Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Κοκκοθραύστης»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
μ
Διόρθωση συντακτικού κώδικα με τη χρήση AWB (10454)
μ (Διόρθωση συντακτικού κώδικα με τη χρήση AWB (10454))
| subdivision = ''Coccothraustes coccothraustes buvryi''<br />''Coccothraustes coccothraustes coccothraustes''<br />''Coccothraustes coccothraustes humii''<br />''Coccothraustes coccothraustes japonicus''<br />''Coccothraustes coccothraustes nigricans''<br />''Coccothraustes coccothraustes schulpini''
}}
Ο '''Κοκκοθραύστης''' είναι [[στρουθιόμορφο]] πτηνό της [[οικογένεια|οικογενείας]] των [[σπιζίδες|Σπιζιδών]], που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του [[είδος|είδους]] είναι ''Coccothraustes coccothraustes'' και περιλαμβάνει 6 [[υποείδος|υποείδη]]. <ref name="Howard and Moore, p. 757">Howard and Moore, p. 757</ref>
 
Στην Ελλάδα απαντάται κυρίως το [[υποείδος]] ''Coccothraustes coccothraustes coccothraustes'' (Linnaeus, 1758), <ref> name="Howard and Moore, p. 757<"/ref> αλλά υπάρχει υβριδισμός και με το ''Coccothraustes coccothraustes nigricans'' (Buturlin, 1908). <ref name="ibc.lynxeds.com">http://ibc.lynxeds.com/species/hawfinch-coccothraustes-coccothraustes</ref>
 
Ο κοκκοθραύστης είναι το εντυπωσιακότερο και ογκωδέστερο από τα στρουθιόμορφα που, στην Ελλάδα, αποκαλούνται με τη γενικότερη ονομασία ''σπίζες''. <ref>ΠΛΜ 61, 202</ref>
==Ονοματολογία==
Η επιστημονική ονομασία του [[γένος (βιολογία)|γένους]] και του [[είδος (βιολογία)|είδους]] ''Coccothraustes'' έχει ελληνική ρίζα και σημαίνει «αυτός που θραύει κόκκους (σπέρματα)», παραπέμποντας στο διαιτολόγιο του πτηνού.
==Συστηματική ταξινομική==
Το [[είδος]] περιγράφηκε για πρώτη φορά, το 1758, από τον Λινναίο στη Ν. Ευρώπη (πιθανόν στην [[Ιταλία]]) ως ''Loxia coccothraustes''. <ref>http:// name="ibc.lynxeds.com"/species/hawfinch-coccothraustes-coccothraustes</ref> Απολιθώματα που σχετίζονται με το πτηνό έχουν βρεθεί στη Βουλγαρία, από το Ύστερο Πλειστόκαινο και έχουν καταχωρηθεί ως ''Coccothraustes balcanicus'' και ''Coccothraustes simeonovi''. <ref>Boev</ref> Το [[γένος (βιολογία)|γένος]] φαίνεται να συνδέεται στενά με τα γένη ''Eophona'' και ''Mycerobas''. <ref>Arnaiz-Villena et al, 2007</ref><ref>Arnaiz-Villena et al, 2009</ref>
==Γεωγραφική κατανομή==
[[Αρχείο: Rangemap-grosbec.png|thumb|right|300px|Χάρτης εξάπλωσης του είδους ''Coccothraustes coccothraustes'' (Πράσινο = Όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο = Καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, Μπλε = Περιοχές διαχείμασης)]]
Ο κοκκοθραύστης είναι είδος του Παλαιού Κόσμου, με τους περισσότερους πληθυσμούς να ζουν μόνιμα ή/και να αναπαράγονται στην Ευρασία και σε κάποια μικρά τμήματα στη ΒΔ. Αφρική. Ωστόσο, είναι κοινό είδος ''μόνον τοπικά'' (''localy common''), που σημαίνει ότι είναι αρκετά δύσκολο να παρατηρηθεί. Η εξάπλωσή του στην Ευρώπη περιλαμβάνει όλο το κεντρικό και νότιο τμήμα της ηπείρου, ενώ προς βορράν δεν απαντάται από το βόρειο/βορειοκεντρικό Ηνωμένο Βασίλειο και βορειότερα και στο μεγαλύτερο μέρος της Σκανδιναβίας και της Β. Ρωσίας.
 
Στην Ασία η εξάπλωσή του φθάνει μέχρι την Άπω Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Β. Ιαπωνίας, αλλά η ζώνη εξάπλωσης είναι αρκετά στενή, περιοριζομένη εντός της Σιβηρίας, κατά το μεγαλύτερο μήκος της. Στο ανατολικό άκρο αυτής της ζώνης, τα νότια όρια μπορεί να φθάνουν μέχρι τη χερσόνησο της Κορέας (κύρια περιοχή διαχείμασης των ανατολικών πληθυσμών), ενώ υπάρχουν διάσπαρτοι θύλακες στον Καύκασο, το Β. Ιράν, το Αφγανιστάν και τη Ν. Κίνα.
 
