Δημοκρατία της Κορυτσάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς
Republika Shqipëtare Korçë
1916 – 1920
Σημαία Έμβλημα
Πρωτεύουσα Κορυτσά
Γλώσσες Αλβανικά
Πολίτευμα Μη συγκεκριμένο
Αρχηγός αστυνομίας Τεμιστόκλι Γκερμένι
Ιστορία
 -  Υποτέλεια στη Γαλλία 10 Δεκεμβρίου 1916
 -  Ανεξαρτησία στην Αλβανία 15 Ιουνίου 1920
Σήμερα Αλβανία

Η Δημοκρατία της Κορυτσάς (ή της Κόρτσα ή Κόρτς) ήταν αυτόνομη περιοχή που δημιουργήθηκε από τη Γαλλία στην περιοχή της σημερινής Κόρτσα, στη σημερινή Νότια Αλβανία, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Εδάφη και πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Κορυτσά

Τα εδάφη της Δημοκρατίας της Κορυτσάς κάλυπταν σχεδόν την περιοχή της σημερινής επαρχίας της Κορυτσάς, με τα περίχωρά της Βίγλιστας, Κόλονια, Όπαρ και Γκόρα.[1] Εκτεινόταν σε 60 χμ από τα ανατολικά στα δυτικά και σε 100 χλμ. από βορρά προς νότο. Τα σύνορά της με τα αλβανικά εδάφη, των οποίων τον έλεγχο είχε η Ιταλία στα δυτικά, βρίσκονταν στα μισά της διαδρομής μεταξύ των σημερινών οικισμών Σελένιτσα και Έρσεκα.[2]. Στα νότια, τα εδάφη της αυτόνομης δημοκρατίας συνόρευαν με το Βασίλειο της Ελλάδας.

Ο πληθυσμός της περιοχής έφτανε συνολικά τους 122.315 κατοίκους, όπου οι Αλβανοί μουσουλμάνοι με 82.245 κάτοικους, ήταν ο κυρίαρχος πληθυσμός. Ορισμένες περιοχές της αποτελούνταν από Κουτσόβλαχους, κυρίως στους οικισμούς Μοσχόπολη, Πλάσα, Νίκαια, Φρασάρι και άλλους, ενώ υπήρχαν και άλλες μειονότητες, λιγότερο σημαντικές αριθμητικά, όπως Έλληνες και Βούλγαροι.[3]

Εντός αυτής της περιοχής, η ύπαρξη πληθυσμών διαφορετικής εθνικής συνείδησης και θρησκεύματος, δεν ήταν πάντα εύκολη.[4] Αν και οι Μουσουλμάνοι ήταν από παλαιότερα ένθερμοι υποστηρικτές της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά για τους ορθοδόξους χριστιανικούς πληθυσμούς. Φαίνεται όμως πως οι Ορθόδοξοι Αλβανοί της περιοχής ήταν απογοητευμένοι από την γενικότερη στάση της ελληνικής κυβέρνησης στην Αθήνα που επιθυμούσε, όπως και κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων την προσάρτηση της Βόρειας Ηπείρου, ενώ διατηρούσαν επιφυλακτική στάση απέναντι στον Ελληνικό Στρατό.[5]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 7 Δεκεμβρίου 1912 ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην Κορυτσά μετά από μάχες με τα οθωμανικά στρατεύματα. Περί τον Φεβρουάριο του 1913 άρχισε να διαδίδεται στην περιοχή η είδηση ότι στο Λονδίνο συμφωνήθηκε η παράδοση της Κορυτσάς στην Αλβανία. Οι κάτοικοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, εξέφρασαν την αντίθεσή τους σ' αυτή την απόφαση. Την 13 Απριλίου 1913, επιτροπή κατοίκων της Κορυτσάς, Μοσχόπολης και Κολώνιας, μεταξύ των οποίων και μουσουλμάνοι και εκπρόσωποι του μουφτή Κορυτσάς, παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων και διαμαρτυρήθηκε για την υπαγωγή της Κορυτσάς στην Αλβανία, ζητώντας ένωση με την Ελλάδα. Ο πρόξενος της Ρωσίας κάλεσε ιδιαιτέρως τους μουσουλμάνους εκπροσώπους για να βεβαιωθεί ότι συμφωνούν με αυτό το αίτημα. Έγιναν και άλλες διαμαρτυρίες από ηπειρώτες του εξωτερικού, τέλος δε συστάθηκε επιτροπή κυρίως από Έλληνες κατοίκους με σκοπό την αποφυγή της ένωσης της πόλης με την Αλβανία.

