με τον «Μιχαήλ Αρχάγγελο», πλοία που πήραν μέρος σε ναυμαχίες και χρησιμοποιήθηκαν ως πυρπολικά, ο Χατζηεμμανουήλ Τέρογλου, ο οποίος με το καράβι του «Ποσειδών» διέσωσε αρκετούς Έλληνες στην εκστρατεία της Χίου, ο Γρηγόριος Κομνηνός, που συμμετείχε με τους Ψαριανούς σε αιφνιδιαστικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων, και ο Αγγελής Αργυρίου. Πολλοί Αινίτες ναυτικοί έχασαν τη ζωή τους σε διάφορες ναυτικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.[3][8]

Μέσω των εγγράφων κάποιων Θρακών αγωνιστών αντλούμε σήμερα πληροφορίες για την επαναστατημένη Ελλάδα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο Πολύκαρπος (Κάρπος) Παπαδόπουλος, οι Αδριανουπολίτες Παναγιώτης Μπάχαρης, Κώστας Δεληολάνης, ο Σταύρος Σταματούλης, ο Χριστόφορος Σταυράκης, ο Γεώργης Δημητρίου, ο Ιωάννης Τσατλίκαρης, ο Μιχαήλ Φουντουκλής, ο Νικόλαος Καραχονισενλής και ο Χατζηστεφανής και η Μαριγώ Σαραφοπούλα.[8]

Τα δημοτικά τραγούδια της Θράκης αναφέρονται στα κατορθώματα των Θρακών αγωνιστών, όπως του Μπαξεβάνογλου, του Κωστή Ιγνάτογλου («Τσάνταλης» ή «Μικρός Μοσκόφ»), του Παπάζογλου στη Σηλυβρία και στην Τυρολόη, του καπετάν Λάζου και του καπετάν Βαγγέλη στο Διδυμότοιχο και στην Αδριανούπολη, του καπετάν Αναστάση στο Σουφλί, του καπετάν Νικόλα με τους Δελημπάμπη, Καλθάρα, Δεληθανάση, Μπόζο, Σιλτζίκα.[1]

Το Επαναστατικό Σώμα Μανδριτσιωτών και Ορτακινών (1821)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1821 ο Επίσκοπος Λιτίτσης Σωφρόνιος που ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας (η επισκοπή Λιτίτσης βρισκόταν στη Θράκη με έδρα το Ορτάκιοϊ της Βόρειας Θράκης), συγκρότησε επαναστατικό σώμα από Μανδριτσιώτες και Ορτακινούς, δηλαδή Έλληνες κατοίκους του Ορτάκιοϊ και της Μανδρίτσας, οι οποίοι αφού διέσχισαν την τουρκοκρατούμενη Βουλγαρία, ενώθηκαν με τα στρατεύματα του Αλεξανδρου Υψηλάντη και έλαβαν μέρος στην επανάσταση της Μολδοβλαχίας. Μετά την αποτυχία της επανάστασης, όσοι επέζησαν διέσχισαν πολεμώντας τη Βαλκανική χερσόνησο και έφτασαν στην Ηπειρο και απ' εκεί στην επαναστατημένη Ρούμελη, όπου πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδος. Ελάχιστοι από τους πολεμιστές αυτούς επέστρεψαν.[12]

Επαναστατικά κινήματα στη Θράκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυριότερη έκφραση της επαναστατικής δραστηριότητας αποτελούν οι τοπικές εξεγέρσεις στη Θράκη που εκδηλώθηκαν παρά το γεγονός ότι διέτρεχαν τον κίνδυνο άμεσης κατάπνιξης λόγω της μικρής γεωγραφικά απόστασης από την Κωνσταντινούπολη. Κι αυτό έγινε σε πολλές περιπτώσεις με οδυνηρές συνέπειες, κυρίως για τον άμαχο πληθυσμό.

Σωζόπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Σωζόπολη του Εύξεινου Πόντου, οι ντόπιοι Έλληνες κάτοικοι, με τη βοήθεια δύο συμπατριωτών τους, του Ι. Κωνσταντινίδη και του Κ. Παναγιώτου, που ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία και τους βοηθούσαν χρηματικά από το Ιάσιο και το Ρένι, ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν με την πρωτοβουλία του μητροπολίτη Σωζοπόλεως Παϊσίου Πρικαίου. Στις 17 Απριλίου 1821 ο μητροπολίτης κήρυξε την ένοπλη εξέγερση του ελληνισμού της περιοχής και όρκισε τους 5000 περίπου επαναστάτες στον περίβολο του ναού του Αγίου Ζωσίμου. Το ελληνικό επαναστατικό σώμα είχε επικεφαλής τον Δημήτριο Βάρη, αδελφό του μητροπολίτη Παϊσίου Πρικαίου, που συνεργαζόταν στενά με 500 Βούλγαρους υπό την ηγεσία του βοεβόδα Αντώνωφ.[3][7][8]