Στην Αφρική, τέλος, το είδος περιορίζεται στο βορειοδυτικό τμήμα της ηπείρου (Μαρόκο, Τυνησία και Αλγερία).
 
Οι κύριες περιοχές διαχείμασης βρίσκονται στα νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το εκάστοτε γεωγραφικό μήκος. Στην Ευρώπη, πολλοί πληθυσμοί διαχειμάζουν στην Ιβηρική Χερσόνησο και, ανατολικότερα, στη Μικρά Ασία. <ref name="maps.iucnredlist.org"> http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22720681</ref>
{| class="wikitable"
|-
| 6 || ''Coccothraustes coccothraustes schulpini'' || Ρωσική Άπω Ανατολή ([[Αμούρ ποταμός|Αμούρ]] και Ουσούρι), ΒΑ [[Κίνα]] και Β [[Κορέα]] || Α και ΝΑ [[Κίνα]]||
|}
Πηγές: <ref> name="Howard and Moore, p. 757<"/ref> <ref>http://maps name="ibc.iucnredlistlynxeds.orgcom"/map.html?id=22720681></ref> <ref>http://ibcname="maps.lynxedsiucnredlist.comorg"/species/hawfinch-coccothraustes-coccothraustes</ref><ref>http://birdsofkazakhstan.com/</ref>
(σημ. με έντονα γράμματα τα [[υποείδος|υποείδη]] που απαντώνται στον ελλαδικό χώρο)
==Μεταναστευτική συμπεριφορά==
Όπως φαίνεται στον πίνακα κατανομής υποειδών, ο κοκκοθραύστης στην Κ. Ευρώπη είναι καθιστικό πουλί, ενώ οι βόρειοι και ανατολικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είναι μερικώς αποδημητικοί, οδεύοντας προς νότο. Η μετανάστευση γίνεται κατά σμήνη, αρχίζει σταδιακά από τον Ιούλιο και κορυφώνεται τον Σεπτέμβριο, ενώ το ταξίδι πραγματοποιείται τόσο την ημέρα όσο και το σούρουπο. Η επιστροφή στα εδάφη αναπαραγωγής πραγματοποιείται ανά μικρές ομάδες και διαρκεί από τα μέσα Φεβρουαρίου μέχρι τον Απρίλιο.
 
*Σύμφωνα με την Αμερικανική Ορνιθολογική Ένωση, το είδος έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές στην Αλάσκα, γι’ αυτό έχει καταχωρηθεί ως ''Περιστασιακός'' επισκέπτης (''Casual/C''). <ref>The AOU Checklist of North American birds, 7th edition, July 1998</ref>
 
Εκτός από την [[Αλάσκα]], τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το [[Γιβραλτάρ]], την [[Ιρλανδία]], τις [[Νήσοι Φερόες|Φερόες]], τή [[Συρία]], και τη [[Σαουδική Αραβία]]. <ref>http:// name="maps.iucnredlist.org"/map.html?id=22720681</ref>
 
Στην [[Ελλάδα]], ο κοκκοθραύστης απαντάται όλο το έτος κυρίως στη βόρεια και κεντρική χώρα, αλλά, σε μεγαλύτερους πληθυσμούς και σε όλη την επικράτεια βρίσκεται κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα. <ref>http:// name="maps.iucnredlist.org"/map.html?id=22720681</ref><ref>Κόκκινο Βιβλίο, σ. 162</ref> Αναφέρεται και από την [[Κρήτη]], <ref name="Σφήκας, σ. 76">Σφήκας, σ. 76</ref> αλλά η εκεί παρουσία του αμφισβητείται. <ref name="Όντρια Ι, σ. 160">Όντρια (Ι), σ. 160</ref> Επίσης, απαντάται ως χειμερινός επισκέπτης στην [[Κύπρος|Κύπρο]]. <ref>Σφήκας, σ. 96</ref><ref>Mullarney et al, p. 76</ref>
==Βιότοπος==
===Αναπαραγωγική περίοδος===
[[Αρχείο: Coccothraustes coccothraustes 1 (Marek Szczepanek).jpg|thumb|right|300px|Eνήλικος θηλυκός κοκκοθραύστης]]
Ο κύριος βιότοπος αναπαραγωγής του είδους είναι τα ώριμα φυλλοβόλα ή μικτά δάση με πυκνή βλάστηση υποστρώματος. Στην Ευρώπη, προτιμώνται τα δάση ''βελανιδιάς'' (''Quercus sp. '') και ''γαύρου'' (''Carpinus betulus''). Μπορεί επίσης να βρεθεί σε παλιά φυλλοβόλα δάση ''οξιάς'' (''Fagus sp. ''), ''φράξου'' (''Fraxinus sp.''και ''φτελιάς'' (''Ulmus sp.''), αλλά και σε ανοικτές πλημμυρισμένες δασικές εκτάσεις, διότι αρέσκεται σε περιοχές κοντά σε νερό. <ref name="Urs N. Glutz von Blotzheim">Urs N. Glutz von Blotzheim</ref> Η πυκνότητα του πληθυσμού σε μονοτυπικά δάση, ιδίως κωνοφόρων, είναι πολύ χαμηλή και, στις περισσότερες περιοχές της Ευρώπης, κυμαίνεται κάτω από ένα (1) άτομο ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref><ref name="Krüger">Krüger</ref>
 