Για τον σκοπό αυτό οργανώθηκε και σώμα περίπου 2.000 ενόπλων που ονομάστηκε "Ιερός Λόχος". Περί τα μέσα Οκτωβρίου 1913 έφτασε στην Κορυτσά διεθνής επιτροπή από Βρετανούς, Αυστριακούς, Ιταλούς, Ρώσους και Γάλλους εκπροσώπους προκειμένου να εξετάσει την κατάσταση. Ο Αυστριακός και ο Ιταλός εκπρόσωπος δεν δέχτηκαν να συζητήσουν με τους εκπροσώπους της επιτροπής των Ελλήνων κατοίκων και δήλωσαν ότι έχει αποφασιστεί η παραχώρηση της Κορυτσάς στην Αλβανία. Η επιτροπή των Ελλήνων της Κορυτσάς, Μοσχοπόλεως, Κολωνίας και Βιγλίστας απέστειλε στην διεθνή επιτροπή γραπτό υπόμνημα στο οποίο εξηγεί τις απόψεις της, αιτιολογεί με ιστορικά στοιχεία την ελληνική παρουσία στην περιοχή και αναφέρει διάφορες βίαιες ενέργειες των μουσουλμάνων Αλβανών κατά των χριστιανών. Τον Φεβρουάριο του 1914 έφτασε στην Κορυτσά ο υποστράτηγος Α. Παπούλας ο οποίος εξήγησε στους κατοίκους ότι λόγω "υψίστων εθνικών συμφερόντων" η Ελλάδα έπρεπε να αποχωρήσει από την περιοχή και ότι η πόλη είχε συμφωνηθεί να υπαχθεί στην Αλβανία, συνέστησε δε στους Έλληνες να μην αντιδράσουν. Υποσχέθηκε ότι η ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας των χριστιανών είναι εξασφαλισμένη. Την 17η Φεβρουαρίου 1914 εισήλθε στην Κορυτσά σώμα αλβανικού στρατού - περίπου 150 οπλοφόροι, επί το πλείστον λιποτάκτες του τουρκικού στρατού - με Ολλανδούς αξιωματικούς επικεφαλής, ενώ επανήλθαν ως αλβανικές αρχές οι μουσουλμάνοι που είχαν τέτοια αξιώματα επί οθωμανικής διοίκησης. Αμέσως άρχισαν ενέργειες εξαλβανισμού της πόλης και διώξεις κατά των χριστιανών και κυρίως των Ελλήνων. Με την φιλοαλβανική πλευρά, εκτός από τους μουσουλμάνους Αλβανούς, τάσσονταν και "αλβανίζοντες" χριστιανοί που είχαν έλθει από τις ΗΠΑ ή άλλες περιοχές, κάποιοι εκ των οποίων ανήκαν σε μη ορθόδοξα δόγματα. Υπό αυτές τις συνθήκες οι Έλληνες κάτοικοι οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση και εξεγέρθηκαν την 19 Μαρτίου υπό τους οπλαρχηγούς Γεώργιο Σούλιο και Λουκά Πέτρου και με την υποστήριξη του μητροπολίτη Κορυτσάς Γερμανού. Η εξέγερση κράτησε περίπου 4 ημέρες και έπαυσε αφού απέτυχε να καταλάβει το σύνολο της Κορυτσάς. Από τους Ολλανδούς αξιωματικούς και κάποιο άτομο που σχετιζόταν με προτεστάντες Αλβανούς του Δυρραχίου συνελήφθη και φυλακίστηκε ο μητροπολίτης Κορυτσάς. Μαζί με αυτόν φυλακίστηκαν και 4 ιερείς, 9 δάσκαλοι και άλλοι. Ακολούθησαν λεηλασίες, φόνοι και άλλες βιαιότητες, απαγορεύτηκε η χρήση της ελληνικής γλώσσας και ακόμα των χαιρετισμών στα ελληνικά, και υποχρεώθηκαν όλοι να φορούν αλβανικό φέσι. Την 24η Ιουνίου 1914 έπειτα από σκληρή μάχη στο ύψωμα Καζάνι, εισήλθαν στην πόλη αυτονομιστικά στρατεύματα υπό την ηγεσία του Παύλου Γύπαρη, ο οποίος βρισκόταν υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Γεώργιου Τσόντου Βάρδα διώχνοντας τους Αλβανούς ενόπλους και τους Ολλανδούς αξιωματικούς.[6]

