Επεισόδιο του Πετριτσίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Επεισόδιο του Πετριτσίου
Μεσοπόλεμος
Greece relief location map.jpg
Παραμεθόρια θέση στο Μπέλλες, όπου το 69ο ελληνικό συνοριακό φυλάκιο που φονεύτηκαν αρχικά ένας Έλληνας αξιωματικός και ένας στρατιώτης
Χρονολογία 18–23 Οκτωβρίου 1925
Τόπος Πετρίτσι, Επαρχία Μπλαγκόεβγκραντ, Βουλγαρία
Έκβαση
  • Στρατιωτική νίκη της Ελλάδος
  • Διπλωματική νίκη της Βουλγαρίας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Απώλειες
Νεκροί: 121 νεκροί και αιχμάλωτοι
Νεκροί: 50 νεκροί στρατιώτες και πολίτες

Το φερόμενο με την ονομασία Επεισόδιο του Πετριτσίου ήταν ένα μεθοριακό επεισόδιο στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα που έλαβε χώρα, εν καιρώ ειρήνης, στις 19 Οκτωβρίου του 1925[1]. Παρότι τούτο ξεκίνησε από μια ένοπλη συμπλοκή κατόπιν φιλονικίας μεταξύ των εκατέρωθεν στρατιωτών συνοριακών φυλακίων, κατέληξε, από αδέξιους χειρισμούς διαχείρισης, προσωπικά από τον ίδιο τον τότε δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο[α], σε εισβολή ελληνικών στρατιωτικών μονάδων στο βουλγαρικό έδαφος, περί τη βουλγαρική κωμόπολη Πετρίτσι, εξ ου και η ονομασία του. Συνέπεια αυτού ήταν η επιδίκαση της Ελλάδος από την Κοινωνία των Εθνών σε καταβολή μεγάλης σχετικά αποζημίωσης στην Βουλγαρία.
Το γεγονός αυτό υπήρξε ένα από τα τρία βασικά λάθη της εξωτερικής πολιτικής του Πάγκαλου[β] που του καταλόγισαν όλοι οι τότε πολιτικοί του αντίπαλοι[2].

Ιστορικό επεισοδίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, δύο εικοσιτετράωρα αργότερα[γ], περί τις μεσημβρινές ώρες της 19ης Οκτωβρίου, ημέρα Δευτέρα, το 69ο συνοριακό φυλάκιο, στο όρος Κερκίνη (Μπέλλες) παρά τη διάβαση Δεμίρ Καπού[3], δέχθηκε αιφνίδια πυρά από Βούλγαρους στρατιώτες του έναντι φυλακίου, από τα οποία φονεύτηκαν δύο Έλληνες στρατιώτες. Ανταποδίδοντας τα πυρά Έλληνες στρατιώτες φόνευσαν τρεις Βούλγαρους. Ακούγοντας τους πυροβολισμούς ο προϊστάμενος του φυλακίου και διοικητής του λόχου προκαλύψεως λοχαγός (ΠΖ) Χαρ. Βασιλειάδης, που είχε έδρα στο μεθοριακό χωριό Άνω Πορόια Σερρών, έσπευσε αμέσως στο φυλάκιο και κρατώντας λευκή σημαία εισήλθε στο βουλγαρικό έδαφος προς διαπραγμάτευση όπου και δέχθηκε θανάσιμη σφαίρα στο στήθος[4][5]. Ακολούθησε μάχιμη συμπλοκή όπου και καταλήφθηκε το φυλάκιο από Βούλγαρους στρατιώτες[6].
Λαμβάνοντας γνώση του όλου συμβάντος ο διοικητής του οικείου τάγματος προκαλύψεως αντισυνταγματάρχης Α. Σέργιος έθεσε σε συναγερμό όλα τα παρακείμενα φυλάκια. Τις απογευματινές ώρες το, υπό τον υποστράτηγο Ν. Ζαφειρίου, Γ΄ Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκη) και το Δ΄ Σώμα Στρατού (Καβάλα), καθώς και η 6η Μεραρχία (Σέρρες) ήταν ήδη ενήμερες έχοντας τεθεί σε ετοιμότητα απώθησης πιθανής βουλγαρικής προσβολής, ενημερώνοντας σχετικά τον τότε αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού υποστράτηγο Πτ. Σαρρηγιάννη ο οποίος με τη σειρά του έσπευσε και ενημέρωσε τον πρωθυπουργό που τελούσε και υπουργός Στρατιωτικών Θ. Πάγκαλο[7]. Εκ της συνεργασίας αυτής που συμμετείχε και ο υφυπουργός Στρατιωτικών αποφασίσθηκε τελικά όλες οι παραπάνω στρατιωτικές μονάδες να λάβουν "πάντα τα ενδεικνυόμενα μέτρα", με δεδομένο ότι δεν υπήρξε συνέχεια εκ μέρους των Βουλγάρων.