Οι αναπαραγωγικές προϋποθέσεις περιλαμβάνουν διαθεσιμότητα σπόρων και εντόμων (κάμπιες), καθώς και κατάλληλους χώρους φωλιάσματος. Στην Κ. Ευρώπη, βέλτιστα είναι τα χωριά με γεωργική παραγωγή, προαστιακές περιοχές με κήπους που καλλιεργούνται λίγο, ακόμη και πόλεις με διάσπαρτα άλση και πάρκα, αιωνόβια δέντρα, περιβόλια και οπωρώνες. Από το 1970, μια αυξανόμενη τάση αστικοποίησης καθορίζεται από τις θέσεις σίτισης, κατά τη διάρκεια του χειμώνα (ταΐστρες). <ref> name="Krüger<"/ref>
Γενικά, το είδος μετακινείται εντός μέσου εύρους υψομέτρων, από τα 300 έως τα 700 μ., με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό πληθυσμό, να φθάνει στα 1000 μέτρα. Στην Ελβετία, π.χ., φωλιάζει σποραδικά μέχρι το ανώτατο όριο του δάσους με σκληρό ξύλο, στα 1300 μ. περίπου. Έχει παρατηρηθεί, περιστασιακά, στις Άλπεις να βρίσκεται στην αλπική ζώνη, στα 2400 μ., στην περιοχή Άλετς (Aletsch), αλλά και κατά μήκος των μεγάλων κοιλάδων. <ref> name="Krüger<"/ref>
===Μη αναπαραγωγική περίοδος===
Τα προτιμώμενα ενδιαιτήματα κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα, εξαρτώνται άμεσα από τη διαθεσιμότητα τροφής, αλλά προτιμώνται οι οπωρώνες με κερασιές, κορομηλιές και δαμασκηνιές.
Στην [[Ελλάδα]] ο κοκκοθραύστης ανευρίσκεται σε άλση, ελαιώνες, αμπελώνες, καλλιέργειες, αειθαλή και φυλλοβόλα δάση <ref> name="Όντρια (Ι), σ. 160<"/ref>
==Μορφολογία==
Ο κοκκοθραύστης είναι [[είδος (βιολογία)|είδος]] που ξεχωρίζει εύκολα από τις άλλες ευρωπαϊκές σπίζες λόγω του ογκώδους, «στρουμπουλού» παρουσιαστικού του που υπερτονίζεται από το, επίσης, στιβαρό ράμφος. Γενικά, πρόκειται για μεγάλη, όμορφα χρωματισμένη σπίζα που χαρακτηρίζεται από κοντόχοντρο σχήμα, πολύ ισχυρό, στρογγυλεμένο κεφάλι με ισχυρούς αυχενικούς μυς, χονδρό κωνικό ράμφος {{Ref_label|I|ii|none}} και σχετικά κοντή ουρά. Ο γενικότερος χρωματισμός είναι ένας πολύ ελκυστικός συνδυασμός χρωμάτων, στα οποία κυραρχούν το κανελλί/καστανό/μπεζ, με γκρίζο στην περιοχή του λαιμού και το ιριδίζον μπλέ στις πτέρυγες.
 