Η κρίσιμη και αποφασιστική μάχη δόθηκε στη θέση Κιούπκιοϊ κοντά στον ποταμό Ροπόταμο, ανάμεσα στην Αγαθούπολη και στη Σωζόπολη. Οι ανοργάνωτοι επαναστάτες διαλύθηκαν μπροστά στις αριθμητικά υπέρτερες δυνάμεις του Χουσεΐν πασά της Αγχιάλου. Στις 25 Απριλίου η Σωζόπολη καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα. Οι Έλληνες πρόκριτοι συνελήφθησαν και απαγχονίσθηκαν στην πλατεία της πόλης, ανάμεσά τους και ο μητροπολίτης Παίσιος Πρικαίος, που αρνήθηκε να αποκηρύξει το επαναστατικό κίνημα.[2][13] Το σκήνωμα του ρίχτηκε στο Ροπόταμο, αλλά Έλληνες ψαράδες το περισυνέλεξαν και το έθαψαν κρυφά στην τοποθεσία Κουρνιά, που πήρε από τότε την ονομασία "Ο τάφος του Δεσπότη".[2][3][7][8]

Ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Αδριανουπολίτης Κύριλλος ΣΤ'

Αδριανούπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα περίπου του Απριλίου του 1821 σύμφωνα με τον Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ απαγχονίστηκαν στην Αδριανούπολη 26 (κατά άλλους 32) Έλληνες πρόκριτοι δίπλα στην πόρτα της μητροπολιτικής εκκλησίας.[14] Στις 18 Απριλίου ο ίδιος ο σουλτάνος, ως αντίποινα στην αντίδραση της Ευρώπης για τον απαγχονισμό του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε', εξέδωσε εμπιστευτική διαταγή για τον απαγχονισμό του πρώην Οικουμενικού Πατριάρχη Αδριανουπολίτη Κύριλλου ΣΤ’ (κατά κόσμον Κωνσταντίνου Σερπετζόγλου), που, αν και υπέργηρος, απαγχονίστηκε δημόσια στη συνοικία του Φαναρίου.[14] Κατά άλλους απαγχονίστηκε στην Αδριανούπολη και το σκήνωμά του, όπως και των προκρίτων, ρίχτηκε στον ποταμό Έβρο, περισυνελέγη στο Χειμώνιο από κατοίκους του Πυθίου και ενταφιάστηκε στο σπίτι του Χρήστου Αργυρίου.[3][7][8] Η απώλεια του μητροπολίτη και λόγιου Αδριανουπόλεως Δωρόθεου Πρώιου, που απαγχονίστηκε στις αρχές Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη, σκόρπισε πίκρα και απογοήτευση σε ολόκληρο το θρακικό ελληνισμό.[2][3][7][8]

Αίνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επαναστατικές ενέργειες παρατηρήθηκαν στην Αίνο στα τέλη Απριλίου – αρχές Μαΐου  του 1821, όταν οι Αινίτες κατέλαβαν το κάστρο και αιχμαλώτισαν τις τουρκικές δυνάμεις χωρίς, όμως, αποτέλεσμα, αφού η τουρκική φρουρά ανακατέλαβε το κάστρο. Στις 2 Μαΐου ψαριανή μοίρα με επικεφαλής τον Ανδρέα Γιαννίτση μαζί με τον Χατζή Αντώνιο Βισβίζη και τη γυναίκα του Δόμνα Βισβίζη, ο οποίος διοικούσε το μπρίκι του «Καλομοίρα», βομβάρδισε το οχυρό Ιμπριτζέ στον κόλπο του Σάρου, απώθησε τους Τούρκους και ανακατέλαβε το φρούριο.[2][3][7] Η Αίνος έμεινε για αρκετές μέρες στα χέρια των Ελλήνων μέχρι την ανακατάληψη της από τους Τούρκους, οπότε πολλοί Αινίτες αγωνιστές κατέφυγαν στη νότια Ελλάδα. Το 1829 κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου οι Αινίτες επιτίθενται κατά του τουρκικού στρατού, καθώς αυτός προελαύνει προς την Κωνσταντινούπολη και κατορθώνουν να τον διαλύσουν.[8] 