Κατά την επανάσταση της Κορυτσάς σκοτώθηκαν 114 Έλληνες από διάφορες περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Τον Ιούνιο του 1914 εκδηλώθηκε επανάσταση των Γκέκηδων κατά του βασιλιά Βηδ της Αλβανίας. Οι επαναστάτες αφού κατέλαβαν το Ελβασάν ελευθέρωσαν και τους εκεί φυλακισμένους Κορυτσαίους, μεταξύ των οποίων και τον μητροπολίτη Γερμανό. Οι αυτονομιστές Έλληνες υπό τον Βάρδα κράτησαν την Κορυτσά μέχρι την 18 Οκτωβρίου 1914 οπότε την ανακατέλαβε ο ελληνικός στρατός.[7]

Η άφιξη των Γάλλων και η γέννηση της δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1916, η Γαλλική Δημοκρατία με τις διπλωματικές σχέσεις της με το Βασίλειο της Ελλάδας παγωμένες λόγω της ουδετερότητάς του τελευταίου που υποβοηθούσε τα συμφέροντα του Κεντρικών Δυνάμεων και επιθυμώντας να υποκλέψει από την επιρροή της Αυστροουγγαρίας στην Αλβανία, κατέλαβε την βορειοηπειρώτικη περιοχή της Κορυτσάς. Η Γαλλική Κυβέρνηση εγκαθιστούσε έτσι έναν δίαυλο επικοινωνίας της περιοχής με την δύναμή της στον Αυλώνα, την οποία κατείχε τότε το Βασίλειο της Ιταλίας, και με την δύναμή της που βρίσκονταν στο μετέπειτα στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, τον επονομαζόμενο Στρατό της Ανατολής.[8][9] Στις 2 Οκτωβρίου, το 1ο Σύνταγμα των Αφρικανών Κυνηγών του γαλλικού στρατού, υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη ντε Φορτού, καταλάμβανε και επίσημα την πόλη κατά τα γεγονότα που οδήγησαν στον Εθνικό Διχασμό. Εκδίωξε το 46ο Σύνταγμα Πεζικού του ελληνικού στρατού, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή από τον Οκτώβριο του 1914, και φυλάκισε τους Έλληνες βασιλόφρονες αξιωματούχους στο Στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης.[10]

Στις 15 Νοεμβρίου 1916, ο Συνταγματάρχης Ντεκουάν, πρώην Αρχηγός του Επιτελείου της εκστρατείας των Δαρδανελλίων, απεστάλη στην περιοχή για να τη διοικήσει στο όνομα της Γαλλίας, εγκαθιστώντας ως Έλληνα εκπρόσωπο τον βενιζελικό Περικλή Αργυρόπουλο.[3][11][12] Στις 10 Δεκεμβρίου, η περιοχή της Κορυτσάς, απομονωμένη από το υπόλοιπο της Αλβανίας λόγω του πολέμου, ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη. Υπογράφτηκε ένα πρωτόκολλο ανάμεσα στις γαλλικές στρατιωτικές αρχές, τον χριστιανό λήσταρχο Τεμιστοκλί Γκερμένι και τους προύχοντες της περιοχής, με στόχο την οργάνωση της συνεργασίας μεταξύ των τοπικών αρχών και των στρατευμάτων κατοχής.[13][14]

Μόνο ο μουσουλμάνος Σαλί Μπούτκα διατηρούσε αρνητική στάση, αφού έβλεπε στο πρόσωπο των Γάλλων τους υποστηρικτές του πανελληνισμού και συνέχιζε με την ομάδα του την αντίστασή του κατά των Γάλλων, ενώ ταυτόχρονα υποστήριζε ενεργά τα Αυστροουγγρικά Στρατεύματα.[15]