Ελληνική αντιμετώπιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επομένη του επεισοδίου περιήλθαν στην ελληνική κυβέρνηση πληροφορίες περί κινήσεων βουλγαρικών στρατευμάτων κοντά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο[8]. Πολεμικό αεροσκάφος που απογειώθηκε από τη Θεσσαλονίκη και διενήργησε κατόπτευση της περιοχής ανέφερε παρουσία μικρής σχετικά δύναμης βουλγαρικού τακτικού στρατού στα μετόπισθεν των συνόρων, που επρόκειτο για το βουλγαρικό τάγμα προκάλυψης, αντίστοιχο με το ελληνικό, ενώ μια περιορισμένη ομάδα είχε καταλάβει τη διάβαση του Δεμίρ Καπού[9]. Μέχρι τις βραδυνές ώρες η βουλγαρική πρεσβεία στην Αθήνα δήλωνε άγνοια του επεισοδίου και ότι δεν είχε καμία ενημέρωση από τη Σόφια. Γεγονός που οδήγησε τον Πάγκαλο στην άποψη, όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους, ότι η εν λόγω επίθεση στο ελληνικό φυλάκιο να ήταν πράξη παρακυβερνητικής οργάνωσης Βουλγαρομακεδόνων αυτονομιστών, καταλήγοντας στις δηλώσεις του «ελπίζω ότι το επεισόδιο δεν θα έχει έκτασιν, αλλά πάντως δεν θα μείνει άνευ συνεπειών». Παράλληλα και ο τότε Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, πρώην υπουργός Ανδρέας Παναγιωτόπουλος δήλωσε: "Η επίθεσης των Βουλγάρων ήταν εντελώς αδικαιολόγητος. Ελάβαμεν πάντα τα μέτρα όπως επιβάλωμεν αμέσως τον σεβασμόν εις τους προδοτικώς φονεύσαντας τον αξιωματικόν μας. Η κοινή γνώμη ας είναι απολύτως ήσυχος. Η Κυβέρνησις είναι εις θέσιν να συντρίψει ανοικτιρμόνως τοιαύτας αποπείρας και να επιβάλη τον σεβασμόν των ξένων προς την χώραν μας".[10]

Ελληνική διακοίνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις μεσημβρινές ώρες της μεθεπομένης του επεισοδίου (21 Οκτωβρίου) ο Έλληνας επιτετραμμένος στη Σόφια επέδωσε στη Βουλγαρική κυβέρνηση ελληνική ρηματική διακοίνωση[11], η οποία προτάσσοντας το ιστορικό του επεισοδίου κατέληγε επιτακτικά στην άμεση ικανοποίηση τριών όρων[12]:

  1. Την έκφραση λύπης και συγνώμης εκ μέρους της Βουλγαρίας για τη γενόμενη προσβολή
  2. Την καταβολή αποζημίωσης δύο εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων (έξι εκατομμυρίων δραχμών) στις οικογένειες των φονευθέντων και
  3. Την παραδειγματική τιμωρία του αξιωματικού εκείνου που διέταξε την προσβολή του ελληνικού φυλακίου.