Τα ''μεγάλα στέγαστρα'' (καλυπτήρια δευτερευόντων ερετικών) των πτερύγων δημιουργούν χαρακτηριστική λευκή, ημισεληνοειδή ζώνη, ιδιαίτερα ορατή κατά την πτήση. Επιπλέον, υπάρχει λευκή ταινία στο πάνω μέρος των πρωτευόντων ερετικών, επίσης ορατή κατά την πτήση στις, κατά τα άλλα μπλε/μαύρες πτέρυγες. Το κεφάλι είναι κανελλί, με έντονη σκούρα περιοχή στο εμπρόσθιο τμήμα των οφθαλμών που συνεχίζεται, ως μαύρη παχιά λωρίδα που περιβάλλει το ράμφος και σχηματίζει «μπάλωμα» (bib) στο πηγούνι. Η περιοχή γύρω από τον λάρυγγα και τον αυχένα είναι γκρίζα, δημιουργώντας αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλι και το μπεζ στήθος. Το πάνω τμήμα της ράχης είναι σκούρο καφέ, το ουροπύγιο και το πάνω μέρος των πηδαλιωδών φτερών της ουράς είναι ανοικτό καφέ ή καφεκίτρινο, αλλά στην άκρη τους τα φτερά της ουράς είναι λευκά, δημιουργώντας στην άκρη χαρακτηριστική λευκή λωρίδα ορατή κατά την πτήση. Οι ταρσοί, τα πόδια και τα δάκτυλα των ποδιών είναι ρόζ-σαρκόχρωμα, ενώ η ίριδα είναι καφεκάστανη.
[[Αρχείο: Kernbeißer Schnabel.jpg|thumb|right|300px|Το ογκώδες ράμφος ενός ενήλικου αρσενικού κοκκοθραύστη]]
Ωστόσο, το δομικό στοιχείο που ξεχωρίζει στον κοκκοθραύστη είναι το ράμφος του, το οποίο είναι ογκώδες, οπτικά «δυσαρμονικό» σε σχέση με το μέγεθος του κεφαλιού. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία ισχυρών μυών στις γνάθους, καθιστώντας το ικανό να ασκήσει ισχυρή πίεση, ασυνήθιστα μεγάλη για το μέγεθος του πτηνού (βλ. Τροφή). Το εσωτερικό του είναι πολύ ιδιόμορφο, με χαρακτηριστικές ισχυρές ακμές στη ρινοθήκη και αντίστοιχες εσοχές στη γναθοθήκη για τη σωστή τοποθέτηση και σύνθλιψη των σπερμάτων. Έχει κωνικό-τριγωνικό σχήμα και, στο αρσενικό, γκριζομπλέ χρώμα με γκριζογάλανη βάση το καλοκαίρι, ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα χάνει το έντονο χρώμα του και γίνεται καφεκίτρινο ή και κιτρινόλευκο. Το ράμφος του θηλυκού είναι πιο ανοιχτόχρωμο και στερείται της έντονης παχιάς λωρίδας γύρω του.
 
Ο κοκκοθραύστης δεν εμφανίζει έντονο [[φυλετικός διμορφισμός|φυλετικό διμορφισμό]], ωστόσο το θηλυκό δεν έχει τα φωτεινά, σαφώς οριοθετημένα χρώματα του αρσενικού, ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Το κεφάλι είναι λιγότερο κανελλί/καφέ και ελαφρά γκρίζο, ενώ και το στήθος έχει περισσότερο γκρίζο ή γκριζόλευκο. Το ουροπύγιο είναι γκριζοκίτρινο, ενώ υπάρχει διαφορά στον χρωματισμό των δευτερευόντων ερετικών, καθώς και σε κάποια πρωτεύοντα (P4-P6) που είναι γκρίζα στο άκρο (μαύρα στο αρσενικό). <ref name="ibercajalav.net">http://www.ibercajalav.net</ref>
 
Τα νεαρά άτομα μοιάζουν με το θηλυκό, αλλά έχουν γκριζοκίτρινο στήθος και σκούρες κηλίδες στην περιοχή της κοιλιάς, ενώ η ίριδα του οφθαλμού είναι γκριζοκίτρινη. Τα υποενήλικα άτομα είναι πιο καφετί με κιτρινωπό «μπάλωμα» στην περιοχή του στήθους. Η πρώτη έκδυση πραγματοποιείται στις 10-13 εβδομάδες και διαρκεί περίπου δύο μήνες. <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref><ref> name="Krüger<"/ref>
 