Άλλες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπικές εξεγέρσεις σημειώνονταν σε ολόκληρη τη Θράκη και επεκτείνονταν στις περιοχές Φιλιππουπόλεως, Βάρνας, Αγχιάλου, Μεσημβρίας, Μάκρης, Μαρώνειας, Κεσσάνης και στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Σε πολλά χωριά της Θράκης δημιουργήθηκαν επαναστατική πυρήνες και εστίες αναβρασμού, όπως το Πλαγιάρι, το Εξαμίλι, το Νεοχώρι κ.ά. Πολλά από τα χωριά αυτά καταστράφηκαν ολοσχερώς.[2] Γνωστές είναι οι σφαγές των Ελλήνων στα χωριά Ισαάκιο, Σοφικό και Ασημένιο Διδυμοτείχου. Αλλά και σε άλλες πόλεις της Θράκης οι Τούρκοι εκτέλεσαν ως αντίποινα Έλληνες πρόκριτους, όπως στις Σαράντα Εκκλησιές τον Χατζή Μαζαράκη, Χατζή Δημητράκη και Χατζή Νικόλαο. Επίσης στην Κεσσάνη και στη Βάρνα εκτελέστηκαν οι πρόκριτοι Τσακήρ Τσορμπατζής, Ζαχαρίδης Καρυόφυλλος, Παπαμανώλης, Χριστόδουλος ΝΙκολάου και Κ. Πωγωνάτος. Χαρακτηριστική και άγνωστη περίπτωση είναι το επαναστατικό κίνημα που εκδηλώθηκε στο χωριό Σαλτίκιοϊ, τα σημερινά Λάβαρα του Έβρου, κατά την οποία ένοπλες δυνάμεις με επικεφαλής τον καπετάν Ανδρέα Ματσιάνη εξουδετέρωσαν μετά από διήμερη μάχη τουρκική στρατιωτική δύναμη στη θέση Κουρί. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της μάχης αυτής οι γυναίκες των Λαβάρων ανεφοδίαζαν τους άντρες πολεμιστές με τρόφιμα και πολεμοφόδια διασχίζοντας 10 χιλιόμετρα δασωμένης έκτασης.[1][2][3][7][8]

Η καταστροφή της Σαμοθράκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταστροφή της Σαμοθράκης, έργο του Αυγούστου Βινσόν, Μουσείο του Λούβρου

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τουρκικής βιαιότητας απέναντι στους επαναστατημένους πληθυσμούς της Θράκης αποτελεί το ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης το Σεπτέμβριο του 1821, που δεν άφησε ασυγκίνητο κανέναν, ούτε Έλληνα, ούτε ξένο και αποτυπώθηκε στον πίνακα του Αυγούστου Βινσόν, που βρίσκεται σήμερα στο μουσείο του Λούβρου. Η αιχμαλωσία των Σαμοθρακιωτών, η σφαγή 700 ανδρών και η αποστολή των γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα σηματοδοτούν το τραγικό τέλος της εξέγερσης του νησιού.[1][2][3] 

Επαναστατικές ενέργειες εκδηλώθηκαν την εποχή εκείνη και στην Σαμοθράκη, με την αποφασιστική ενθάρρυνση από τις από τις περιπολίες των Ψαριανών στα βόρεια Ελληνικά παράλια. Ο τουρκικός στόλος προερχόμενος από τον Ελλήσποντο, αποβίβασε στρατό στο νησί, κατέστειλε την ανταρσία, λεηλάτησε τη Σαμοθράκη και μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη 70 ομήρους, 12 από τους οποίους απαγχόνισε.[3] Ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ περιγράφει τα γεγονότα: "οι γυναίκες αλυσοδένονται, οι άνδρες αποκεφαλίζονται, εκτός από μερικούς που τους φυλάγουν για να τους κρεμάσουν στα κατάρτια, όταν νικητές θα μπουν στην Κωνσταντινούπολη".[15] Σημαντική είναι και η μαρτυρία του Ιώνα Δραγούμη στο έργο του "Σαμοθράκη", ο οποίος διέσωσε με λεπτομερειες τη σφαγή, όπως την άκουσε από τους κατοίκους του νησιού.[16] Οι Σαμοθρακίτες Μιχαήλ, Γεώργιος, Μανουήλ, Θεόδωρος καθώς και ο Νικόλαος Παπαντωνούδης μαρτύρησαν, αρνούμενοι τον εξισλαμισμό και ανακηρύχτηκαν νεομάρτυρες. Η μνήμη τους γιορτάζεται στις 6 Απριλίου.[1][2][8]