Αντίγραφο της παραπάνω διακοίνωσης επιδόθηκε και στον στρατιωτικό ακόλουθο της βουλγαρικής πρεσβείας στην Αθήνα, Ντάντσες που αντικαθιστούσε τον απουσιάζοντα πρέσβη και που φερόταν να αγνοούσε επίσημα το συμβάν, υποστηρίζοντας ότι τούτο μπορεί να προήλθε από κομιτατζήδες, προτείνοντας τη σύσταση μικτής επιτροπής για την εξέταση των αιτίων, πρόταση μη γενόμενη δεκτή, αφού τα στοιχεία που είχε στο μεταξύ συγκεντρώσει το ΓΕΣ απέκλειαν τη συμμετοχή κομιτατζήδων, σύμφωνα και με τις σχετικές δηλώσεις του Α/ΓΕΣ[13]. Ακολούθησε κοινοποίηση της διακοίνωσης σε όλες τις ελληνικές πρεσβείες κυρίως της Ευρώπης, καθώς και στις πρεσβείες στην Αθήνα. Σημειώνεται ότι πρώτοι πρέσβεις που έδειξαν ενδιαφέρον και ζήτησαν πληρέστερη ενημέρωση προσερχόμενοι στο υπουργείο Εξωτερικών ήταν οι πρέσβεις της Σερβίας και της Τουρκίας. Επίσης σημειώνεται ότι την αυτή ημέρα υπουργός εξωτερικών ανέλαβε ο Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, διατηρώντας παράλληλα το υπουργείο των Ναυτικών, μετά την ιδιαίτερα επεισοδιακή παραίτηση του Κ. Ρέντη, εγκαταλείποντας το υπουργείο, το πρωί της προηγουμένης[δ].

Παράλληλα με τα παραπάνω μετά από ευρεία σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα υπό την προεδρία του Πάγκαλου, που συμμετείχε και ο υπουργός Συγκοινωνιών, Ι. Γρηγοράκης διατάχθηκε η διακοπή της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας με την Βουλγαρία και η προετοιμασία στρατιωτικών μονάδων για μεταφορά και προέλαση εντός του βουλγαρικού εδάφους[14]. Τις εσπερινές ώρες η ελληνική κυβέρνηση έλαβε τηλεγράφημα της ελληνικής πρεσβείας της Σόφιας δια του οποίου ο υπουργός Εξωτερικών της Βουλγαρίας Κάλφωτ προέβαλε τη διευθέτηση του ζητήματος με σύσταση μικτής επιτροπής για την εξεύρεση των πρωταιτίων και τον καταλογισμό ευθυνών, το οποίο (τηλεγράφημα) φέρεται τελικά από ελληνικής πλευράς να αγνοήθηκε.