(Πηγές: <ref name="Avon & Tilford, p. 162">Avon & Tilford, p. 162</ref><ref>Kennerley & Pearson</ref><ref>Flegg, p. 234</ref><ref>Heinzel et al, p. 346</ref><ref>Harrison & Greensmith, p. 364</ref><ref name="Perrins, p. 198">Perrins, p. 198</ref><ref name="Bruun, p. 278">Bruun, p. 278</ref><ref name="ibercajalav.net"/><ref>Όντρια, σ. 160</ref><ref>Scott & Forrest, p. 210</ref><ref> name="Singer, p. 361</ref"><ref>http://wwwSinger, p.ibercajalav.net 361</ref><ref>Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα</ref>)
==Βιομετρικά στοιχεία==
*Μήκος σώματος: 16,5 έως 18 εκατοστά
*Άνοιγμα πτερύγων: 29 έως 33 εκατοστά
*Μήκος εκάστης πτέρυγας: ♂ 105,8 ± 3,7 χιλιοστά [Εύρος 100,0 – 112,0 χιλιοστά (σε δείγμα Ν 29 ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο)], ♀ 103,5 ± 3,2 χιλιοστά [Εύρος 98,0 – 109,0 χιλιοστά (Ν=32)]
*Βάρος: ♂ 46,00 - 63 γραμμάρια (Ν=30), ♀ 44 - 60 γραμμάρια (Ν=32) <ref name="blx1.bto.org">http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob17170.htm</ref>
==Τροφή==
Ο κοκκοθραύστης τρέφεται κυρίως με σπέρματα από καρπούς φυλλοβόλων δένδρων και φρούτα, ενώ αρκετές φορές στρέφεται στα έντομα, ιδιαίτερα για τη σίτιση των νεοσσών του. Στην Κ. Ευρώπη, προτιμώνται οι καρποί του ''γαύρου'' (''Carpinus betulus''), της ''πεδινής σφενδάμου'' (''Acer campestre'') και της ''οξιάς'' (''Fagus sylvatica'') παράλληλα με κεράσια και δαμάσκηνα, στα οποία έχει ιδιαίτερη αδυναμία. Ειδικά την άνοιξη, η διατροφή συμπληρώνεται με μπουμπούκια ανθέων. Στα τέλη του καλοκαιριού, τα δάση φυλλοβόλων εξετάζονται λεπτομερώς για τους εναπομείναντες καρπούς οξιάς και σφενδάμνου, αλλά προστίθενται καρποί ''τσαπουρνιάς'' (''Prunus spinosa''), ''σορβιάς'' (''Sorbus sp.''), ''σκυλοτριανταφυλλιάς'' (''Rosa canina''), μαζί με φουντούκια, καρύδια και πολλούς άλλους καρπούς. Ειδικά στο νότο, καταναλώνονται σπέρματα από καρπούς ''παλιουριού'' (''Paliurus spina christi''), ''αγριοτσικουδιάς'' (''Pistacia terebinthus''), ακόμη και ''ελιές''. <ref name="Mullarney et al, p. 354">Mullarney et al, p. 354</ref>
 
[[Αρχείο: |thumb|right|300px|Eνήλικος αρσενικός κοκκοθραύστης σε ταΐστρα το χειμώνα]]
Η αναζήτηση τροφής γίνεται στα φυλλώματα και μόνο κατά τη χειμερινή περίοδο, στο έδαφος, οπότε μπορεί να παρατηρηθεί σε ομάδες. <ref> name="Avon & Tilford, p. 162<"/ref> Οι κοκκοθραύστες συνηθίζουν να τρώνε διεξοδικά όλους τους καρπούς ενός δένδρου πριν πάνε στο επόμενο, αρχίζοντας συνήθως από την κορυφή. Η βέλτιστη διάμετρος του πυρήνα (κουκουτσιού) των προτιμωμένων καρπών είναι 4 έως 5 χιλιοστά. <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref><ref> name="Krüger<"/ref><ref name="Bezzel">Bezzel</ref> Όταν κυνηγάει έντομα, το πουλί συνηθίζει να κάθεται στα κλαδιά ψηλά από το έδαφος, από όπου εφορμά για τη σύλληψή τους και επιστρέφει στο αρχικό πόστο για να τα καταναλώσει, ενώ σπάνια κυνηγάει εν πτήσει. Σπάνια, επίσης, μπορεί να επισκέπτεται ταΐστρες για πουλιά. <ref> name="Singer, p. 361<"/ref>
*Η δύναμη που ασκεί το ράμφος στην τροφή εξαρτάται από το σχήμα, το μέγεθος και τη δομή των σπερμάτων, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι εντυπωσιακή. Έτσι, σπέρματα που τοποθετούνται με τις ραφές κάθετα προς την υπερώα, δέχονται [[δύναμη]] από 270-430 [[Νιούτον (μονάδα μέτρησης)|Ν]] (χονδρικά 27-43 κιλά). Στα σπέρματα, όμως, που τοποθετούνται με τις ραφές παράλληλα προς την υπερώα, η ασκούμενη δύναμη κυμαίνεται από 480-730 Ν! <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref><ref> name="Krüger<"/ref><ref> name="Bezzel<"/ref>
==Πτήση==
Η πτήση του κοκκοθραύστη είναι στιβαρή, γρήγορη, και ελαφρώς καμπυλωτή, δηλαδή όταν διανύει μικρή απόσταση σχηματίζει μικρό τόξο, ενώ για μεγάλες αποστάσεις πετάει κυματιστά (undulating). Σε όλες τις περιπτώσεις είναι ευδιάκριτα τα άσπρα σημάδια στις πτέρυγες και στην ουρά (βλ. Μορφολογία). Μπορεί ακόμη να πετάει και κατά την κατακόρυφο, ειδικά όταν κυνηγάει έντομα. Στο έδαφος, η στάση του είναι ορθή (upright) <ref> name="Avon & Tilford, p. 162<"/ref> και το βάδισμα του είναι αδέξιο, με μικρά επιτόπια άλματα. <ref> name="Krüger<"/ref>
==Ηθολογία==
Ο κοκκοθραύστης αφήνει τη θέση κουρνιάσματος ψηλά στα κωνοφόρα δένδρα νωρίς το πρωί, για να επιστρέψει μετά το ηλιοβασίλεμα. Η φάση δραστηριότητας συχνά διακόπτεται από διαλείμματα για ανάπαυση και καθαρισμό (preening), ενώ μπορεί να κάνει και τακτικά λουτρά. <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref> Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής του, ο κοκκοθραύστης ζει διακριτικά σε μικρές περιοχές και εύκολα καταφεύγει στη φυγή, πετώντας στην παραμικρή ενόχληση. <ref> name="Avon & Tilford, p. 162<"/ref>
 