Η σταδιακή μείωση της αυτονομίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπογραφή όμως αυτού του πρωτοκόλλου βρισκόταν σε δυσαρμονία με την Συνθήκη του Λονδίνου, την οποία είχε συνάψει η Γαλλία με την σύμμαχο της Ιταλία στις 26 Απριλίου 1915 και η οποία προέβλεπε την υπαγωγή του νότιου τμήματος της Αλβανίας στον ιταλικό έλεγχο. Δυσαρέστησε δε εξίσου τον ηγέτη της προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης Ελευθέριο Βενιζέλο, καθώς και τον Αλβανό δικτάτορα και ανδρείκελο της Ιταλίας, Εσάντ Πασά, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν την συγκεκριμένη περιοχή. Απέναντι στους συμμάχους της, η Γαλλία υποχρεώθηκε σύντομα να αλλάξει πολιτική, και παρά την στήριξη του στρατηγού Μωρίς Σαράιγ στο πρόσωπο του συνταγματάρχη Ντεκουάν, ο τελευταίος απαλλάχθηκε από τις αρμοδιότητές του στην περιοχή στις 11 Μαΐου 1917.[16][17] Η αυτονομία της περιοχής άρχισε να εξασθενεί μακροπρόθεσμα, προτού καταργηθεί πλήρως στις 16 Φεβρουαρίου του 1918.[18]

Η Γαλλία εγκατέλειψε τότε, σε μεγάλο βαθμό, την πολιτική συνεργασίας με τον ντόπιο πληθυσμό. Ο διορισμένος για μακρύ χρονικό διάστημα Υπεύθυνος της Αστυνομίας, πρώην λήσταρχος Τεμιστόκλι Γκερμένι συνελήφθη και στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου καταδικάστηκε σε θάνατο από στρατιωτικό δικαστήριο.[19]

Στον αντίποδα, η Αυστροουγγαρία διακήρυξε τον Ιανουάριο του 1917 την αυτονομία του τμήματος της Αλβανίας που βρισκόταν υπό την κατοχή της, ενώ λίγο καιρό αργότερα τον Ιούνιο του ιδίου χρόνου η Ιταλία ανακήρυξε την απόλυτη ανεξαρτησία των, υπό τον έλεγχό της, αλβανικών εδαφών.[20]

Η γαλλική αποχώρηση και η γαλλική κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η Γαλλία και η Ιταλία συνέχισαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους την Βόρεια Ήπειρο μέχρι το Συνέδριο Ειρήνης του Παρισιού, όπου επιλύθηκε το ζήτημα των αλβανικών συνόρων, με την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Αφού, σε πρώτη φάση, επιχείρησε να καταστήσει την περιοχή υπό γαλλικό έλεγχο, το Παρίσι εγκατέλειπε οριστικά την περιοχή την 1η Μαρτίου του 1920.[21][22]

Παρά ταύτα, η γαλλική πολιτιστική παρουσία στην περιοχή του ιστορικού κρατιδίου της Δημοκρατίας της Κορυτσάς δεν έπαυσε με την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων. Το συμβούλιο των Γερόντων που είχε ιδρυθεί το 1917 και το γαλλικό λύκειο της Κορυτσάς, συνέχισαν τις δραστηριότητές τους κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου μέχρι το 1942, και συνέβαλαν στη διάδοση του γαλλικού πολιτισμού, καθώς και του αλβανικού.[23] Για μακρύ χρονικό διάστημα το συγκεκριμένο λύκειο θεωρούνταν ως ένα ίδρυμα στο οποίο φοιτούσαν μαθητές από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ το 80 τοις εκατό των αποφοίτων του διορίζονταν σε υψηλές και μεσαίες θέσεις στην αλβανική δημόσια διοίκηση. Είναι άξιο αναφοράς πως το συγκεκριμένο λύκειο, ήταν το πρώτο ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στο οποίο η διδασκαλία γίνονταν και στα αλβανικά, ενώ δεν υπήρχε κανένας περιορισμός στις θρησκευτικές καταβολές των μαθητών του.[24] Σε πρώτο στάδιο το Παρίσι δεν είχε επιτρέψει την ίδρυση του λυκείου, μήπως δυσαρεστήσει μεταπολεμικά την προσωρινή ελληνική κυβέρνηση, που επιθυμούσε την προσάρτηση της περιοχής στον ελλαδικό χώρο. Επομένως η λειτουργία του λυκείου αυτού κατέστη δυνατή χάρη στη στήριξη των Γάλλων στρατιωτικών.[25]

Οργάνωση των εδαφών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεσμικά Όργανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1916, που αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το σύνταγμα της περιοχής μέχρι την 27η Σεπτεμβρίου 1917, ανατέθηκε η διοίκηση της αυτόνομης χώρας (Krahina), που ονομαζόταν από τον Ιανουάριο του 1917 επίσημα Αυτόνομη Αλβανία (Shqipëria Vetqeveritare), σε ένα δεκατετραμελές συμβούλιο, το οποίο αποτελούνταν από επτά μουσουλμάνους και επτά χριστιανούς προύχοντες.[26]

Ένας Γάλλος στρατιωτικός τελούσε χρέη εκπροσώπου του στρατιωτικού διοικητή εντός του Συμβουλίου. Τα χρέη του διοικητή είχε αναλάβει ο αναπληρωτής υπολοχαγός Μπαργκετόν μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου του 1917, όταν τον αντικατέστησε ο υπολοχαγός Σιεγκφρίντ. Οι γαλλικές στρατιωτικές αρχές αναλάμβαναν την πρόσληψη των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες. Οι αστυνομικές δυνάμεις, καθώς και η αλβανική χωροφυλακή, βρίσκονταν επίσης υπό την εξουσία του Γάλλου στρατιωτικού διοικητή και ήταν υπεύθυνες για την διατήρηση της δημόσιας τάξης.[1]

Από τις 27 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου 1918, η διοίκηση της περιοχής είχε ανατεθεί στον διοικητή του Στρατεύματος του Μαλίκ. Το Διοικητικό Συμβούλιο αντικαταστάθηκε τότε από ένα Γνωμοδοτικό Συμβούλιο το οποίο είχε περιοριστεί στα 12 μέλη αλλά διατηρούσε την ίδια αναλογία μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων. Η ζώνη γαλλικής κατοχής βρισκόταν πλέον χωρισμένη σε δύο τμήματα, στα βόρεια και στα νότια της επαρχίας της Ντέβολης. Η νότια περιοχή αποτελούσε την επαρχία της Κορυτσάς, ενώ η βόρεια την επαρχία του Πόγραδετς. Η αυτονομία της περιοχής τερματίστηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1918, όταν η Γαλλική Κυβέρνηση αποφάσισε την κατάργησή της.[18]

Σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία της Δημοκρατίας της Κορυτσάς ήταν η σημερινή αλβανική σημαία με τον μαύρο δικέφαλο αετό του Γεώργιου Καστριώτη, με την προσθήκη τριών λωρίδων στο πλάι, που συμβόλιζαν τα χρώματα της γαλλικής σημαίας.[1] Επίσημη γλώσσα του βραχύβιου κρατιδίου ήταν η αλβανική.[27] Παρόλο που η γαλλική γλώσσα δεν ήταν επίσημη, διδάσκοταν στο σύνολο των σχολείων της περιοχής.[28]

Στις 1 Φεβρουαρίου 1917, το κράτος έκοψε το δικό της νόμισμα, το αλβανικό φράγκο, ενώ γραμματόσημα άρχισαν να κυκλοφορούν εκείνη την περίοδο σε διάφορα σημεία της χώρας.[18]