Εισβολή στο βουλγαρικό έδαφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανατολή του Ηλίου στις 22 Οκτωβρίου βρήκε σε εξέλιξη ελληνική στρατιωτική επιχείρηση εντός του βουλγαρικού εδάφους, όπου δύο στρατιωτικές φάλαγγες, δύναμης η κάθε μία ενός συντάγματος, ενισχυμένες με στοιχεία πυροβολικού, κινούμενες παράλληλα μεταξύ τους, ακολουθούσαν βορειοδυτική κατεύθυνση σε βάθος 10 χλμ από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Τις εν λόγω φάλαγγες συγκροτούσαν το 19ο και 21ο σύνταγμα πεζικού, αμφότερα της VIης Μεραρχίας Πεζικού (Σερρών), που τις βραδυνές ώρες της προηγουμένης είχαν συγκεντρωθεί παρά το οχυρό Ρούπελ[15]. Κατά το λυκαυγές εκτελώντας διαταγή προέλασης, διαβαίνοντας τη γέφυρα Κούλα του Στρυμόνα, που βρίσκεται ανατολικότερα της διάβασης Δεμίρ Καπού, εισήλθαν στο βουλγαρικό έδαφος με αντικειμενικό σκοπό, όπως έγινε αργότερα γνωστό, αφενός την περικύκλωση του βουλγαρικού μεθοριακού τάγματος προκάλυψης και αφετέρου την κατάληψη επίκαιρων υψωμάτων περί τη κωμόπολη Πετρίτσι. Τις μεσημβρινές ώρες αμφότεροι οι σκοποί είχαν επιτευχθεί πλήρως[16]. Βέβαια η όλη επιχείρηση που σχεδιάστηκε και οργανώθηκε από το Γ΄ Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκης) πραγματοποιήθηκε γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι στην εν λόγω περιοχή δεν υπήρχε αξιόλογος βουλγαρικός στρατιωτικός σχηματισμός και συνεπώς δεν θα προβαλλόταν ουσιαστική αντίσταση.
Συγκεκριμένα η δεξιά φάλαγγα υπό τον συνταγματάρχη Βουτσινά έχοντας προελάσει 25 χλμ εντός του βουλγαρικού εδάφους, περί τη μεσημβρία κατέλαβε τα επίκαιρα υψώματα ανατολικά του Πετριτσίου και στη συνέχεια αφού ορίσθηκαν προφυλακές εστάλησαν ανιχνευτικές περίπολοι στα γύρω χωριά. Η ανιχνευτική περίπολος που εισήλθε στο Πετρίτσι ήλθε αντιμέτωπη με μια διλοχία που μόλις είχε φθάσει στο σιδηροδρομικό σταθμό για την ενίσχυση του βουλγαρικού τάγματος προκάλυψης. Ακολούθησε σθεναρή μάχη με κανονιοβολισμό των βουλγαρικών θέσεων γεγονός που ανάγκασε τη διλοχία να τραπεί σε φυγή. Από την εν λόγω μάχη οι ελληνικές απώλειες ήταν 5 νεκροί (1 αξιωματικός και 4 οπλίτες) και 9 τραυματίες (1 αξιωματικός και 8 οπλίτες). Παράλληλα το βουλγαρικό τάγμα προκάλυψης προκειμένου ν΄ αποφύγει περικύκλωση από την υπό τον συν/ρχη Παπαϊωάννου έτερη φάλαγγα υποχώρησε βορειοδυτικότερα στο εσωτερικό του βουλγαρικού εδάφους. Ομοίως και η βουλγαρική ομάδα που είχε καταλάβει το ελληνικό φυλάκιο τράπηκε σε φυγή. Γενόμενα τούτα γνωστά στην Αθήνα δόθηκε εντολή από τον Θ. Πάγκαλο προς τις δύο φάλαγγες να σταματήσουν την προέλαση και να παραμείνουν στη θέση τους αναμένοντας διαταγές.

Βουλγαρική αντίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παραπάνω αιφνίδια και απροκάλυπτη ελληνική προέλαση - εισβολή των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων εντός του βουλγαρικού εδάφους, πριν ακόμα εξακριβωθούν τα πραγματικά αίτια του επεισοδίου, ήταν επόμενο να προκαλέσει αρχικά την έκπληξη της βουλγαρικής κυβέρνησης. Μόλις ενημερώθηκε σχετικά ο Βασιλεύς Βόρις Γ΄ κάλεσε τον πρωθυπουργό Αλεξάντερ Τσανκόφ για τη διευθέτηση του ζητήματος δια της διπλωματικής οδού και μόνο, εφιστώντας την προσοχή του υπουργού των Εξωτερικών, πρώην συνταγματάρχη, Χρήστο Βολκώφ για αποκλεισμό προς το παρόν οποιασδήποτε στρατιωτικής αντιπαράθεσης[17]. Ουσιαστικά την τακτική αυτή υπαγόρευε η δεινή κατάσταση που είχε περιέλθει η Βουλγαρία μετά την συνθήκη του Νεϊγύ, που έφθανε ακόμα και στην αποστρατικοποίησή της.
Ακολούθησε μακρότατο υπουργικό συμβούλιο το οποίο υιοθετώντας την άποψη του βασιλέως αποφάσισε την μεσολάβηση της Ρουμανίας, όπου ο Τσακόφ τηλεγραφώντας στον Ρουμάνο υπουργό Εξωτερικών Δούκα, ζήτησε επίσημα την μεσολάβησή του στην Αθήνα για συγκρότηση μικτής ανακριτικής επιτροπής[18]
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας το βουλγαρικό πρακτορείο ειδήσεων άρχισε να μεταδίδει το γεγονός της εισβολής των Ελλήνων, χαρακτηρίζοντας εξ αυτού την ρηματική διακοίνωση σε τελεσίγραφο, σημειώνοντας ότι το επεισόδιο ξεκίνησε από τους Έλληνες που πρώτοι άρχισαν να πυροβολούν, κάνοντας λόγο στην επίμονη άρνηση της ελληνικής πλευράς για σύσταση μικτής επιτροπής έρευνας των αιτίων, συμπληρώνοντας ότι οι εισβολείς (Έλληνες) αφού βομβάρδισαν το Πετρίτσι παραμένουν στρατοπεδευμένοι στη γύρω περιοχή. Η βουλγαρική αυτή θέση ως ήταν φυσικό έστρεψε το κέντρο ενδιαφέροντος από μεθοριακό επεισόδιο στα γεγονότα του Πετριτσίου, εξ ου και το ομώνυμο ζήτημα, που βεβαίως θορύβησε πρώτιστα τις κυβερνήσεις των όμορων χωρών.