Παρά το παρουσιαστικό του, με το εντυπωσιακό ράμφος, ο κοκκοθραύστης δύσκολα γίνεται αντιληπτός, διότι είναι αρκετά δύσπιστο και ''ντροπαλό'' πουλί, που συνηθίζει να κινείται ψηλά στις φυλλωσιές των δένδρων, μακριά από τα ''αδιάκριτα'' βλέμματα των παρατηρητών. <ref>Mullarney et alname="Bruun, p. 354<278"/ref><ref>Bruun name="Mullarney et al, p. 278<354"/ref>
==Φωνή==
*[http://www.xeno-canto.org/species/Coccothraustes-coccothraustes Δείγματα φωνής] (εξωτερικός σύνδεσμος)
==Αναπαραγωγή==
===Φώλιασμα===
[[Αρχείο: Grubodziob c coccothraustes4.jpg|thumb|right|300px|Eνήλικος αρσενικός κοκκοθραύστης τον χειμώνα]]
Ο κοκκοθραύστης αποκτά σεξουαλικη ωριμότητα ήδη κατά το επόμενο έτος της γέννησής το, με τα ζευγάρια που σχηματίζονται, κατά πάσα πιθανότητα να παραμένουν μαζί για πολλά χρόνια. Η περίοδος επώασης των πτηνών της Κ. Ευρώπης είναι από τις αρχές Απριλίου έως τα τέλη Ιουνίου, αλλά στη Β. Ευρώπη εκτείνεται από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο. Η διάρκεια και η θέση της αναπαραγωγικής περιόδου ποικίλλει από χρόνο σε χρόνο και εξαρτάται από το μοτίβο του καιρού και τις πηγές τροφής.
 
Οι ερωτοτροπίες ξεκινάνε με την κατάληψη του ζωτικού χώρου από τα αρσενικά που, στην Κ. Ευρώπη, αρχίζει ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου και ιδιαίτερα το Μάρτιο. Η έκταση της περιοχής φωλιάσματος μπορεί να κυμαίνεται από μισό έως 5 εκτάρια για κάθε ζευγάρι, συνήθως όμως στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να φωλιάζουν από 6-20 ζευγάρια <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref><ref> name="Krüger<"/ref>
Η ακριβής επιλογή της θέσης που θα κατασκευαστεί η φωλιά γίνεται και από τα δύο φύλα. Οι φωλιές κατασκευάζονται συνήθως σε διχαλωτούς κλάδους στις κορυφές των δέντρων, αλλά και σε σχεδόν οριζόντια πλευρικά κλαδιά <ref> name="Perrins, p. 198<"/ref> ή και θάμνους. Σε γενικές γραμμές, ψηλά οπωροφόρα δέντρα, λεύκες και σημύδες χρησιμοποιούνται συχνά. Η φωλιά είναι γενικά στραμμένη στις ηλιόλουστες πλευρές των δέντρων, ενώ η απόσταση από το έδαφος αποτελεί επιλογή που εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Συνήθως βρίσκεται σε ύψος δύο έως οκτώ μέτρων από το έδαφος, με ακραία όρια από 1-22 μέτρα. Τα φυλλοβόλα δέντρα και οι θάμνοι προτιμώνται έναντι των κωνοφόρων στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αυτή η επιλογή όμως ποικίλλει ανάλογα με την πυκνότητα και την ποιότητα της βλάστησης.
 