Σημαντικοί Θράκες οπλαρχηγοί και αγωνιστές του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανατολική Ρωμυλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανατολική Θράκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δυτική Θράκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 Μαλκίδης, Θ. «Η Θράκη στην Επανάσταση». σ. 4-5. 
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 2,15 2,16 2,17 2,18 2,19 2,20 Κούκος, Μ. "Οι Θράκες στους αγώνες του '21". σελ.85-161. 
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 3,15 3,16 3,17 3,18 3,19 3,20 3,21 3,22 3,23 3,24 3,25 3,26 3,27 3,28 3,29 Βακαλόπουλος, Κ. Α. Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, σελ. 105-122. 
  4. 4,0 4,1 Φιλήμων, Ι. Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας. 
  5. 5,0 5,1 Φιλήμων, Ι. Δοκίμιον ιστορικόν περί της ελληνικής Επαναστάσεως. 
  6. Ξάνθος, Ε. Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας, σελ. 5. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 7,6 7,7 Θράκη. Συλλογικό έργο.Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, σελ. 220-222. 
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 8,12 Θράκη: Ιστορία - Πολιτισμός - Τέχνη. Μέρος Α', σελ. 87-89. 
  9. Von Osten, P. History of the Secession of the Greeks from the Turkish empire in 1821(German: Geschichte des Abfall der Griechen vom türkischen Reich im Jahre 1821). 
  10. 10,0 10,1 Σιδηράς, Ι. ««Εθνεγέρτης Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος Δ΄Η ηρωική θυσία του κατά τον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821»». Εφημερίδα Παρατηρητής. 
  11. 11,0 11,1 Βυζάντιος, Χ. Ιστορία του τακτικού στρατού της Ελλάδος από της πρώτης συστάσεως του κατά το 1821 μέχρι των 1832. 
  12. Γιώργου Καζάνα: Το Ορτάκιοϊ της Θράκης – μια ελληνική κοινότητα
  13. Κωνσταντινίδης, Κ. "Η Απολλωνία. Σωζόπολις νυν καλούμενη" σ.167-168. 
  14. 14,0 14,1 Πουκεβίλ, Φ.Σ.Υ.Λ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η Αναγέννησις της Ελλάδος, Τομ.2, σελ. 280-281. 
  15. Πουκεβίλ, Φ.Σ.Υ.Λ.. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η Αναγέννησις της Ελλάδος, Τομ.3, σελ. 165. 
  16. Δραγούμης, Ί. Σαμοθράκη, σελ. 28-31. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βακαλόπουλος, Κ.Α. (1993). Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη.
  • Βυζάντιος, Χ. (1837). Ιστορία του τακτικού στρατού της Ελλάδος από της πρώτης συστάσεως του κατά το 1821 μέχρι των 1832. Αθήνα: Τυπογραφείο Κ. Ράλλη.
  • Δοσίθεος Κωνσταμονίτης «Νέον Υπόμνημα των νεοφανών Ιερομαρτύρων και Οσιομαρτύρων».
  • Δραγούμης, Ίων (1909). Σαμοθράκη (το νησί). Ανατύπωση από το περιοδικό Νουμάς. Αθήνα.
  • Θράκη: Ιστορία - Πολιτισμός - Τέχνη. Μέρος Α'. Αθήνα: Ελληνική Εθνική Γραμμή Οικουμενικός Πολιτισμός ΕΠΕ. 2010.
  • Θράκη. Συλλογικό έργο. Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης. 2000.
  • Κούκος, Μ. (1981). "Οι Θράκες στους αγώνες του '21". Θρακική Επετηρίδα, τ.2,σελ. 85-161.
  • Κωνσταντινίδης, Κ. (1932). " "Η Απολλωνία. Σωζόπολις νυν καλούμενη". Θρακικά, τ.3, σελ. 150-171.
  • Μαλκίδης, Θ. "Η Θράκη στην Επανάσταση". Αφιέρωμα: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Εφημερίδα Μακεδονία, 24-25/3/2012. Ανακτήθηκε στις 7/2/2015.
  • Ξάνθος, Ε. (1845). Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας. Αθήνα:Τυπογραφείο Α. Γκαρπόλα.
  • Πουκεβίλ, Φ.Σ.Υ.Λ. (1890). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η Αναγέννησις της Ελλάδος. Αθήνα: τυπογραφείο Α.Ν. Τρίμη.
  • Πουκεβίλ, Φ.Σ.Υ.Λ. (1890). Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η Αναγέννησις της Ελλάδος. Αθήνα: τυπογραφείο Γ. Σταυριανού
  • Prokesche von Osten (1867). History of the Secession of the Greeks from the Turkish empire in 1821(German: Geschichte des Abfall der Griechen vom türkischen Reich im Jahre 1821), Stuttgart. 6 volumes.
  • Σιδηράς, Ι. «Εθνεγέρτης Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος Δ΄. Η ηρωική θυσία του κατά τον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821». Εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης. 26/3/2013. Ανακτήθηκε στις 22/3/2015.
  • Φιλήμων, Ι. (1834). Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας. Ναύπλιο: Τυπογραφείο Θ. Κονταξή & Ν. Λουλάκη.
  • Φιλήμων, Ι. (1859). Δοκίμιον ιστορικόν περί της ελληνικής Επαναστάσεως. τ.1-3, Αθήνα: Τυπογραφείο Π. Σούτσα & Α. Κτενά.