Τόπος μνήμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη της Κορυτσάς φιλοξενεί μέχρι σήμερα ένα γαλλικό στρατιωτικό κοιμητήριο, το οποίο διαμορφώθηκε κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι 640 στρατιώτες που είναι ενταφιασμένοι εκεί, ανήκαν στα σώματα της τότε Αποικιοκρατικής Γαλλίας.[29]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Stefan Popescu, « Les Français et la république de Kortcha » dans Guerres mondiales et conflits contemporains, Ιανουάριος 2004, Αρ. 213, Presses Universitaires de France, σελ. 81.
  2. Stefan Popescu, ό.π., σσ. 79-80.
  3. 3,0 3,1 Stefan Popescu, ό.π., σελ. 80.
  4. Etienne Augris, « Korçë dans la Grande Guerre, Le sud-est albanais sous administration française (1916-1918) » dans Balkanologie, Τόμος 4ος, Αρ. 2, Δεκέμβριος 2000, παρ. 17.
  5. Etienne Augris, 'ό.π., παρ. 18.
  6. ΓΕΣ (1979). Ο Βορειοηπειρωτικός Αγών. Αθήναι: ΔΙΣ. σελίδες 317–320. 
  7. Γεωρ. Χ. Μπαϊρακτάρης, Τα κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας της πόλεως και επαρχίας Κορυτσάς, Αθήνα, 1916
  8. Stefan Popescu, ό.π., σσ. 78-79.
  9. Etienne Augris, ό.π., παρ. 4-6.
  10. Stefan Popescu, ό.π., σελ. 79.
  11. Etienne Augris, ό.π., παρ. 7.
  12. Owen Pearson, Albania and King Zog: independence, republic and monarchy 1908-1939, I. B. Tauris, 2005, σελ. 101.
  13. Stefan Popescu, ό.π., σσ. 80-81.
  14. Etienne Augris, ό.π., παρ. 11 et 14.
  15. Robert Vaucher, « La République Albanaise de Koritza » , Εφημ. L'Illustration, Αρ. φυλ. 3866, 7 Απριλίου 1917 (Διαθέσιμος σύνδεσμος)
  16. Stefan Popescu, ό.π., σελ. 82.
  17. Etienne Augris, ό.π., παρ. 8 και 20.
  18. 18,0 18,1 18,2 Stefan Popescu, ό.π., σελ. 83.
  19. Etienne Augris, 'ο.π., παρ. 16 και 24.
  20. Etienne Augris, ό.π., παρ. 22.
  21. Stefan Popescu, ό.π., παρ. 85.
  22. Etienne Augris, ό.π., παρ/ 24-38.
  23. Guillaume Robert, « L’Albanie et la France dans l’entre-deux-guerres : une relation privilégiée ? » dans Balkanologie, Volume II, n° 2, Δεκέμβριος 1998, § 37.
  24. Guillaume Robert, ό.π., παρ. 47.
  25. Guillaume Robert, op. cit., § 38.
  26. Stefan Popescu, op. cit., p. 81 et 83.
  27. Άρθρο 8o του πρωτοκόλλου της 10ης Δεκεμβρίου 1916.
  28. Etienne Augris, ό.π., παρ. 32.
  29. (Γαλλικά) Ιστοσ. Γαλλικής Πρεσβείας στα Τίρανα, Cérémonie du 11 novembre à Korça Αρχειοθετήθηκε 2011-11-22 στο Wayback Machine., 17 Νοεμβρίου 2011, Ανακτήθηκε 10 Οκτωβρίου 2012.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Γαλλικά) Etienne Augris, « Korçë dans la Grande Guerre, Le sud-est albanais sous administration française (1916-1918) » dans Balkanologie, Τόμος 4ος, Αρ. 2, Δεκέμβιος 2000 (Διαθέσιμος σύνδεσμος)
  • (Γαλλικά) Général Descoins, « Six mois d’histoire de l’Albanie » dans Revue d’histoire de la guerre mondiale, Τόμος 7ος, Αρ. 4, Οκτώβριος 1929, και Τόμος 8ος, Αρ. 1, Ιανουάριος 1930.
  • (Γαλλικά) Stefan Popescu, « Les Français et la république de Kortcha » dans Guerres mondiales et conflits contemporains, 2004/1, Αρ. 213, Presses Universitaires de France, σσ. 77-87, ISBN 9782130556572
  • (Γαλλικά) Guillaume Robert, « L’Albanie et la France dans l’entre-deux-guerres : une relation privilégiée ? » dans Balkanologie, Τόμος 2ος, Αρ. 2, Δεκέμβριος 1998 (Διαθέσιμος σύνδεσμος).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]