Συνήθως, είναι το αρσενικό που διαλέγει τη θέση και προσκαλεί το θηλυκό που, την αποδέχεται ή όχι. Το ζεύγος αρχίζει να κτίζει τη φωλιά μαζί, όμως το θηλυκό συνεισφέρει 65%, περίπου, στην κατασκευή της κύριας δομής (θεμέλια και ενδιάμεσα στρώματα). Το υλικό συλλέγεται από απόσταση 5 έως 60 μ. από την επιλεγμένη θέση και, υπό καλές συνθήκες, η φωλιά σε πέντε έως δέκα ημέρες έχει ολοκληρωθεί.
 
Η φωλιά είναι κυπελλοειδής (cup shaped) και αποτελείται από τη βάση, τα ενδιάμεσα στρώματα και την επίστρωση. Για τον σκελετό της χρησιμοποιούνται 65%-90%, σπασμένα μικρά κλαδιά τοποθετημένα ακανόνιστα το ένα πάνω στο άλλο. Οι διαστάσεις είναι 15 - 18 εκατοστά σε πλάτος και 20 - 26 &nbsp;cm σε μήκος. Τα ενδιάμεσα στρώματα είναι λεπτά και δομούνται από ρίζες και χονδρούς βλαστούς. Η επίστρωση έχει περίπου 1 εκατοστό πάχος και αποτελείται κυρίως από λεπτές ρίζες και λεπτούς βλαστούς. Οι αναφερόμενες στη βιβλιογραφία χρήσεις φτερών και βρύων <ref> name="Urs N. Glutz von Blotzheim<"/ref><ref>E. Glück: Nistökologie Sonderung... Journal für Ornithologie 124/36, 1983</ref> δεν επιβεβαιώνεται από τις τελευταίες ορνιθολογικές παρατηρήσεις. <ref>Fliess</ref><ref>Giebing</ref> Το εσωτερικό της φωλιάς έχει 7-7,7 εκ. πλάτος, 8-9 εκ. μήκος και, ανάλογα με τον τύπο, 3-4 εκ. βάθος.
 
Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ -σπάνια είναι διπλή- <ref name="Harrison, p. 302">Harrison, p. 302</ref> σε κάθε περίοδο φωλιάσματος και, συνήθως, αρχίζει αμέσως μόλις η φωλιά έχει ολοκληρωθεί, κατά τα τέλη Απριλίου με Μάιο. Αποτελείται από 5 (σπάνια 4-7) αβγά που εναποτίθενται καθημερινά κατά τις ώρες νωρίς το πρωί μέχρι το σούρουπο. Οι διαστάσεις τους είναι 24,2 x 17,4 χιλιοστά, με μέσο βάρος 3,9 γραμμάρια, εκ των οποίων το 6% είναι κέλυφος. <ref>http:// name="blx1.bto.org"/birdfacts/results/bob17170.htm</ref><ref> name="Harrison, p. 302<"/ref>
 
Η επώαση, αρχίζει μετά την εναπόθεση του τελευταίου αβγού, πραγματοποιείται κυρίως από το θηλυκό και διαρκεί 11 έως 13 ημέρες (εύρος 9-14 ημέρες). Κατά τη διάρκεια της επώασης, το θηλυκό σιτίζεται από το αρσενικό, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, το αρσενικό επωάζει το μεσημέρι για να επιτρέψει το θηλυκό να τραφεί μόνο του.
Οι νεοσσοί εκκολάπτονται ασύγχρονα, συνήθως οι τρείς πρώτοι μαζί και, στη συνέχεια, οι υπόλοιποι ένας ή δύο, με τις καιρικές συνθήκες να επηρεάζουν τον χρόνο εκκόλαψης. Γεννιούνται με κλειστά μάτια -ανοίγουν την 4η με 5η ημέρα- είναι φωλεόφιλοι και χρήζουν άμεσης προστασίας από τους γονείς. Κατά τις πρώτες ημέρες το αρσενικό αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της σίτισης, αλλά αργότερα συμμετέχουν και οι δύο γονείς. Ωστόσο, ενώ το αρσενικό απομακρύνεται μέχρι και δύο έως τρία χιλιόμετρα από τη φωλιά για αναζήτηση λείας, το θηλυκό παραμένει σε άμεση γειτνίαση. Η κύρια τροφή των νεοσσών είναι κάμπιες ή θρυμματισμένα έντομα, λόγω της ατελούς ανάπτυξης του ράμφους και, σταδιακά, προστίθενται προνύμφες, σκουλήκια και αραχνοειδή. Αφήνουν σταδιακά τη φωλιά στις 10-11 ημέρες και ανεβαίνουν στα παρακείμενα κλαδιά στις 12-14 ημέρες, Αποκτούν το πρώτο πτέρωμα στις 16-19 ημέρες και ανεξαρτητοποιούνται στις 30-31 ημέρες.
 
