Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ηράκλειος ο πρεσβύτερος
Revolt of the Heraclii solidus, 608 AD.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση6ος αιώνας
Ερζερούμ
Θάνατος610
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός[1]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΕπιφανία
ΤέκναΗράκλειος
Θεόδωρος
ΑδέλφιαΓρηγοράς
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΒυζαντινο-Σασανιδικός Πόλεμος
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος συγκλητικός

Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος (πέθανε το 610) ήταν Βυζαντινός στρατηγός πιθανότατα με καταγωγή από την Αρμενία, γιος του ήταν ο κορυφαίος Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος.[2][3] Διακρίθηκε τη δεκαετία του 580 απέναντι στην Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, διορίστηκε Στρατηγός και συμμετείχε σε πολλές μάχες. Σε ανταμοιβή διορίστηκε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο Στρατηγός στο Θέμα της Αρμενίας ώστε να καταπνίξει την επανάσταση των γηγενών πληθυσμών, αργότερα (600) διορίστηκε διοικητής στο Εξαρχάτο της Αφρικής. Ο έξαρχος επαναστάτησε εναντίον του τυραννικού αυτοκράτορα Φωκά με έδρα τη Βόρεια Αφρική, ο γιος του Ηράκλειος τον ανέτρεψε, τον διαδέχθηκε στον αυτοκρατορικό χρόνο και θα ιδρύσει τη Δυναστεία του Ηρακλείου που θα κυβερνήσει 100 χρόνια. Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος πέθανε αμέσως μετά όταν έφτασαν στην αυλή του τα νέα ότι ο γιος του ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο.

Ρίζες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος ήταν πιθανότατα Αρμενικής καταγωγής, στη νεότητα του ήταν δίγλωσσος μιλούσε Ελληνικά και Αρμενικά.[4] Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης τον θεωρεί γηγενή της Βυζαντινής Αρμενίας.[5][6] Ο Αντώνιος Καλδέλλης με τη σειρά του γράφει "δεν υπάρχει σαφής ιστορική πηγή ότι ήταν Αρμένιος", τα συμπεράσματα προήλθαν από υπερβολές στην ανάγνωση του Σιμοκάττη. Ο Πρίσκος που αντικατέστησε τον Ηράκλειο τον Πρεσβύτερο του γράφει σε επιστολή "να του αφήσει τον στρατό και να επιστρέψει στην πατρίδα του την Αρμενία". Ο Καλδέλλης απαντά ότι δεν εννοούσε ο Πρίσκος σαν "πατρίδα" τον τόπο καταγωγής του αλλά την πόλη την οποία διοικούσε η οποία ήταν η Θεοδοσιούπολις το σημερινό Ερζερούμ.[7][8] Η Θεοδοσιούπολις αποτελούσε στρατηγικό οχυρό για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία στα ανατολικά της σύνορα, έγιναν πολλοί πόλεμοι ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες για την κατοχή της. Οι αυτοκράτορες Αναστάσιος Α΄ ο Δίκορος και Ιουστινιανός Α´ οχύρωσαν ξανά την πόλη και οικοδόμησαν ενισχυμένα τείχη.[9] Δεν υπάρχει τίποτα βέβαιο σχετικά με την καταγωγή του Ηράκλειου του Πρεσβύτερου, οι σύγχρονοι ιστορικοί καταλήγουν σε υποθέσεις με επεξεργασίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ο Σύριλ Μάνγκο βασισμένος στο όνομα του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατάγεται από τον επώνυμο στρατηγό Ηράκλειο της Αντιόχειας που έζησε τον 5ο αιώνα.[10] Ο κορυφαίος Αρμένιος ιστορικός της εποχής Σεβεός έγραψε ότι ήταν Αρμένιος και καταγόταν απ΄ευθείας από τη Δυναστεία των Αρσακιδών της Αρμενίας.[11] Τη θεωρία αυτή υποστήριξε με φανατισμό ο Κιρίλ Τουμάνοφ, συμφώνησαν μαζί του ο Αλεξάντρ Βασίλιεφ και ο Ίρφαν Σαχίντ.[12] Ο Ιωάννης Νικίου και ο Κωνσταντίνος Μανασσής γράφουν ότι ήταν Καππαδόκης υποδηλώνοντας περισσότερο τον τόπο γέννησης του παρά την καταγωγή των προγόνων του.[13]

Οικογενειακές σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρυσός σόλιδος, που έκοψε ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος κατά την εξέγερσή του. Εμφανίζεται ο ίδιος με τον γιο του στη μία όψη. Στην άλλη όψη, σταυρός επί βάσης με τέσσερις βαθμίδες. Επιγραφές DN ERACLIO CONSUL I / VICTORIA CONS. ABIA CONOB.

Ο Πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ της Κωνσταντινούπολης καταγράφει έναν αδελφό του Ηρακλείου του Πρεσβύτερου τον Γρηγορά, πατέρα του Νικήτα.[14][15] Ο Θεοφάνης Ομολογητής αναφέρει ότι η σύζυγος του Ηρακλείου του Πρεσβύτερου και μητέρα του κορυφαίου αυτοκράτορα λεγόταν Επιφανεία. Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος καταγράφεται σαν πατέρας του Ηράκλειου του Μέγα από πολλούς άλλους συγγραφείς όπως ο Ιωάννης Νικίου, ο Αγάπιος, το Λεξικό της Σούδας, ο Γεώργιος Κεδρηνός, ο Ιωάννης Ζωναράς, ο Μιχαήλ ο Σύριος, το Χρονικό του 1234 και ο Νικηφόρος Κάλλιστος. Σε αντίθεση με τον ίδιο τον Ηράκλειο δεν υπάρχει κανένας συγγραφέας που να σχετίζει κάποια από τα αδέλφια του Ηράκλειου σαν παιδί του Ηρακλείου του Πρεσβύτερου.[16] Το πιο γνωστό από τα αδέλφια του Ηράκλειου του Μέγα ήταν αναμφισβήτητα ο Θεόδωρος.[17][18] Ο πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ καταγράφει τη Μαρία σαν αδελφή του Ηρακλείου, μητέρα της Μαρτίνας την οποία παντρεύτηκε σκανδαλωδώς ο θείος της σε δεύτερο γάμο. Ο Κεδρηνός και ο Μιχαήλ ο Σύριος αναφέρουν αντίθετα ότι η Μαρτίνα ήταν κόρη ενός άλλου ανώνυμου αδελφού του Ηρακλείου του Μέγα, αυτό περιπλέκει τα μέλη της οικογένειας. Ο Θεοφάνης αναφέρει τον θάνατο του αδελφού του Μέγα Ηρακλείου Γρηγορά τη διετία 652-653 στην Ηλιούπολη, σημερινό Μπάαλμπεκ, αμφισβητεί ωστόσο την πραγματική σχέση του με τον αυτοκράτορα.[19]

Στρατιωτική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος αναφέρεται για πρώτη φορά σαν Στρατηγός (586) που υπηρέτησε τον Φιλιππικό όταν ξέσπασε ο Βυζαντινο-Σασανιδικός Πόλεμος 572-591, την άνοιξη του 586 διοικούσε το κέντρο του Βυζαντινού στρατού στη "μάχη του Σολαχόν". Μετά τη μάχη πήγε σε μια αποστολή κατασκοπίας για να εξακριβώσει την άφιξη Περσικών ενισχύσεων.[20][21] Οι Βυζαντινές δυνάμεις επιτέθηκαν στην Αρζανηνή, ο Φιλιππικός πολιόρκησε τη μεγαλύτερη πόλη της περιοχής Χλομαρόν, την ίδια εποχή δύο τοπικοί αρχηγοί αποστάτησαν στους Βυζαντινούς. Οι δύο τοπικοί αρχηγοί υποσχέθηκαν να υποδείξουν στους Βυζαντινούς τις ιδανικές θέσεις για να οικοδομήσουν κάστρα ώστε να ελέγξουν τα περάσματα της Οροσειράς του Ταύρου από την Αρζανηνή στην Κάτω Μεσοποταμία. Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος ως υποστράτηγος του Φιλιππικού πήρε εντολή να ακολουθήσει τους οδηγούς για να του υποδείξουν τα σημεία.[22][23] Με τη συνοδεία είκοσι ανδρών ο Ηράκλειος ξεκίνησε την αποστολή, χωρίς εξοπλισμό συνάντησαν έναν Περσικό στρατό υπό την ηγεσία του Καρδαριγάν. Ο Θεοφύλακτος σημειώνει ότι "ο Καρδαριγάν εξοπλισμένος με πολλές αποσκευές και καμήλες συνάντησε άντρες άπειρους να πολεμήσουν που τράπηκαν σε φυγή". Ο Ηράκλειος δραπέτευσε από κορυφή σε κορυφή με στόχο να συναντήσει τον Φιλιππικό και να τον ενημερώσει για τον κίνδυνο.[24][25] Ο Φιλιππικός πιθανότατα λόγω ασθένειας παρέδωσε την ηγεσία του στρατού του στον Ηράκλειο τον Πρεσβύτερο, οι δύο άντρες πέρασαν τον χειμώνα στη Θεοδοσιούπολη.[26][27]

Την άνοιξη του 587 ο Φιλιππικός αρρώστησε και δεν μπορούσε να διοικήσει ο ίδιος τον στρατό του, ανέθεσε τα δύο τρίτα του στρατού του στον Ηράκλειο και τα υπόλοιπα σε δύο άλλους στρατηγούς τον Θεόδωρο και τον Ανδρέα. Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος πολιόρκησε ένα Περσικό οχυρό μέχρι την πτώση του όπου τοποθέτησε μια Ρωμαϊκή φρουρά. Η πολιορκία του Βειουδάες που ακολούθησε στη συνέχεια με τον Θεόδωρο ίσως είναι λάθος αφού ο Θεοφάνης πρέπει να μετέφρασε εσφαλμένα τις αναφορές του Θεοφύλακτου για τη συμμετοχή του Θεόδωρου και του Ανδρέα στην εκστρατεία.[28][29] Στα τέλη του 587 ο Φιλιππικός σχεδίαζε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να αφήσει τον Ηράκλειο διοικητή στον στον στρατό του, ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος επέβαλε πειθαρχεία με ποινές σε στρατιώτες που λιποταχτούσαν ή έκαναν άσκοπες περιπλανήσεις. Ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος αντικατέστησε στις αρχές του 587 τον Φιλιππικό με τον στρατηγό Πρίσκο, ο Φιλιππικός με επιστολή στον Ηράκλειο του ζήτησε να αφήσει τον στρατό του στη φροντίδα του Ναρσή και να επιστρέψει στην Αρμενία. Οι ίδιες επιστολές τονίζουν την αυτοκρατορική διαταγή να μειωθεί ο μισθός των στρατιωτών κατά το ένα τέταρτο.[30][31] Αυτό προκάλεσε αναταραχή και εξέγερση των στρατιωτών απέναντι στον Πρίσκο, το πρόβλημα λύθηκε όταν ο Φιλιππικός διορίστηκε ξανά αρχιστράτηγος.[32][33] Το φθινόπωρο του 589 ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος συμμετείχε στη "μάχη των Σισαυράνων" υπό τις διαταγές του Κομεντίολου. Ο Θεοφύλακτος γράφει ότι ο Κομεντίολος δραπέτευσε στη Θεοδοσιούπολη, τον στρατό ανέλαβε ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος και τον οδήγησε στη νίκη. Ο Θεοφύλακτος ωστόσο που έζησε και την εποχή του Ηρακλείου του Μέγα φαίνεται ότι ήταν έντονα προκατειλημμένος υπέρ του Ηρακλείου του Πρεσβύτερου με εσφαλμένες αφηγήσεις. Ο ιστορικός Ευάγριος Σχολαστικός που έζησε την ίδια εποχή χρεώνει τη νίκη στον Κομεντίολο και όχι στον Ηράκλειο.[34][35] Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος εμφανίζεται ξανά σαν διοικητής της Αρμενίας όταν αντικατέστησε τον Ιωάννη τον Μυστακίων (595). Η εντολή που είχε δεχτεί ήταν να υποτάξει τους Αρμένιους επαναστάτες, τον βοήθησε ο Μαμικονιάν.[36] Η θητεία του Ηρακλείου στην Αρμενία ήταν σύντομη αλλά φαίνεται ενίσχυσε τους δεσμούς του με τη χώρα.[37]

Έξαρχος της Αφρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ρωμαιο-Περσικά σύνορα την περίοδο 565-591

Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος καταγράφεται σαν Πατρίκιος και Έξαρχος της Αφρικής (608), σύμφωνα με τον πατριάρχη Νικηφόρο διορίστηκε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο πριν την ανατροπή και τη δολοφονία του (602). Πιθανότατα πήρε τη θέση του Ιννοκέντιου που είχε τοποθετηθεί προσωρινά Έξαρχος τη διετία 598-600.[38] Είχε μεγάλη εύνοια από τον Μαυρίκιο και ήταν πιστός απέναντι του, η δολοφονία του εξόργισε την αυλή της Αφρικής που έβαλε προτεραιότητα την ανατροπή του Φωκά.[39] Ο Έξαρχος της Αφρικής είχε διοικητικές και στρατιωτικές εξουσίες με έδρα την Καρχηδόνα. Οι ιστορικοί του 19ου και του 20ου αιώνα γράφουν ότι ο διορισμός οφειλόταν στις στενές σχέσεις που είχε με τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί ωστόσο τονίζουν ότι ο διορισμός διοικητών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στη Μεσοποταμία που μεταφέρθηκε αργότερα στην Αφρική.[40] Ο Κάρολος Ντηλ παρατηρεί ότι η Βυζαντινή Αφρική βρέθηκε σε παρακμή τον 7ο αιώνα όταν επιτέθηκαν οι Βέρβεροι. Το Εξαρχάτο βρισκόταν ωστόσο μακριά από τους πολέμους που είχαν ξεσπάσει στη Μεσοποταμία και τα Βαλκάνια με αποτέλεσμα να γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη, έγινε κέντρο εμπορίου με τη δύση. Τα κυριότερα προϊόντα εξαγωγής ήταν το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και ιδιαίτερα τα αλιευτικά προϊόντα. Η τοπική ελίτ απέκτησε μεγάλο πλούτο, αυτό φαίνεται από τα πολυτελή μωσαϊκά με ψηφιδωτά.[41] Ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος μετείχε στην ελίτ, πάντρεψε τον γιο του Ηράκλειο με τη Φαβία Ευδοκία, κόρη του Ρόγα ενός γαιοκτήμονα στο Εξαρχάτο της Αφρικής.[42]

Ανατροπή του Φωκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εξαρχάτο της Αφρικής με ηγεμόνα τον Ηράκλειο τον Πρεσβύτερο επαναστάτησε εναντίον του αυτοκράτορα Φωκά.[43][44] Οι Βυζαντινοί ιστορικοί αποδίδουν την επανάσταση σαν εκδίκηση για την ανατροπή του Μαυρικίου, από την άλλη ο Γουόλτερ Κέγκι παρατηρεί "ψυχρές πολιτικές σκοπιμότητες".[45] Η Καρχηδόνα βρισκόταν μακριά από την Κωνσταντινούπολη και ο Φωκάς δεν μπορούσε να επιτεθεί για αντίποινα, επιπλέον ο Φωκάς χρειαζόταν τα έσοδα και το σιτάρι του Εξαρχάτου. Ο Χοσρόης Β΄ της Περσίας την ίδια εποχή κατέλαβε τη Δάρα και προετοιμαζόταν για μια μεγάλη εκστρατεία στην Κωνσταντινούπολη, ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος έμαθε τα νέα. Ο Φωκάς βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία επειδή είχε απέναντι του δύο μεγάλα πολεμικά μέτωπα, αυτό έδωσε θάρρος στον Ηράκλειο τον Πρεσβύτερο.[46] Λίγο μετά την εξέγερση ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος και ο ομώνυμος γιος του ανακηρύχτηκαν Ρωμαίοι Ύπατοι, δεν είναι γνωστός ο τρόπος επειδή η Γερουσία της Καρχηδόνας "δεν είχε δικαίωμα να εκλέξει Ρωμαίο Ύπατο". Δεν είχε ανακηρυχτεί κανένας ιδιώτης αυτοκράτορας από την εποχή του Ιουστινιανού, τον τίτλο χρησιμοποιούσαν μόνο οι αυτοκράτορες. Ο στόχος του Ηρακλείου του Πρεσβύτερου ήταν να ανακηρυχτεί αυτοκράτορας, έκοψε νομίσματα με τον ίδιο και τον γιο του ντυμένοι με Υπατικά ενδύματα.[47] Ο ιστορικός Ιωάννης Αντιοχεύς και ο πατριάρχης Νικηφόρος αναφέρουν ότι ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Πρίσκο, κόμη των Εξκουβίτορων και πρώην αρχηγό του στρατού. Ο Πρίσκος ήταν γαμπρός του αυτοκράτορα Φωκά αλλά μισούσε τον πεθερό του, δεν υπάρχουν όμως ιστορικές αποδείξεις ότι συνεργάστηκε με τον Ηράκλειο. Ο πατριάρχης Νικηφόρος αναφέρει ότι ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερο συγκάλεσε Σύνοδο με τον αδελφό του Γρηγορά πριν εξεγερθεί, στη συνέχεια γράφει ότι ο Γρηγοράς ήθελε να ανακηρύξει αυτοκράτορα τον δικό του γιο Νικήτα αλλά αυτό έχει αποκλειστεί από τους σύγχρονους ιστορικούς.[48]

H θέση του αυτοκράτορα Φωκά και των οπαδών του έγινε δύσκολη σε ακραίο βαθμό τη διετία 609-610, η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών επιτέθηκε, κατέλαβε τη Μεσοποταμία, την Αρμενία και όλες τις Ανατολικές επαρχίες. Οι επαναστάτες του Εξαρχάτου κατείχαν την Αφρική και οι Σλάβοι λεηλάτησαν την Υπαρχία Ιλλυρικού. Στη Θεσσαλονίκη ξέσπασαν ταραχές, οι Μπλέ και οι Βένετοι στον Ιππόδρομο βρέθηκαν σε ανοιχτή σύγκρουση. Σε όλες τις περιοχές της Συρίας οι Ιουδαίοι εξεγέρθηκαν και ξεκίνησαν τις λεηλασίες των χριστιανών. Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη τα πλήθη εξεγέρθηκαν εναντίον του αυτοκράτορα Φωκά, τον κατηγορούσαν για αλκοολισμό.[49] Ο Πέρσης στρατηγός Σαρβαραζάς της Περσίας πλησίασε την Αντιόχεια (610) αλλά η μόνη σοβαρή απειλή για τους Πέρσες ήταν οι επαναστάτες της Αφρικής. Ένας μεγάλος στόλος υπό την ηγεσία του Ηράκλειου του Νεότερου αφού επιτέθηκε στη Συρία και την Κύπρο βάδισε για την Κωνσταντινούπολη, στο πλευρό του ήταν οπαδοί του από τη Σικελία, την Κρήτη και τη Θεσσαλονίκη. Οι μόνοι που είχαν μείνει υπέρ του Φωκά ήταν οι σωματοφύλακες του Εξκουβίτορες αλλά ο αρχηγός τους και γαμπρός του Φωκά Πρίσκο αποκάλυψε επίσημα την πίστη του στον Ηράκλειο τον Νεότερο. Οι Πράσινοι την τελευταία στιγμή άλλαξαν υποστήριξη υπέρ του Ηράκλειου του Νεότερου που ανέτρεψε εύκολα τον Φωκά.[50] Ο Ηράκλειος ο Νεότερος στέφτηκε νέος αυτοκράτορας, ο Φωκάς εκτελέστηκε με πολλούς ευγενείς και οπαδούς του.[51] Σύμφωνα με τον Ιωάννη Νικίου ο Ηράκλειος ο πρεσβύτερος, έξαρχος της Καρχηδόνας, πέθανε λίγο μετά τη στέψη τού γιου του Ηρακλείου του νεότερου ως αυτοκράτορα.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε την Επιφανεία και είχε τέκνα;

  • Ηράκλειος 575-641, Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.
  • Θεόδωρος κουροπαλάτης, αρχιστράτηγος τού στρατού της Ανατολής.
  • Μαρία, παντρεύτηκε τον Μαρτινάκιο. Παιδί τους ήταν η:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  2. Evans, Helen C. (2018). Armenia: Art, Religion, and Trade in the Middle Ages. Metropolitan Museum of Art. σ. 34
  3. Kaegi 2003, σσ. 21–22.
  4. Cameron, Ward-Perkins & Whitby 2000, σ. 561; Kaegi 2003, σσ. 21–22
  5. Martindale 1992, σ. 584
  6. Whitby & Whitby 1986, σ. 72
  7. Kaldellis, Anthony (2019). Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium, σ. 183
  8. Theophylact Simocatta, III.1.1; ed. Whitby & Whitby 1986, σ. 72
  9. Arakelyan 1976, σ. 232
  10. Kaegi 2003, σ. 21
  11. Kaegi 2003, σ. 21
  12. Kaegi 2003, σ. 21
  13. Kaegi 2003, σ. 21
  14. Martindale 1992, σ. 584
  15. Cawley 2006–2016, Family of Emperor Heraklius
  16. Martindale 1992, σ. 584
  17. Martindale 1992, σ. 584
  18. Cawley 2006–2016, Family of Emperor Heraklius
  19. Cawley 2006–2016, Family of Emperor Heraklius
  20. Martindale 1992, σ. 584
  21. Theophylact Simocatta, II.5.9–11; ed. Whitby & Whitby 1986, σσ. 49–50
  22. Martindale 1992, σ. 584
  23. Theophylact Simocatta, II.7.1, 7.6–11; ed. Whitby & Whitby 1986, σσ. 51–52
  24. Martindale 1992, σ. 584
  25. Theophylact Simocatta, II.8.1–5; ed. Whitby & Whitby 1986, σσ. 52–53
  26. Theophylact Simocatta, II.9.16–10.1, 10.4–5; ed. Whitby & Whitby 1986, σσ. 55–56
  27. Martindale 1992, σσ. 584–585, 1023
  28. Theophylact Simocatta, II.10.6–7, 18.1–6; ed. Whitby & Whitby 1986, σσ. 57, 68
  29. Martindale 1992, σσ. 585, 1023
  30. Martindale 1992, σσ. 585, 1023
  31. Theophylact Simocatta, II.18.26 and III.1.1–2
  32. Martindale 1992, pp. 1052–1053; Whitby 1988, σσ. 154, 286–288
  33. Greatrex & Lieu 2002, σ. 170
  34. Martindale 1992, σ. 585
  35. Whitby 1988, σ. 290
  36. Martindale 1992, σ. 585
  37. Kaegi 2003, σ. 22
  38. Martindale 1992, σσ. 511, 585, 622
  39. Kaegi 2003, σ. 25
  40. Kaegi 2003, σ. 25
  41. Kaegi 2003, σσ. 27–28
  42. Kaegi 2003, σ. 36
  43. Kaegi 2003, σ. 36
  44. Treadgold 1997, σ. 240
  45. Kaegi 2003, σ. 25
  46. Kaegi 2003, σ. 39
  47. Kaegi 2003, σ. 40
  48. Kaegi 2003, σσ. 42–43
  49. Treadgold 1997, σσ. 240–241
  50. Treadgold 1997, σ. 241
  51. Treadgold 1997, σ. 241

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • NΙΚΗΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ
  • ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ του Ηλία Γ.Λάσκαρη (1995)
  • Arakelyan, Babken N. (1976). Հայաստանի Խոշոր Քաղաքները ("The Great Cities of Armenia"). History of the Armenian People (in Armenian). Vol. III. Yerevan: Armenian Academy of Sciences.
  • Cameron, Averil; Ward-Perkins, Bryan; Whitby, Michael, eds. (2000). The Cambridge Ancient History, Volume XIV: Late Antiquity: Empire and Successors, A.D. 425–600. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Cawley, Charles (2006–2016). "Byzantium 395–1057". Medieval Lands Project. Foundation for Medieval Genealogy.
  • Charles, Robert H. (2007) [1916]. The Chronicle of John, Bishop of Nikiu: Translated from Zotenberg's Ethiopic Text. Merchantville, NJ: Evolution Publishing.
  • Greatrex, Geoffrey; Lieu, Samuel N. C. (2002). The Roman Eastern Frontier and the Persian Wars (Part II, 363–630 AD). New York and London: Routledge (Taylor & Francis).
  • Kaegi, Walter Emil (2003). Heraclius: Emperor of Byzantium. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Martindale, John R., ed. (1992). The Prosopography of the Later Roman Empire: Volume III, AD 527–641. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Ostrogorsky, George (1956). History of the Byzantine State. Oxford: Basil Blackwell.
  • Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford, California: Stanford University Press.
  • Whitby, Michael; Whitby, Mary (1986). The History of Theophylact Simocatta. Oxford: Claredon Press.
  • Whitby, Michael (1988). The Emperor Maurice and his Historian: Theophylact Simocatta on Persian and Balkan Warfare. Oxford: Oxford University Press.