Λίγες ώρες μετά την παραπάνω μετάδοση έσπευσαν στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών τόσο οι πρέσβης της Αγγλίας, Αλβανίας, Γαλλίας Γερμανίας, Ισπανίας, Ιταλίας και Ρουμανίας, προκειμένου να ενημερωθούν σχετικά, όσο και ο πρέσβης της Σερβίας Γαβρίλοβιτς, ο οποίος και δήλωσε στη συνέχεια ότι η Σερβία παραμένει πιστή σύμμαχος της Ελλάδας. Ο δε στρατιωτικός ακόλουθος της τουρκικής πρεσβείας Χουσνή-μπεης μετέβη στο Γενικό Επιτελείο Στρατού όπου και ενημερώθηκε σχετικά από τον ίδιο τον αρχηγό. Στη συνέχεια ο Α/ΓΕΣ, καλώντας τους δημοσιογράφους έκανε τις ακόλουθες δηλώσεις: «Το στρατιωτικόν ημών έργον έληξε. Κατόπιν κυβερνητικής αποφάσεως τα προελάσαντα ελληνικά στρατεύματα διέκοψαν την προέλασίν των αναμένοντα νέας διαταγάς, παραμένοντα στις καταληφθείσες θέσεις δια λόγους ασφαλείας, όσο θα συνεχίζονται αι διπλωματικαί συνεννοήσεις»[19]. Τις βραδυνές ώρες ο πρωθυπουργός Θ. Πάγκαλος, αντικρούοντας τους βουλγαρικούς ισχυρισμούς, επανέλαβε τις δηλώσεις του που είχε κάνει προηγουμένως σε κατ΄ ιδίαν συνάντηση στον Βούλγαρο επιτετραμμένο, όπως ότι, η ρηματική διακοίνωση μπορεί να είχε αυστηρό χαρακτήρα πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν επέχει θέση τελεσίγραφου και ότι δεν βομβαρδίστηκε το Πετρίτσι αλλά μόνο ο χώρος του σιδηροδρομικού σταθμού με δύο βολές[20].

Προσφυγή στην Κοινωνία των Εθνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις πρωινές ώρες της 23ης Οκτωβρίου[21] ο Βούλγαρος διπλωμάτης Ντάντσες ενημέρωσε τον υπουργό Εξωτερικών για την πρόθεση της χώρας του να καταφύγει στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών απορρίπτοντας έτσι την ελληνική διακοίνωση. Το μεσημέρι ο διευθυντής του υπουργείου Εξωτερικών Λ. Καυταντζόγλου παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο που συνεδρίαζε στο πολιτικό γραφείο του Πάγκαλου τηλεγράφημα του Έλληνα επιτετραμμένου στη Βέρνη Β. Δενδραμή που επιβεβαίωνε τη δήλωση του Ντάντσες[22]. Προηγουμένως οι εν Αθήναις πρέσβεις Αγγλίας, Βελγίου, Γερμανίας, Ιταλίας, Σερβίας και Τουρκίας είχαν επισκεφθεί τον υπουργό Εξωτερικών προκειμένου να ενημερωθούν επί της εξελίξεως του συμβάντος, συστήνοντας την ειρηνική διευθέτηση. Ο δε υπουργός Χατζηκυριάκος τους διαβεβαίωσε την αυτή πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης για ικανοποιητική λύση, σύμφωνα με την ελληνική διακοίνωση. Στο μεταξύ στη Θεσσαλονίκη μεταφέρθηκαν 15 Βούλγαροι αιχμάλωτοι, εκ των οποίων 2 ήταν υπαξιωματικοί του βουλγαρικού στρατού, 6 Βούλγαροι στρατιώτες και 7 Κομιτατζήδες. Από τις ομολογίες των παραπάνω αποκαλύφθηκε ότι τρεις ημέρες προ του επεισοδίου είχαν συγκεντρωθεί στο σημείο εισβολής κάποια στρατιωτικά αποσπάσματα και είχαν προσκληθεί και οι πολιτοφύλακες των βουλγαρικών χωριών της γύρω περιοχής[23].
Τις βραδυνές ώρες της αυτής ημέρας πραγματοποιήθηκε μακρά κυβερνητική σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος ο πρωθυπουργός Θ. Πάγκαλος, ο Α. Χατζηκυριάκος, ο Ι. Κούνδουρος, ο Λ. Ρούφος, ο Ι. Γρηγοράκης, ο Α. Ταβουλάρης, ο αρχηγός του Επιτελείου Πτολ. Σαρρηγιάννης και ο μέραρχος Χ. Λούφας, μετά το πέρας της οποίας ο Χατζηκυριάκος δήλωσε ότι η Ελλάδα έχει όλα τα δίκαια και στην επικείμενη συνεδρίαση της Κοινωνίας των Εθνών θα επιμείνει στους όρους της ελληνικής διακοίνωσης[24].

Ο ευρωπαϊκός τύπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά ο ευρωπαϊκός τύπος της εποχής, σχετικά με το επεισόδιο όπως αυτό είχε εξελιχθεί, αποδεχόμενος την ελληνική εκδοχή και αγνοώντας την βουλγαρική προπαγάνδα[25]. τασσόταν υπέρ της ειρηνικής διευθέτησης, με επίδειξη μετριοπάθειας αμφοτέρων των πλευρών, ενώπιον του διεθνούς θεσμικού φορέα που ήταν το Συμβούλιο της ΚτΕ, (ύστερα μάλιστα και από τις ελληνικές διαβεβαιώσεις), παρά σε άξιο λόγου για επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα:

  1. Η γαλλική φιλελεύθερη εφημερίδα "Παρισινή Μεσημβρία" (Paris-Midi), παλαιότερη έκδοση της Paris-Soir, αναφερόμενη στο ζήτημα εξέθετε παράλληλα τις βουλγαρικές βλέψεις επί της Θράκης, της Θεσσαλονίκης και της διεξόδου στο Αιγαίο, κάνοντας και σχετική μνεία στο ατυχές πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ που είχε υποκινήσει ο δεύτερος στη Γενεύη σε ζήτημα μειονοτήτων, όπου είχε επιφέρει το αντίθετο της εξομάλυνσης των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων[ε], κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι βαλκανικές χώρες δεν είναι ακόμα ώριμες για ειρηνική οργάνωση και καθίσταται ανάγκη της συνέχισης των συζητήσεων επι του "Βαλκανικού Συμφώνου", την πρωτοβουλία του οποίου είχε ο πρόσφατα παραιτηθείς Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Κ. Ρέντης, συστήνοντας τέλος την επίλυση από την ΚτΕ.
  2. Αντίθετα η "Εφημερίδα των Συζητήσεων" (), δια του συντάκτη της Γκωβαίν, εκφράζοντας τη λύπη της για το ότι η Ελλάδα εν προκειμένω δεν περιορίστηκε μετά το επεισόδιο σε έντονη διαμαρτυρία, επικαλούμενη το άρθρο 12 του συμφώνου της ΚτΕ, αλλά προτίμησε τη δυναμική παρουσία με στρατιωτική απειλή χωρίς να διατρέχει κίνδυνο από την ήδη αποστρατικοποιημένη Βουλγαρία. Παρά ταύτα ο συντάκτης θεωρούσε πιθανούς υπαιτίους τους Βουλγαρομακεδόνες προκειμένου "να κορέσουν τα πάθη τους".
  3. Η επίσης γαλλική εφημερίδα "Έργο" συνιστούσε μετριοπάθεια και άμεση αποκλιμάκωση - επίλυση του ζητήματος χωρίς αναζήτηση ευθυνών.
  4. Ο "Παρισινός Χρόνος" χαρακτήρισε το επεισόδιο ανάξιο λόγου εμπλοκής των ΜΔ, προτείνοντας την προσφυγή στο Συμβούλιο της ΚτΕ.
  5. Αντίθετα ο αγγλικός "Ημερήσιος Τηλέγραφος" διατεινόταν ότι οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ των χωρών της Βαλκανικής θα πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων σοβαρό, λόγω των υφιστάμενων ακόμα αναμεταξύ τους ρευστών σχέσεών.
  6. Η δε Νταίηλυ Μαίηλ έχοντας αποδεχθεί την ελληνική εκδοχή συνιστούσε επίσης την επίλυση από το Συμβούλιο της ΚτΕ.

Τις παραπάνω γενικές θέσεις επαναλάμβαναν και οι άλλες ευρωπαϊκές εφημερίδες καθώς και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία[26]..

Επέμβαση της ΚτΕ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε την ελληνική εισβολή και ζήτησε την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων και την αποζημίωση της Βουλγαρίας. Η Αγγλία, που φιλοδοξούσε να μετριάσει τη Ρωσσική επιρροή επί των Σλάβων των Βαλκανίων και να αναδειχθεί σε τοποτηρητή της περιοχής, απείλησε να χρησιμοποιήσει τον στόλο της κατά της Ελλάδας. Υπό αυτή την απειλή, ο Πάγκαλος αναγκάστηκε να αποδεχθεί αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τα εδάφη που είχαν καταλάβει και καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων στη Βουλγαρία. Οι συνολικές απώλειες του πολέμου ήταν περίπου 50 άτομα. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε για την ανισότητα μεταχείρισης, σε σχέση με εκείνη της Ιταλίας κατά την εισβολή ιταλικών δυνάμεων στην Κέρκυρα, το 1923, ως αντίποινα για το φόνο του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι καθώς επιθεωρούσε τα Ελληνοαλβανικά σύνορα.

Παραλειπόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα την εποχή εκείνη στην Ελλάδα ήταν ο προσδιορισμός της διενέργειας ελεύθερων εκλογών για τις 7 Μαρτίου του 1926, απόφαση που λήφθηκε από τον δικτάτορα Θ. Πάγκαλο εν απουσία όμως κάποιων υπουργών που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη (Κ. Ρέντης, Α. Ταβουλάρης και Γ. Μπούμπουλης) στα εγκαίνια της "Ελεύθερης ζώνης Θεσσαλονίκης". Στην Αθήνα ο Σ. Μερκούρης είχε ξεκινήσει τον εκλογικό του αγώνα για τις επικείμενες δημοτικές εκλογές, ενώ στη διεθνή σκηνή δέσποζε η δημοσίευση των κειμένων των συνθηκών του Λοκάρνο. Στη Βουλγαρία καταγγέλθηκε η κυβέρνηση για εσωτερικές αυθαιρεσίες, ενώ παράλληλα υπεγράφη βουλγαρο-τουρκική συνθήκη ειρήνης, εμπορίου και ελεύθερης διακίνησης των πολιτών τους. Στην Κωνσταντινούπολη η ημιεπίσημη εφημερίδα "Δημοκρατία" με άρθρο της, μέμφοντας την ελληνική κυβέρνηση για τη μεγάλη βραδύτητα στο ζήτημα των τουρκικών κτημάτων, διεγείροντας την κοινή γνώμη, εφόσον συνεχισθεί αυτό, προκαλούσε την τουρκική κυβέρνηση να προβεί στην κατάληψη των κτημάτων των Ελλήνων στην Τουρκία [27]. Τέλος οι Δωδεκανήσιοι Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων με ψήφισμά τους ζητούν την απελευθέρωση της πατρίδας τους από την ιταλική κατοχή.
Όταν έγινε γνωστή η παραίτηση του Κ. Ρέντη, κατά την εξέλιξη του επεισοδίου του Πετριτσίου, άρχισε να διαδίδεται στην Αθήνα ευρύτατα ότι οι υπουργοί της κυβέρνησης του Πάγκαλου άρχισαν να παραιτούνται ο ένας μετά τον άλλο. Το γεγονός αυτό θορύβησε ιδιαίτερα τον Θ. Πάγκαλο ο οποίος και έδωσε εντολή για δίωξη και κλείσιμο οποιασδήποτε εφημερίδας που παρείχε τέτοιες πληροφορίες.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σημειώνεται ότι λίγες ημέρες πριν, στις 30 Σεπτεμβρίου (1925) ο Θ. Πάγκαλος είχε καταργήσει τη Βουλή των Ελλήνων, με αιτιολογικό ότι αυτή πλέον "είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους"
  2. Τα άλλα δύο αφορούν το ζήτημα των Τσάμηδων, που είχε προηγηθεί και οι λεγόμενες "Παγκαλοσερβικές συμφωνίες" που ακολούθησαν δέκα μήνες μετά του εν λόγω επεισοδίου.
  3. Την περίοδο εκείνη ο ελληνικός τύπος ήταν υπό έλεγχο, το δε επεισόδιο έλαβε δημοσιότητα το πρωί της 21ης Οκτωβρίου
  4. Λόγος παραίτησης δεν ήταν το επεισόδιο, που ακόμα του ήταν άγνωστο, αλλά η αντίθεσή του στον προσδιορισμό διενέργειας ελεύθερων εκλογών για τον επικείμενο Μάρτιο (του 1925)
  5. Πρόκειται για το πρωτόκολλο εκείνο που καταδίκασε και ο Ε. Βενιζέλος επαναλαμβάνοντας την περίφημη γερμανική ρήση "δυο καθηγητές αρκούν για να χαθεί μια χώρα", αναφερόμενος στους δύο Έλληνες που συμμετείχαν και το υπέγραψαν, μόλις ένα έτος πριν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332
  2. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332-333
  3. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332
  4. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332
  5. Εμπρός φ.21-10-1925 σ.1η
  6. Εμπρός φ.21-10-1925 σ.1η
  7. Εμπρός φ.21-10-1925 σ.1η
  8. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332
  9. Εμπρός φ.22-10-1925 σ.1η
  10. Εμπρός φ.21-10-1925 σ.4η
  11. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332
  12. Εμπρός φ.22-10-1925 σ.4η
  13. Εμπρός φ.22-10-1925 σ.1η
  14. Εμπρός φ.22-10-1925 σ.4η
  15. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.1η
  16. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.4η
  17. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.4η
  18. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.4η
  19. Εμπρός φ.24-10-1925 σ.1η
  20. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.4η
  21. ΜΕΕ, τ.Ι΄, σ.332
  22. Εμπρός φ.24-10-1925 σ.4η
  23. Εμπρός φ.24-10-1925 σ.4η
  24. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.4η
  25. Εμπρός φ.23-10-1925 σ.3η
  26. Εμπρός φ.24-10-1925 σ.4η
  27. Εμπρός φ.20-10-1925, σ.4

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.Ι΄, σ.332-333
  • Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" φ.20-10-1925
  • Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" φ.21-10-1925
  • Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" φ.22-10-1925
  • Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" φ.23-10-1925
  • Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" φ.24-10-1925
  • Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" φ.25-10-1925