Το είδος έχει υψηλές απώλειες ωοτοκίας, κυρίως λόγω της θέσης της φωλιάς. Τα πιο κοινά αρπακτικά που λυμαίνονται τη φωλιά είναι οι [[κίσσα|κίσσες]], οι σκίουροι, οι γάτες και τα κουνάβια, με τον [[αετομάχος|αετομάχο]] να αποτελεί επίσης σοβαρή απειλή. Γενικά, το ποσοστό αναπαραγωγικής επιτυχίας είναι μόλις 13-16% (στην Αγγλία 10-15%). <ref>Mountfort</ref>
 
Στην Ελλάδα, το είδος φωλιάζει στη βόρεια και κεντρική χώρα, σε ημιορεινές τοποθεσίες, άν και είναι περισσότερο διαδεδομένο τον χειμώνα. <ref> name="Mullarney et al, p. 354<"/ref>
==Κατάσταση πληθυσμού==
To είδος δεν φαίνεται να διατρέχει κάποιο σοβαρό κίνδυνο, εκτός από κάποιους δριμείς χειμώνες που απειλούν την αναπαραγωγή του και αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). <ref>http://www.iucnredlist.org/details/22720681/0</ref>
 
Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, στην οποία καταγράφεται λίγο μικρότερος από τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό, διαθέτουν η Ρουμανία, η Πολωνία, η Γερμανία, η Κροατία και η Ουκρανία, ενώ τους μικρότερους, οι Σκανδιναβικές χώρες. <ref>http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp8887.pdf</ref>
==Άλλες ονομασίες==
===Λόγιες===
Άλλες λόγιες ονομασίες του [[είδος (βιολογία)|είδους]] είναι: Κοκκοθραύστης ο γνήσιος και Κοκκοθραύστης ο κριθολόγος <ref name="Απαλοδήμος, σ. 33">Απαλοδήμος, σ. 33</ref>
===Λαϊκές===
Ο Κοκκοθραύστης απαντάται στον ελλαδικό χώρο με πολλές λαϊκές ονομασίες όπως: Βουνότσιχλα (Θεσσαλία), Γαϊδουρόσπινα (Ταΰγετος), Γαϊδουρόσπινος, Γαϊδουρότσωνο (Αχαΐα), Γουμαρότσωνο (Τρίκαλα), Διπλόσπινος, Κοκκοφάγος, Φλιτζούνι ή Φλιτσούνι (Αττική), Φρετζούνι (Χίος), Χονδρομύτης, Χονδρόσπινος, Χονδρότσωνο <ref> name="Απαλοδήμος, σ. 33<"/ref>, Λιναρίδι, Λιναροπούλι (Κρήτη) <ref> name="Σφήκας, σ. 76<"/ref>, Γραμμυθάς, Δοντάς <ref>http://www.katakali.net/drupal/?q=spizides/kokkothraystis</ref> και Κεφαλόσπιννος (Κύπρος). <ref> name="Mullarney et al, p. 354<"/ref>
== Σημειώσεις ==
'''i.''' {{Note_label|I|i|none}} Η ονομασία ''Ακανθυλλίνες'' είναι άμεση απόδοση της λατινικής λέξης ''Carduelinae'', από το ''carduus'' «άκανθα, αγκάθι» <ref>http://books.google.gr/books?id=m2QSAAAAIAAJ&pg=PA268&redir_esc=y#v=onepage&q&f=false</ref>
 
*Arnaiz-Villena, A.; Moscoso, J.; Ruiz-del-Valle, V.; Gonzalez, J.; Reguera, R.; Wink, M.; and Serrano-Vela, J. I. (2007). "Bayesian phylogeny of Fringillidae birds: status of the singular African oriole finch Linurgus olivaceus and evolution and heterogeneity of the genus Carpodacus". Acta Zoologica Sinica 53 (5): 826–834. Retrieved 14 December 2009.
*Arnaiz-Villena, A; Gómez-Prieto P; Ruiz-de-Valle V (2009). "Phylogeography of finches and sparrows". Nova Science Publishers. ISBN 978-1-60741-844--3844–3.
*Bauer Hans-Günther, Einhard Bezzel, Wolfgang Fiedler: Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas. Bd. 2. Passeriformes - Sperlingsvögel. Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Aula Verlag, Wiebelsheim, 2005, ISBN 3-89104-648-0
*Bezzel Einhard : BLV Handbuch Vögel. BLV Buchverlag GmbH & Co. KG, München, 2006, ISBN 3-8354-0022-3
16.024

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης